Ομιλία στην 2η Συνεδρίαση της Εξεταστικής Επιτροπής για τα “Για τη διερεύνηση και διελεύκανση των συνθηκών και των ευθυνών που οδήγησαν στην υπαγωγή της Ελλάδας στο καθεστώς των Μνημονίων και της επιτήρησης και για κάθε άλλο ζήτημα που σχετίζεται με την εφαρμογή και υλοποίηση των Μνημονίων” –

small_staikouras1-thumb-largeΚύριε Πρόεδρε,

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Είναι γεγονός ότι η ένταξη της χώρας, τον Μάιο του 2010, στο Mηχανισμό Στήριξης αποτέλεσε κομβικό σημείο για την μετέπειτα πορεία της.

Η υπαγωγή της στο καθεστώς των Μνημονίων είχε και έχει σημαντικές επιπτώσεις στην οικονομική, κοινωνική και πολιτική ζωή.

Ευλόγως λοιπόν, οι λόγοι και οι διαδικασίες της ένταξης στο Μηχανισμό Στήριξης, έχουν προκαλέσει και συνεχίζουν να προκαλούν το έντονο ενδιαφέρον των πολιτών και των πολιτικών δυνάμεων της χώρας.

Η τεκμηριωμένη, αντικειμενική και έγκυρη Εθνική Αυτοαξιολόγηση της κρίσιμης εκείνης περιόδου παραμένει ανοικτό θέμα.

Υποθέτω πως όλοι συμφωνούμε ότι αυτή η σοβαρή και ευαίσθητη διαδικασία, για να προσεγγίσει με επιτυχία το στόχο, θα έπρεπε να πραγματοποιηθεί σε περιβάλλον πολιτικής ομαλότητας, κοινωνικής ηρεμίας και οικονομικής ασφάλειας και σταθερότητας.

Μόνο τότε το πόρισμα που θα προέκυπτε θα γίνονταν ευρύτατα αποδεκτό, θα καθίστατο εθνική ιστορική αλήθεια και θα βοηθούσε στην καλύτερη πορεία της χώρας.

Κατά την εκτίμησή μας, οι προϋποθέσεις που προανέφερα ως αναγκαίες, στην παρούσα φάση, δεν πληρούνται επαρκώς.

Όμως, παρά τις χαμηλές προσδοκίες, η ΝΔ, με καθοριστικό κριτήριο των πολιτικών επιλογών της το μακροχρόνιο συμφέρον της χώρας, θα εργαστεί, στο πλαίσιο της Εξεταστικής Επιτροπής, για την αναζήτηση της αλήθειας.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Όλες οι μελέτες που έχουν εκπονηθεί συμπίπτουν στη διαπίστωση ότι, την δεκαετία του 1980 ακολουθήθηκε επεκτατική δημοσιονομική πολιτική σε συνθήκες σχεδόν μηδενικής μεγέθυνσης της οικονομίας, με συνέπεια τις έντονες δημοσιονομικές ανισορροπίες, δηλαδή υψηλά ετήσια δημόσια ελλείμματα και εκρηκτικοί ρυθμοί συσσώρευσης του δημοσίου χρέους.

Τα αποτελέσματα εκείνης της περιόδου, από κοινού με τις αξίες και τις αντιλήψεις που έκτοτε κυριάρχησαν, αποτέλεσαν στη συνέχεια, και αποτελούν μέχρι σήμερα, βαρίδι στα πόδια της Ελληνικής οικονομίας.

Ενώ το 1980, η Ελλάδα πληρούσε τα κριτήρια της συνθήκης του Μάαστριχτ και ήταν η λιγότερο χρεωμένη χώρα της σημερινής Ευρωζώνης, στο τέλος της δεκαετίας, μετά από δύο υποτιμήσεις της δραχμής, και αφού η χώρα απορρόφησε τα Κοινοτικά Μεσογειακά Προγράμματα, βρέθηκε με υπερτριπλάσιο χρέος.

Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι, σ’ αυτή τη δεκαετία, το έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης ήταν, κατά μέσο όρο ετησίως, πάνω από 10% του ΑΕΠ, κάτι που ποτέ προηγουμένως, για τόσο μεγάλο διάστημα, δεν είχε συμβεί στην Ελλάδα και που δεν επαναλήφθηκε έκτοτε.

Από το 1990 και μέχρι το φθινόπωρο του 2008 έγιναν, κατά περιόδους, προσπάθειες αντιμετώπισης των ανισορροπιών και των στρεβλώσεων της Ελληνικής οικονομίας, με μικρότερη ή μεγαλύτερη επιτυχία.

Όμως η κονιορτοποίηση του αξιακού συστήματος που είχε συντελεσθεί και οι κομματικές, συνδικαλιστικές και κοινωνικές σκοπιμότητες και αντιδράσεις, σε κάθε προσπάθεια νοικοκυρέματος, δεν επέτρεψαν τη ριζική αντιμετώπιση των προβλημάτων.

Στο μέσον αυτής της περιόδου η χώρα εντάχθηκε στην Ευρωζώνη.

Δεν θα σταθώ στις συνθήκες, στους όρους, στην προετοιμασία της οικονομίας και της κοινωνίας για το σημαντικό αυτό βήμα.

Θα σημειώσω μόνο ότι, στις αρχές του 2002, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο άρχισε να προειδοποιεί ότι η τότε Κυβέρνηση έκρυβε επιβαρύνσεις στον Κρατικό Προϋπολογισμό ενώ την ίδια χρονιά, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέφραζε αμφιβολίες για την ποιότητα των δημοσιονομικών στοιχείων της χώρας μας.

Το 2004, η Eurostat προχώρησε σε εκτεταμένες αναταξινομήσεις και αναθεωρήσεις των δημοσιονομικών στοιχείων, για την περίοδο 1997-2003.

Στα παραπάνω θα προσθέσω μόνο τις εκτεταμένες πρακτικές «δημιουργικής λογιστικής», που ακολουθήθηκαν την περίοδο 2000-2001.

Πρακτικές, όπως είναι οι τιτλοποιήσεις απαιτήσεων και οι συναλλαγές μέσω πράξεων μετατροπής συναλλαγματικού χρέους και ανταλλαγής επιτοκίων.

Παρ’ όλα αυτά η χώρα, σε ένα Ευρωπαϊκό και διεθνές περιβάλλον σχετικής χαλάρωσης, πορευόταν, μέχρι το φθινόπωρο του 2008, ικανοποιητικά, με τα δημοσιονομικά προβλήματα υπό έλεγχο, καλό ρυθμό οικονομικής μεγέθυνσης και χαμηλή ανεργία.

Όμως, η πρωτοφανής χρηματοοικονομική κρίση που ξέσπασε στις ΗΠΑ το 2007 πέρασε στην Ευρώπη το 2008.

Αποσταθεροποίησε όλες τις οικονομίες, και φυσικά και την Ελληνική, η οποία είχε υποβόσκουσες χρόνιες παθογένειες στο αξιακό, στο θεσμικό, στο πολιτικό, στο κοινωνικό και στο οικονομικό πεδίο.

Η κρίση απεδείχθη, παγκοσμίως, ισχυρότερη και βαθύτερη απ’ ότι είχε αρχικά εκτιμηθεί.

Στις αρχές του 2009, η τότε ηγεσία της Κυβέρνησης της ΝΔ, ανέλαβε πρωτοβουλίες για να πετύχει συνεννόηση και συστράτευση όλων των πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων της χώρας για την αντιμετώπιση της κρίσης.

Οι άλλες πολιτικές δυνάμεις του τόπου, με πρωταγωνιστή την ηγεσία της τότε Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, αρνήθηκαν την ύπαρξη της παγκόσμιας κρίσης, τορπίλισαν τη συνεννόηση και πολέμησαν λυσσαλέα, εντός και εκτός Βουλής, τις δέσμες ήπιων μέτρων που ελήφθησαν για τη δημοσιονομική σταθεροποίηση.

Αποκορύφωμα της στάσης τους το γεγονός ότι έσυραν τη χώρα σε εκλογές, τις δεύτερες εντός του πρώτου, διεθνώς κρίσιμου, εννεαμήνου του 2009.

Εκλογές στις οποίες μάλιστα, η τότε επερχόμενη πολιτική δύναμη υποσχόταν ότι θα μοιράσει τα «λεφτά» που «υπάρχουν».

Στη συνέχεια, η τότε νέα Κυβέρνηση, το τελευταίο τρίμηνο του 2009 και μέχρι το τέλος Φεβρουαρίου του 2010 που κλείνει δημοσιονομικά το 2009, με τις πράξεις και παραλείψεις της διόγκωσε το πρόβλημα της χώρας.

Συγκεκριμένα, μεταξύ άλλων:

  • Ματαίωσε «ώριμες» δημόσιες εισπράξεις του 2009, μετέφερε εισπράξεις του 2009 στο 2010 και μετέθεσε πληρωμές του 2010 στο 2009.
  • Προχώρησε στην καταβολή επιδόματος αλληλεγγύης, σε αύξηση των δαπανών για εξοπλιστικά προγράμματα, για οδοιπορικά, λειτουργικές δαπάνες και προμήθειες του Δημοσίου.
  • Κατήργησε τις ρυθμίσεις για τους ημιυπαίθριους, την επιβολή φόρου στα λαχεία, στο «Ξυστό» και στα σκάφη αναψυχής, ρυθμίσεις, βέβαια, που επανέφερε αργότερα.
  • Άφησε στην τύχη τους τα δημόσια έσοδα.

Ενώ αργότερα, η ΕΛΣΤΑΤ προχώρησε στη συμπερίληψη στον τομέα της Γενικής Κυβέρνησης ορισμένων ελλειμματικών δημόσιων επιχειρήσεων, που προηγουμένως εθεωρείτο, βάσει των ορισμών του Ευρωπαϊκού Συστήματος Λογαριασμών, ότι δεν ανήκαν στη «Γενική Κυβέρνηση».

Το αποτέλεσμα είναι, πράγματι, το 2009 να καταγραφεί σημαντική διεύρυνση του δημοσιονομικού ελλείμματος.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις πλέον πρόσφατες αναθεωρήσεις της Eurostat, το έλλειμμα στη χώρα μας διαμορφώθηκε στο 15,3% του ΑΕΠ το 2009, από 6,7% το 2007.

Όμως, όταν το τσουνάμι της οικονομικής κρίσης χτύπησε την Ευρώπη, το έλλειμμά της «σκαρφάλωσε» στο 6,7% του ΑΕΠ το 2009, από μόλις 0,8% το 2007.

Σημειώνω δε ότι κατά τη διάρκεια των καταιγιστικών εξελίξεων του 2009 οι εκτιμήσεις για την πορεία των  δημοσιονομικών μεγεθών αναθεωρήθηκαν αρκετές φορές, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη.

Έτσι, το έλλειμμα της χώρας, από 2% του ΑΕΠ που προβλεπόταν στον Προϋπολογισμό του 2009, διαμορφώθηκε τελικά, μετά από 7 αναθεωρήσεις, 6 εκ των οποίων επί διακυβέρνησης ΠΑΣΟΚ, στο 15,8% για να «καθίσει» στο 15,3% με την πρόσφατη αναθεώρηση.

Ενώ, και σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, το έλλειμμα, από 0,8% του ΑΕΠ που προβλεπόταν αρχικά, μετά επίσης από 7 αναθεωρήσεις, «εκτινάχθηκε» στο 6,4% και στο 6,7% με την πρόσφατη αναθεώρηση.

Το ίδιο συνέβη και για το δημόσιο χρέος.

Μάλιστα, κατά μέσο όρο, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η αύξηση του δημοσίου χρέους, ως ποσοστό του ΑΕΠ, κατά την περίοδο 2007-2009, ήταν μεγαλύτερη απ’ ότι στην Ελλάδα (26% του ΑΕΠ σε σχέση με 23% του ΑΕΠ).

Συνεπώς, η χώρα, λόγω της συστημικής κρίσης, αντιμετώπιζε ένα πρόβλημα ελλείμματος και χρέους, μεγαλύτερο από τις άλλες χώρες της Ευρώπης, λόγω και των αυξημένων υποχρεώσεων εξυπηρέτησης του διαχρονικά υψηλού δημοσίου χρέους.

Όμως, η τότε νέα Κυβέρνηση, που παρέλαβε το κόστος δανεισμού χαμηλά και τα spreads περίπου στις 131 μονάδες βάσης, τα εκτίναξε σε πρωτοφανή ύψη.

Και αυτό γιατί:

  • Επέδειξε αβουλία, αναβλητικότητα και αναποφασιστικότητα.
  • Παρουσίασε έλλειψη σχεδίου για την αντιμετώπιση της κρίσης.
  • Καθυστέρησε να πάρει μέτρα, και όταν πήρε κάποια, το μίγμα αποδεικνύονταν κατάλληλο για το προηγούμενο στάδιο της ασθένειας.
  • Αναφέρονταν απαξιωτικά για τη χώρα, το κύρος και την αξιοπιστία της, υπονομεύοντας τη δανειοληπτική της ικανότητα.
  • Έστελνε λανθασμένα μηνύματα στις αγορές με τις παλινωδίες, τις αντιφατικές δηλώσεις, τις ανεύθυνες διαρροές.
  • Προχώρησε στην κατάθεση Προγράμματος Σταθερότητας και Ανάπτυξης που ήταν κατώτερο των περιστάσεων.

Το αποτέλεσμα αυτών των χειρισμών ήταν η χώρα, την κρίσιμη περίοδο, να τεθεί εκτός αγορών.

Δηλαδή, το διαχρονικό πρόβλημα του υψηλού χρέους να μετατραπεί σε κρίση δανεισμού.

Ο επίλογος γράφτηκε με την αναπόφευκτη προσφυγή στο Μηχανισμό Στήριξης και την εφαρμογή ενός ασφυκτικού και ανελαστικού Προγράμματος Οικονομικής Πολιτικής, από τον Μάιο του 2010 μέχρι και σήμερα.

Πρόγραμμα Οικονομικής Πολιτικής που στηρίχθηκε σε δύο δανειακές συμβάσεις – «Μνημόνια» και σε τρεις τροποποιήσεις της δεύτερης σύμβασης.

Πρόγραμμα το οποίο απαιτούσε, εξ αρχής, «βίαιη» και εμπροσθοβαρή δημοσιονομική προσαρμογή και πλήθος δύσκολων, αλλά σε αρκετές  περιπτώσεις αναγκαίων, διαρθρωτικών παρεμβάσεων.

Το εγχείρημα της δημοσιονομικής προσαρμογής μπορεί να διαχωριστεί σε δύο φάσεις, όπου η κάθε μία ανταποκρίνεται και σε διαφορετική προσέγγιση.

Συγκεκριμένα, η πρώτη δανειακή σύμβαση, το πρώτο «Μνημόνιο», δομούσε τη δημοσιονομική προσαρμογή, κυρίως, στο σκέλος των φορολογικών εσόδων και όχι στο σκέλος των δαπανών, παραγκωνίζοντας τη σημασία των δομικών διαρθρωτικών αλλαγών στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ενώ απουσίαζαν ή δεν εφαρμόζονταν πρωτοβουλίες για την τόνωση της αγοράς και της πραγματικής οικονομίας.

Τα αποτελέσματα αυτής της προσέγγισης προσαρμογής είναι γνωστά.

Μεγαλύτερη από την αναμενόμενη ύφεση, απόκλιση από τους στόχους, σημαντικές αστοχίες στην αποτελεσματικότητα των μέτρων και πλήγμα στην αξιοπιστία του εγχειρήματος.

Αξίζει να συγκρίνουμε τις αρχικές μακροοικονομικές προβλέψεις του Προγράμματος, το Μάιο του 2010, με την πραγματικότητα.

Ενδεικτικά, ενώ η αρχική πρόβλεψη για την οικονομική δραστηριότητα εκτιμούσε ανάπτυξη 1,1% το 2012, το αποτέλεσμα τελικά ήταν ύφεση 6,6%.

Ενώ η αρχική πρόβλεψη για την ανεργία ήταν για 14,8% το 2012, το αποτέλεσμα ήταν αυτή να διαμορφωθεί στο 24,5%.

Αντίστοιχες είναι και οι αποκλίσεις από τους δημοσιονομικούς στόχους.

Αυτή, η πρώτη προσέγγιση, τροποποιήθηκε με το δεύτερο «Μνημόνιο», το οποίο, μετά την τελευταία αναθεώρηση της σημερινής Κυβέρνησης, έχει επεκταθεί μέχρι το τέλος Ιουνίου του 2015.

Έτσι, το δημοσιονομικό εγχείρημα βασίστηκε κατά τα 2/3 στο σκέλος των δαπανών, συμβάλλοντας, όπως προκύπτει και από τη διεθνή βιβλιογραφία, στην ενίσχυση της αποτελεσματικότητας και διατηρησιμότητάς του.

Παράλληλα, η προσαρμογή εμπλουτίστηκε από τις διαρθρωτικές αλλαγές στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, από τις πρώτες αποκρατικοποιήσεις, από τις στοχευμένες κινήσεις για την τόνωση της δραστηριότητας της πραγματικής οικονομίας (όπως είναι, μεταξύ άλλων, η πληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα κ.α.).

Το αποτέλεσμα είναι, στο τέλος του 2014, να καταγραφούν θετικά και μετρήσιμα αποτελέσματα.

Ενδεικτικά:

  • Σταθεροποιήθηκαν τα δημόσια οικονομικά.
  • Αντιμετωπίστηκαν χρόνιες εσωτερικές και εξωτερικές ανισορροπίες.
  • Ενισχύθηκε η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.
  • Δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για τη λήξη της παρατεταμένης ύφεσης.

Πράγματι, το 2014, μετά από 6 έτη βαθιάς και παρατεταμένης ύφεσης, η χώρα επέστρεψε σε θετικό ρυθμό μεγέθυνσης.

Η πρόοδος που επετεύχθη, σύμφωνα μάλιστα με την Έκθεση της παρούσας Διοίκησης του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων του Υπουργείου Οικονομικών, του προηγούμενου μήνα, σε αντίθεση με ότι υποστηρίζει η Κυβερνητική πρόταση της Εξεταστικής Επιτροπής, «αντικατοπτρίζεται εύγλωττα στα θεμελιώδη μακροοικονομικά μεγέθη και είναι αποτέλεσμα των σημαντικών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που έλαβαν χώρα».

Και συνεχίζει η Έκθεση, «η χώρα επέτυχε, το 2013 και το 2014, τη στροφή προς ένα αναπτυξιακό υπόδειγμα με εξωστρεφή προσανατολισμό».

Είναι όμως αλήθεια ότι η κατάσταση της οικονομίας εξακολουθούσε να είναι εύθραυστη.

Το αποτέλεσμα είναι σήμερα, μετά από 4 μήνες διακυβέρνησης της χώρας από τη νέα Κυβέρνηση, μετά και την επέκταση του «Μνημονίου» που αυτή ζήτησε και επέτυχε, εξαιτίας της αβελτηρίας, της πολυγλωσσίας, της «δημιουργικής ασάφειας» και των παλινωδιών της, η κατάσταση στην οικονομία να έχει επιδεινωθεί.

Συγκεκριμένα:

  • Η οικονομία παρουσιάζει σημάδια επιβράδυνσης, μετά την ανάκαμψή της το 2014.
  • Το επιχειρηματικό κλίμα επιδεινώνεται.
  • Οι αποδόσεις των Ελληνικών ομολόγων έχουν «σκαρφαλώσει» σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα.
  • Το κόστος δανεισμού του Δημοσίου, τους τελευταίους μήνες, μέσω των εκδόσεων εντόκων γραμματίων 3μηνης και 6μηνης διάρκειας, αυξάνεται.
  • Οι οίκοι πιστοληπτικής αξιολόγησης υποβαθμίζουν, και πάλι, τη χώρα.
  • Ο δείκτης του Χρηματιστηρίου καταγράφει σημαντικές απώλειες.
  • Η δημόσια οικονομία παρουσιάζει τριγμούς αποσταθεροποίησης.
  • Τα προβλήματα ρευστότητας οξύνονται δραματικά. Επιβεβαιώνεται έτσι ότι η Κυβέρνηση έχει προχωρήσει σε εσωτερική στάση πληρωμών, η οποία έχει οδηγήσει σε «ασφυξία» την οικονομία.
  • Οι καταθέσεις νοικοκυριών και επιχειρήσεων μειώνονται σταθερά, και τα «κόκκινα δάνεια», διαρκώς, αυξάνονται.
  • Οι εγγυήσεις μέσω του μηχανισμού Έκτακτης Ενίσχυσης Ρευστότητας (ELA) αυξάνονται, μήνα με το μήνα, εντυπωσιακά.

Συμπερασματικά, η ισορροπία που επετεύχθη τα δύο προηγούμενα χρόνια στη δημόσια οικονομία, με μεγάλες θυσίες νοικοκυριών και επιχειρήσεων, έχει διαταραχθεί.

Ενώ και οι αναπτυξιακές προοπτικές της Ελληνικής οικονομίας δεν είναι ευοίωνες.

Κύριε Πρόεδρε,

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Στο πλαίσιο της απόφασης της Βουλής των Ελλήνων για διερεύνηση της περιόδου Οκτώβριος 2009 – Ιανουάριος 2015 εμείς θα συμβάλλουμε ώστε να «χυθεί» φως στα γεγονότα αυτής της περιόδου.

Θα αναζητήσουμε την αλήθεια, προφανώς χωρίς φόβο και με κανένα πάθος εναντίον κανενός.

Προς το σκοπό αυτό προτείνουμε την ακόλουθη λίστα προς εξέταση προσώπων, με βάση τη θεσμική τους ιδιότητα αλλά, όπως αναφέρει και η απόφαση της Βουλής, και με βάση το «ποιοί αποφάσισαν την είσοδο της χώρας στο καθεστώς της μνημονιακής επιτροπείας και υλοποίησαν συγκεκριμένες πολιτικές».

Προφανώς, και το τονίζω, αυτή η λίστα θα επικαιροποιείται και θα εμπλουτίζεται με πρόσωπα εκτός της περιόδου Οκτώβριος 2009 – Ιανουάριος 2015, ανάλογα με τα στοιχεία που θα προκύπτουν από την ακρόαση των προσώπων και την πορεία της Εξεταστικής.

Τα επιπλέον πρόσωπα που θα καλούνται, θα παρεμβαίνουν στη διαδικασία και στη λίστα που θα έχουμε ήδη αποφασίσει.

  • Υπουργοί Οικονομικών

Γεώργιος Παπακωνσταντίνου

Ευάγγελος Βενιζέλος

Φίλιππος Σαχινίδης

Γεώργιος Ζανιάς

Ιωάννης Στουρνάρας

Γκίκας Χαρδούβελης

Γιάνης Βαρουφάκης

Ο τελευταίος, αν και είναι Υπουργός Οικονομικών μετά τον Ιανουάριο του 2015, προτείνεται να κληθεί για 3 λόγους, οι οποίοι και σχετίζονται με το αντικείμενο της εξεταστικής:

1ος λόγος: Διετέλεσε σύμβουλος του πρώην Πρωθυπουργού κ. Παπανδρέου.

2ος λόγος: Υπέγραψε την 3η τροποποίηση της Κύριας Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης.

Υπενθυμίζουμε ότι η 1η ήταν το Δεκέμβριο του 2012, προκειμένου να περιληφθεί και η θετική Ευρωπαϊκή απόφαση για την ενίσχυση της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους.

Η 2η ήταν το Δεκέμβριο του 2014, όταν και η προηγούμενη Κυβέρνηση ζήτησε την επέκταση της Σύμβασης για τους 2 πρώτους μήνες του 2015.

Και η 3η ήταν τον εφετινό Φεβρουάριο.

Μάλιστα, το περιεχόμενο των επικαιροποιήσεων των Συμβάσεων είναι το ίδιο.

Διέπονται δε όλες από το αγγλικό δίκαιο.

Εναποθέτουν, σε περίπτωση διαφοράς, την αποκλειστική δικαιοδοσία στα δικαστήρια του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου.

Συνδέονται δε όλες οι επικαιροποιήσεις με την Κύρια Σύμβαση Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης, της 15ης Μαρτίου 2012.

Δηλαδή, με την περίοδο στην οποία αναφέρεται η απόφαση της Βουλής.

3ος λόγος: Η ψηφισθείσα πρόταση για τη σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής αναφέρει ότι «το Πρόγραμμα Οικονομικής Πολιτικής έχει απολύτως αποτύχει».

Την ίδια στιγμή όμως, ο νυν Υπουργός Οικονομικών υποστηρίζει, εγγράφως, στο Eurogroup, ότι τα δημοσιονομικά επιτεύγματα της προηγούμενης Κυβέρνησης αποτελούν «σημείο αφετηρίας» και «σημείο εκκίνησης» για μια επωφελή για τη χώρα συμφωνία.

Πώς συνεπώς το Πρόγραμμα έχει απολύτως αποτύχει;

Παράλληλα, ο Υπουργός Οικονομικών υποστηρίζει την υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών που είχαν συμφωνηθεί, από την προηγούμενη Κυβέρνηση, με τους εταίρους και δανειστές της χώρας και δεσμεύεται να συνεχίσει τις προσπάθειες που ξεκίνησε και υλοποίησε η προηγούμενη Κυβέρνηση σε αρκετούς τομείς.

Αποδέχεται μάλιστα το 70% των δράσεων που περιλαμβάνουν οι συμφωνίες της προηγούμενης Κυβέρνησης με τους εταίρους και ενσωματώνει και το ρόλο του ΟΟΣΑ, που ήδη υφίσταται.

Πώς συνεπώς το Πρόγραμμα έχει απολύτως αποτύχει;

Τέλος, ο Υπουργός Οικονομικών αποδέχεται τα ευνοϊκά χαρακτηριστικά που έχει το δημόσιο χρέος, λόγω της επέκτασης της λήξεως ομολόγων και της επίτευξης χαμηλότερων επιτοκίων, απόρροια της διαπραγμάτευσης των προηγούμενων Κυβερνήσεων.

Στα κείμενα μάλιστα του Eurogroup, ο Υπουργός Οικονομικών υποστηρίζει ότι η δομή του χρέους είναι τόσο σημαντική όσο και ο δείκτης χρέος / ΑΕΠ, προκειμένου να αξιολογηθεί η βιωσιμότητά του.

Μάλιστα αναφέρεται ότι η επέκταση της λήξης των ομολόγων και τα χαμηλότερα επιτόκια, που επέτυχε η προηγούμενη Κυβέρνηση, έχουν ήδη οδηγήσει το δείκτη χρέος / ΑΕΠ, σε χαμηλότερο επίπεδο, σε όρους καθαρής παρούσας αξίας.

Πως συνεπώς το Πρόγραμμα έχει απολύτως αποτύχει;

  • Διοικητές Τράπεζας της Ελλάδος

Γεώργιος Προβόπουλος

Ιωάννης Στουρνάρας (με την καινούργια ιδιότητα μετά τον Ιούνιο του 2014)

  • Γενικοί Γραμματείς Υπουργείου Οικονομικών

Ηλίας Πλασκοβίτης

Γιώργος Μέργος

Χριστίνα Παπακωνσταντίνου

Τάσος Αναστασάτος

  • Γενικοί Διευθυντές Θησαυροφυλακίου και Προϋπολογισμού ΓΛΚ

Χρήστος Ντζιούνης

Παναγιώτης Καρακούσης

Σταυρούλα Μηλιάκου

  • Επικεφαλής Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας / ΕΛΣΤΑΤ

Εμμανουήλ Κοντοπυράκης

Ανδρέας Γεωργίου

  • Πρόεδροι Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων

Γεώργιος Ζανιάς (με την παλαιότερη ιδιότητά του [Οκτώβριος 2009 – Μάιος 2012])

Παναγιώτης Τσακλόγλου

Χριστόδουλος Στεφανάδης

Τάσος Αναστασάτος

Γεώργιος Χουλιαράκης (ο τελευταίος λόγω και της Έκθεσης του Απριλίου του 2015 για την περίοδο 2013-2014)

  • Γενικοί Διευθυντές ΟΔΔΗΧ

Σπυρίδων Παπανικολάου

Πέτρος Χριστοδούλου

Στυλιανός Παπαδόπουλος

  • Πρόεδροι και Διευθύνοντες Σύμβουλοι Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ)

Παναγιώτης Θωμόπουλος, Πρώην Πρόεδρος

Αναστασία Σακελλαρίου, Πρώην Διευθύνουσα Σύμβουλος

  • Εκπρόσωποι της Ελλάδας στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο

Παναγιώτης Ρουμελιώτης

Θάνος Κατσάμπας

  • ΚΕΠΕ / ΙΟΒΕ / Επιμελητήρια

Παναγιώτης Κορλίρας, Πρώην Πρόεδρος και Επιστημονικός Διευθυντής του Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ) (Ιανουάριος 2010 – Απρίλιος 2013)

Νικόλαος Φίλιππας, Πρώην Πρόεδρος και Επιστημονικός Διευθυντής του Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ) (Απρίλιος 2013 – Απρίλιος 2015)

Τάκης Αθανασόπουλος, Πρόεδρος Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ)

Νικόλαος Βέττας, Γενικός Διευθυντής Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ)

Κωνσταντίνος Μίχαλος, Πρόεδρος Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών (ΕΒΕΑ) και Πρόεδρος της Κεντρικής Ένωσης Επιμελητηρίων (ΚΕΕ)

Βασίλειος Κορκίδης, Πρόεδρος Ελληνικής Συνομοσπονδίας Εμπορίου και Επιχειρηματικότητας

Κωνσταντίνος Κόλλιας, Πρόεδρος Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος

  • Λοιπά πρόσωπα

Κωνσταντίνος Μποτόπουλος, Πρόεδρος Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς 

  • Από το εξωτερικό

Dominique StraussKahn, Πρώην Εκτελεστικός Διευθυντής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ).

Christine Lagarde, Εκτελεστική Διευθύντρια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ).

JeanClaude Trichet, Πρώην Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ).

Mario Draghi, Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ).

Joaquin Almunia, Πρώην Επίτροπος Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Olli Rehn, Πρώην Επίτροπος Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Pierre Moscovici, Επίτροπος Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων, Φορολογίας και Τελωνείων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

JeanClaude Juncker, Πρώην Πρόεδρος του Eurogroup, πρώην Πρωθυπουργός και Υπουργός Οικονομικών του Λουξεμβούργου, Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Επικεφαλείς Τρόικα (principals).

Ομιλία στο Συνέδριο του Economist – “19th Roundtable with the Government of Greece – Europe: The Comeback? Greece: How Resilient?” –

Site_1Κυρίες και Κύριοι,

Εκπροσωπώ σήμερα τον Πρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας, κ. Α. Σαμαρά, ο οποίος δυστυχώς, λόγω ενός μικρού παροδικού προβλήματος υγείας, δεν μπορεί να παραστεί, όπως κάνει κάθε χρόνο, στο Συνέδριο και να απευθύνει την προγραμματισμένη ομιλία του.

Εκφράζω, εκ μέρους του, τη λύπη του γι’ αυτό.

Επιτρέψτε μου, στη δική μου τοποθέτηση, να καταθέσω σκέψεις και προτάσεις για την παρούσα κατάσταση και τις προοπτικές της Ελληνικής οικονομίας.

Κυρίες και Κύριοι,

Είναι γνωστό ότι οι οικονομίες της Ευρώπης «χτυπήθηκαν» έντονα από την παγκόσμια κρίση του 2007-2008.

Η χώρα μας επλήγη περισσότερο.

Κι αυτό γιατί παρουσίαζε, διαχρονικά, υποβόσκουσες ενδογενείς αδυναμίες.

Με αποτέλεσμα να λειτουργεί, περισσότερο ή λιγότερο ανά περίοδο, σε συνθήκες ασταθούς ισορροπίας.

Και το κυριότερο, με ένα αναπτυξιακό υπόδειγμα που χαρακτηριζόταν από εμφανείς, μακροχρόνιες παθογένειες στο αξιακό, στο θεσμικό, στο πολιτικό, στο κοινωνικό και στο οικονομικό πεδίο.

Οι συνθήκες αυτές επιδεινώθηκαν μετά το ξέσπασμα της κρίσης και τη διάχυσή της στην Ευρώπη.

Η μεταγενέστερη εξέλιξη των γεγονότων στη χώρα είναι, σε όλους μας, γνωστή.

Η κρίση δανεισμού από τις αρχές του 2010, η προσφυγή της χώρας, πριν από 5 χρόνια, στο Μηχανισμό Στήριξης, ως αποτέλεσμα και μιας σειράς λανθασμένων πολιτικών επιλογών και χειρισμών εκείνης της περιόδου, και η εφαρμογή ενός ασφυκτικού και ανελαστικού Προγράμματος Οικονομικής Πολιτικής, από το  Μάιο του 2010 μέχρι και σήμερα.

Πρόγραμμα, το οποίο απαιτούσε «βίαιη» και εμπροσθοβαρή δημοσιονομική προσαρμογή και πλήθος δύσκολων, αλλά σε πολλές περιπτώσεις αναγκαίων, διαρθρωτικών παρεμβάσεων.

Πρόγραμμα, το οποίο, παρά τα λάθη στο περιεχόμενό του αναφορικά με το μίγμα της δημοσιονομικής πολιτικής, αλλά και την αβελτηρία στην εφαρμογή του στο σκέλος των διαρθρωτικών αλλαγών, είχε αρχίσει, με την επιτάχυνση της εφαρμογής του μετά το 2012, να καταγράφει, στο τέλος του 2014, μετρήσιμα θετικά αποτελέσματα.

Η πρόοδος που επετεύχθη, σύμφωνα με την Έκθεση της παρούσας διοίκησης του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων του Υπουργείου Οικονομικών, του προηγούμενου μάλιστα μήνα, «αντικατοπτρίζεται εύγλωττα στα θεμελιώδη μακροοικονομικά μεγέθη και είναι αποτέλεσμα των σημαντικών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που έλαβαν χώρα».

Και συνεχίζει η Έκθεση, «στο πλαίσιο του προγράμματος οικονομικής προσαρμογής η δημοσιονομική θέση της χώρας βελτιώθηκε σημαντικά, αλλά τέθηκαν και οι βάσεις ώστε η πρόοδος που επετεύχθη στα μακροοικονομικά μεγέθη να μην είναι μόνο κυκλικού χαρακτήρα αλλά να έχει και σημαντικό διαρθρωτικό υπόβαθρο».

Ενδεικτικά:

  • Σταθεροποιήθηκαν τα δημόσια οικονομικά.
  • Επιτεύχθηκαν πρωτογενή πλεονάσματα.
  • Αντιμετωπίστηκαν χρόνιες εσωτερικές και εξωτερικές ανισορροπίες.
  • Ενισχύθηκε η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.
  • Δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για τη λήξη της παρατεταμένης ύφεσης.

Πράγματι, το 2014, μετά από 6 έτη βαθιάς και παρατεταμένης ύφεσης, η χώρα επέστρεψε σε θετικό ρυθμό μεγέθυνσης.

Ενώ, προβλεπόταν, πριν κάποιους μήνες, να είναι ακόμη υψηλότερος το 2015, προσεγγίζοντας το 3%.

Σ’ αυτή την πρόβλεψη συνέκλιναν όλοι: οι εταίροι, οι διεθνείς οργανισμοί, η Τράπεζα της Ελλάδος, τα εγχώρια πιστωτικά ιδρύματα, τα ερευνητικά κέντρα, η προηγούμενη Κυβέρνηση.

Η χώρα, συνεπώς, επέστρεφε στην ανάπτυξη.

Όμως είναι αλήθεια ότι η κατάσταση της οικονομίας εξακολουθούσε να είναι εύθραυστη.

Και παρά ταύτα, πολιτικές δυνάμεις της χώρας διαπράττουν, για δεύτερη φορά μετά το 2009, το ίδιο λάθος.

Επιβάλλουν εκλογές.

Από τα τέλη Ιανουαρίου, δυνάμεις της ριζοσπαστικής αριστεράς έχουν τον πρώτο και κύριο ρόλο στη διακυβέρνηση της χώρας.

Τους τέσσερις τελευταίους μήνες η αβελτηρία, η πολυγλωσσία, η ασάφεια και οι παλινωδίες αυτής της Κυβέρνησης αποδεικνύονται, καθημερινά, επιζήμιες για τη χώρα και τους πολίτες της.

Χάσαμε χρόνο, αξιοπιστία και συμμάχους.

Η αβεβαιότητα βαθαίνει και επεκτείνεται.

Και οι προβληματισμοί πολλαπλασιάζονται, όχι μόνο στην οικονομία αλλά σε όλο το φάσμα της δημόσιας ζωής:

  • Στη λειτουργία του Κράτους, που υποσκάπτεται από τις μεθοδεύσεις νεποτισμού στη στελέχωση του κρατικού μηχανισμού και από την ακύρωση τομών στη δημόσια διοίκηση.
  • Στην ασφάλεια των πολιτών, που απειλείται από την επαναφορά ασύλων παρανομίας και ατιμωρησίας.
  • Στην αντιμετώπιση και διαχείριση της παράνομης μετανάστευσης.
  • Στα εθνικά μας θέματα, όπου στρατηγικές συμμαχίες διαταράσσονται.
  • Στη λειτουργία των θεσμών, όπου πρακτικές που άλλοτε ξορκίζονταν ως αντισυνταγματικές τώρα υιοθετούνται ως αναγκαίες, και μάλιστα επαναλαμβάνονται.
  • Στην παιδεία, όπου αποψιλώνεται η αξιολόγηση και αποδομείται η αριστεία, αποκόπτοντας έτσι τη χώρα από τα τεκταινόμενα στον Ευρωπαϊκό χώρο.

Ενώ, το πεδίο της οικονομίας έχει καλυφθεί από την «ομίχλη της ανασφάλειας».

Ποιά όμως, Κυρίες και Κύριοι, είναι σήμερα η κατάσταση της Ελληνικής οικονομίας;

Κωδικοποιημένα:

1ον. Η οικονομία παρουσιάζει σημάδια επιβράδυνσης, μετά την ανάκαμψή της το 2014.

Οι διεθνείς και εγχώριοι θεσμοί και οργανισμοί αναθεωρούν, προς το δυσμενέστερο, τις εκτιμήσεις τους για το ρυθμό οικονομικής μεγέθυνσης του 2015.

Έτσι, ενδεικτικά, ενώ οι αρχικές εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ήταν για οικονομική ανάπτυξη 2,9% το 2015 (προβλέψεις Νοεμβρίου 2014), αναθεωρήθηκαν στο 2,5% (προβλέψεις Φεβρουαρίου 2015) και σήμερα, 3 μήνες αργότερα, αυτές διαμορφώθηκαν στο 0,5%.

Υπάρχουν μάλιστα και προβλέψεις άλλων οργανισμών, σύμφωνα με τις οποίες η χώρα κινδυνεύει να «βουτήξει», και πάλι, στην ύφεση.

Τα στοιχεία που ανακοίνωσε χθες η ΕΛΣΤΑΤ επιτείνουν αυτή την ανησυχία.

Ενώ, και οι εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την ανεργία, οι οποίες ήταν σταθερές μέχρι το Φεβρουάριο του 2015, αναθεωρήθηκαν, το τελευταίο τρίμηνο, προς το δυσμενέστερο.

2ον. Το επιχειρηματικό κλίμα επιδεινώνεται.

Ο δείκτης οικονομικού κλίματος έχει «πέσει» στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 15 μηνών, μειώνεται ραγδαία το τελευταίο τρίμηνο, ενώ διευρύνεται και η απόστασή του από τον Ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Δηλαδή, έχει καταρρεύσει τόσο η ψυχολογία όσο και οι προσδοκίες επενδυτών και καταναλωτών, νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

3ον. Οι αποδόσεις των Ελληνικών ομολόγων έχουν «σκαρφαλώσει» σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα.

Όταν, μάλιστα, οι αποδόσεις τίτλων των άλλων Ευρωπαϊκών χωρών παραμένουν κοντά σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα.

Είναι προφανές πως η προεκλογική πρόβλεψη της Κυβέρνησης, ότι οι αγορές θα «χορεύουν» σύμφωνα με τις επιθυμίες, δεν επαληθεύεται.

4ον. Το κόστος δανεισμού του Δημοσίου, τους τελευταίους μήνες, μέσω των εκδόσεων εντόκων γραμματίων 3μηνης και 6μηνης διάρκειας, αυξάνεται.

Αποτέλεσμα αυτής της εξέλιξης είναι, κατά το 1ο τετράμηνο του 2015, οι τόκοι να είναι αυξημένοι περίπου κατά 500 εκατ. ευρώ έναντι της αντίστοιχης περιόδου του 2014.

Επιβαρύνοντας έτσι τον Έλληνα φορολογούμενο.

5ον. Οι οίκοι πιστοληπτικής αξιολόγησης υποβαθμίζουν, και πάλι, τη χώρα.

Μάλιστα, οι προοπτικές αναθεώρησης των εκτιμήσεών τους είναι προς το δυσμενέστερο.

6ον. Ο δείκτης του Χρηματιστηρίου καταγράφει σημαντικές απώλειες.

Επενδυτές εγκαταλείπουν ή «παγώνουν» τα επενδυτικά τους σχέδια στη χώρα μας.

Μάλιστα, όπως ορθώς επισημαίνει και το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, η τρέχουσα κατάσταση δεν απειλεί μόνο όσες επιχειρήσεις βρίσκονται σε οριακό σημείο, αλλά και όσες τα χρόνια της κρίσης άντεξαν, επένδυσαν, συγκράτησαν μισθούς, κατέβαλαν φόρους και απέφυγαν απολύσεις.

Απειλεί δηλαδή, την υγιή επιχειρηματικότητα.

7ον. Η δημόσια οικονομία παρουσιάζει τριγμούς αποσταθεροποίησης.

Το πρωτογενές πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης διαμορφώνεται σε χαμηλότερο επίπεδο από πέρυσι.

Ενώ, οι Οργανισμοί Κοινωνικής Ασφάλισης εμφανίζουν πρωτογενές έλλειμμα.

Πρωτογενές έλλειμμα το οποίο, μήνα με το μήνα, διευρύνεται.

8ον. Τα προβλήματα ρευστότητας οξύνονται δραματικά.

Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές έχουν αυξηθεί, το 1ο τρίμηνο του έτους, κατά 720 εκατ. ευρώ.

Η αύξηση αυτή είναι και συνεχής και διευρυνόμενη.

Υπενθυμίζεται ότι αυτές οι οφειλές είχαν μειωθεί περίπου κατά 70% την προηγούμενη διετία, από τα 9 δισ. ευρώ στο τέλος του 2012 στα 3 δισ. ευρώ στο τέλος του 2014.

Επιβεβαιώνεται έτσι, και πάλι, ότι η Κυβέρνηση έχει προχωρήσει σε εσωτερική στάση πληρωμών, η οποία έχει οδηγήσει σε «ασφυξία» την οικονομία.

Η κατάσταση δε, μήνα με το μήνα, επιδεινώνεται.

9ον. Η Κυβέρνηση έχει «σκουπίσει» τα ταμειακά διαθέσιμα των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, προχωρώντας πλέον και σε αναγκαστικό εσωτερικό δανεισμό.

10ον. Οι καταθέσεις νοικοκυριών και επιχειρήσεων μειώνονται σταθερά, και τα «κόκκινα δάνεια», διαρκώς, αυξάνονται.

11ον. Οι εγγυήσεις μέσω του μηχανισμού Έκτακτης Ενίσχυσης Ρευστότητας (ELA) αυξάνονται, μήνα με το μήνα, εντυπωσιακά.

Έτσι, ο ELA διαμορφώθηκε στα 75 δισ. ευρώ στο τέλος Απριλίου, από 0 δισ. ευρώ στο τέλος του 2014.

Συνεπώς, το κόστος δανεισμού των τραπεζών έχει διογκωθεί, με δυσμενείς επιπτώσεις για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.

Συμπερασματικά, η Κυβέρνηση, τις πρώτες 100 ημέρες της θητείας της, δεν έχει καλές επιδόσεις στην οικονομία.

Μάλιστα, από εβδομάδα σε εβδομάδα, η κατάσταση χειροτερεύει και τα αδιέξοδα πολλαπλασιάζονται.

Η ισορροπία που επετεύχθη τα δύο προηγούμενα χρόνια στη δημόσια οικονομία, με μεγάλες θυσίες νοικοκυριών και επιχειρήσεων, έχει διαταραχθεί.

Ενώ, και οι αναπτυξιακές προοπτικές της Ελληνικής οικονομίας δεν είναι ευοίωνες.

Την ίδια περίοδο μάλιστα που, σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, οι ρυθμοί οικονομικής μεγέθυνσης βελτιώνονται και το κόστος δανεισμού συρρικνώνεται, εξαιτίας του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης και της εξαιρετικά διευκολυντικής νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ, που επενεργούν προς την κατεύθυνση της βελτίωσης των συνθηκών χρηματοδότησης.

Εξελίξεις στις οποίες δεν μπορεί να συμμετάσχει η χώρα μας.

Επιβάλλεται, συνεπώς, η Κυβέρνηση να επιδείξει σύνεση και ρεαλισμό.

Να αφήσει στην άκρη την «επικοινωνιακή διαχείριση» των προβλημάτων και τον ριζοσπαστικό ακτιβισμό που είχε στη θέση της αντιπολίτευσης.

Να σταματήσει το εγχείρημα μετακύλισης των ευθυνών στην Αντιπολίτευση, σε θεσμούς και σε πρόσωπα, προκειμένου να ξεπεράσει τις παλινωδίες και τα λάθη που έχουν οδηγήσει τη χώρα σε όξυνση των αδιεξόδων της.

Και να κινηθεί γρήγορα.

Να εργαστεί με σχέδιο ώστε να επανασυνδεθεί η χώρα με τη διαδικασία της ανάταξης της οικονομίας.

Άλλωστε, σύμφωνα και με την Έκθεση του σημερινού Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων του Υπουργείου Οικονομικών, οι βάσεις έχουν τεθεί, αφού η χώρα επέτυχε, τα έτη 2013 και 2014, «τη στροφή προς ένα αναπτυξιακό υπόδειγμα με εξωστρεφή προσανατολισμό».

Κατά την πεποίθησή μoυ το σχέδιο αυτό, πρέπει να αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα μιας ολοκληρωμένης και συνεκτικής στρατηγικής, με στόχο την επίτευξη δυναμικής και βιώσιμης ανάπτυξης, με κοινωνική συνοχή.

Βασικοί άξονες αυτής της στρατηγικής πρέπει να είναι:

1ος. Η διασφάλιση της σταθεροποίησης των δημόσιων οικονομικών, μέσω της εφαρμογής αλλά και ενίσχυσης των ήδη θεσπισμένων κανόνων και πρακτικών χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης και πειθαρχίας.

Δυστυχώς όμως, όπως ήδη ανέφερα, η δημόσια οικονομία παρουσιάζει σήμερα τριγμούς αποσταθεροποίησης.

Ενώ υπάρχουν και κυβερνητικές φωνές που υποστηρίζουν επικίνδυνες επεκτατικές δημοσιονομικές πολιτικές, και όχι για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης όπου πράγματι αυτές είναι αναγκαίες και έχουν ξεκινήσει από το 2014, με τη διανομή του «κοινωνικού μερίσματος».

2ος. Η πραγματοποίηση, ακόμη περισσότερων, διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών.

Μεταρρυθμίσεις, που θα βοηθήσουν στη διατήρηση ή/και στη δημιουργία νέων εξωστρεφών και ανταγωνιστικών εγχώριων επιχειρήσεων και στην προσέλκυση ξένων άμεσων επενδύσεων.

3ος. Η βελτίωση της «ποιότητας» των δημόσιων οικονομικών.

Αυτό θα επιτευχθεί με την αύξηση της αποτελεσματικότητας των πόρων και με την ενίσχυση, σταδιακά, των δαπανών που έχουν υψηλό πολλαπλασιαστή και απόδοση, προάγουν την οικονομική ανάπτυξη και δημιουργούν υψηλή κοινωνική ανταποδοτικότητα.

Αυτός ο προσανατολισμός των δημόσιων δαπανών συνάδει και με τη θεωρία της ενδογενούς ανάπτυξης, σύμφωνα με την οποία η ανάδειξη παραγόντων όπως η εκπαίδευση, η έρευνα και η καινοτομία συνιστούν «ατμομηχανές» για μια ισχυρή και σύγχρονη αναπτυξιακή δυναμική.

Είναι προφανές, ότι η κατάργηση των μεταρρυθμίσεων στο χώρο της εκπαίδευσης που είχαν υιοθετηθεί τα τελευταία δέκα χρόνια, με τη μέγιστη μάλιστα πολιτική και κοινωνική συναίνεση, θα αποτελέσει αναπτυξιακή τροχοπέδη.

Η Κυβέρνηση, αντί να προωθήσει με βελτιωτικές ρυθμίσεις την αξιολόγηση και την αριστεία, ουσιαστικά τις αποδομεί, επαναφέρει τον κομματισμό και τη συναλλαγή και κολακεύει τη μετριότητα.

Λόγω ιδεοληψιών κάνει βήματα προς τα πίσω.

4ος. Η ταχύτερη και εμπροσθοβαρής υλοποίηση επενδυτικών σχεδίων μέσω της ορθολογικής αξιοποίησης των διαθέσιμων πόρων του ΕΣΠΑ και του ΠΔΕ.

Είναι προφανές, ότι η συγκράτηση των δαπανών του ΠΔΕ προκειμένου να καλυφθεί μέρος των ταμειακών αναγκών της χώρας, περιορίζει τις προοπτικές ανάκαμψης της οικονομίας.

5ος. Η αξιοποίηση των ανταγωνιστικών μας πλεονεκτημάτων.

Του τουρισμού, της ναυτιλίας, αλλά και της αγροτικής παραγωγής.

Της γεωργίας, της κτηνοτροφίας, της αλιείας, της μεταποίησης αγροτο-κτηνοτροφικών προϊόντων.

6ος . Η ανάδειξη της σημασίας της γεωστρατηγικής θέσης της χώρας.

7ος. Η εξασφάλιση ομαλής χρηματοδότησης της οικονομίας και η αποτελεσματική διαχείριση των δανείων σε καθυστέρηση.

Δυστυχώς, σήμερα, οι τράπεζες δέχονται ισχυρές πιέσεις, τόσο στο παθητικό τους όσο και στο ενεργητικό τους.

Και η χρηματοδότηση μέσω του έκτακτου μηχανισμού παροχής ρευστότητας, με βάση τους κανόνες του Ευρωσυστήματος, αναγκαστικά συνεπάγεται σημαντικά υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης για τα πιστωτικά ιδρύματα.

Ενώ, αυτή η χρηματοδότηση δεν καταλήγει – όπως θα έπρεπε – στον ιδιωτικό τομέα, αλλά κατευθύνεται για την αναπλήρωση των κενών ρευστότητας από την απόσυρση των ταμειακών διαθεσίμων φορέων της Γενικής Κυβέρνησης και από την αγορά εντόκων γραμματίων του Δημοσίου, απορροφώντας, το Δημόσιο, όλη τη ρευστότητα.

8ος. Η εντατικότερη υλοποίηση του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων και αξιοποίησης της περιουσίας του Δημοσίου.

Οι ιδιωτικοποιήσεις εκείνες, που συνιστούν ταυτόχρονα παραγωγικές ξένες άμεσες επενδύσεις, μπορούν να συμβάλουν στην εισαγωγή τεχνογνωσίας, στον εκσυγχρονισμό και στην αύξηση της αποτελεσματικότητας των επιχειρήσεων που ιδιωτικοποιούνται, στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και στην ενίσχυση της εξωστρέφειας της οικονομίας, αλλά και στον περιορισμό των δανειακών αναγκών του Ελληνικού Δημοσίου και, τελικά, στη μείωση του δημοσίου χρέους μεσοπρόθεσμα.

Δυστυχώς όμως, οι Κυβερνητικές αμφισημίες και η πολυγλωσσία επί του θέματος, οδηγούν πολλές επενδύσεις είτε στην ακύρωση είτε στην «κατάψυξη».

9ος. Η δημιουργία ενός δίκαιου, αποτελεσματικού και σύγχρονου κράτους.

Αφού επιτεύχθησαν οι αναγκαίοι ποσοτικοί στόχοι για τη μείωση του αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων και της μισθολογικής δαπάνης, οφείλουμε να περάσουμε στην εκπλήρωση των κρίσιμων ποιοτικών μεταρρυθμίσεων.

Με προτεραιότητα τη λειτουργική αποτελεσματικότητα του δημόσιου τομέα, την ενίσχυση της διαφάνειας, την εξασφάλιση της ισονομίας, την αποτελεσματική αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού και την εδραίωση ενός διαφανούς πλαισίου αξιολόγησης και επιβράβευσης της παραγωγικότητας.

Προς αυτή την κατεύθυνση, η προηγούμενη Κυβέρνηση ξεκίνησε την υλοποίηση μιας ολοκληρωμένης προσπάθειας βελτίωσης της λειτουργίας και αποκατάστασης του κύρους της δημόσιας διοίκησης.

Δυστυχώς, και σε αυτό το πεδίο, μέσα από σχετικές νομοθετικές πρωτοβουλίες, η Κυβέρνηση προωθεί την πλήρη αποδόμηση όσων είχαν τεθεί σε εφαρμογή, οδηγώντας στην οπισθοδρόμηση και στην παράδοση και διολίσθηση της δημόσιας διοίκησης στα «συντεχνιακά συμφέροντα», σε βάρος των πολιτών.

10ος. Η σταδιακή μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

Αυτό θα επιτευχθεί με τη διασφάλιση περιβάλλοντος δημοσιονομικής και φορολογικής σταθερότητας και με την ένταξη του «αφανούς» τμήματος της οικονομίας στο «εμφανές» πεδίο της, επιτυγχάνοντας τη φορολόγησή του.

Έχει αποδειχθεί, και στη χώρα μας, ότι η δημοσιονομική προσαρμογή είναι βιώσιμη όταν επιτυγχάνεται, κυρίως, από το σκέλος των δαπανών.

11ος. Η περαιτέρω ενίσχυση της μακροχρόνιας βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους.

Το «προφίλ» του έχει ήδη βελτιωθεί.

Η μέση διάρκειά του έχει χρονικά υπερδιπλασιασθεί, το μέσο επιτόκιό του έχει μειωθεί, οι δαπάνες για τόκους έχουν υποχωρήσει.

Είναι, όμως, επίσης, αλήθεια ότι, εφόσον τηρούμε τις δεσμεύσεις μας, οι εταίροι και δανειστές μας υποχρεούνται να αναλάβουν, σύντομα, συγκεκριμένες πρωτοβουλίες για την περαιτέρω ενίσχυση της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους, στη βάση της απόφασης του Νοεμβρίου του 2012.

Ρεαλιστικές λύσεις, εφικτές τεχνικές, ισοδύναμοι τρόποι υπάρχουν.

Και σε αυτή την άποψη έχει προσχωρήσει, πλέον, και η σημερινή Κυβέρνηση.

Κυρίες και Κύριοι,

Κατά την εκτίμησή μου, αυτός είναι ο ορθός δρόμος που πρέπει να ακολουθήσουμε.

Για το λόγο αυτό είναι εθνική ανάγκη να διαφυλαχθούν όλα όσα έχουν επιτευχθεί, με τόσο μεγάλο κόπο και κόστος.

Η μέχρι σήμερα πορεία σε συνθήκες «ομίχλης» από ασάφεια, ανασφάλεια και αβεβαιότητα, έχει οδηγήσει σε καθήλωση την οικονομία.

Οι μακρόσυρτες διαπραγματεύσεις, με τους εταίρους και δανειστές, στο θολό περιβάλλον, έχουν κόστος για την οικονομία.

Από την πλευρά μας, πρέπει οι θέσεις μας στις διαπραγματεύσεις να είναι τεκμηριωμένες, για να είναι διεκδικητικές και αποτελεσματικές.

Έχει καταστεί πλέον σαφές ότι η Ελληνική οικονομία δεν μπορεί να περιμένει μέχρι την εξομάλυνση των αντιφάσεων μεταξύ προεκλογικών λόγων και μετεκλογικών έργων και τη διευθέτηση των εσωτερικών αντιθέσεων στα κόμματα της συγκυβέρνησης.

Εύχομαι η Κυβέρνηση, με την τελική συμφωνία, να πετύχει οφέλη για τη χώρα τα οποία θα υπερβούν το κόστος.

Προς αυτή την κατεύθυνση καλούμε να συνδράμουν έμπρακτα και οι εταίροι και δανειστές.

Όλοι μας πρέπει να γνωρίζουμε ότι κανένας δεν έχει συμφέρον από την παράταση μιας «προβληματικής» κατάστασης σε χώρα της Ευρωζώνης.

Σε κάθε περίπτωση, στην πατρίδα μας, μετά τη δοκιμή και της ριζοσπαστικής αριστεράς στη διακυβέρνηση, πιστεύω ότι είναι καιρός να σταματήσουμε τις ιδεοληπτικές σκιαμαχίες και τους υψηλούς τόνους και όλες οι κοινωνικοπολιτικές δυνάμεις, ανεξάρτητα από τις όποιες διαφορές και τον ανά περίοδο ρόλο μας στο πολιτικό σκηνικό, να «βάζουμε διαρκώς πλάτη» ώστε η χώρα να βγει γρήγορα και οριστικά από το τέλμα, να αναπτυχθεί με δικαιοσύνη και συνοχή και να πορευθεί με αξιοπρέπεια και δυναμισμό στο διεθνές σκηνικό.

Πιστεύω ότι αυτό είναι το πρώτο, το κύριο καθήκον κάθε Έλληνα και κάθε Ελληνίδας.

Ελπίζω ότι θα ανταποκριθούμε.

Τοποθέτηση στην Επιτροπή Απολογισμού-Ισολογισμού του Κράτους επί της Έκθεσης του ΓΠΚ για το 1ο τρίμηνο του 2015 –

xristos-staikouras-bouli--Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Με την ευκαιρία της σημερινής πρώτης συνεδρίασης της Επιτροπής, με αφορμή και τη συζήτηση επί της πρώτης Έκθεσης για το 2015 του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, θέλω να αναφερθώ στην κατάσταση του Προϋπολογισμού που παρέδωσε η προηγούμενη Κυβέρνηση καθώς και στη σημερινή κατάσταση της οικονομίας, μετά τις πρώτες 100 ημέρες της νέας Κυβέρνησης.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Η χώρα, το 2014, επέτυχε, για 2η συνεχόμενη χρονιά, πρωτογενές πλεόνασμα.

Αυτό το αναγνωρίζει όλοι, εντός και εκτός χώρας.

Ακόμη και η σημερινή Κυβέρνηση, αφού ο Υπουργός Οικονομικών έχει δηλώσει, στις συνεδριάσεις του Eurogroup, ότι στηρίζεται για τη διαπραγμάτευση στα δημοσιονομικά επιτεύγματα των τελευταίων ετών, χαρακτηρίζοντάς τα «σημείο αφετηρίας» και «σημείο εκκίνησης» για μια επωφελή για τη χώρα συμφωνία.

Το πρωτογενές πλεόνασμα εκτιμάται, σύμφωνα με το Πρόγραμμα Οικονομικής Πολιτικής, ότι θα διαμορφωθεί περίπου στο 0,5% του ΑΕΠ.

Αυτό το δημοσιονομικό αποτέλεσμα είναι, πράγματι, πολύ χαμηλότερο από το στόχο του 1,5% του ΑΕΠ που είχε τεθεί για το 2014.

Παρά το γεγονός ότι η επίτευξή του ήταν απολύτως εφικτή το Νοέμβριο του 2014.

Αυτό άλλωστε είχε τότε υποστηρίξει και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στη φθινοπωρινή της Έκθεση.

Αυτό κατέγραφαν και οι «Θεσμοί», οι οποίοι και δεν «έβλεπαν» κανένα δημοσιονομικό κενό για το 2014.

Αυτό υποστήριξε, πολύ πρόσφατα, και ο Αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κ. Κατάινεν, ο οποίος δήλωσε ότι «μέχρι τον φετινό χειμώνα, τα πράγματα πήγαιναν καλύτερα, η χώρα είχε πρωτογενές πλεόνασμα 1,5% του ΑΕΠ, τώρα δυστυχώς τα πράγματα άλλαξαν» (Real News, 15 Μαρτίου 2015).

Και, το κυριότερο, αυτό επιβεβαιώνεται και μεθοδολογικά από τον τρόπο καταγραφής της εκτέλεσης του Προϋπολογισμού της Γενικής Κυβέρνησης, σύμφωνα με τον οποίο, σε δημοσιονομική βάση, πολλές κατηγορίες εσόδων – και όχι δαπανών – των 2 πρώτων μηνών του επόμενου έτους (δηλαδή του 2015), καταγράφονται στο προηγούμενο έτος (δηλαδή στο 2014).

Άρα επηρεάζουν το δημοσιονομικό αποτέλεσμα του 2014.

Που οφείλεται, συνεπώς, αυτή η μεγάλη μείωση του πρωτογενούς πλεονάσματος από τον Δεκέμβριο του 2014;

Οφείλεται στην υστέρηση των εσόδων του Προϋπολογισμού από το Δεκέμβριο του 2014 μέχρι τον Φεβρουάριο του 2015.

Συγκεκριμένα:

1ον. Στο 11μηνο του 2014, τα καθαρά έσοδα του Τακτικού Προϋπολογισμού ήταν 920 εκατ. ευρώ κάτω από τους στόχους.

Αυτή την υστέρηση, η προηγούμενη Κυβέρνηση την είχε πλήρως καλύψει με τη μείωση των δαπανών, η οποία διαμορφώθηκε 1 δισ. ευρώ κάτω από τους στόχους.

Και μάλιστα χωρίς να αυξηθούν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα.

Το αντίθετο μάλιστα, αυτές μειώθηκαν κατά 70% την προηγούμενη διετία.

Αντίθετα απ’ ότι κάνει σήμερα η Κυβέρνηση.

Άρα, τέλος Νοεμβρίου, η επίτευξη του στόχου για 1,5% του ΑΕΠ πρωτογενές πλεόνασμα ήταν απολύτως εφικτή!

2ον. Στο τέλος του 2014, η απόκλιση στα καθαρά έσοδα του Προϋπολογισμού υπερέβη τα 1,6 δισ. ευρώ.

Άρα προστέθηκε απώλεια επιπλέον εσόδων ύψους 700 εκατ. ευρώ το μήνα Δεκέμβριο.

Τους μήνες Ιανουάριο και Φεβρουάριο, που δημοσιονομικά – επαναλαμβάνω – καταγράφονται στο 2014, η απόκλιση στα καθαρά έσοδα του Προϋπολογισμού ανήλθε στα 1,2 δισ. ευρώ.

Η οποία, αν προστεθεί στη διαφορά του Δεκεμβρίου, λόγω της αβεβαιότητας προκήρυξης και τελικά διεξαγωγής των βουλευτικών εκλογών, των Κυβερνητικών ασαφειών, των πολυάριθμων, προεκλογικών και μετεκλογικών εξαγγελιών της Κυβέρνησης και της ανοικτής διαπραγμάτευσης με τους δανειστές, ανεβάζει τη συνολική απόκλιση του τελευταίου τριμήνου περίπου στα 2 δισ. ευρώ.

Αυτά τα 2 δισ. ευρώ είναι και η απόκλιση του 2014.

Αυτή είναι η αλήθεια.

Την οποία επιβεβαιώνει και η τελευταία Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία δημοσιεύθηκε την προηγούμενη εβδομάδα.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Ποιά είναι σήμερα η κατάσταση της Ελληνικής οικονομίας;

Όπως καταγράφει και η Έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, η Κυβέρνηση, τις πρώτες 100 ημέρες, δεν έχει καλές επιδόσεις.

Ενδεικτικά, σε αυτό το χρονικό διάστημα, όπως καταγράφει και η Έκθεση:

1ον. Η οικονομία παρουσιάζει σημάδια επιβράδυνσης, μετά την ανάκαμψή της το 2014.

Οι διεθνείς και εγχώριοι θεσμοί και οργανισμοί αναθεωρούν, προς το δυσμενέστερο, τις εκτιμήσεις τους για το ρυθμό οικονομικής μεγέθυνσης του 2015.

Έτσι, ενδεικτικά, ενώ οι αρχικές εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ήταν για οικονομική ανάπτυξη 2,9% το 2015 (προβλέψεις Νοεμβρίου 2014), αναθεωρήθηκαν στο 2,5% (προβλέψεις Φεβρουαρίου 2015) και σήμερα, 3 μήνες αργότερα, αυτές διαμορφώθηκαν στο 0,5%.

Υπάρχουν μάλιστα και προβλέψεις άλλων οργανισμών, σύμφωνα με τις οποίες η χώρα κινδυνεύει να «βουτήξει», και πάλι, στην ύφεση το 2015.

Ενώ και οι εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την ανεργία, οι οποίες ήταν σταθερές από το Νοέμβριο του 2014 μέχρι το Φεβρουάριο του 2015, αναθεωρήθηκαν, το τελευταίο τρίμηνο, προς το δυσμενέστερο.

2ον. Όπως υποστηρίζει και η Έκθεση, «το επιχειρηματικό κλίμα επιδεινώνεται».

Ο δείκτης οικονομικού κλίματος έχει «πέσει» στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 15 μηνών, μειώνεται ραγδαία το τελευταίο τρίμηνο, ενώ διευρύνεται και η απόστασή του από τον Ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Δηλαδή, έχει καταρρεύσει τόσο η ψυχολογία όσο και προσδοκίες επενδυτών και καταναλωτών, νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

3ον. Οι αποδόσεις των Ελληνικών ομολόγων «σκαρφαλώνουν» όλο και ψηλότερα.

Βρίσκονται στα υψηλότερα επίπεδα της τελευταίας τριετίας, όταν, μάλιστα, οι αποδόσεις τίτλων των άλλων Ευρωπαϊκών χωρών παραμένουν κοντά σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα.

Είναι προφανές ότι η προεκλογική πρόβλεψη της Κυβέρνησης, ότι οι αγορές θα «χορεύουν» σύμφωνα με τις επιθυμίες, δεν επαληθεύεται.

4ον. Το κόστος δανεισμού του Δημοσίου, τους τελευταίους μήνες, μέσω των εκδόσεων εντόκων γραμματίων 3μηνης και 6μηνης διάρκειας, αυξάνεται.

Ενδεικτικά, η τελευταία έκδοση εντόκων γραμματίων 26 εβδομάδων, στις 6 Μαΐου 2015, πραγματοποιήθηκε με επιτόκιο 2,97%, όταν η αντίστοιχη, στις 7 Ιανουαρίου 2015, είχε γίνει με επιτόκιο 2,30%.

Αποτέλεσμα αυτής της εξέλιξης είναι ότι, κατά το 1ο τρίμηνο του 2015, οι τόκοι αυξήθηκαν κατά 250 εκατ. ευρώ ή 12,5% έναντι του αντίστοιχου τριμήνου του 2014.

Δηλαδή αυξήθηκε το κόστος για τον Έλληνα φορολογούμενο.

5ον. Οι οίκοι πιστοληπτικής αξιολόγησης υποβαθμίζουν, και πάλι, τη χώρα.

Μάλιστα, οι προοπτικές αναθεώρησης των εκτιμήσεών τους είναι προς το δυσμενέστερο.

6ον. Ο δείκτης του Χρηματιστηρίου, το τελευταίο τρίμηνο, καταγράφει σημαντικές απώλειες.

Επενδυτές εγκαταλείπουν ή «παγώνουν» τα επενδυτικά τους σχέδια στη χώρα μας.

Όπως υποστηρίζει και η Έκθεση, «η τρέχουσα κατάσταση δεν απειλεί μόνο όσες επιχειρήσεις βρίσκονται σε οριακό σημείο, αλλά και όσες τα χρόνια της κρίσης άντεξαν, επένδυσαν, συγκράτησαν μισθούς, κατέβαλαν φόρους και απέφυγαν απολύσεις. Απειλεί δηλαδή, την υγιή επιχειρηματικότητα».

7ον. Η δημόσια οικονομία παρουσιάζει τριγμούς αποσταθεροποίησης.

Το πρωτογενές πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης, κατά το 1ο τρίμηνο του 2015, διαμορφώθηκε πολύ χαμηλότερα από πέρυσι, μειωμένο κατά περισσότερο από 50%.

Η υστέρηση μάλιστα στα φορολογικά έσοδα είναι και μεγάλη (υπερβαίνει τα 750 εκατ. ευρώ) και σταθερή, ακόμη και το μήνα Απρίλιο και τις πρώτες ημέρες του Μαΐου, παρά τις υψηλές Κυβερνητικές προσδοκίες από το νέο πλαίσιο φορολογικών ρυθμίσεων.

Ενώ, οι Οργανισμοί Κοινωνικής Ασφάλισης εμφανίζουν πρωτογενές έλλειμμα.

Πρωτογενές έλλειμμα το οποίο, μήνα με το μήνα, διευρύνεται.

8ον. Τα προβλήματα ρευστότητας οξύνονται δραματικά.

Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές αυξήθηκαν, μέσα στο 2015, κατά περίπου 720 εκατ. ευρώ.

Η αύξηση αυτή είναι και συνεχής και διευρυνόμενη.

Επιβεβαιώνεται έτσι ότι η Κυβέρνηση έχει κηρύξει εσωτερική στάση πληρωμών, δημιουργώντας συνθήκες «ασφυξίας» στην οικονομία.

Υπενθυμίζεται ότι οι ληξιπρόθεσμες οφειλές μειώθηκαν περίπου κατά 70% την προηγούμενη διετία, από τα 9 δισ. ευρώ στο τέλος του 2012 στα 3 δισ. ευρώ στο τέλος του 2014.

9ον. Η Κυβέρνηση έχει «σκουπίσει» τα ταμειακά διαθέσιμα των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, προχωρώντας πλέον και σε εσωτερικό αναγκαστικό δανεισμό.

10ον. Οι καταθέσεις νοικοκυριών και επιχειρήσεων μειώνονται σταθερά, και τα «κόκκινα δάνεια», διαρκώς, αυξάνονται.

Συγκεκριμένα, οι καταθέσεις διαμορφώθηκαν στα 138,5 δισ. ευρώ το Μάρτιο του 2015, από 160,3 δισ. ευρώ στο τέλος του 2014.

11ον. Οι εγγυήσεις μέσω του μηχανισμού Έκτακτης Ενίσχυσης Ρευστότητας (ELA) αυξάνονται, μήνα με το μήνα, εντυπωσιακά.

Έτσι, ο ELA διαμορφώθηκε στα 69 δισ. ευρώ στο τέλος Μαρτίου του 2015, από 22 δισ. ευρώ στο τέλος Φεβρουαρίου, 6 δισ. ευρώ στο τέλος Ιανουαρίου και 0 δισ. ευρώ στο τέλος του 2014.

Συνεπώς, το κόστος δανεισμού των τραπεζών έχει διογκωθεί, με δυσμενείς επιπτώσεις για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.

Από τα ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι, μέχρι σήμερα, η πορεία, σε συνθήκες «ομίχλης» από ασάφεια, ανασφάλεια και αβεβαιότητα, έχει οδηγήσει σε καθήλωση την οικονομία.

Οι μακρόσυρτες συζητήσεις, που αναμφίβολα πρέπει να είναι τεκμηριωμένες και σκληρές, με τους εταίρους και δανειστές, στο θολό περιβάλλον, έχουν κόστος για την οικονομία.

Εύχομαι η Κυβέρνηση, με την τελική συμφωνία, να πετύχει οφέλη για τη χώρα τα οποία θα υπερβούν το κόστος.

Προς αυτή την κατεύθυνση καλούμε να συνδράμουν έμπρακτα και οι εταίροι και δανειστές.

Όλοι μας πρέπει να γνωρίζουμε ότι κανένας δεν έχει συμφέρον από την παράταση μιας «προβληματικής» κατάστασης σε χώρα της Ευρωζώνης.

Απαιτείται, συνεπώς, η Κυβέρνηση, έστω και αργά, με σύνεση, ρεαλισμό και αποφασιστικότητα, να προχωρήσει σε μία όσο το δυνατόν πιο επωφελή για τη χώρα συμφωνία, εντός του αναμφίβολα ασφυκτικού πλαισίου στο οποίο αυτή κινείται.

Έχει καταστεί πλέον σαφές ότι η Ελληνική οικονομία δεν μπορεί να περιμένει μέχρι την εξομάλυνση των αντιφάσεων μεταξύ προεκλογικών λόγων και μετεκλογικών έργων και τη διευθέτηση των εσωτερικών αντιθέσεων στα κόμματα της συγκυβέρνησης.

Σε κάθε περίπτωση, μετά τη δοκιμή και της ριζοσπαστικής αριστεράς στη διακυβέρνηση της χώρας μας, πιστεύω ότι είναι καιρός να σταματήσουμε τις ιδεοληπτικές σκιαμαχίες, τους υψηλούς τόνους και όλες οι κοινωνικοπολιτικές δυνάμεις, ανεξάρτητα από τις όποιες διαφορές και τον ρόλο μας, σε κάθε περίοδο, στο πολιτικό σκηνικό, να «βάζουμε πλάτη» ώστε η χώρα να βγει γρήγορα και οριστικά από το τέλμα, να αναπτυχθεί και να πορευθεί με αξιοπρέπεια και δυναμισμό στο διεθνές σκηνικό.

Ομιλία στην Ολομέλεια κατά τη συζήτηση του Σχεδίου Νόμου για την κύρωση της ΠΝΠ σχετικά με την ΕΒΖ και τις ληξιπρόθεσμες οφειλές –

o-anaplirotis-upourgos-oikonomikon-xristos-staikourasΚυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Καλούμαστε σήμερα να συζητήσουμε την Κύρωση της 2ης Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου της παρούσας Κυβέρνησης.

Δύο Πράξεις σε λιγότερο από ένα μήνα.

Πρακτική την οποία, κατά το παρελθόν, στηλίτευαν τα Κόμματα που στηρίζουν σήμερα την Κυβέρνηση.

Όπως στηλίτευαν και αυτή της κατάθεσης και ψήφισης Νομοσχεδίων με τη μορφή του Κατεπείγοντος.

Όπως στηλίτευαν και αυτή της κατάθεσης και ψήφισης σωρείας βουλευτικών και υπουργικών Τροπολογιών, άσχετων με τα υπό συζήτηση Νομοσχέδια.

Και σήμερα, στις πρώτες 100 ημέρες της νέας Κυβέρνησης, τα υιοθετούν.

Και μάλιστα επαναλαμβανόμενα.

Όλα αυτά συνιστούν, αν μη τι άλλο, κραυγαλέες αποδείξεις ασυνέπειας.

Αλλά αναδεικνύουν και τα αδιέξοδα στα οποία η Κυβέρνηση έχει περιέλθει.

Εξαιτίας της αβελτηρίας, των παλινωδιών της και των αστοχιών της.

Επί των συγκεκριμένων διατάξεων:

Με την 1η διάταξη, καταβάλλεται από τον ειδικό εκκαθαριστή της Αγροτικής Τράπεζας, ποσό 30 εκατ. ευρώ από τα μη διανεμηθέντα διαθέσιμά του στην Ελληνική Βιομηχανία Ζάχαρης, έναντι μελλοντικής αύξησης του μετοχικού της κεφαλαίου.

Δύο ζητήματα έχουν τεθεί, τόσο από την Αντιπολίτευση όσο και από φορείς.

Το πρώτο σχετίζεται με το εάν η εν λόγω καταβολή είναι συμβατή με το υφιστάμενο ενωσιακό θεσμικό πλαίσιο περί κρατικών ενισχύσεων.

Κάτι που επισημαίνει και η Έκθεση του ΓΛΚ.

Προβληματισμό τον οποίο κατέθεσαν, στην ακρόαση φορέων, και η ΠΑΣΕΓΕΣ και η ΓΣΕΒΕΕ.

Ενώ δεν φαίνεται να έχει τηρηθεί και η διαδικασία του Ν. 4152/2013, δηλαδή η διαδικασία προηγούμενης διαβούλευσης και έκφρασης θετικής γνώμης από την αρμόδια Κεντρική Μονάδα Κρατικών Ενισχύσεων του Υπουργείου Οικονομικών.

Το δεύτερο ζήτημα έχει να κάνει με το ότι η συγκεκριμένη νομοθετική πρωτοβουλία δεν αντιμετωπίζει, ουσιαστικά, το πρόβλημα της βιωσιμότητας της εταιρείας.

Πρόβλημα μεγάλο, διαχρονικό και διογκούμενο, όπως άλλωστε υποστήριξε, κατά την ακρόαση φορέων, και η καινούργια Διοίκηση της Εταιρείας.

Πρόβλημα που οφείλεται, κυρίως, στο υψηλό βιομηχανικό, ενεργειακό και λειτουργικό κόστος, στο υψηλό κόστος της πρώτης ύλης, στη χαμηλή στρεμματική απόδοση.

Πρόβλημα του οποίου η αντιμετώπιση απαιτεί συντεταγμένο σχέδιο, συνεκτική μελέτη, εξειδικευμένη στρατηγική βιωσιμότητας της εταιρείας, βασιζόμενη και στα θετικά σημεία του υπάρχοντος σχεδίου αναδιοργάνωσης.

Και προς αυτή την κατεύθυνση οφείλουμε να συμβάλλουμε όλοι μας.

Με υπευθυνότητα, σοβαρότητα και διορατικότητα.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Με τη 2η διάταξη, συμπληρώνεται ο Ν. 4321/2015 σχετικά με τη ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων οφειλών στη φορολογική διοίκηση.

Ορισμένες παρατηρήσεις:

1η. Ο Νόμος συμπληρώνεται μόλις 6 ημέρες μετά τη δημοσίευσή του.

Στις 21 Μαρτίου δημοσιεύθηκε το σχετικό ΦΕΚ, και στις 27 Μαρτίου, δηλαδή 6 ημέρες αργότερα, η Κυβέρνηση υπέγραψε την ΠΝΠ που συμπληρώνει το Νόμο.

Απόδειξη, τουλάχιστον, προχειρότητας.

Αν όχι, σκοπιμότητας…

2η. Η Κυβέρνηση, στην Αιτιολογική Έκθεση του Σχεδίου Νόμου, αναφέρεται στην αναγκαιότητα ρύθμισης φορολογικών εκκρεμοτήτων πολιτών και επιχειρήσεων που βρίσκονται σε πραγματική αδυναμία να ανταποκριθούν στο σύνολο των υποχρεώσεών τους λόγω της κρίσης.

Όμως, πρόσφατα, από τους 150.000 οφειλέτες που εντάχθηκαν στη ρύθμιση-εξπρές, υπήρξαν και 15 οφειλέτες με ποσά άνω των 300.000 ευρώ, που βρήκαν και πλήρωσαν άμεσα, μέσα σε μία εβδομάδα, συνολικά 16,5 εκατ. ευρώ επί συνόλου εισπράξεων περίπου 150 εκατ. ευρώ.

Δηλαδή, το 0,01% των οφειλετών, κατέβαλε περίπου το 10% των εισπράξεων!

Μάλιστα, από τις 6 επιχειρήσεις με οφειλές άνω του 1 εκατ. ευρώ που έτυχαν ευνοϊκής ρύθμισης μόνο από την παρούσα Κυβέρνηση, οι 4 είχαν βεβαιωμένες οφειλές πριν το 2010.

Σε ότι αφορά δε την παρούσα ρύθμιση, στα 87 φυσικά και νομικά πρόσωπα με οφειλές άνω του 1 εκατ. ευρώ που εντάχθηκαν μέχρι σήμερα στη ρύθμιση, από τους συνολικά 380.000 οφειλέτες, διαγράφηκαν περίπου 20 εκατ. ευρώ πρόσθετοι φόροι, από τα συνολικά 87 εκατ. ευρώ.

Άρα, το 0,02% των συμμετεχόντων «γλύτωσε» το 23% των πρόσθετων φόρων, και αφορά το 8% του ρυθμιζόμενου κεφαλαίου!

Εύλογα, λοιπόν, αναρωτιέται κανείς, για «ποιά αδυναμία λόγω κρίσης» ομιλείτε;

Σε ποιά «πραγματική οικονομική αδυναμία» αναφέρεστε;

Είναι προφανές, συνεπώς, ότι εγείρεται σοβαρό ηθικό θέμα από την εν λόγω ρύθμιση.

Ειδικά όταν από τον έλεγχο της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων, προκύπτει ότι οι περισσότεροι από τους μεγάλους οφειλέτες, με βάση το φορολογικό προφίλ τους, μπορούσαν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους, απλά δεν το έκαναν.

Γιατί ήταν συστηματικά ασυνεπείς.

3η. Η είσπραξη οφείλεται τόσο σε «κανιβαλισμό» άλλων ρυθμίσεων ή/και φόρων, καθώς οι φορολογούμενοι «αποδήμησαν» από άλλες ρυθμίσεις ή ανέβαλαν τις εμπρόθεσμες πληρωμές τους για να επωφεληθούν από τις νέες ρυθμίσεις.

Το αποτέλεσμα είναι, το μήνα Απρίλιο, παρά τα 120 εκατ. ευρώ εισπράξεις από τη νέα ρύθμιση, τα συνολικά φορολογικά έσοδα να διαμορφώνονται στο επίπεδο του στόχου.

Και η κατάσταση να γίνεται πολύ χειρότερη το Μάιο, παρά τα περίπου 15 εκατ. ευρώ του 1ου δεκαημέρου.

4η. Από την εν λόγω ρύθμιση επέρχεται πρόσθετη μείωση βεβαιωμένων εσόδων.

Γεγονός για το οποίο πάντα ο ΣΥΡΙΖΑ, ως Αξιωματική Αντιπολίτευση, ασκούσε σκληρή κριτική.

Σήμερα, όμως, τα ξέχασε αυτά.

5η. Η Κυβέρνηση εκτιμά ότι θα εισπράξει 700 εκατ. ευρώ από τις ρυθμίσεις.

Θυμίζουμε ότι, στο περίφημο «Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης», προσδοκούσε ότι θα εισπράξει περί τα 3 δισ. ευρώ ετησίως!!!

«Προσγειώνεται», συνεπώς, στις εκτιμήσεις της περίπου στο 1/5 των αρχικών.

Καλό είναι και αυτό, αφού στους πόρους για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης «προσγειώθηκε» στο 1/10.

Και όχι μόνο αυτό.

Σύμφωνα με τον Προϋπολογισμό, από τον Νόμο της προηγούμενης Κυβέρνησης, προβλέπονταν ούτως ή άλλως εισπράξεις ύψους 470 εκατ. ευρώ μέσα στο 2015.

Συνεπώς, το όποιο πρόσθετο θετικό αποτέλεσμα, εάν προκύψει, δεν θα είναι σημαντικό και θα οφείλεται, κυρίως, στους μεγάλους οφειλέτες.

Που δεν περιλαμβάνονταν στην προηγούμενη ρύθμιση.

Και θα έχει ιδιαίτερη σημασία να δούμε ποιοί θα είναι τελικά αυτοί που θα ωφεληθούν…

Δελτίο Τύπου σχετικά με αποσπάσματα ομιλίας στην Ολομέλεια κατά τη συζήτηση του Σχεδίου Νόμου για την Κύρωση της ΠΝΠ για τα ταμειακά διαθέσιμα

small_staikouras1-thumb-large«Η πραγματικότητα για τα ταμειακά διαθέσιμα που παρέλαβε η σημερινή Κυβέρνηση είναι:

1ον. Μετά τις βουλευτικές εκλογές της 25ης Ιανουαρίου, και παρά την υστέρηση εσόδων λόγω της πολιτικής αβεβαιότητας, η χώρα είχε ταμειακά διαθέσιμα ύψους 1,9 δισ. ευρώ. Αυτά τα ταμειακά διαθέσιμα παρέλαβε η σημερινή Κυβέρνηση.

Υπενθυμίζεται ότι, με βάση το Δελτίο Δημοσίου Χρέους, που δημοσίευσε η σημερινή Κυβέρνηση, στο τέλος του 2014, τα ταμειακά διαθέσιμα του Ελληνικού Δημοσίου ήταν 2,6 δισ. ευρώ. Η συρρίκνωσή τους τον Ιανουάριο οφείλεται στα μειωμένα έσοδα.

2ον. Οι εκτιμήσεις, τότε, ήταν ότι η χώρα, αν η σημερινή Κυβέρνηση δεν αναλάμβανε οποιαδήποτε πρωτοβουλία, θα άρχιζε να αντιμετωπίζει ταμειακά προβλήματα μετά τις 24 Φεβρουαρίου, μικρά μέσα στο Φεβρουάριο και μεγαλύτερα το Μάρτιο.

Αυτός ήταν και ο λόγος που η προηγούμενη Κυβέρνηση επιδίωκε να κλείσει εντός διμήνου, με επωφελή για τη χώρα τρόπο, τη συμφωνία για τη λήψη της τελευταίας δόσης του τρέχοντος Προγράμματος.

Αντίθετα, η σημερινή Κυβέρνηση διαβεβαίωνε την Ελληνική κοινωνία, παρά το γεγονός ότι γνώριζε την αλήθεια, ότι η χώρα δεν έχει ανάγκη από την τελευταία δόση της δανειακής σύμβασης. Και στη συνέχεια, στις 20 Φεβρουαρίου, προσυπέγραφε ότι αυτή θα εκταμιευθεί, εν συνόλω, στο τέλος της αξιολόγησης. Και έπραξε έτσι, ενώ γνώριζε τις πιεστικές ταμειακές ανάγκες της χώρας.

3ον. Το ταμείο του Κράτους θα έχει πρόβλημα όσο η χώρα βαδίζει χωρίς ρεαλιστικό σχέδιο μέσα σε θολή ατμόσφαιρα.

Δυστυχώς, η πολυγλωσσία, η «δημιουργική ασάφεια» και οι παλινωδίες της Κυβέρνησης αποδεικνύονται, καθημερινά, επιζήμιες για τη χώρα και τους πολίτες της. Από εβδομάδα σε εβδομάδα, η αβεβαιότητα βαθαίνει και επεκτείνεται, η κατάσταση χειροτερεύει και τα αδιέξοδα πολλαπλασιάζονται. Η Κυβέρνηση πλέον, εκτός της σημαντικής εσωτερικής στάσης πληρωμών, προχωρά και σε εσωτερικό αναγκαστικό δανεισμό.

Έτσι:

1ον. Η Κυβέρνηση προχωρά, για 2η φορά σε χρονικό διάστημα μικρότερο του μήνα, σε Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου (Π.Ν.Π.). Σήμερα, συνεπώς, τελειώνει και η κριτική για την αναγκαιότητα της κατάθεσης Πράξεων Νομοθετικού Περιεχομένου. Όπως τελείωσε, πριν ένα μήνα, και η κριτική για τη συζήτηση Νομοσχεδίων με τη μορφή του Κατεπείγοντος. Όπως τελείωσε, πριν δύο μήνες, και η κριτική για την ενσωμάτωση άσχετων Διατάξεων και Τροπολογιών σε υπό συζήτηση και ψήφιση Νομοσχέδια.

Όλα αυτά, τα Κόμματα που στηρίζουν σήμερα την Κυβέρνηση τα  στηλίτευαν. Και σήμερα, τα υιοθετούν. Πρόκειται για κραυγαλέες αποδείξεις ασυνέπειας. Τουλάχιστον, θα περίμενα την αυτοκριτική από μέρους τους…

2ον. Η υποχρεωτική δέσμευση των ταμειακών διαθεσίμων των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης και των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, σε αντίθεση με ό,τι ίσχυε μέχρι σήμερα, αποδεικνύει την απελπισία της Κυβέρνησης να βρει πόρους για να καλύψει τις άμεσες και πιεστικές ταμειακές ανάγκες.

Όταν, βέβαια, μέχρι πρόσφατα, διαβεβαίωνε την Ελληνική κοινωνία ότι η χώρα δεν έχει ανάγκη από την τελευταία δόση της δανειακής σύμβασης. Και όταν στη συνέχεια προσυπέγραφε ότι αυτή θα εκταμιευθεί, εν συνόλω, στο τέλος της αξιολόγησης.

Όλα αυτά συνιστούν αποδείξεις προχειρότητας και δείγματα έλλειψης διορατικότητας.

3ον. Η έκδοση Π.Ν.Π. δικαιολογείται μόνο σε έκτακτες περιπτώσεις εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης και ισχύουν από την έκδοσή τους. Δεν προβλέπεται η δυνατότητα αναδρομικής ισχύος τους. Η παρούσα Π.Ν.Π. έχει αναδρομική ισχύ, από 17 Μαρτίου. Προφανώς, για να καλύψει τις «πρόθυμες» διοικήσεις φορέων που έχουν ήδη μεταφέρει ταμειακά διαθέσιμα στην Τράπεζα της Ελλάδος.

Αλλά αν η ανάγκη είχε εμφανισθεί στις 17 Μαρτίου, τότε η Π.Ν.Π. που συζητάμε δεν ήταν ούτε επείγουσα ούτε απρόβλεπτη. Αντίθετα, η οικονομική αναγκαιότητα, της οποίας γίνεται επίκληση, μόνον άγνωστη και αιφνίδια δεν είναι. Η αναδρομικότητα, άλλωστε, το επιβεβαιώνει…

4ον. Η Π.Ν.Π. παρεμβαίνει στην οικονομική διαχείριση των πόρων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των Πανεπιστημίων. Απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή και μέριμνα στη χρήση των πόρων που υπάρχουν στους ειδικούς λογαριασμούς κονδυλίων έρευνας, στους ΕΛΚΕ, στις εταιρείες διαχείρισης και αξιοποίησης της περιουσίας, και στα ερευνητικά ινστιτούτα. Καθώς επίσης και στα διάφορα προγράμματα του ΕΣΠΑ, όπως και στα Νοσοκομεία. Ενώ, χρειάζονται Κυβερνητικές πρωτοβουλίες για τις προθεσμιακές καταθέσεις.

5ον. Η υποχρεωτική δέσμευση των ταμειακών διαθεσίμων στερεί επιπλέον πόρους από το τραπεζικό σύστημα και την οικονομία.

Πόροι οι οποίοι χρησιμοποιούνται πλέον, όχι για τη χρηματοδότηση του ιδιωτικού τομέα, αλλά για τη χρηματοδότηση του Κράτους.

Πόροι, οι οποίοι καλύπτονται με την αύξηση του ορίου παροχής ρευστότητας προς τις Ελληνικές τράπεζες από τον έκτακτο μηχανισμό (ELA) της ΕΚΤ, προκειμένου να αναπληρωθεί η «εκροή καταθέσεων» που η Κυβέρνηση προκαλεί.

Και με αυξημένο κόστος για τις τράπεζες, που θα μετακυληθεί στους Έλληνες δανειολήπτες.

Συμπερασματικά, η Κυβέρνηση αναγκάζεται να προχωρήσει στη σημερινή νομοθετική πρωτοβουλία, εξαιτίας των αδιεξόδων που η ίδια δημιούργησε.

Επιβάλλεται, συνεπώς, η Κυβέρνηση να αφήσει στην άκρη τη «δημιουργική ασάφεια» και την «επικοινωνιακή διαχείριση» των προβλημάτων και να κινηθεί γρήγορα, πριν η κατάσταση γίνει μη αναστρέψιμη».

Δελτίο Τύπου σχετικά με σημεία ομιλίας στο Συνέδριο Auditing-Consulting-Advisory Services – «Επιστροφή στην Ανάπτυξη: Οι δυνατότητες της Ελληνικής οικονομίας και το νέο οικονομικό περιβάλλον»

Site_Foto_XS_40563Η χώρα, το 2014, μετά από 6 χρόνια βαθιάς και παρατεταμένης ύφεσης, επέστρεψε σε θετικό ρυθμό μεγέθυνσης, υψηλότερο και από τις εκτιμήσεις.

Ενώ προβλεπόταν να είναι ακόμη υψηλότερος το 2015, υπερβαίνοντας το 2,5%.

Δυστυχώς όμως, σήμερα, η επίτευξη αυτού του στόχου δεν φαίνεται εφικτή.

Η χώρα κινδυνεύει να «βουτήξει» και πάλι στην ύφεση.

Η αβελτηρία, η πολυγλωσσία, η «δημιουργική ασάφεια» και οι παλινωδίες της Κυβέρνησης αποδεικνύονται, καθημερινά, επιζήμιες για τη χώρα και τους πολίτες της.

Η αβεβαιότητα βαθαίνει και επεκτείνεται.

Και οι προβληματισμοί πολλαπλασιάζονται, για τη λειτουργία του Κράτους, για την ασφάλεια, για την παράνομη μετανάστευση, για τα εθνικά μας θέματα, για τη λειτουργία των θεσμών.

Και η «ομίχλη της ανασφάλειας» έχει καλύψει το πεδίο της οικονομίας.

Συμπερασματικά, από εβδομάδα σε εβδομάδα, η κατάσταση χειροτερεύει και τα αδιέξοδα πολλαπλασιάζονται.

Με αποτέλεσμα, οι αναπτυξιακές προοπτικές της Ελληνικής οικονομίας να μην είναι ευοίωνες.

Την ίδια περίοδο μάλιστα που, σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, οι ρυθμοί οικονομικής μεγέθυνσης βελτιώνονται και το κόστος δανεισμού συρρικνώνεται, εξαιτίας του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης και της εξαιρετικά διευκολυντικής νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ, που επενεργούν προς την κατεύθυνση της βελτίωσης των συνθηκών χρηματοδότησης.

Εξελίξεις, στις οποίες δεν μπορεί να συμμετάσχει η χώρα μας.

Επιβάλλεται, συνεπώς, η Κυβέρνηση να επιδείξει υπευθυνότητα και ρεαλισμό, να αφήσει στην άκρη την «επικοινωνιακή διαχείριση» των προβλημάτων και να κινηθεί γρήγορα, πριν η κατάσταση γίνει μη αναστρέψιμη.

Να υλοποιήσει, άμεσα, τις δεσμεύσεις που η ίδια έχει αναλάβει μέσω της συμφωνίας της 20ης Φεβρουαρίου.

Και να συγκρουστεί με τις ιδεοληψίες της, όχι με τους εταίρους.

Άλλωστε, η πορεία της χώρας εντός της Ευρωζώνης, και η αναζήτηση εφικτών λύσεων εντός του Ευρωπαϊκού πλαισίου, πρέπει να γίνεται λόγω και έργω.

Λύσεις, που πρέπει να αποτελούν αναπόσπαστα τμήματα μιας ολοκληρωμένης και συνεκτικής στρατηγικής, με στόχο την επίτευξη δυναμικής και βιώσιμης ανάπτυξης, με κοινωνική συνοχή.

Βασικοί άξονες αυτής της στρατηγικής πρέπει να είναι:

1ος. Η διασφάλιση της σταθεροποίησης των δημόσιων οικονομικών, μέσω της εφαρμογής αλλά και ενίσχυσης των ήδη θεσπισμένων κανόνων και πρακτικών χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης και πειθαρχίας. Δυστυχώς, όμως, η δημόσια οικονομία παρουσιάζει τριγμούς αποσταθεροποίησης.

2ος. Η πραγματοποίηση, ακόμη περισσότερων, διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών.

3ος. Η βελτίωση της «ποιότητας» των δημόσιων οικονομικών. Αυτό θα επιτευχθεί με την αύξηση της αποτελεσματικότητας των πόρων και με την ενίσχυση, σταδιακά, των δαπανών που έχουν υψηλό πολλαπλασιαστή και απόδοση, προάγουν την οικονομική ανάπτυξη και δημιουργούν υψηλή κοινωνική ανταποδοτικότητα. Είναι προφανές, ότι η κατάργηση των μεταρρυθμίσεων στο χώρο της εκπαίδευσης, που είχαν περάσει τα τελευταία χρόνια με τη μέγιστη πολιτική συναίνεση, θα αποτελέσει αναπτυξιακή τροχοπέδη.

4ος. Η ταχύτερη και εμπροσθοβαρής υλοποίηση επενδυτικών σχεδίων μέσω της ορθολογικής αξιοποίησης των διαθέσιμων πόρων του ΕΣΠΑ και του ΠΔΕ. Είναι προφανές, ότι η συγκράτηση των δαπανών του ΠΔΕ, κατά το 1ο τρίμηνο του έτους, προκειμένου να καλυφθεί μέρος των ταμειακών αναγκών, περιορίζει τις προοπτικές ανάκαμψης της οικονομίας.

5ος. Η αξιοποίηση των ανταγωνιστικών μας πλεονεκτημάτων. Του τουρισμού, της ναυτιλίας, αλλά και της αγροτικής παραγωγής. Αλλά και η ανάδειξη της σημασίας της γεωστρατηγικής θέσης της χώρας.

6ος. Η εξασφάλιση ομαλής χρηματοδότησης της οικονομίας και η αποτελεσματική διαχείριση των δανείων σε καθυστέρηση. Δυστυχώς, σήμερα, οι τράπεζες δέχονται έντονες πιέσεις, τόσο στο παθητικό τους όσο και στο ενεργητικό τους. Και η χρηματοδότηση μέσω του έκτακτου μηχανισμού παροχής ρευστότητας (ELA), με βάση τους κανόνες του Ευρωσυστήματος, αναγκαστικά συνεπάγεται σημαντικά υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης για τα πιστωτικά ιδρύματα. Ενώ, αυτή η χρηματοδότηση δεν καταλήγει στον ιδιωτικό τομέα, αλλά κατευθύνεται για την αναπλήρωση των κενών ρευστότητας από την απόσυρση των ταμειακών διαθεσίμων φορέων της Γενικής Κυβέρνησης και για την αγορά εντόκων γραμματίων του Δημοσίου, το οποίο ουσιαστικά απορροφά όλη τη ρευστότητα.

7ος. Η εντατικότερη υλοποίηση του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων και αξιοποίησης της περιουσίας του Δημοσίου. Δυστυχώς όμως, οι Κυβερνητικές αμφισημίες και η πολυγλωσσία επί του θέματος, οδηγούν πολλές επενδύσεις είτε στην ακύρωση είτε στην «κατάψυξη». Με αποτέλεσμα, οι δείκτες οικονομικού κλίματος και επιχειρηματικών προσδοκιών να επιδεινώνονται, χάνοντας τη θετική δυναμική που είχαν αποκτήσει την προηγούμενη διετία.

8ος. Η δημιουργία ενός δίκαιου, αποτελεσματικού και σύγχρονου Κράτους. Αφού επιτεύχθησαν οι αναγκαίοι ποσοτικοί στόχοι για τη μείωση του αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων και της μισθολογικής δαπάνης, οφείλουμε να περάσουμε στην εκπλήρωση των κρίσιμων ποιοτικών μεταρρυθμίσεων. Προς αυτή την κατεύθυνση, η προηγούμενη Κυβέρνηση ξεκίνησε την υλοποίηση μιας ολοκληρωμένης προσπάθειας βελτίωσης της λειτουργίας και αποκατάστασης του κύρους της δημόσιας διοίκησης. Δυστυχώς, και σε αυτό το πεδίο, μέσα από σχετική νομοθετική πρωτοβουλία, η Κυβέρνηση απεργάζεται την πλήρη αποδόμηση όσων είχαν τεθεί σε εφαρμογή, οδηγώντας στην οπισθοδρόμηση, στην παράδοση και στη διολίσθηση της δημόσιας διοίκησης στα «συντεχνιακά συμφέροντα», σε βάρος των πολιτών.

9ος. Η σταδιακή μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Αυτό θα επιτευχθεί με τη διασφάλιση περιβάλλοντος δημοσιονομικής και φορολογικής σταθερότητας και με την ένταξη του «αφανούς» τμήματος της οικονομίας στο «εμφανές» πεδίο της, επιτυγχάνοντας τη φορολόγησή του.

10ος. Η περαιτέρω ενίσχυση της μακροχρόνιας βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους. Το «προφίλ» του έχει ήδη βελτιωθεί. Η μέση διάρκειά του έχει χρονικά υπερδιπλασιασθεί, το μέσο επιτόκιό του έχει μειωθεί, οι δαπάνες για τόκους έχουν υποχωρήσει. Είναι, όμως, επίσης, αλήθεια ότι, εφόσον τηρούμε τις δεσμεύσεις μας, οι εταίροι και δανειστές μας υποχρεούνται να αναλάβουν, σύντομα, συγκεκριμένες πρωτοβουλίες για την περαιτέρω ενίσχυση της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους.

Ρεαλιστικές λύσεις, εφικτές τεχνικές, ισοδύναμοι τρόποι υπάρχουν. Και σε αυτό συμφωνεί, πλέον, και η σημερινή Κυβέρνηση.

Ομιλία στην Ολομέλεια κατά τη συζήτηση της Πρότασης ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ περί Σύστασης Εξεταστικής Επιτροπής για την «Υπαγωγή της Ελλάδας στο Καθεστώς των Μνημονίων»

Site_20778299_20150209_xalkio_068.limghandlerΚυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Συζητούμε, σήμερα, την πρόταση των Βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ και των Ανεξαρτήτων Ελλήνων για τη σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής αναφορικά με την υπαγωγή, εφαρμογή και υλοποίηση των Μνημονίων.

Είναι γεγονός ότι η ένταξη της χώρας στον τριμερή Μηχανισμό Στήριξης, τον Μάιο του 2010, αποτέλεσε κομβικό σημείο για την πορεία της.

Η ένταξη είχε και έχει σημαντικές επιπτώσεις στην οικονομική, κοινωνική και πολιτική ζωή.

Ευλόγως λοιπόν, οι λόγοι και οι διαδικασίες της ένταξης στο Μηχανισμό Στήριξης, έχουν προκαλέσει και συνεχίζουν να προκαλούν το έντονο ενδιαφέρον των πολιτών και των πολιτικών κομμάτων της χώρας.

Κατά την περίοδο της ένταξης, αλλά και αμέσως μετά από αυτή, το 2010, βιώσαμε συνθήκες «επικοινωνιακής καταιγίδας».

Στόχος να γραφεί η ιστορία με τους όρους και σύμφωνα με το πολιτικό συμφέρον των τότε κρατούντων.

Από τότε, εντός και εκτός Κοινοβουλίου, αρκετές φορές είχα επισημάνει στους συναδέλφους:

  • Ότι «η εξέλιξη των γεγονότων δεν ήταν όπως την παρουσίαζαν».
  • Ότι «οι ρίζες των παθογενειών της ελληνικής οικονομίας, των δημόσιων οικονομικών και η φρενήρης δυναμική συσσώρευσης του δημοσίου χρέους εντοπίζονται στη δεκαετία του 1980».
  • Ότι «η ΝΔ αισθάνεται υπερήφανη για τις θητείες της στη διακυβέρνηση της χώρας».
  • Και ότι «την ιστορική εξέλιξη της χώρας θα τη γράψουμε, σε κατάλληλο χρόνο, όλοι μαζί».

Είναι γεγονός ότι, βαθμιαία, οι συντριπτικά περισσότεροι πολίτες κατανόησαν τις εξελίξεις.

Αποκατέστησαν την αλήθεια στην πολιτική τους συνείδηση.

Και σε διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις μηδένισαν την πλεονάζουσα ερμηνευτική αυθαιρεσία και σκοπιμότητα.

Όμως, η τεκμηριωμένη, αντικειμενική και έγκυρη Εθνική Αυτοαξιολόγηση της κρίσιμης περιόδου, δηλαδή της ένταξης στο Μηχανισμό Στήριξης, εξακολουθεί να αποτελεί ανοικτό θέμα.

Αυτή η εθνική δράση θα πρέπει να έχει ως στόχο την πολιτική διερεύνηση των πολυσύνθετων πτυχών των εξελίξεων κατά την κρίσιμη περίοδο, η οποία, βεβαίως, θα εδράζεται σε σοβαρή, καλά ζυγισμένη και ακριβή επιστημονική τεκμηρίωση: οικονομική, λογιστική, στατιστική και νομική.

Αυτή την ανοικτή εκκρεμότητα θα πρέπει να την αντιμετωπίσουμε.

Υποθέτω πως όλοι συμφωνούμε ότι αυτή η σοβαρή διαδικασία, για να προσεγγίσει με επιτυχία το στόχο, πρέπει να πραγματοποιηθεί σε περιβάλλον πολιτικής ομαλότητας, κοινωνικής ηρεμίας και οικονομικής ασφάλειας και σταθερότητας.

Μόνο τότε το πόρισμα, που θα προκύψει

  • θα γίνει ευρύτατα αποδεκτό,
  • θα καταστεί εθνική ιστορική αλήθεια, και
  • θα βοηθήσει στην καλύτερη πορεία της χώρας.

Κατά την εκτίμηση της ΝΔ, οι προϋποθέσεις που προανέφερα ως αναγκαίες, στην παρούσα φάση, δεν πληρούνται επαρκώς και, μάλλον, δύσκολα μπορεί να διαμορφωθούν.

Έτσι, στην αφετηρία της προτεινόμενης διαδικασίας, εφ’ όσον αποφασισθεί η δρομολόγησή της, η ΝΔ εκτιμά ότι, αντικειμενικά, ο στόχος δεν μπορεί να επιτευχθεί.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Η ΝΔ θεωρεί ότι η πρόταση επί της οποίας συζητούμε χωλαίνει, τουλάχιστον, στα εξής σημεία:

1ον. Η πρόταση είναι προσχηματική.

Είναι γεγονός ότι τους τελευταίους μήνες η «ομίχλη» της ανασφάλειας έχει καλύψει το πεδίο της οικονομίας.

  • Η χώρα κινδυνεύει να βουτήξει, και πάλι, στην ύφεση.
  • Η δημόσια οικονομία παρουσιάζει τριγμούς αποσταθεροποίησης.
  • Το Κράτος έχει κηρύξει μερική εσωτερική στάση πληρωμών, ενώ «σκουπίζει» και όλα τα ταμειακά διαθέσιμα των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης.
  • Επενδύσεις ακυρώνονται ή «μπαίνουν στο ψυγείο».
  • Οι καταθέσεις εξαερώνονται και τα «κόκκινα δάνεια» διογκώνονται.
  • Το κόστος δανεισμού έχει εκτιναχθεί.

Με αυτά τα δεδομένα, προφανώς δεν ικανοποιείται η συνθήκη που προσδιόρισα ως απαραίτητη για την ομαλή διεξαγωγή της αναγκαίας εθνικής αυτοαξιολόγησης.

Η ΝΔ θεωρεί ότι πραγματικός στόχος της πρότασης είναι ο αποπροσανατολισμός των πολιτών από την τρέχουσα δύσκολη γι’ αυτούς πραγματικότητα.

Δύσκολη πραγματικότητα στην οποία έχουν συμβάλλει η αβελτηρία, οι παλινωδίες, οι αυτοσχεδιασμοί, οι ακροβασίες και οι αντιφάσεις της Κυβέρνησης.

Πραγματικότητα η οποία διέψευσε ταχύτατα τις ψευδαισθήσεις.

2ον. Η πρόταση της Κυβέρνησης «εσωτερικού» είναι αντιφατική με όσα υποστηρίζει η Κυβέρνηση «εξωτερικού».

Ενδεικτικά, η Πρόταση των Βουλευτών αναφέρει ότι «το Πρόγραμμα Οικονομικής Πολιτικής έχει αποτύχει πλήρως».

Την ίδια στιγμή όμως, ο Υπουργός Οικονομικών υποστηρίζει, εγγράφως, στο Eurogroup, ότι τα δημοσιονομικά επιτεύγματα της προηγούμενης Κυβέρνησης αποτελούν «σημείο αφετηρίας» (“point of departure”) και «σημείο εκκίνησης» (“starting point”) για μια επωφελή για τη χώρα συμφωνία.

Πώς συνεπώς το Πρόγραμμα έχει αποτύχει πλήρως;

Παράλληλα, ο Υπουργός Οικονομικών υποστηρίζει την υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών που είχαν συμφωνηθεί, από την προηγούμενη Κυβέρνηση, με τους εταίρους και δανειστές της χώρας και δεσμεύεται να συνεχίσει τις προσπάθειες που ξεκίνησε και υλοποίησε η προηγούμενη Κυβέρνηση σε αρκετούς τομείς.

Πώς συνεπώς το Πρόγραμμα έχει αποτύχει πλήρως;

Επίσης, η Πρόταση των Βουλευτών περιλαμβάνει και την εξέταση οργάνων «που προορίσθηκαν νομοθετικά να εξυπηρετήσουν την υλοποίηση των Μνημονίων και των Μνημονιακών στόχων, όπως είναι η Γενική Γραμματεία Εσόδων».

Την ίδια στιγμή όμως, ο Υπουργός Οικονομικών δεσμεύεται, όπως φαίνεται και στο τελευταίο e-mail προς τους εταίρους, για την περαιτέρω ενίσχυση της αυτονομίας της Γενικής Γραμματείας, όπως αυτή έχει προκύψει από το Νόμο 4093/2012.

Σε αυτή την περίπτωση ο Μνημονιακός Νόμος της προηγούμενης Κυβέρνησης, σύμφωνα με την παρούσα Κυβέρνηση, είναι καλός, και χρειάζεται ενίσχυση.

Αλλά η Εξεταστική Επιτροπή θα πρέπει να τον εξετάσει, ως κακό.

Συνεπώς, υποθέτω ότι θα εξετάσει και τα επί του θέματος πεπραγμένα της παρούσας Κυβέρνησης, η οποία τον επικαλείται

3ον. Η κατάθεση της πρότασης είναι άκαιρη.

Αλήθεια, έχουν κατανοήσει οι συγκυβερνώντες ότι εάν η πρόταση που «αναφέρεται στους πολιτικούς πρωταγωνιστές από τον Οκτώβριο του 2009» τεθεί σε εφαρμογή, θα πρέπει, με τόσα ανοικτά μέτωπα την τρέχουσα περίοδο, στην Εξεταστική Επιτροπή να καλούνται νυν Υπουργοί που διετέλεσαν τότε συνεργάτες πρώην Πρωθυπουργών;

Νυν συνεργάτες Υπουργών που συμμετείχαν τότε και συμμετέχουν και σήμερα στη διαπραγμάτευση;

Νυν Διοικητές Τραπεζών που τότε ήταν Υπουργοί;

Ξένοι οίκοι που είναι, σήμερα, επισήμως, συνεργάτες Υπουργών και ήταν τότε εκφραστές της κυβερνητικής πολιτικής για την αναδιάρθρωση του χρέους;

Και φυσικά πρόσωπα από το εξωτερικό τα οποία κατείχαν ή κατέχουν κορυφαίες θέσεις στους θεσμούς;

Με αυτά τα δεδομένα προφανώς, και πάλι, δεν ικανοποιείται η συνθήκη που προσδιόρισα ως απαραίτητη για την ομαλή διεξαγωγή της αναγκαίας εθνικής αυτοαξιολόγησης.

Η ΝΔ θεωρεί ότι η κατάθεση της πρότασης είναι άκαιρη και ότι θα ήταν προτιμότερο να δρομολογηθεί λίγο αργότερα, εφ’ όσον η κατάσταση σταθεροποιηθεί και το «σκάφος» θα πλέει, ευχόμαστε, σε πιο ήρεμα, άρα πιο ασφαλή, ύδατα.

4ον. Η πρόταση είναι ελλιπής.

Αφού το αντικείμενό της είναι η εφαρμογή και υλοποίηση του Μνημονίου, γιατί η πρόταση δεν συμπεριλαμβάνει και την περίοδο μετά τον Ιανουάριο του 2015;

Περίοδο κατά την οποία, η παρούσα Κυβέρνηση, ζήτησε και υπέγραψε την 4μηνη παράταση του Μνημονίου;

Συγκεκριμένα, η Σύμβαση που υπέγραψε είναι η 3η Τροποποίηση της Κύριας Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης.

Η 1η ήταν το Δεκέμβριο του 2012, προκειμένου να περιληφθεί και η θετική Ευρωπαϊκή απόφαση για την ενίσχυση της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους.

Η 2η ήταν το Δεκέμβριο του 2014, όταν και η προηγούμενη Κυβέρνηση ζήτησε την επέκταση της Σύμβασης για τους 2 πρώτους μήνες του 2015.

Και η 3η ήταν τον εφετινό Φεβρουάριο.

Μάλιστα, το περιεχόμενο των επικαιροποιήσεων των Συμβάσεων είναι το ίδιο.

Διέπονται δε όλες από το αγγλικό δίκαιο.

Εναποθέτουν, σε περίπτωση διαφοράς, την αποκλειστική δικαιοδοσία στα δικαστήρια του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου.

Αναφέρουν ότι η Ελλάδα παραιτείται από οποιαδήποτε ασυλία της οποίας είναι ή ενδέχεται να καταστεί δικαιούχος, όσον αφορά στην ίδια ή τα περιουσιακά της στοιχεία.

Συνδέονται δε όλες οι επικαιροποιήσεις με την Κύρια Σύμβαση Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης, της 15ης Μαρτίου 2012.

Δηλαδή, με την περίοδο στην οποία αναφέρεται η πρόταση για τη σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής.

Μάλιστα το γεγονός ότι το υπάρχον Μνημόνιο συνεχίζεται, επιβεβαιώνεται και από την ανακοίνωση του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.

Καθώς και από τις ανακοινώσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ).

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την επιστολή του ΔΝΤ, και αφού είχε υπογραφεί η Συμφωνία με τους εταίρους, η αξιολόγηση θα γίνει στο πλαίσιο της 6ης επικαιροποίησης του τρέχοντος Μνημονίου (concluding the 6th review of the Program).

Το ίδιο ισχύει και για την ΕΚΤ, η οποία επίσης αναφέρει ότι η αξιολόγηση θα γίνει στη βάση του τρέχοντος Μνημονίου (“the basis for concluding the review will be the existing commitments in the current Memorandum of Understanding [MOU] and the Memorandum of Economic and Financial Policies [MEFP]”).

Η παρούσα, όμως, επικαιροποίηση της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ περιλαμβάνει, σύμφωνα με τη συμφωνία της 20ης Φεβρουαρίου, και έναν πρόσθετο, δυσμενή όρο: την επιστροφή προς το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας ομολόγων ύψους 10,9 δισ. ευρώ από το Ελληνικό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.

Και αυτό, θα πρέπει, να συνεκτιμηθεί και να αξιολογηθεί.

5ον. Η πρόταση είναι ασαφής.

Δεν καθιστά απολύτως σαφές το αντικείμενο της εξέτασης.

Θα αφορά την αξιολόγηση των πολιτικών που έχουν ασκηθεί;

Των αποτελεσμάτων που προέκυψαν;

Των πολιτικών και των αποτελεσμάτων;

Ή θα εστιάσει μόνο στην τεκμηρίωση πράξεων ή παραλείψεων με ενδείξεις διάπραξης αδικήματος;

Είναι σαφές ότι τις πολιτικές και τα αποτελέσματά τους τα κρίνουν οι πολίτες, μέσα από την εκλογική διαδικασία.

Και όχι οι Εξεταστικές Επιτροπές.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Συμπερασματικά, η Νέα Δημοκρατία θεωρεί ότι η πρόταση των Βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ και των Ανεξαρτήτων Ελλήνων είναι προσχηματική, αντιφατική, άκαιρη, ελλιπής και ασαφής.

Γι’ αυτούς τους λόγους δεν τη στηρίζει.

Η Βουλή θα πάρει την απόφασή της.

Η πολιτική αριθμητική, η επικοινωνιακή στρατηγική της Κυβέρνησης και η δύσκολη συγκυρία για τη χώρα «λένε» ότι η πρόταση θα εγκριθεί.

Σ’ αυτή την εκδοχή, παρά τις χαμηλές προσδοκίες για την καλή προσέγγιση του στόχου, η ΝΔ, με καθοριστικό κριτήριο των πολιτικών επιλογών της το μακροχρόνιο συμφέρον της χώρας, θα στηρίξει την αναζήτηση της αλήθειας.

Άλλωστε, η ΝΔ, στην πάνω από σαράντα χρόνια συμμετοχή της στη δημόσια ζωή, δεν έπαιξε ποτέ και δεν παίζει με το παρόν και το μέλλον της πατρίδας.

Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας.

Ομιλία στο “Athens Investment Forum 2015”

MARKETING LETTER_GR_Page_1Κυρίες και Κύριοι,

Θέλω να ευχαριστήσω τους διοργανωτές του σημερινού Συνεδρίου για την τιμητική πρόσκληση να παραστώ στην έναρξή του και να καταθέσω σκέψεις και απόψεις για την αναπτυξιακή προοπτική της Ελληνικής οικονομίας.

Υπάρχει όμως αναπτυξιακή προοπτική;

Που ήμασταν; Που βρισκόμαστε; Τι πρέπει να κάνουμε;

Κυρίες και Κύριοι,

Όπως γνωρίζετε, οι Ευρωπαϊκές οικονομίες, από το 2008, «χτυπήθηκαν» έντονα από την παγκόσμια κρίση.

Η Ελλάδα επλήγη άμεσα και περισσότερο.

Αφού εμφάνιζε και τις μεγαλύτερες, διαχρονικά, ενδογενείς αδυναμίες.

Με αποτέλεσμα, η οικονομία της να λειτουργεί, περισσότερο ή λιγότερο ανά περίοδο, σε συνθήκες ασταθούς ισορροπίας.

Και με ένα αναπτυξιακό υπόδειγμα που χαρακτηρίζονταν από εμφανείς αλλά και υποβόσκουσες, μακροχρόνιες παθογένειες στο αξιακό, στο θεσμικό, στο πολιτικό, στο κοινωνικό και στο οικονομικό πεδίο.

Η μεταγενέστερη εξέλιξη των γεγονότων στη χώρα είναι γνωστή.

Η κρίση δανεισμού, η προσφυγή της χώρας στο Μηχανισμό Στήριξης ως αποτέλεσμα και μιας σειράς λανθασμένων πολιτικών επιλογών της τότε περιόδου, η εφαρμογή ενός Προγράμματος Οικονομικής Πολιτικής, του ίδιου Προγράμματος από το 2010 μέχρι και σήμερα.

Πρόγραμμα ασφυκτικό και ανελαστικό.

Πρόγραμμα το οποίο απαιτεί βίαιη και εμπροσθοβαρή δημοσιονομική προσαρμογή και πλήθος δύσκολων, αλλά σε πολλές περιπτώσεις αναγκαίων διαρθρωτικών παρεμβάσεων.

Πρόγραμμα το οποίο, παρά τα λάθη στο περιεχόμενό του στο μίγμα της δημοσιονομικής πολιτικής και την αβελτηρία στην εφαρμογή του στο σκέλος των διαρθρωτικών αλλαγών, κατέγραψε, στο τέλος του 2014, θετικά και μετρήσιμα αποτελέσματα.

  • Σταθεροποιήθηκαν τα δημόσια οικονομικά.
  • Αντιμετωπίστηκαν χρόνιες εσωτερικές και εξωτερικές ανισορροπίες.
  • Ενισχύθηκε η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.
  • Δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για τη λήξη της παρατεταμένης ύφεσης.

Πράγματι, η χώρα, το 2014, μετά από 6 συναπτά έτη βαθιάς και παρατεταμένης ύφεσης, επέστρεψε σε θετικό ρυθμό οικονομικής μεγέθυνσης, υψηλότερο και από τις εκτιμήσεις, στο +0,8%.

Και η προοπτική ήταν η οικονομία της να μεγεθυνθεί σε ποσοστό άνω του 2,5% το 2015.

Σε αυτό συνέκλιναν όλες οι προβλέψεις των εταίρων, των διεθνών οίκων, της Τράπεζας της Ελλάδος, της Ελληνικής Κυβέρνησης.

Είναι όμως εφικτή η επίτευξη αυτού του στόχου σήμερα;

Δυστυχώς όχι.

Η παρατεταμένη αβεβαιότητα, η αστάθεια και η «δημιουργική ασάφεια» έχουν οδηγήσει την οικονομία σε μια νέα φάση επιδείνωσης.

  • Η οικονομική δραστηριότητα έχει παγώσει.
  • Ιδιώτες εγκαταλείπουν επενδυτικές πρωτοβουλίες.
  • Το Κράτος έχει κηρύξει, και πάλι, μερική εσωτερική στάση πληρωμών.
  • Δεν υπάρχει προσφορά πιστώσεων από το τραπεζικό σύστημα αφού παρατηρείται, και πάλι, σημαντική εκροή καταθέσεων, ενώ τα «κόκκινα δάνεια», και πάλι, διογκώνονται.
  • Παράλληλα, το κόστος δανεισμού των πιστωτικών ιδρυμάτων έχει επιβαρυνθεί, οι τράπεζες πρέπει να ενισχύουν με «ενέσεις ρευστότητας» το Δημόσιο, ενώ το Κράτος έχει «σκουπίσει» όλα τα διαθέσιμα στις εμπορικές τράπεζες φορέων της Γενικής Κυβέρνησης.
  • Η απόσταση από την επιστροφή στις αγορές μεγαλώνει και η πιστοληπτική ικανότητα της χώρας υποβαθμίζεται και πάλι.
  • Ενώ η χώρα δεν μπορεί, με τα σημερινά δεδομένα, να συμμετάσχει στο πρόγραμμα «ποσοτικής χαλάρωσης» της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Συμπερασματικά, η ανάκαμψη της οικονομίας κινδυνεύει.

Σ’ αυτό συγκλίνουν οι πάντες, εντός και εκτός χώρας.

Ενδεικτικά, ο Οίκος Fitch, που πρόσφατα υποβάθμισε την Ελλάδα, προχώρησε σε μείωση των εκτιμήσεων για το 2015: 2,5% έλεγε το Δεκέμβριο, 1,5% τον Ιανουάριο και 0,5% λέει τώρα. Με ρίσκο να μειωθεί και άλλο.

Συνεπώς, στην παρούσα φάση, δυστυχώς, οι αναπτυξιακές προοπτικές της οικονομίας δεν είναι ευοίωνες.

Και αυτό γιατί η Κυβέρνηση έχει αναλώσει πολύτιμο χρόνο και διαπραγματευτικό κεφάλαιο σε ασκήσεις επικοινωνιακής, και μόνο, πολιτικής και σε παίγνια με σύμβολα, συμβολισμούς και λέξεις.

Προκειμένου να δικαιολογήσει τις παλινωδίες, τις ασυνέπειες, την αβελτηρία, την απουσία σχεδίου.

Καλούμε συνεπώς την Κυβέρνηση να επιδείξει υπευθυνότητα και ρεαλισμό.

Και να προχωρήσει, άμεσα, όπως και η ίδια έχει δεσμευθεί, στην υλοποίηση των Ευρωπαϊκών αποφάσεων της 20ης Φεβρουαρίου.

Ώστε να σταθεροποιηθεί, το συντομότερο δυνατόν, η κατάσταση.

Και αυτή η σταθεροποίηση να μετατραπεί, μέσα από μια ολοκληρωμένη στρατηγική που είχε ήδη ξεκινήσει, σε δυναμική και βιώσιμη ανάπτυξη, με κοινωνική συνοχή, εντός της Ευρωζώνης.

Βασικοί άξονες αυτής της στρατηγικής πρέπει να είναι:

1ος. Η πραγματοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, κυρίως με την ενδυνάμωση του ανταγωνισμού στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών και με την άρση των εμποδίων στη λειτουργία της οικονομίας.

Μεταρρυθμίσεις, που θα βοηθήσουν τη διατήρηση ή/και δημιουργία νέων εξωστρεφών και ανταγωνιστικών εγχώριων επιχειρήσεων και την προσέλκυση ξένων άμεσων επενδύσεων.

2ος. Η βελτίωση της «ποιότητας» των δημόσιων οικονομικών.

Και αυτό θα επιτευχθεί με την αύξηση της αποτελεσματικότητας των πόρων και με την ενίσχυση, σταδιακά, των δαπανών που έχουν υψηλό πολλαπλασιαστή και απόδοση, προάγουν την οικονομική ανάπτυξη και δημιουργούν υψηλή κοινωνική ανταποδοτικότητα.

Αυτός ο προσανατολισμός των δημόσιων δαπανών συνάδει και με τη θεωρία της ενδογενούς ανάπτυξης, σύμφωνα με την οποία παράγοντες όπως η εκπαίδευση, η έρευνα και η καινοτομία δημιουργούν τις προϋποθέσεις για μια ισχυρή αναπτυξιακή δυναμική.

3οςΗ ταχύτερη και εμπροσθοβαρής υλοποίηση επενδυτικών σχεδίων από πόρους του ΕΣΠΑ και της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων.

Καθώς και η ορθολογική αξιοποίηση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων.

4ος. Η εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης.

Είναι γεγονός ότι η εύρυθμη λειτουργία του τραπεζικού τομέα, ιδιαίτερα σε τραπεζοκεντρικές χώρες όπως είναι η Ελλάδα, αποτελεί προϋπόθεση για τη βιώσιμη ανάπτυξη και την αποτελεσματική κατανομή των οικονομικών πόρων.

Το Ελληνικό τραπεζικό σύστημα, τα τελευταία χρόνια, βρέθηκε αντιμέτωπο με πολλές, μεγάλες και διευρυνόμενες προκλήσεις.

Αυτές είχαν ορατές και δυσμενείς επιπτώσεις στη ρευστότητα, στην αποδοτικότητα, στην αποτελεσματικότητα και στην ποιότητα του χαρτοφυλακίου των Ελληνικών πιστωτικών ιδρυμάτων.

Για το λόγο αυτό, στόχος της προηγούμενης Κυβέρνησης ήταν να τεθούν οι βάσεις για τη δημιουργία ενός ισχυρού, αποτελεσματικού, βιώσιμου και σταθερού τραπεζικού συστήματος, ώστε να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη καταθετών και επενδυτών και να αποφευχθεί ευρεία συστημική αποσταθεροποίηση.

Σ’ αυτό το πλαίσιο:

  • εξασφαλίστηκαν επαρκείς πόροι για την ανακεφαλαιοποίηση του τραπεζικού συστήματος,
  • καλύφθηκαν οι βραχυχρόνιες ανάγκες ρευστότητας μέσω της παροχής έκτακτης χρηματοδότησης,
  • διαμορφώθηκε ένα πλαίσιο εξυγίανσης πιστωτικών ιδρυμάτων ικανό να στηρίξει την ανασύνταξη του τραπεζικού τομέα και
  • μπήκαν οι βάσεις για την αντιμετώπιση του προβλήματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Οι στόχοι που είχαν τεθεί επιτεύχθησαν.

Το τραπεζικό σύστημα ανακεφαλαιοποιήθηκε και αναδιατάχθηκε επιτυχώς και η εμπιστοσύνη σε αυτό ενισχύθηκε.

Δυστυχώς όμως, σήμερα, το Ελληνικό τραπεζικό σύστημα βρίσκεται αντιμέτωπο, και πάλι, με νέες προκλήσεις.

Και αυτό είναι φυσικό, γιατί επηρεάζεται και επηρεάζει την πραγματική οικονομία.

5ος. Η εντατικότερη υλοποίηση του προγράμματος αποκρατικοποιήσεων και αξιοποίησης της περιουσίας του Δημοσίου.

Η αξιοποίηση αυτή είναι επωφελής για τη χώρα, καθώς βραχυπρόθεσμα αυξάνονται τα έσοδα του Δημοσίου, ενώ μεσο-μακροπρόθεσμα δημιουργείται πλούτος στην Ελληνική οικονομία, μέσω της αύξησης των επενδύσεων και της δημιουργίας νέων θέσεων απασχόλησης.

6ος. Η δημιουργία ενός δίκαιου, αποτελεσματικού και σύγχρονου κράτους.

Αφού επιτεύχθησαν οι αναγκαίοι στόχοι για τη μείωση του αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων και της μισθολογικής τους δαπάνης, οφείλουμε να περάσουμε στην εκπλήρωση των κρίσιμων ποιοτικών μεταρρυθμίσεων, με προτεραιότητα στην πάταξη της γραφειοκρατίας και στην αξιολόγηση.

7ος. Η μεγιστοποίηση των διαθέσιμων χρηματοδοτικών πόρων και η άντληση κεφαλαίων από εναλλακτικές, πλην τραπεζικού δανεισμού, πηγές χρηματοδότησης.

Σε αυτή την κατεύθυνση, η προηγούμενη Κυβέρνηση, στην προσπάθεια της να ενισχύσει τον ρόλο που διαδραματίζει η Ελληνική Κεφαλαιαγορά, προχώρησε στις αναγκαίες παρεμβάσεις για τη διαμόρφωση του κατάλληλου θεσμικού πλαισίου για την προσέλκυση επενδύσεων, μέσω των νέων επενδυτικών εργαλείων και της ενσωμάτωσης, στο Εθνικό Δίκαιο, των Οδηγιών για τις συλλογικές επενδύσεις.

8ος. Η σταδιακή μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης.

Αυτό θα επιτευχθεί με τη διασφάλιση περιβάλλοντος δημοσιονομικής σταθερότητας και με την ένταξη του «αφανούς» τμήματος της οικονομίας στο «εμφανές» πεδίο της, επιτυγχάνοντας τη φορολόγησή του.

9ος. Η περαιτέρω ενίσχυση της μακροχρόνιας βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους.

Η αλήθεια είναι ότι το δημόσιο χρέος, εδώ και δεκαετίες, είχε πολύ ισχυρή αυξητική δυναμική.

Αλήθεια, επίσης, είναι ότι ο ρυθμός αύξησής του αρχίζει να περιορίζεται, η μέση υπολειπόμενη φυσική διάρκειά του έχει χρονικά επεκταθεί και οι δαπάνες εξυπηρέτησής του έχουν αισθητά μειωθεί.

Είναι όμως επίσης αλήθεια ότι η επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων της χώρας υποχρεώνει τους εταίρους και δανειστές μας να αναλάβουν, σύντομα, συγκεκριμένες πρωτοβουλίες για την περαιτέρω ενίσχυση της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους.

Ρεαλιστικές λύσεις, εφικτές τεχνικές, ισοδύναμοι τρόποι υπάρχουν.

Και σε αυτό συμφωνεί πλέον και η σημερινή Κυβέρνηση.

Κυρίες και Κύριοι,

Κατά την εκτίμησή μου, αυτός είναι ο ορθός δρόμος που πρέπει να ακολουθήσουμε.

Για το λόγο αυτό είναι εθνική ανάγκη να διαφυλαχθούν όλα όσα έχουν επιτευχθεί, με τόσο μεγάλο κόπο και κόστος.

Εμείς, ως Αξιωματική Αντιπολίτευση, στην περίπτωση αναζήτησης καλών λύσεων για τη χώρα και τους πολίτες, θα είμαστε δημιουργικά σαφείς.

Θα στηρίζουμε κάθε προσπάθεια που στοχεύει στη ρεαλιστική, σταθερή, ομαλή και ανοδική πορεία της χώρας, εντός της Ευρωζώνης.

Άλλωστε, όπως σταθερά υποστηρίζω, η προσπάθεια με στόχο τη συγκρότηση μιας ισχυρής Ελλάδας, η οποία θα λειτουργεί με αξιοπρέπεια στην Ευρωπαϊκή και την παγκόσμια σκηνή, πρέπει να είναι συνεχής και συλλογική.

Ομιλία στο Συνέδριο “Banking and Insurance Forum: The Day After”

xristos-staikouras-banking-and-insurance-forumΚυρίες και Κύριοι,

Θέλω να ευχαριστήσω τους διοργανωτές του Συνεδρίου για την πρόσκληση που μου απηύθυναν να παραστώ και να καταθέσω σκέψεις για την τρέχουσα οικονομική κατάσταση της χώρας, ιδιαίτερα του τραπεζικού συστήματος.

Κυρίες και Κύριοι,

Γνωρίζετε ότι οι Ευρωπαϊκές οικονομίες, από το 2008, «χτυπήθηκαν» έντονα από την παγκόσμια κρίση.

Κρίση δημοσιονομική και χρηματοπιστωτική.

Κρίση μεταδοτική, από τον χρηματοπιστωτικό προς το δημοσιονομικό τομέα, ή αντίστροφα.

Κρίση η οποία ανέδειξε τις ατέλειες και τις υστερήσεις του Ευρωπαϊκού οικοδομήματος.

Αφού το βρήκε «ανοχύρωτο». Χωρίς μηχανισμούς αντίστασης και αντίδρασης, ελέγχου και εποπτείας.

Με το εγχείρημα της οικονομικής και νομισματικής ενοποίησης, δομικά και θεσμικά, ημιτελές.

Και με την Ελλάδα, να πλήττεται άμεσα και περισσότερο.

Αφού είχε τις μεγαλύτερες, διαχρονικά, ενδογενείς αδυναμίες.

Με αποτέλεσμα, η οικονομία της να λειτουργεί, περισσότερο ή λιγότερο ανά περίοδο, σε συνθήκες ασταθούς ισορροπίας.

Και με ένα αναπτυξιακό υπόδειγμα που χαρακτηρίζονταν από εμφανείς αλλά και υποβόσκουσες, μακροχρόνιες παθογένειες στο αξιακό, στο θεσμικό, στο πολιτικό, στο κοινωνικό και στο οικονομικό πεδίο.

Η μεταγενέστερη εξέλιξη των γεγονότων στη χώρα μας είναι γνωστή.

Η κρίση δανεισμού, η προσφυγή της χώρας στο Μηχανισμό Στήριξης ως αποτέλεσμα και μιας σειράς λανθασμένων πολιτικών επιλογών της τότε περιόδου, η εφαρμογή ενός Προγράμματος Οικονομικής Πολιτικής, του ίδιου Προγράμματος από το 2010 μέχρι και σήμερα.

Πρόγραμμα ασφυκτικό και ανελαστικό.

Πρόγραμμα το οποίο απαιτεί βίαιη και εμπροσθοβαρή δημοσιονομική προσαρμογή και πλήθος δύσκολων, αλλά σε πολλές περιπτώσεις αναγκαίων διαρθρωτικών παρεμβάσεων.

Πρόγραμμα το οποίο, παρά τα οποία λάθη στο περιεχόμενό του στο μίγμα της δημοσιονομικής πολιτικής και την αβελτηρία στην εφαρμογή του στο σκέλος των διαρθρωτικών αλλαγών, κατέγραψε, στο τέλος του 2014, θετικά και μετρήσιμα αποτελέσματα.

Αποτελέσματα τα οποία αναγνωρίζονται τόσο διεθνώς όσο και εντός της χώρας.

Και τα οποία είναι προϊόν συλλογικής και σκληρής δουλειάς.

Και, κυρίως, των μεγάλων θυσιών των Ελλήνων πολιτών.

  • Επιτεύχθηκαν δημοσιονομικοί στόχοι.
  • Παράχθηκαν πρωτογενή πλεονάσματα.
  • Αντιμετωπίστηκαν χρόνιες εσωτερικές και εξωτερικές ανισορροπίες.
  • Ενισχύθηκε η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.
  • Η οικονομία άρχισε και πάλι να μεγεθύνεται.
  • Η ανεργία, αν και οριακά, είχε αρχίσει να υποχωρεί.
  • Ενώ ολοκληρώθηκε επιτυχώς και η ανακεφαλαιοποίηση του τραπεζικού συστήματος.

Κυρίες και Κύριοι,

Θέλω να σταθώ ιδιαίτερα στο τελευταίο.

Και αυτό όχι μόνο γιατί αποτελεί το θέμα του Συνεδρίου.

Αλλά και γιατί η εύρυθμη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος, ιδιαίτερα σε τραπεζοκεντρικές χώρες όπως είναι η Ελλάδα, αποτελεί προϋπόθεση για τη βιώσιμη ανάπτυξη και την αποτελεσματική κατανομή των οικονομικών πόρων.

Τα πιστωτικά ιδρύματα της χώρας, τα τελευταία χρόνια, βρέθηκαν αντιμέτωπα με πολλές, μεγάλες και διευρυνόμενες προκλήσεις.

Προκλήσεις που απέρρεαν:

  • Από την επιβράδυνση του ρυθμού οικονομικής μεγέθυνσης.
  • Από τις συνεχείς υποβαθμίσεις της πιστοληπτικής αξιολόγησης των τραπεζών, αποτέλεσμα των αντίστοιχων υποβαθμίσεων της χώρας.
  • Από τον αποκλεισμό των πιστωτικών ιδρυμάτων από τις διεθνείς αγορές άντλησης κεφαλαίων.
  • Από τη συρρίκνωση του ρυθμού πιστωτικής επέκτασης, με τον περιορισμό τόσο της ζήτησης όσο και της προσφοράς τραπεζικών πιστώσεων.
  • Από τις επιπτώσεις της αναδιάρθρωσης του Ελληνικού δημοσίου χρέους, που άσκησε πιέσεις στα μεγέθη των Ελληνικών τραπεζών.
  • Από την έντονη και συνεχή εκροή των καταθέσεων.
  • Από την αναγκαιότητα να προσφέρουν, συστηματικά, «ενέσεις» ρευστότητας στο Ελληνικό Δημόσιο καλύπτοντας εκδόσεις βραχυπρόθεσμου χρέους.
  • Από τη χειροτέρευση της ποιότητας του δανειακού χαρτοφυλακίου των πιστωτικών ιδρυμάτων εξαιτίας της βίαιας και μεγάλης επιδείνωσης της χρηματοοικονομικής κατάστασης επιχειρήσεων και νοικοκυριών, αλλά και σφαλμάτων στο σκέλος των χορηγήσεων των ιδίων των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Όλες αυτές οι προκλήσεις είχαν ορατές και δυσμενείς επιπτώσεις στη ρευστότητα, στην αποδοτικότητα, στην αποτελεσματικότητα και στην ποιότητα του χαρτοφυλακίου των Ελληνικών πιστωτικών ιδρυμάτων.

Για το λόγο αυτό, στόχος της προηγούμενης Κυβέρνησης ήταν να τεθούν οι  βάσεις για τη δημιουργία ενός ισχυρού, αποτελεσματικού, βιώσιμου και σταθερού τραπεζικού συστήματος, ώστε να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη καταθετών και επενδυτών και να αποφευχθεί ευρεία συστημική αποσταθεροποίηση.

Σ’ αυτό το πλαίσιο:

  • εξασφαλίστηκαν επαρκείς πόροι για την ανακεφαλαιοποίηση του τραπεζικού συστήματος,
  • καλύφθηκαν οι βραχυχρόνιες ανάγκες ρευστότητας μέσω της παροχής έκτακτης χρηματοδότησης,
  • διαμορφώθηκε ένα πλαίσιο εξυγίανσης πιστωτικών ιδρυμάτων ικανό να στηρίξει την ανασύνταξη του τραπεζικού τομέα και
  • μπήκαν οι βάσεις για την αντιμετώπιση του προβλήματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Οι στόχοι που είχαν τεθεί επιτεύχθησαν.

Το τραπεζικό σύστημα ανακεφαλαιοποιήθηκε και αναδιατάχθηκε επιτυχώς και η εμπιστοσύνη σε αυτό ενισχύθηκε.

Απόδειξη αυτών, ενδεικτικά, μέχρι το τέλος του 2014, αποτελεί:

1ον. Η σταθεροποίηση των καταθέσεων, μετά το καλοκαίρι του 2012. Σ’ αυτό βοήθησε η διατήρηση του κλίματος εμπιστοσύνης και η άνοδος των συναλλαγών στο πλαίσιο της σταδιακής ανάκαμψης της οικονομίας.

2ον. Το γεγονός ότι οι 4 συστημικές τράπεζες, εντός του 1ου εξαμήνου του 2014, είχαν άνετη πρόσβαση στη διατραπεζική χρηματοδότηση και προέβησαν στην έκδοση τραπεζικών ομολόγων – χωρίς εξασφαλίσεις – στις διεθνείς αγορές, αντλώντας σημαντική ρευστότητα και μηδενίζοντας, παράλληλα, την προσφυγή τους στον Έκτακτο Μηχανισμό Ρευστότητας.

3ον. Η κάλυψη, σχεδόν εξ’ ολοκλήρου, από ξένα επενδυτικά κεφάλαια και θεσμικούς επενδυτές, των αυξήσεων μετοχικού κεφαλαίου των ιδρυμάτων.

4ον. Η ταχεία προώθηση της εφαρμογής των σχεδίων αναδιάρθρωσης των τραπεζών που έχουν εγκριθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Αυτή η βελτίωση επιβεβαιώθηκε και από τα αποτελέσματα της άσκησης Συνολικής Αξιολόγησης που διενεργήθηκε από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Τραπεζική Αρχή.

Δυστυχώς όμως, σήμερα, το Ελληνικό τραπεζικό σύστημα βρίσκεται αντιμέτωπο, και πάλι, με νέες προκλήσεις.

Και αυτό είναι φυσικό, γιατί επηρεάζεται και επηρεάζει την πραγματική οικονομία.

Πραγματική οικονομία η οποία, κυρίως λόγω της παρατεταμένης αβεβαιότητας και των συνεχιζόμενων Κυβερνητικών παλινωδιών, έχει μπει, το τελευταίο τρίμηνο, σε νέα φάση επιδείνωσης:

  • Η οικονομική δραστηριότητα έχει παγώσει και ιδιώτες εγκαταλείπουν επενδυτικές πρωτοβουλίες.
  • Η ανάκαμψη της οικονομίας, που ετετεύχθη το 2014, για 1η φορά μετά από 6 χρόνια, κινδυνεύει.
  • Το κόστος δανεισμού των πιστωτικών ιδρυμάτων έχει επιβαρυνθεί.
  • Η απόσταση από την επιστροφή στις αγορές μεγαλώνει, όπως αποδεκνύεται από την πορεία των αποδόσεων μεσο-μακροπρόθεσμεων Ελληνικών ομολόγων και από το επιτόκιο των τελευταίων εκδόσεων εντόκων γραμματίων.
  • Το κόστος του προγράμματος χρηματοδότησης μεγαλώνει, οι πηγές άντλησης πόρων «στερεύουν» και το Κράτος έχει κηρύξει μερική εσωτερική στάση πληρωμών.

Ενώ η χώρα δεν μπορεί, με τα σημερινά δεδομένα, να συμμετάσχει στο πρόγραμμα «ποσοτικής χαλάρωσης» της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Όλα αυτά συνθέτουν πάλι ένα βαρύ περιβάλλον, με κόστος για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις και με αντίκτυπο, άμεσο και έμμεσο, στο τραπεζικό σύστημα.

Αντίκτυπο που σχετίζεται και με την απροθυμία εκ μέρους των ξένων επενδυτών να ανανεώσουν διατραπεζικά δάνεια και repos με Ελληνικές τράπεζες, αλλά και με την περαιτέρω σημαντική εκροή καταθέσεων λόγω της μείωσης της εμπιστοσύνης των καταθετών.

Καταθέσεις που έχουν διαμορφωθεί στο χαμηλότερο ύψος της τελευταίας δεκαετίας, σύμφωνα με τα στοιχεία του Φεβρουαρίου που δημοσιοποιήθηκαν χθες.

Ταυτόχρονα, η απόφαση της ΕΚΤ, λόγω μη διαφαινόμενης προοπτικής για ολοκλήρωση της αξιολόγησης του Προγράμματος Οικονομικής Πολιτικής, να άρει την εξαίρεση χρεογράφων που έχει εκδώσει ή εγγυηθεί το Ελληνικό Δημόσιο από τις προϋποθέσεις ελάχιστης πιστωτικής διαβάθμισης για την αποδοχή τους ως εξασφαλίσεων κατά τις πράξεις νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος, επιδείνωσε περαιτέρω τις συνθήκες ρευστότητας των τραπεζών.

Πλέον, οι τράπεζες εξαρτώνται σε σημαντικό βαθμό από το Έκτακτο Μηχανισμό ρευστότητας, με αρκετά υψηλότερο κόστος.

Ενώ η πρακτική της Κυβέρνησης να χρησιμοποιεί τα διαθέσιμα στις εμπορικές τράπεζες φορέων της Γενικής Κυβέρνησης προκειμένου να καλύψει τις πιεστικές ταμειακές ανάγκες της χώρας, χειροτερεύει την κατάσταση.

Το αποτέλεσμα είναι, αυτές οι πιέσεις στο παθητικό των τραπεζών, να έχουν άμεση επίπτωση στο ενεργητικό τους.

Καθώς η έλλειψη και το υψηλό κόστος άντλησης ρευστότητας επηρεάζει τη διαθεσιμότητα κεφαλαίων προς τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, ενώ το υψηλό κόστος χρηματοδότησης μετακυλίεται, στο σύνολό του ή εν μέρει, στους δανειολήπτες.

Κυρίες και Κύριοι,

Πέραν του προβλήματος της ρευστότητας, η άλλη μεγάλη πρόκληση που αντιμετωπίζει το τραπεζικό σύστημα έχει να κάνει με το δυσθεώρητο ύψος των μη-εξυπηρετούμενων δανείων.

Το γεγονός αυτό παραμένει σαφώς ένα από τα βασικότερα αίτια για την αδυναμία ουσιαστικής πιστωτικής επέκτασης.

Έχει σημασία να τονίσουμε 4 παραμέτρους όσον αφορά στο πρόβλημα αυτό:

1ον. Η επίλυση του προβλήματος σχετίζεται άμεσα με την ικανότητα των ίδιων των τραπεζών να διαχειρισθούν αποτελεσματικά τα δάνεια σε καθυστέρηση.

Σ’ αυτό το πεδίο θεσπίστηκε και τέθηκε σε ισχύ ο Κώδικας Δεοντολογίας για τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων ιδιωτικών οφειλών, με τον οποίο εγκαθιδρύθηκε μηχανισμός επίλυσης του μη εξυπηρετούμενου ιδιωτικού χρέους με βάση τις βέλτιστες διεθνείς πρακτικές.

2ον. Η επίλυση του προβλήματος σχετίζεται όμως και με τη βελτίωση του μακροοικονομικού περιβάλλοντος.

Με την παγίωση θετικών, σημαντικών και διατηρήσιμων ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης, η οποία θα δημιουργήσει μια αυτοτροφοδοτούμενη διαδικασία μείωσης των προβληματικών δανείων καθώς θα βελτιώνονται οι δυνατότητες αποπληρωμής από νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Δυστυχώς, η αναμενόμενη επιβράδυνση των ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης, θα έχει ως αποτέλεσμα, πιθανότατα, τη δημιουργία πρόσθετων «κόκκινων» δανείων.

Ήδη, τους 2 πρώτους μήνες του έτους, παρατηρήθηκε επιτάχυνση της εμφάνισης νέων καθυστερήσεων, έναντι αποκλιμάκωσης τα τελευταία τρίμηνα του 2014.

3ον. Κομβικής σημασίας είναι και η σταθερότητα ως προς την άσκηση πολιτικής προκειμένου να αποφεύγονται φαινόμενα ηθικού κινδύνου (moral hazard).

Δηλαδή δεν θα πρέπει να δημιουργούνται κίνητρα για αθέτηση οφειλών στους δανειολήπτες που έχουν δυνατότητα να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους.

Μέρος όμως της προαναφερθείσας εμφάνισης νέων καθυστερήσεων εκτιμάται ότι προέρχεται από την εμφάνιση των λεγόμενων «στρατηγικών κακοπληρωτών», λόγω προσδοκιών που είχαν δημιουργηθεί για διαγραφή χρεών.

4ον. Τέλος, οι ρυθμίσεις επιχειρηματικών δανείων θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη και τη βιωσιμότητα των επιχειρησιακών σχεδίων.

Κι αυτό, ώστε να μη δεσμεύονται πόροι σε επιχειρήσεις που δεν έχουν καμία προοπτική επιβίωσης, καθώς έτσι περιορίζεται η χρηματοδότηση προς υγιείς επιχειρήσεις που μπορούν να συνδράμουν στην οικονομική ανάπτυξη και την αύξηση της απασχόλησης.

Στο πλαίσιο αυτό εντάχθηκε ο Ν. 4307/2014, με τον οποίο παρασχέθηκαν κίνητρα για τη ρύθμιση χρεών μικρών επιχειρήσεων και επαγγελματιών και προβλέφθηκαν έκτακτες διαδικασίες ρύθμισης οφειλών επιχειρήσεων.

Κυρίες και Κύριοι,

Αυτές οι προκλήσεις επιτάσσουν την ανάγκη συνετής και διορατικής διαχείρισης της κατάστασης από την Πολιτεία, η οποία οφείλει να λαμβάνει πρωτοβουλίες για την ενίσχυση της ροής των πιστώσεων στην αγορά και την αναθέρμανση της οικονομίας.

Δυστυχώς, στην παρούσα φάση, οι προοπτικές αυτές δεν είναι θετικές.

Και αυτό γιατί η Κυβέρνηση έχει αναλώσει πολύτιμο χρόνο και διαπραγματευτικό κεφάλαιο σε ασκήσεις επικοινωνιακής, και μόνο, πολιτικής και σε παίγνια με σύμβολα, συμβολισμούς και λέξεις.

Προκειμένου να δικαιολογήσει, στο εσωτερικό του κυβερνητικού συνασπισμού, τις παλινωδίες, τις ασυνέπειες, την αβελτηρία, την απουσία σχεδίου.

Καλούμε συνεπώς την Κυβέρνηση να επιδείξει υπευθυνότητα, σύνεση και ρεαλισμό.

Και να περάσει, επιτέλους, από τη «δημιουργική ασάφεια» στη σαφήνεια της πραγματικότητας.

Γιατί αυτό που προέχει είναι να προχωρήσει, άμεσα, στην υλοποίηση των Ευρωπαϊκών αποφάσεων της 20ης Φεβρουαρίου.

Έστω και αν σήμερα διαπιστώνει ότι έκανε λάθος που συμφώνησε στην επιστροφή του συνόλου των ομολόγων στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και στη χορήγηση της δόσης, ακόμη και του τμήματος της επιστροφής κερδών από τη διακράτηση Ελληνικών ομολόγων, στο τέλος της αξιολόγησης του τρέχοντος Προγράμματος.

Όσο δε οι υφιστάμενες στη συμφωνία ασάφειες, καταστούν εν πορεία σαφείς και ποσοτικά συγκεκριμένες, τότε πλέον θα πέσουν και τα τελευταία «φύλλα συκής» και θα αποκαλυφθεί όλη η αλήθεια.

Εμείς πάντως, ως Αξιωματική Αντιπολίτευση, στην περίπτωση αναζήτησης καλών λύσεων για τη χώρα και τους πολίτες, θα είμαστε δημιουργικά σαφείς.

Η άρνηση σε όλα και η «δημιουργική ασάφεια», αποτέλεσε πρακτική άλλων.

Καθιστώ συνεπώς σαφές, για ακόμη μία φορά, ότι στηρίζουμε κάθε προσπάθεια που στοχεύει στη ρεαλιστική, σταθερή, ομαλή και ανοδική πορεία της χώρας, εντός της ευρωζώνης.

Άλλωστε η προσπάθεια με στόχο τη συγκρότηση μιας ισχυρής Ελλάδας, η οποία θα λειτουργεί με αξιοπρέπεια στην Ευρωπαϊκή και την παγκόσμια σκηνή, πρέπει να είναι συνεχής και συλλογική.

Ομιλία στην Επιτροπή για το Σχέδιο Νόμου “Ρυθμίσεις για την Επανεκκίνηση της Οικονομίας”

E170BCAF0010287DBA2D6ACAD8606BE4Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Το Σχέδιο Νόμου, το οποίο συζητάμε, φέρει το βαρύγδουπο τίτλο «Ρυθμίσεις για την επανεκκίνηση της οικονομίας».

Αλήθεια, σε ποια επανεκκίνηση αναφέρεται η Κυβέρνηση;

Το τελευταίο δίμηνο, η κατάσταση της πραγματικής οικονομίας, λόγω της παρατεταμένης αβεβαιότητας και των συνεχών και συνεχιζόμενων Κυβερνητικών παλινωδιών και αντιφάσεων, έχει επιδεινωθεί.

  • Η αξιοπιστία της χώρας έχει επιστρέψει στο χαμηλότερο σημείο.
  • Ιδιώτες εγκαταλείπουν επενδυτικές πρωτοβουλίες.
  • Η ανάκαμψη, που ετετεύχθη το 2014, για 1η φορά μετά από 6 χρόνια, κινδυνεύει.
  • Οι καταθέσεις έχουν συρρικνωθεί κατά περισσότερο από 26 δισ. ευρώ το τελευταίο τρίμηνο και τα «κόκκινα δάνεια» έχουν αυξηθεί.
  • Το κόστος δανεισμού των πιστωτικών ιδρυμάτων συνεχώς επιβαρύνεται.
  • Η πιστοληπτική ικανότητα της χώρας υποβαθμίζεται ξανά.
  • Η απόσταση από την επιστροφή μας στις αγορές διευρύνεται.
  • Το κόστος του προγράμματος χρηματοδότησης μεγαλώνει.
  • Οι πηγές άντλησης πόρων «στερεύουν».
  • Το κράτος έχει κηρύξει μερική εσωτερική στάση πληρωμών.
  • Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα αυξάνουν και πάλι.
  • Τα φορολογικά έσοδα και τα έσοδα των ασφαλιστικών ταμείων παρουσιάζουν σημαντική και διευρυνόμενη υστέρηση από τους στόχους.

Ιδιαίτερα μετά τις προεκλογικές και μετεκλογικές υποσχέσεις της Κυβέρνησης για νέα ρύθμιση οφειλών.

Αλλά και της προτροπής των Κομμάτων που στηρίζουν την Κυβέρνηση, πριν τις εκλογές, προς τους πολίτες να μην είναι συνεπείς στις υποχρεώσεις τους, καλλιεργώντας έτσι κουλτούρα μη συμμόρφωσής τους.

Βέβαια, σήμερα, τα ίδια πρόσωπα, από θιασώτες της ανυπακοής ξαφνικά έχουν μετατραπεί σε πρωτοστάτες του «πατριωτισμού».

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Όλα αυτά έχουν συνθέσει ένα ιδιαίτερα βαρύ περιβάλλον, με κόστος για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Σε αυτό το περιβάλλον, για τη διαμόρφωση του οποίου φέρει τεράστια ευθύνη η σημερινή Κυβέρνηση, κατατίθεται το παρόν Σχέδιο Νόμου.

Σχέδιο Νόμου που δεν επιδοκιμάζει, δυστυχώς, έμπρακτα τους μέχρι σήμερα συνεπείς φορολογούμενους, και που προσθέτει έναν ακόμη κρίκο στην αλυσίδα θέσπισης φορολογικών αμνηστεύσεων.

Αυτό πρέπει να σταματήσει.

Προσβάλλει του συνεπείς φορολογούμενους και υπονομεύει τα δημόσια έσοδα.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι, το Σχέδιο Νόμου:

1ον. Κινείται στο υφιστάμενο πλαίσιο ρύθμισης φορολογικών και ασφαλιστικών υποχρεώσεων που είχε θέσει η προηγούμενη Κυβέρνηση με το Ν. 4305/2014.

Ρύθμιση που στους 2 πρώτους μήνες εφαρμογής της, παρά την καταψήφιση και υπονόμευσή της από την τότε Αξιωματική Αντιπολίτευση, επέφερε τα προσδοκώμενα δημοσιονομικά αποτελέσματα.

2ον. Απέχει αισθητά από τις προεκλογικές υποσχέσεις και μετεκλογικές δεσμεύσεις της Κυβέρνησης.

Ενδεικτικά, δεν υπάρχει διαγραφή κεφαλαίου οφειλής, ενώ εγκαταλείπεται η υπόσχεση για παραπομπή κάθε υπόθεσης χρέους σε Επιτροπή που θα έκρινε ανάλογα με τα εισοδήματα κάθε φορολογούμενου.

Αντίθετα, η Κυβέρνηση προσχωρεί στην άποψή μας για ηλεκτρονική αίτηση και επεξεργασία της, αντιλαμβανόμενη ότι η προηγούμενη θέση της θα οδηγούσε τους πολίτες σε μεγάλες καθυστερήσεις, ταλαιπωρίες και αβεβαιότητα.

3ον. Περικλείει οριακές διαφορές και δεν επιφέρει ουσιαστικό δημοσιονομικό όφελος σε μεσο-μακροπρόθεσμο ορίζοντα.

Στόχος είναι να καλυφθούν οι άμεσες και πιεστικές ταμειακές ανάγκες του Κράτους.

Η Έκθεση του ΓΛΚ το επιβεβαιώνει.

Ενδεικτικά και μόνο, τα προσδοκώμενα έσοδα για τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης ανέρχονται σε 2 δισ. ευρώ, σε διάστημα 8 ετών.

Περίπου όσα και η προηγούμενη ρύθμιση.

Ενώ, φυσικά, εκτός των άλλων, προκαλείται και μείωση βεβαιωμένων εσόδων, λόγω διαγραφής προσαυξήσεων σε ήδη βεβαιωμένες και καθυστερούμενες οφειλές.

4ον. Αδικεί όσους συμμορφώνονται και ενδεχομένως δανείζονται από τράπεζες με μεγαλύτερα επιτόκια για την εξόφληση των υποχρεώσεών τους.

Τονίζω ότι ακόμη και το Δημόσιο, δηλαδή όλοι μας, δανείζεται με υψηλότερο επιτόκιο από αυτό με το οποίο «δανείζει» τους οφειλέτες του.

5ον. Αυξάνει την αβεβαιότητα για τα μελλοντικά έσοδα του Δημοσίου.

Αυτό συμβαίνει γιατί ενώ με το Ν. 4305/2014 ο οφειλέτης μπορούσε κατά τη διάρκεια της ρύθμισης να εξοφλήσει νωρίτερα με ανάλογες εκπτώσεις, με το νέο πρόγραμμα μπορεί να αυξήσει τις αρχικώς επιλεγείσες δόσεις.

6ον. Ευνοεί εξόφθαλμα τους μεγαλοοφειλέτες του Δημοσίου.

Η κατάργηση του ανώτατου ορίου του 1 εκατ. ευρώ για την υπαγωγή στη ρύθμιση, δεν εξασφαλίζει τη μεγαλύτερη συμβολή τους στα δημόσια έσοδα.

7ον. Υπονομεύει την αυτονομία της ΓΓΔΕ.

Η μεταβίβαση της αρμοδιότητας για τη χορήγηση της ρύθμισης, στον Υπουργό Οικονομικών αντί του Γενικού Γραμματέα, συνιστά πολιτική ανάμειξη στην είσπραξη των εσόδων και είναι σε ευθεία αντίθεση με την κείμενη νομοθεσία και τις βέλτιστες διεθνείς πρακτικές.

Άλλο φορολογική πολιτική και άλλο φορολογική διοίκηση.

8ον. Επιβάλλει «χαράτσι», με τη μορφή «προληπτικού φόρου» 26%, στις επιχειρήσεις που συναλλάσσονται με ορισμένες χώρες (π.χ. Κύπρο, Βουλγαρία, Ιρλανδία), ο οποίος δύναται να επιστραφεί μετά από 12 μήνες το ταχύτερο.

Πέρα από την χρηματοδοτική ασφυξία που προκαλεί στις επιχειρήσεις, ιδιαίτερα στις σημερινές συνθήκες δραματικής έλλειψης ρευστότητας, η προτεινόμενη ρύθμιση ενδέχεται να είναι αντίθετη και με το Σύνταγμα,  την Ευρωπαϊκή Νομοθεσία, αλλά και πρόσφατη νομολογία του ΣτΕ (2190 και 2191/2014).

9ον. Λύει και θέτει σε εκκαθάριση, κακώς, την εταιρεία «Παράκτιο Μέτωπο ΑΕ».

Ενώ αφήνει ανοικτό τη ζήτημα της διαχείρισης των αποκρατικοποιήσεων και της αξιοποίησης της περιουσίας του Δημοσίου, αφού αναφέρεται, ως εκδήλωση πρόθεσης, σε φορέα που θα δημιουργηθεί.

Ενώ επισημαίνει ότι τα έσοδα που θα προκύπτουν «θα αξιοποιούνται, κυρίως (με όση ασάφεια αυτό μπορεί να έχει), για τη χρηματοδότηση της κοινωνικής πολιτικής του Κράτους και τη στήριξη της κοινωνικής ασφάλισης».

Ορισμένες επισημάνσεις:

1ον. Και σήμερα, τα έσοδα από το «Παράκτιο Μέτωπο» και την ΕΤΑΔ καταγράφονται, ταμειακά, στον Προϋπολογισμό και δεν συμβάλλουν άμεσα στη μείωση του χρέους.

2ον. Ο Υπουργός Οικονομικών έχει υποστηρίξει, στις τοποθετήσεις του στο Eurogroup, ότι τα έσοδα από την αξιοποίηση της περιουσίας θα πρέπει να μειώνουν άμεσα το δημόσιο χρέος. Άλλα λέμε έξω, αλλά κάνουμε μέσα;

3ον. Ας δεχθούμε ότι τα έσοδα αυτά, με κάποιον τρόπο, θα αξιοποιούνται για τους σκοπούς του Σχεδίου Νόμου. Και στο οποίο ουδείς, θεωρητικά, θα είχε αντίρρηση.

Τότε, αν αυτά τα ποσά είναι επιπλέον αυτών που ήδη δίνονται για την άσκηση κοινωνικής πολιτικής από τον Κρατικό Προϋπολογισμό, θα λείψουν από την άσκηση για τη βιωσιμότητα του χρέους.

Όσα και αν είναι αυτά τα έσοδα. Ακόμη και αν είναι λιγότερα σε σχέση με τις σημερινές εκτιμήσεις, όπως υποστηρίζει η Κυβέρνηση.

Θα απαιτηθούν, συνεπώς, νέα μέτρα για να καλυφθεί το κενό που προκαλείται.

Οπότε, τελικά, το κόστος για την κοινωνία θα είναι μεγαλύτερο.

Αν τα ποσά αυτά υποκαταστήσουν πόρους που ήδη δίνονται για κοινωνική πολιτική, τότε, απλά και μόνο, μιλάμε για επικοινωνική διαχείριση του ζητήματος, χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα.

Θα τα δούμε όμως αυτά αναλυτικά όταν περάσουμε από την εκδήλωση προθέσεων στη συγκεκριμένη νομοθέτηση.

TwitterInstagramYoutube