Ομιλία στη Βουλή για τη διαπραγμάτευση και τη σύναψη δανειακής σύμβασης

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Η πορεία της χώρας, και όλων μας, τους τελευταίους μήνες, κινείται σε θολό τοπίο.

Ιδιαίτερα τις τελευταίες εβδομάδες, μέρα με τη μέρα, το εσωτερικό αλλά και το εξωτερικό περιβάλλον εντός του οποίου κινείται η χώρα, εξαιτίας πράξεων και παραλείψεων της Κυβέρνησης, έχει καταστεί ιδιαίτερα δυσμενές.

Η αβεβαιότητα, αλλά και η αγωνία των πολιτών, μέρα με τη μέρα κορυφώνονται.

Η χώρα έχει περάσει από τις προβληματικές συνθήκες των τελευταίων ετών σε συνθήκες υψηλού κινδύνου.

Το οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό κόστος, που έχει προκληθεί, είναι τεράστιο.

Το κόστος αυτό καλείται να πληρώνει επί μακρόν η χώρα.

Να πληρώνουν όλα τα νοικοκυριά και όλες οι επιχειρήσεις.

Πιο συγκεκριμένα, όπως επιβεβαιώνεται και από την Εισηγητική Έκθεση, η αναγκαιότητα μιας νέας δανειακής σύμβασης οφείλεται και στα ακόλουθα:

1ον. Από την προηγούμενη εβδομάδα, η χώρα, βρίσκεται στο «κενό».

Δεν υφίσταται Πρόγραμμα Στήριξης.

Δεν είναι πλέον διαθέσιμη η τελευταία δόση του δανείου από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας.

Έχουν λήξει όλες οι συμφωνίες μεταβίβασης των κερδών από τη διακράτηση Ελληνικών ομολόγων από τις Ευρωπαϊκές τράπεζες (ANFA και SMP).

Και δεν ισχύουν οι συμφωνίες κάλυψης του δυνητικού κόστους ανακεφαλαιοποίησης ή εξυγίανσης των Ελληνικών τραπεζών.

2ον. Η χώρα, από τις αρχές του μήνα, θεωρείται «ληξιπρόθεσμη» έναντι του ΔΝΤ.

Ενώ άμεσα, σε 10 ημέρες, θα πρέπει να ανταποκριθεί και στις υποχρεώσεις της έναντι της ΕΚΤ.

Σήμερα, οι πόροι για την αποπληρωμή αυτών των υποχρεώσεων, εκτός άλλων υποχρεώσεων, δεν υπάρχουν.

3ον. Η Κυβέρνηση, με την επί 5μηνο «δημιουργική της ασάφεια», επιβάρυνε τα δημόσια οικονομικά της χώρας με ένα κόστος ύψους άνω των 4 δισ. ευρώ.

Και αυτό το κόστος εκτιμάται ότι έχει διπλασιαστεί το τελευταίο δεκαπενθήμερο, μετά την εκδήλωση της πρόθεσης διεξαγωγής του ανερμάτιστου δημοψηφίσματος και των δυσμενών συνεπειών αυτού.

Η χώρα, δυστυχώς, έχει επιστρέψει στην ύφεση και τα δημόσια οικονομικά στα πρωτογενή ελλείμματα.

4ον. Οι χρηματοδοτικές ανάγκες της οικονομίας έχουν διογκωθεί.

Ανάγκες που προέκυψαν μέσα στο 1ο εξάμηνο του 2015.

Ανάγκες που οφείλονται στα σχεδόν μηδενικά πλέον πρωτογενή πλεονάσματα, στην επιστροφή της οικονομίας στην ύφεση, στην αβελτηρία υλοποίησης διαρθρωτικών αλλαγών και αποκρατικοποιήσεων, στην αύξηση των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα, στο «σκούπισμα» των ταμειακών διαθεσίμων των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης.

Ανάγκες που καθιστούν αναγκαία την εξωτερική χρηματοδότηση της χώρας με δάνειο ύψους άνω των 53 δισ. ευρώ, όπως υποστηρίζει και η Εισηγητική Έκθεση του Σχεδίου Νόμου.

5ον. Σε αυτό το ποσό, δεν περιλαμβάνονται τα άγνωστα προς το παρόν κόστη της ραγδαίας επιδείνωσης της οικονομικής δραστηριότητας, ιδιαιτέρως του τουρισμού.

Και φυσικά, δεν ενσωματώνεται η επίδραση από το κλείσιμο των τραπεζών, που διογκώνει και διευρύνει το πρόβλημα ρευστότητας της οικονομίας.

Ούτε η ραγδαία αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Και όλα αυτά μαζί αυξάνουν το κόστος ανακεφαλαιοποίησής τους.

Συμπερασματικά, σήμερα, η χώρα, έχει πιεστικές και διαρκώς αυξανόμενες χρηματοδοτικές ανάγκες, συνεχώς διευρυνόμενο δημοσιονομικό κενό, κλειστές τράπεζες.

Η χώρα δεν έχει Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης, δεν έχει χρόνο, δεν έχει αξιοπιστία, δεν έχει συμμάχους.

Η χώρα, τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις πληρώνουμε τις προσπάθειες διάσωσης του ΣΥΡΙΖΑ από τις εσωτερικές του αντιφάσεις, τις ανερμάτιστες διακηρύξεις του και τους πλήρως ανορθολογικούς χειρισμούς του.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Αυτά όμως θα τα συζητήσουμε αναλυτικά στο μέλλον.

Τώρα προέχει η παραμονή της χώρας στον πυρήνα της ενοποιούμενης Ευρώπης.

Βεβαίως, η παραμονή αυτή, με ευθύνη κυρίως της Κυβέρνησης, θα διασφαλιστεί με βαρύτερους όρους.

Όμως, η διασφάλιση της παραμονής είναι το εθνικά πρωτεύον.

Η χώρα πρέπει να υπογράψει συμφωνία για ένα νέο, πολυετές πρόγραμμα χρηματοδοτικής βοήθειας από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας.

Δηλαδή για ένα νέο, μεγάλο δάνειο, που θα συνοδεύεται από ένα νέο Μνημόνιο.

Η ευθύνη για τους όρους του, βαρύνει εις ολόκληρον τον κ. Πρωθυπουργό, την Κυβέρνησή του και τα κόμματα που τη στηρίζουν.

Η ΝΔ, ως πολιτική δύναμη που διαχρονικά δρα με υπέρτατο κριτήριο το μακροχρόνιο συμφέρον της χώρας, θα στηρίξει τη συμφωνία που θα διασφαλίζει την παραμονή της χώρας στον πυρήνα της Ευρώπης.

Την αξιολόγηση του περιεχομένου της συμφωνίας θα την κάνουμε στον κατάλληλο χρόνο.

Ομιλία στην Ολομέλεια κατά τη συζήτηση Επίκαιρης Ερώτησης για τα προβλήματα λειτουργίας του Γενικού Νοσοκομείου Λαμίας –

nosokomeio_lamiasΠρωτολογία

Κύριε Υπουργέ,

Το Γενικό Νοσοκομείο Λαμίας, όπως μάλλον και όλα τα Νοσοκομεία της χώρας, παρουσιάζουν, χρόνια, μικρότερα ή μεγαλύτερα προβλήματα.

Προβλήματα δομικά και λειτουργικά.

Προβλήματα ύψους χρηματοδότησης και χαμηλής αποτελεσματικότητας των διατιθέμενων δημόσιων πόρων.

Είναι αλήθεια ότι η υλοποίηση της αναγκαίας, για τη σταθεροποίηση των δημόσιων οικονομικών, συσταλτικής δημοσιονομικής πολιτικής των τελευταίων ετών, περιόρισε τα διαθέσιμα κονδύλια, με αποτέλεσμα να επηρεασθεί η λειτουργία του Νοσοκομείου.

Ταυτόχρονα όμως με τον περιορισμό της σπατάλης, βελτιώθηκε η αποτελεσματικότητα των πόρων.

Όμως, τους τελευταίους μήνες, τα προβλήματα στο Νοσοκομείο επιβαρύνθηκαν.

Και αυτό οφείλεται:

1ον. Στην απορρύθμιση του Νοσοκομείου λόγω έλλειψης διοίκησης.

Το Νοσοκομείο, επί μήνες, παραμένει ακέφαλο.

Ουσιαστικά, έχει αφεθεί στην τύχη του.

Χωρίς Διοικητή από 9 Ιανουαρίου, χωρίς Υποδιοικητή και χωρίς δυνατότητα λειτουργίας του Διοικητικού Συμβουλίου, από 9 Απριλίου.

Και με υψηλή πιθανότητα στο ενδεχόμενο, αν όχι βεβαιότητα όπως προκύπτει και από γραπτή απάντησή σας της 15ης Μαΐου σε Κοινοβουλευτική Ερώτησή μου, να διακοπεί η λειτουργία του Γραφείου Υποδιοίκησης της 5ης Υγειονομικής Περιφέρειας Θεσσαλίας & Στερεάς Ελλάδας εντός του Γενικού Νοσοκομείου Λαμίας.

Γραφείο, το οποίο λειτουργεί επί 8 συναπτά έτη, στεγάζεται εντός του Νοσοκομείου οπότε δε δημιουργεί επιπλέον δημοσιονομικό κόστος, και οι αρμοδιότητές του αφορούν στον έλεγχο, στο συντονισμό και στην εποπτεία της λειτουργίας των δομών υγείας της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας, με έδρα τη Λαμία.

2ον. Στην εσωτερική στάση πληρωμών που έχει κηρύξει το Κράτος προς τον ιδιωτικό τομέα, ιδιαίτερα στον τομέα της υγείας.

Ενδεικτικά, αλλά χαρακτηριστικά, οι δαπάνες κάλυψης ελλειμμάτων των νοσοκομείων και εξόφλησης ληξιπρόθεσμων οφειλών τους διαμορφώθηκαν στα 63 εκατ. ευρώ το 1ο τετράμηνο του 2015, από 631 εκατ. ευρώ το 1ο τετράμηνο του 2014.

Η εξέλιξη αυτή προφανώς έχει αρνητικές συνέπειες στη λειτουργία και του  Γενικού Νοσοκομείου Λαμίας.

Έχουν προκύψει σημαντικές ελλείψεις σε υγειονομικό υλικό και φάρμακα, ενώ οι διακομιδές είναι αυξανόμενες.

Η ενίσχυση σε ιατρικό και τεχνολογικό εξοπλισμό – που είχε δρομολογηθεί το 2013 και το 2014 –  «καρκινοβατεί».

Το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό είτε ποσοτικά δεν επαρκεί (χρόνιο πρόβλημα στο οποίο δίνονταν έγκαιρα, μέχρι πρόσφατα, κάποιες εμβαλωματικές λύσεις) είτε έχει φτάσει στα όρια των ανθρώπινων δυνατοτήτων.

Τμήματα, όπως το ακτινολογικό, παρουσιάζουν σοβαρά προβλήματα.

Κατόπιν αυτών, σας ερωτώ κε. Υπουργέ, σε ποιές ενέργειες προτίθεται να προβεί το Υπουργείο Υγείας ώστε να αντιμετωπισθούν τα μεγάλα προβλήματα που εμφανίζει σήμερα το Γενικό Νοσοκομείο Λαμίας;

Δευτερολογία

Κε. Υπουργέ,

Οι διαπιστώσεις στην οποίες αναφέρθηκα στην πρωτολογία μου επιβεβαιώνονται από τις ανακοινώσεις των εργαζόμενων στο Γενικό Νοσοκομείο Λαμίας και την Ένωση Ιατρών Νοσοκομείων & Κέντρων Υγείας Φθιώτιδας, αλλά και από την επιστολή προς το Υπουργείο της πρώην Υποδιοικήτριας της 5ης ΥΠΕ (κατάθεση εγγράφων στα πρακτικά).

Η διακοπή μάλιστα της λειτουργίας του Γραφείου Υποδιοίκησης της Υγειονομικής Περιφέρειας στη Λαμία, θα συνιστά υποβάθμιση και ουσιαστικό πλήγμα στο σύστημα υγείας της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας.

Μοναδική εξαίρεση, στις κοινές διαπιστώσεις που κάναμε για τη σημερινή κατάσταση του Νοσοκομείου, αποτελεί ο εκτελών σήμερα προσωρινά χρέη Διοικητή του Νοσοκομείου.

Ο οποίος διέπραξε το ατόπημα, στο υπηρεσιακό σημείωμά του προς την Υγειονομική Περιφέρεια, το οποίο μάλιστα και έχει αναρτήσει στο site του Νοσοκομείου, να προβαίνει σε αξιολογική κρίση του περιεχομένου της ερώτησης Βουλευτή.

Εκλαμβάνω ότι ο εκτελών τα καθήκοντα του Διοικητή έχει άγνοια της ορθής θεσμικής λειτουργίας και της δεοντολογίας και γι’ αυτό κλείνω το θέμα εδώ.

Κε. Υπουργέ,

Αντιλαμβάνομαι τις δυσκολίες της τρέχουσας κατάστασης.

Και τα προβλήματα που έχετε να αντιμετωπίσετε.

Τα αντιμετωπίσαμε και εμείς, τα προηγούμενα 2,5 χρόνια όταν μάλιστα είχαμε παραλάβει δυσμενέστερη κατάσταση.

Όμως, κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, στο πλαίσιο του εφικτού:

1ον. Στηρίχθηκε – όσο ήταν δυνατό – η στελέχωση του Γενικού Νοσοκομείου Λαμίας με ιατρικό προσωπικό, κυρίως με την προκήρυξη λίγων θέσεων ιατρών και την πρόσληψη ορισμένων επικουρικών ιατρών, προκειμένου να καλυφθούν πιεστικές ανάγκες των Ιατρικών Τμημάτων του Νοσοκομείου.

Τονίζεται, σε αυτό το σημείο, ότι το υπάρχον προσωπικό του Νοσοκομείου είναι ικανό, έμπειρο και εργάζεται με φιλοτιμία.

2ον. Εκσυγχρονίσθηκε και συμπληρώθηκε ο ιατρικός και τεχνολογικός εξοπλισμός.

Στις 20 Δεκεμβρίου 2013, εξασφαλίστηκε επιπλέον – εκτός Προϋπολογισμού – πίστωση ύψους 500.000 ευρώ, προκειμένου να καλυφθούν ανάγκες σε ιατρικό και τεχνολογικό εξοπλισμό για τα Γενικά Νοσοκομεία Λαμίας, Άμφισσας και Καρπενησίου. Το ποσό που αφορούσε στο Γενικό Νοσοκομείο Λαμίας ήταν ύψους 290.000 ευρώ.

Μεταγενέστερα, στις 23 Σεπτεμβρίου 2014, εξασφαλίστηκε επιπλέον – εκτός Προϋπολογισμού – πίστωση ύψους 350.000 ευρώ, για την απόκτηση νέου αξονικού τομογράφου 16 τομών και μετρητή οστικής πυκνότητας.

Παρά την ασφυκτική δημοσιονομική στενότητα, χρηματοδοτήθηκε, όπως και σε άλλα Νοσοκομεία της χώρας, η ενίσχυση του εξοπλισμού του Νοσοκομείου και η αναβάθμιση των υπηρεσιών υγείας.

Έχει ολοκληρωθεί η προμήθεια κάποιων μηχανημάτων.

Ενώ βρίσκονται σε διαδικασία προκήρυξης ή σε εξέλιξη διαγωνισμοί για την προμήθεια επιπλέον εξοπλισμού.

3ον. Θεσμοθετήθηκε ο νέος Οργανισμός του Νοσοκομείου, που προβλέπει την ανάπτυξή του, με σημαντική αύξηση κλινών και ενίσχυση του ανθρώπινου δυναμικού.

Κε. Υπουργέ,

Στόχος όλων μας θα πρέπει να είναι, το Γενικό Νοσοκομείο Λαμίας να αποτελεί ένα σύγχρονο, λειτουργικό, ποιοτικό και αποτελεσματικό Περιφερειακό Νοσοκομείο της χώρας, που μαζί με τις άλλες δομές υγείας της ευρύτερης περιοχής να αναβαθμίζει συνεχώς τις υπηρεσίες υγείας που παρέχει στους πολίτες.

Προς αυτή την κατεύθυνση, οφείλουμε όλοι μας να συμβάλλουμε.

Ομιλία στην 2η Συνεδρίαση της Εξεταστικής Επιτροπής για τα “Για τη διερεύνηση και διελεύκανση των συνθηκών και των ευθυνών που οδήγησαν στην υπαγωγή της Ελλάδας στο καθεστώς των Μνημονίων και της επιτήρησης και για κάθε άλλο ζήτημα που σχετίζεται με την εφαρμογή και υλοποίηση των Μνημονίων” –

small_staikouras1-thumb-largeΚύριε Πρόεδρε,

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Είναι γεγονός ότι η ένταξη της χώρας, τον Μάιο του 2010, στο Mηχανισμό Στήριξης αποτέλεσε κομβικό σημείο για την μετέπειτα πορεία της.

Η υπαγωγή της στο καθεστώς των Μνημονίων είχε και έχει σημαντικές επιπτώσεις στην οικονομική, κοινωνική και πολιτική ζωή.

Ευλόγως λοιπόν, οι λόγοι και οι διαδικασίες της ένταξης στο Μηχανισμό Στήριξης, έχουν προκαλέσει και συνεχίζουν να προκαλούν το έντονο ενδιαφέρον των πολιτών και των πολιτικών δυνάμεων της χώρας.

Η τεκμηριωμένη, αντικειμενική και έγκυρη Εθνική Αυτοαξιολόγηση της κρίσιμης εκείνης περιόδου παραμένει ανοικτό θέμα.

Υποθέτω πως όλοι συμφωνούμε ότι αυτή η σοβαρή και ευαίσθητη διαδικασία, για να προσεγγίσει με επιτυχία το στόχο, θα έπρεπε να πραγματοποιηθεί σε περιβάλλον πολιτικής ομαλότητας, κοινωνικής ηρεμίας και οικονομικής ασφάλειας και σταθερότητας.

Μόνο τότε το πόρισμα που θα προέκυπτε θα γίνονταν ευρύτατα αποδεκτό, θα καθίστατο εθνική ιστορική αλήθεια και θα βοηθούσε στην καλύτερη πορεία της χώρας.

Κατά την εκτίμησή μας, οι προϋποθέσεις που προανέφερα ως αναγκαίες, στην παρούσα φάση, δεν πληρούνται επαρκώς.

Όμως, παρά τις χαμηλές προσδοκίες, η ΝΔ, με καθοριστικό κριτήριο των πολιτικών επιλογών της το μακροχρόνιο συμφέρον της χώρας, θα εργαστεί, στο πλαίσιο της Εξεταστικής Επιτροπής, για την αναζήτηση της αλήθειας.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Όλες οι μελέτες που έχουν εκπονηθεί συμπίπτουν στη διαπίστωση ότι, την δεκαετία του 1980 ακολουθήθηκε επεκτατική δημοσιονομική πολιτική σε συνθήκες σχεδόν μηδενικής μεγέθυνσης της οικονομίας, με συνέπεια τις έντονες δημοσιονομικές ανισορροπίες, δηλαδή υψηλά ετήσια δημόσια ελλείμματα και εκρηκτικοί ρυθμοί συσσώρευσης του δημοσίου χρέους.

Τα αποτελέσματα εκείνης της περιόδου, από κοινού με τις αξίες και τις αντιλήψεις που έκτοτε κυριάρχησαν, αποτέλεσαν στη συνέχεια, και αποτελούν μέχρι σήμερα, βαρίδι στα πόδια της Ελληνικής οικονομίας.

Ενώ το 1980, η Ελλάδα πληρούσε τα κριτήρια της συνθήκης του Μάαστριχτ και ήταν η λιγότερο χρεωμένη χώρα της σημερινής Ευρωζώνης, στο τέλος της δεκαετίας, μετά από δύο υποτιμήσεις της δραχμής, και αφού η χώρα απορρόφησε τα Κοινοτικά Μεσογειακά Προγράμματα, βρέθηκε με υπερτριπλάσιο χρέος.

Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι, σ’ αυτή τη δεκαετία, το έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης ήταν, κατά μέσο όρο ετησίως, πάνω από 10% του ΑΕΠ, κάτι που ποτέ προηγουμένως, για τόσο μεγάλο διάστημα, δεν είχε συμβεί στην Ελλάδα και που δεν επαναλήφθηκε έκτοτε.

Από το 1990 και μέχρι το φθινόπωρο του 2008 έγιναν, κατά περιόδους, προσπάθειες αντιμετώπισης των ανισορροπιών και των στρεβλώσεων της Ελληνικής οικονομίας, με μικρότερη ή μεγαλύτερη επιτυχία.

Όμως η κονιορτοποίηση του αξιακού συστήματος που είχε συντελεσθεί και οι κομματικές, συνδικαλιστικές και κοινωνικές σκοπιμότητες και αντιδράσεις, σε κάθε προσπάθεια νοικοκυρέματος, δεν επέτρεψαν τη ριζική αντιμετώπιση των προβλημάτων.

Στο μέσον αυτής της περιόδου η χώρα εντάχθηκε στην Ευρωζώνη.

Δεν θα σταθώ στις συνθήκες, στους όρους, στην προετοιμασία της οικονομίας και της κοινωνίας για το σημαντικό αυτό βήμα.

Θα σημειώσω μόνο ότι, στις αρχές του 2002, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο άρχισε να προειδοποιεί ότι η τότε Κυβέρνηση έκρυβε επιβαρύνσεις στον Κρατικό Προϋπολογισμό ενώ την ίδια χρονιά, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέφραζε αμφιβολίες για την ποιότητα των δημοσιονομικών στοιχείων της χώρας μας.

Το 2004, η Eurostat προχώρησε σε εκτεταμένες αναταξινομήσεις και αναθεωρήσεις των δημοσιονομικών στοιχείων, για την περίοδο 1997-2003.

Στα παραπάνω θα προσθέσω μόνο τις εκτεταμένες πρακτικές «δημιουργικής λογιστικής», που ακολουθήθηκαν την περίοδο 2000-2001.

Πρακτικές, όπως είναι οι τιτλοποιήσεις απαιτήσεων και οι συναλλαγές μέσω πράξεων μετατροπής συναλλαγματικού χρέους και ανταλλαγής επιτοκίων.

Παρ’ όλα αυτά η χώρα, σε ένα Ευρωπαϊκό και διεθνές περιβάλλον σχετικής χαλάρωσης, πορευόταν, μέχρι το φθινόπωρο του 2008, ικανοποιητικά, με τα δημοσιονομικά προβλήματα υπό έλεγχο, καλό ρυθμό οικονομικής μεγέθυνσης και χαμηλή ανεργία.

Όμως, η πρωτοφανής χρηματοοικονομική κρίση που ξέσπασε στις ΗΠΑ το 2007 πέρασε στην Ευρώπη το 2008.

Αποσταθεροποίησε όλες τις οικονομίες, και φυσικά και την Ελληνική, η οποία είχε υποβόσκουσες χρόνιες παθογένειες στο αξιακό, στο θεσμικό, στο πολιτικό, στο κοινωνικό και στο οικονομικό πεδίο.

Η κρίση απεδείχθη, παγκοσμίως, ισχυρότερη και βαθύτερη απ’ ότι είχε αρχικά εκτιμηθεί.

Στις αρχές του 2009, η τότε ηγεσία της Κυβέρνησης της ΝΔ, ανέλαβε πρωτοβουλίες για να πετύχει συνεννόηση και συστράτευση όλων των πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων της χώρας για την αντιμετώπιση της κρίσης.

Οι άλλες πολιτικές δυνάμεις του τόπου, με πρωταγωνιστή την ηγεσία της τότε Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, αρνήθηκαν την ύπαρξη της παγκόσμιας κρίσης, τορπίλισαν τη συνεννόηση και πολέμησαν λυσσαλέα, εντός και εκτός Βουλής, τις δέσμες ήπιων μέτρων που ελήφθησαν για τη δημοσιονομική σταθεροποίηση.

Αποκορύφωμα της στάσης τους το γεγονός ότι έσυραν τη χώρα σε εκλογές, τις δεύτερες εντός του πρώτου, διεθνώς κρίσιμου, εννεαμήνου του 2009.

Εκλογές στις οποίες μάλιστα, η τότε επερχόμενη πολιτική δύναμη υποσχόταν ότι θα μοιράσει τα «λεφτά» που «υπάρχουν».

Στη συνέχεια, η τότε νέα Κυβέρνηση, το τελευταίο τρίμηνο του 2009 και μέχρι το τέλος Φεβρουαρίου του 2010 που κλείνει δημοσιονομικά το 2009, με τις πράξεις και παραλείψεις της διόγκωσε το πρόβλημα της χώρας.

Συγκεκριμένα, μεταξύ άλλων:

  • Ματαίωσε «ώριμες» δημόσιες εισπράξεις του 2009, μετέφερε εισπράξεις του 2009 στο 2010 και μετέθεσε πληρωμές του 2010 στο 2009.
  • Προχώρησε στην καταβολή επιδόματος αλληλεγγύης, σε αύξηση των δαπανών για εξοπλιστικά προγράμματα, για οδοιπορικά, λειτουργικές δαπάνες και προμήθειες του Δημοσίου.
  • Κατήργησε τις ρυθμίσεις για τους ημιυπαίθριους, την επιβολή φόρου στα λαχεία, στο «Ξυστό» και στα σκάφη αναψυχής, ρυθμίσεις, βέβαια, που επανέφερε αργότερα.
  • Άφησε στην τύχη τους τα δημόσια έσοδα.

Ενώ αργότερα, η ΕΛΣΤΑΤ προχώρησε στη συμπερίληψη στον τομέα της Γενικής Κυβέρνησης ορισμένων ελλειμματικών δημόσιων επιχειρήσεων, που προηγουμένως εθεωρείτο, βάσει των ορισμών του Ευρωπαϊκού Συστήματος Λογαριασμών, ότι δεν ανήκαν στη «Γενική Κυβέρνηση».

Το αποτέλεσμα είναι, πράγματι, το 2009 να καταγραφεί σημαντική διεύρυνση του δημοσιονομικού ελλείμματος.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις πλέον πρόσφατες αναθεωρήσεις της Eurostat, το έλλειμμα στη χώρα μας διαμορφώθηκε στο 15,3% του ΑΕΠ το 2009, από 6,7% το 2007.

Όμως, όταν το τσουνάμι της οικονομικής κρίσης χτύπησε την Ευρώπη, το έλλειμμά της «σκαρφάλωσε» στο 6,7% του ΑΕΠ το 2009, από μόλις 0,8% το 2007.

Σημειώνω δε ότι κατά τη διάρκεια των καταιγιστικών εξελίξεων του 2009 οι εκτιμήσεις για την πορεία των  δημοσιονομικών μεγεθών αναθεωρήθηκαν αρκετές φορές, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη.

Έτσι, το έλλειμμα της χώρας, από 2% του ΑΕΠ που προβλεπόταν στον Προϋπολογισμό του 2009, διαμορφώθηκε τελικά, μετά από 7 αναθεωρήσεις, 6 εκ των οποίων επί διακυβέρνησης ΠΑΣΟΚ, στο 15,8% για να «καθίσει» στο 15,3% με την πρόσφατη αναθεώρηση.

Ενώ, και σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, το έλλειμμα, από 0,8% του ΑΕΠ που προβλεπόταν αρχικά, μετά επίσης από 7 αναθεωρήσεις, «εκτινάχθηκε» στο 6,4% και στο 6,7% με την πρόσφατη αναθεώρηση.

Το ίδιο συνέβη και για το δημόσιο χρέος.

Μάλιστα, κατά μέσο όρο, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η αύξηση του δημοσίου χρέους, ως ποσοστό του ΑΕΠ, κατά την περίοδο 2007-2009, ήταν μεγαλύτερη απ’ ότι στην Ελλάδα (26% του ΑΕΠ σε σχέση με 23% του ΑΕΠ).

Συνεπώς, η χώρα, λόγω της συστημικής κρίσης, αντιμετώπιζε ένα πρόβλημα ελλείμματος και χρέους, μεγαλύτερο από τις άλλες χώρες της Ευρώπης, λόγω και των αυξημένων υποχρεώσεων εξυπηρέτησης του διαχρονικά υψηλού δημοσίου χρέους.

Όμως, η τότε νέα Κυβέρνηση, που παρέλαβε το κόστος δανεισμού χαμηλά και τα spreads περίπου στις 131 μονάδες βάσης, τα εκτίναξε σε πρωτοφανή ύψη.

Και αυτό γιατί:

  • Επέδειξε αβουλία, αναβλητικότητα και αναποφασιστικότητα.
  • Παρουσίασε έλλειψη σχεδίου για την αντιμετώπιση της κρίσης.
  • Καθυστέρησε να πάρει μέτρα, και όταν πήρε κάποια, το μίγμα αποδεικνύονταν κατάλληλο για το προηγούμενο στάδιο της ασθένειας.
  • Αναφέρονταν απαξιωτικά για τη χώρα, το κύρος και την αξιοπιστία της, υπονομεύοντας τη δανειοληπτική της ικανότητα.
  • Έστελνε λανθασμένα μηνύματα στις αγορές με τις παλινωδίες, τις αντιφατικές δηλώσεις, τις ανεύθυνες διαρροές.
  • Προχώρησε στην κατάθεση Προγράμματος Σταθερότητας και Ανάπτυξης που ήταν κατώτερο των περιστάσεων.

Το αποτέλεσμα αυτών των χειρισμών ήταν η χώρα, την κρίσιμη περίοδο, να τεθεί εκτός αγορών.

Δηλαδή, το διαχρονικό πρόβλημα του υψηλού χρέους να μετατραπεί σε κρίση δανεισμού.

Ο επίλογος γράφτηκε με την αναπόφευκτη προσφυγή στο Μηχανισμό Στήριξης και την εφαρμογή ενός ασφυκτικού και ανελαστικού Προγράμματος Οικονομικής Πολιτικής, από τον Μάιο του 2010 μέχρι και σήμερα.

Πρόγραμμα Οικονομικής Πολιτικής που στηρίχθηκε σε δύο δανειακές συμβάσεις – «Μνημόνια» και σε τρεις τροποποιήσεις της δεύτερης σύμβασης.

Πρόγραμμα το οποίο απαιτούσε, εξ αρχής, «βίαιη» και εμπροσθοβαρή δημοσιονομική προσαρμογή και πλήθος δύσκολων, αλλά σε αρκετές  περιπτώσεις αναγκαίων, διαρθρωτικών παρεμβάσεων.

Το εγχείρημα της δημοσιονομικής προσαρμογής μπορεί να διαχωριστεί σε δύο φάσεις, όπου η κάθε μία ανταποκρίνεται και σε διαφορετική προσέγγιση.

Συγκεκριμένα, η πρώτη δανειακή σύμβαση, το πρώτο «Μνημόνιο», δομούσε τη δημοσιονομική προσαρμογή, κυρίως, στο σκέλος των φορολογικών εσόδων και όχι στο σκέλος των δαπανών, παραγκωνίζοντας τη σημασία των δομικών διαρθρωτικών αλλαγών στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ενώ απουσίαζαν ή δεν εφαρμόζονταν πρωτοβουλίες για την τόνωση της αγοράς και της πραγματικής οικονομίας.

Τα αποτελέσματα αυτής της προσέγγισης προσαρμογής είναι γνωστά.

Μεγαλύτερη από την αναμενόμενη ύφεση, απόκλιση από τους στόχους, σημαντικές αστοχίες στην αποτελεσματικότητα των μέτρων και πλήγμα στην αξιοπιστία του εγχειρήματος.

Αξίζει να συγκρίνουμε τις αρχικές μακροοικονομικές προβλέψεις του Προγράμματος, το Μάιο του 2010, με την πραγματικότητα.

Ενδεικτικά, ενώ η αρχική πρόβλεψη για την οικονομική δραστηριότητα εκτιμούσε ανάπτυξη 1,1% το 2012, το αποτέλεσμα τελικά ήταν ύφεση 6,6%.

Ενώ η αρχική πρόβλεψη για την ανεργία ήταν για 14,8% το 2012, το αποτέλεσμα ήταν αυτή να διαμορφωθεί στο 24,5%.

Αντίστοιχες είναι και οι αποκλίσεις από τους δημοσιονομικούς στόχους.

Αυτή, η πρώτη προσέγγιση, τροποποιήθηκε με το δεύτερο «Μνημόνιο», το οποίο, μετά την τελευταία αναθεώρηση της σημερινής Κυβέρνησης, έχει επεκταθεί μέχρι το τέλος Ιουνίου του 2015.

Έτσι, το δημοσιονομικό εγχείρημα βασίστηκε κατά τα 2/3 στο σκέλος των δαπανών, συμβάλλοντας, όπως προκύπτει και από τη διεθνή βιβλιογραφία, στην ενίσχυση της αποτελεσματικότητας και διατηρησιμότητάς του.

Παράλληλα, η προσαρμογή εμπλουτίστηκε από τις διαρθρωτικές αλλαγές στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, από τις πρώτες αποκρατικοποιήσεις, από τις στοχευμένες κινήσεις για την τόνωση της δραστηριότητας της πραγματικής οικονομίας (όπως είναι, μεταξύ άλλων, η πληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα κ.α.).

Το αποτέλεσμα είναι, στο τέλος του 2014, να καταγραφούν θετικά και μετρήσιμα αποτελέσματα.

Ενδεικτικά:

  • Σταθεροποιήθηκαν τα δημόσια οικονομικά.
  • Αντιμετωπίστηκαν χρόνιες εσωτερικές και εξωτερικές ανισορροπίες.
  • Ενισχύθηκε η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.
  • Δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για τη λήξη της παρατεταμένης ύφεσης.

Πράγματι, το 2014, μετά από 6 έτη βαθιάς και παρατεταμένης ύφεσης, η χώρα επέστρεψε σε θετικό ρυθμό μεγέθυνσης.

Η πρόοδος που επετεύχθη, σύμφωνα μάλιστα με την Έκθεση της παρούσας Διοίκησης του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων του Υπουργείου Οικονομικών, του προηγούμενου μήνα, σε αντίθεση με ότι υποστηρίζει η Κυβερνητική πρόταση της Εξεταστικής Επιτροπής, «αντικατοπτρίζεται εύγλωττα στα θεμελιώδη μακροοικονομικά μεγέθη και είναι αποτέλεσμα των σημαντικών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που έλαβαν χώρα».

Και συνεχίζει η Έκθεση, «η χώρα επέτυχε, το 2013 και το 2014, τη στροφή προς ένα αναπτυξιακό υπόδειγμα με εξωστρεφή προσανατολισμό».

Είναι όμως αλήθεια ότι η κατάσταση της οικονομίας εξακολουθούσε να είναι εύθραυστη.

Το αποτέλεσμα είναι σήμερα, μετά από 4 μήνες διακυβέρνησης της χώρας από τη νέα Κυβέρνηση, μετά και την επέκταση του «Μνημονίου» που αυτή ζήτησε και επέτυχε, εξαιτίας της αβελτηρίας, της πολυγλωσσίας, της «δημιουργικής ασάφειας» και των παλινωδιών της, η κατάσταση στην οικονομία να έχει επιδεινωθεί.

Συγκεκριμένα:

  • Η οικονομία παρουσιάζει σημάδια επιβράδυνσης, μετά την ανάκαμψή της το 2014.
  • Το επιχειρηματικό κλίμα επιδεινώνεται.
  • Οι αποδόσεις των Ελληνικών ομολόγων έχουν «σκαρφαλώσει» σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα.
  • Το κόστος δανεισμού του Δημοσίου, τους τελευταίους μήνες, μέσω των εκδόσεων εντόκων γραμματίων 3μηνης και 6μηνης διάρκειας, αυξάνεται.
  • Οι οίκοι πιστοληπτικής αξιολόγησης υποβαθμίζουν, και πάλι, τη χώρα.
  • Ο δείκτης του Χρηματιστηρίου καταγράφει σημαντικές απώλειες.
  • Η δημόσια οικονομία παρουσιάζει τριγμούς αποσταθεροποίησης.
  • Τα προβλήματα ρευστότητας οξύνονται δραματικά. Επιβεβαιώνεται έτσι ότι η Κυβέρνηση έχει προχωρήσει σε εσωτερική στάση πληρωμών, η οποία έχει οδηγήσει σε «ασφυξία» την οικονομία.
  • Οι καταθέσεις νοικοκυριών και επιχειρήσεων μειώνονται σταθερά, και τα «κόκκινα δάνεια», διαρκώς, αυξάνονται.
  • Οι εγγυήσεις μέσω του μηχανισμού Έκτακτης Ενίσχυσης Ρευστότητας (ELA) αυξάνονται, μήνα με το μήνα, εντυπωσιακά.

Συμπερασματικά, η ισορροπία που επετεύχθη τα δύο προηγούμενα χρόνια στη δημόσια οικονομία, με μεγάλες θυσίες νοικοκυριών και επιχειρήσεων, έχει διαταραχθεί.

Ενώ και οι αναπτυξιακές προοπτικές της Ελληνικής οικονομίας δεν είναι ευοίωνες.

Κύριε Πρόεδρε,

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Στο πλαίσιο της απόφασης της Βουλής των Ελλήνων για διερεύνηση της περιόδου Οκτώβριος 2009 – Ιανουάριος 2015 εμείς θα συμβάλλουμε ώστε να «χυθεί» φως στα γεγονότα αυτής της περιόδου.

Θα αναζητήσουμε την αλήθεια, προφανώς χωρίς φόβο και με κανένα πάθος εναντίον κανενός.

Προς το σκοπό αυτό προτείνουμε την ακόλουθη λίστα προς εξέταση προσώπων, με βάση τη θεσμική τους ιδιότητα αλλά, όπως αναφέρει και η απόφαση της Βουλής, και με βάση το «ποιοί αποφάσισαν την είσοδο της χώρας στο καθεστώς της μνημονιακής επιτροπείας και υλοποίησαν συγκεκριμένες πολιτικές».

Προφανώς, και το τονίζω, αυτή η λίστα θα επικαιροποιείται και θα εμπλουτίζεται με πρόσωπα εκτός της περιόδου Οκτώβριος 2009 – Ιανουάριος 2015, ανάλογα με τα στοιχεία που θα προκύπτουν από την ακρόαση των προσώπων και την πορεία της Εξεταστικής.

Τα επιπλέον πρόσωπα που θα καλούνται, θα παρεμβαίνουν στη διαδικασία και στη λίστα που θα έχουμε ήδη αποφασίσει.

  • Υπουργοί Οικονομικών

Γεώργιος Παπακωνσταντίνου

Ευάγγελος Βενιζέλος

Φίλιππος Σαχινίδης

Γεώργιος Ζανιάς

Ιωάννης Στουρνάρας

Γκίκας Χαρδούβελης

Γιάνης Βαρουφάκης

Ο τελευταίος, αν και είναι Υπουργός Οικονομικών μετά τον Ιανουάριο του 2015, προτείνεται να κληθεί για 3 λόγους, οι οποίοι και σχετίζονται με το αντικείμενο της εξεταστικής:

1ος λόγος: Διετέλεσε σύμβουλος του πρώην Πρωθυπουργού κ. Παπανδρέου.

2ος λόγος: Υπέγραψε την 3η τροποποίηση της Κύριας Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης.

Υπενθυμίζουμε ότι η 1η ήταν το Δεκέμβριο του 2012, προκειμένου να περιληφθεί και η θετική Ευρωπαϊκή απόφαση για την ενίσχυση της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους.

Η 2η ήταν το Δεκέμβριο του 2014, όταν και η προηγούμενη Κυβέρνηση ζήτησε την επέκταση της Σύμβασης για τους 2 πρώτους μήνες του 2015.

Και η 3η ήταν τον εφετινό Φεβρουάριο.

Μάλιστα, το περιεχόμενο των επικαιροποιήσεων των Συμβάσεων είναι το ίδιο.

Διέπονται δε όλες από το αγγλικό δίκαιο.

Εναποθέτουν, σε περίπτωση διαφοράς, την αποκλειστική δικαιοδοσία στα δικαστήρια του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου.

Συνδέονται δε όλες οι επικαιροποιήσεις με την Κύρια Σύμβαση Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης, της 15ης Μαρτίου 2012.

Δηλαδή, με την περίοδο στην οποία αναφέρεται η απόφαση της Βουλής.

3ος λόγος: Η ψηφισθείσα πρόταση για τη σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής αναφέρει ότι «το Πρόγραμμα Οικονομικής Πολιτικής έχει απολύτως αποτύχει».

Την ίδια στιγμή όμως, ο νυν Υπουργός Οικονομικών υποστηρίζει, εγγράφως, στο Eurogroup, ότι τα δημοσιονομικά επιτεύγματα της προηγούμενης Κυβέρνησης αποτελούν «σημείο αφετηρίας» και «σημείο εκκίνησης» για μια επωφελή για τη χώρα συμφωνία.

Πώς συνεπώς το Πρόγραμμα έχει απολύτως αποτύχει;

Παράλληλα, ο Υπουργός Οικονομικών υποστηρίζει την υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών που είχαν συμφωνηθεί, από την προηγούμενη Κυβέρνηση, με τους εταίρους και δανειστές της χώρας και δεσμεύεται να συνεχίσει τις προσπάθειες που ξεκίνησε και υλοποίησε η προηγούμενη Κυβέρνηση σε αρκετούς τομείς.

Αποδέχεται μάλιστα το 70% των δράσεων που περιλαμβάνουν οι συμφωνίες της προηγούμενης Κυβέρνησης με τους εταίρους και ενσωματώνει και το ρόλο του ΟΟΣΑ, που ήδη υφίσταται.

Πώς συνεπώς το Πρόγραμμα έχει απολύτως αποτύχει;

Τέλος, ο Υπουργός Οικονομικών αποδέχεται τα ευνοϊκά χαρακτηριστικά που έχει το δημόσιο χρέος, λόγω της επέκτασης της λήξεως ομολόγων και της επίτευξης χαμηλότερων επιτοκίων, απόρροια της διαπραγμάτευσης των προηγούμενων Κυβερνήσεων.

Στα κείμενα μάλιστα του Eurogroup, ο Υπουργός Οικονομικών υποστηρίζει ότι η δομή του χρέους είναι τόσο σημαντική όσο και ο δείκτης χρέος / ΑΕΠ, προκειμένου να αξιολογηθεί η βιωσιμότητά του.

Μάλιστα αναφέρεται ότι η επέκταση της λήξης των ομολόγων και τα χαμηλότερα επιτόκια, που επέτυχε η προηγούμενη Κυβέρνηση, έχουν ήδη οδηγήσει το δείκτη χρέος / ΑΕΠ, σε χαμηλότερο επίπεδο, σε όρους καθαρής παρούσας αξίας.

Πως συνεπώς το Πρόγραμμα έχει απολύτως αποτύχει;

  • Διοικητές Τράπεζας της Ελλάδος

Γεώργιος Προβόπουλος

Ιωάννης Στουρνάρας (με την καινούργια ιδιότητα μετά τον Ιούνιο του 2014)

  • Γενικοί Γραμματείς Υπουργείου Οικονομικών

Ηλίας Πλασκοβίτης

Γιώργος Μέργος

Χριστίνα Παπακωνσταντίνου

Τάσος Αναστασάτος

  • Γενικοί Διευθυντές Θησαυροφυλακίου και Προϋπολογισμού ΓΛΚ

Χρήστος Ντζιούνης

Παναγιώτης Καρακούσης

Σταυρούλα Μηλιάκου

  • Επικεφαλής Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας / ΕΛΣΤΑΤ

Εμμανουήλ Κοντοπυράκης

Ανδρέας Γεωργίου

  • Πρόεδροι Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων

Γεώργιος Ζανιάς (με την παλαιότερη ιδιότητά του [Οκτώβριος 2009 – Μάιος 2012])

Παναγιώτης Τσακλόγλου

Χριστόδουλος Στεφανάδης

Τάσος Αναστασάτος

Γεώργιος Χουλιαράκης (ο τελευταίος λόγω και της Έκθεσης του Απριλίου του 2015 για την περίοδο 2013-2014)

  • Γενικοί Διευθυντές ΟΔΔΗΧ

Σπυρίδων Παπανικολάου

Πέτρος Χριστοδούλου

Στυλιανός Παπαδόπουλος

  • Πρόεδροι και Διευθύνοντες Σύμβουλοι Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ)

Παναγιώτης Θωμόπουλος, Πρώην Πρόεδρος

Αναστασία Σακελλαρίου, Πρώην Διευθύνουσα Σύμβουλος

  • Εκπρόσωποι της Ελλάδας στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο

Παναγιώτης Ρουμελιώτης

Θάνος Κατσάμπας

  • ΚΕΠΕ / ΙΟΒΕ / Επιμελητήρια

Παναγιώτης Κορλίρας, Πρώην Πρόεδρος και Επιστημονικός Διευθυντής του Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ) (Ιανουάριος 2010 – Απρίλιος 2013)

Νικόλαος Φίλιππας, Πρώην Πρόεδρος και Επιστημονικός Διευθυντής του Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ) (Απρίλιος 2013 – Απρίλιος 2015)

Τάκης Αθανασόπουλος, Πρόεδρος Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ)

Νικόλαος Βέττας, Γενικός Διευθυντής Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ)

Κωνσταντίνος Μίχαλος, Πρόεδρος Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών (ΕΒΕΑ) και Πρόεδρος της Κεντρικής Ένωσης Επιμελητηρίων (ΚΕΕ)

Βασίλειος Κορκίδης, Πρόεδρος Ελληνικής Συνομοσπονδίας Εμπορίου και Επιχειρηματικότητας

Κωνσταντίνος Κόλλιας, Πρόεδρος Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος

  • Λοιπά πρόσωπα

Κωνσταντίνος Μποτόπουλος, Πρόεδρος Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς 

  • Από το εξωτερικό

Dominique StraussKahn, Πρώην Εκτελεστικός Διευθυντής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ).

Christine Lagarde, Εκτελεστική Διευθύντρια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ).

JeanClaude Trichet, Πρώην Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ).

Mario Draghi, Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ).

Joaquin Almunia, Πρώην Επίτροπος Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Olli Rehn, Πρώην Επίτροπος Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Pierre Moscovici, Επίτροπος Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων, Φορολογίας και Τελωνείων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

JeanClaude Juncker, Πρώην Πρόεδρος του Eurogroup, πρώην Πρωθυπουργός και Υπουργός Οικονομικών του Λουξεμβούργου, Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Επικεφαλείς Τρόικα (principals).

Ομιλία στο Συνέδριο του Economist – “19th Roundtable with the Government of Greece – Europe: The Comeback? Greece: How Resilient?” –

Site_1Κυρίες και Κύριοι,

Εκπροσωπώ σήμερα τον Πρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας, κ. Α. Σαμαρά, ο οποίος δυστυχώς, λόγω ενός μικρού παροδικού προβλήματος υγείας, δεν μπορεί να παραστεί, όπως κάνει κάθε χρόνο, στο Συνέδριο και να απευθύνει την προγραμματισμένη ομιλία του.

Εκφράζω, εκ μέρους του, τη λύπη του γι’ αυτό.

Επιτρέψτε μου, στη δική μου τοποθέτηση, να καταθέσω σκέψεις και προτάσεις για την παρούσα κατάσταση και τις προοπτικές της Ελληνικής οικονομίας.

Κυρίες και Κύριοι,

Είναι γνωστό ότι οι οικονομίες της Ευρώπης «χτυπήθηκαν» έντονα από την παγκόσμια κρίση του 2007-2008.

Η χώρα μας επλήγη περισσότερο.

Κι αυτό γιατί παρουσίαζε, διαχρονικά, υποβόσκουσες ενδογενείς αδυναμίες.

Με αποτέλεσμα να λειτουργεί, περισσότερο ή λιγότερο ανά περίοδο, σε συνθήκες ασταθούς ισορροπίας.

Και το κυριότερο, με ένα αναπτυξιακό υπόδειγμα που χαρακτηριζόταν από εμφανείς, μακροχρόνιες παθογένειες στο αξιακό, στο θεσμικό, στο πολιτικό, στο κοινωνικό και στο οικονομικό πεδίο.

Οι συνθήκες αυτές επιδεινώθηκαν μετά το ξέσπασμα της κρίσης και τη διάχυσή της στην Ευρώπη.

Η μεταγενέστερη εξέλιξη των γεγονότων στη χώρα είναι, σε όλους μας, γνωστή.

Η κρίση δανεισμού από τις αρχές του 2010, η προσφυγή της χώρας, πριν από 5 χρόνια, στο Μηχανισμό Στήριξης, ως αποτέλεσμα και μιας σειράς λανθασμένων πολιτικών επιλογών και χειρισμών εκείνης της περιόδου, και η εφαρμογή ενός ασφυκτικού και ανελαστικού Προγράμματος Οικονομικής Πολιτικής, από το  Μάιο του 2010 μέχρι και σήμερα.

Πρόγραμμα, το οποίο απαιτούσε «βίαιη» και εμπροσθοβαρή δημοσιονομική προσαρμογή και πλήθος δύσκολων, αλλά σε πολλές περιπτώσεις αναγκαίων, διαρθρωτικών παρεμβάσεων.

Πρόγραμμα, το οποίο, παρά τα λάθη στο περιεχόμενό του αναφορικά με το μίγμα της δημοσιονομικής πολιτικής, αλλά και την αβελτηρία στην εφαρμογή του στο σκέλος των διαρθρωτικών αλλαγών, είχε αρχίσει, με την επιτάχυνση της εφαρμογής του μετά το 2012, να καταγράφει, στο τέλος του 2014, μετρήσιμα θετικά αποτελέσματα.

Η πρόοδος που επετεύχθη, σύμφωνα με την Έκθεση της παρούσας διοίκησης του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων του Υπουργείου Οικονομικών, του προηγούμενου μάλιστα μήνα, «αντικατοπτρίζεται εύγλωττα στα θεμελιώδη μακροοικονομικά μεγέθη και είναι αποτέλεσμα των σημαντικών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που έλαβαν χώρα».

Και συνεχίζει η Έκθεση, «στο πλαίσιο του προγράμματος οικονομικής προσαρμογής η δημοσιονομική θέση της χώρας βελτιώθηκε σημαντικά, αλλά τέθηκαν και οι βάσεις ώστε η πρόοδος που επετεύχθη στα μακροοικονομικά μεγέθη να μην είναι μόνο κυκλικού χαρακτήρα αλλά να έχει και σημαντικό διαρθρωτικό υπόβαθρο».

Ενδεικτικά:

  • Σταθεροποιήθηκαν τα δημόσια οικονομικά.
  • Επιτεύχθηκαν πρωτογενή πλεονάσματα.
  • Αντιμετωπίστηκαν χρόνιες εσωτερικές και εξωτερικές ανισορροπίες.
  • Ενισχύθηκε η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.
  • Δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για τη λήξη της παρατεταμένης ύφεσης.

Πράγματι, το 2014, μετά από 6 έτη βαθιάς και παρατεταμένης ύφεσης, η χώρα επέστρεψε σε θετικό ρυθμό μεγέθυνσης.

Ενώ, προβλεπόταν, πριν κάποιους μήνες, να είναι ακόμη υψηλότερος το 2015, προσεγγίζοντας το 3%.

Σ’ αυτή την πρόβλεψη συνέκλιναν όλοι: οι εταίροι, οι διεθνείς οργανισμοί, η Τράπεζα της Ελλάδος, τα εγχώρια πιστωτικά ιδρύματα, τα ερευνητικά κέντρα, η προηγούμενη Κυβέρνηση.

Η χώρα, συνεπώς, επέστρεφε στην ανάπτυξη.

Όμως είναι αλήθεια ότι η κατάσταση της οικονομίας εξακολουθούσε να είναι εύθραυστη.

Και παρά ταύτα, πολιτικές δυνάμεις της χώρας διαπράττουν, για δεύτερη φορά μετά το 2009, το ίδιο λάθος.

Επιβάλλουν εκλογές.

Από τα τέλη Ιανουαρίου, δυνάμεις της ριζοσπαστικής αριστεράς έχουν τον πρώτο και κύριο ρόλο στη διακυβέρνηση της χώρας.

Τους τέσσερις τελευταίους μήνες η αβελτηρία, η πολυγλωσσία, η ασάφεια και οι παλινωδίες αυτής της Κυβέρνησης αποδεικνύονται, καθημερινά, επιζήμιες για τη χώρα και τους πολίτες της.

Χάσαμε χρόνο, αξιοπιστία και συμμάχους.

Η αβεβαιότητα βαθαίνει και επεκτείνεται.

Και οι προβληματισμοί πολλαπλασιάζονται, όχι μόνο στην οικονομία αλλά σε όλο το φάσμα της δημόσιας ζωής:

  • Στη λειτουργία του Κράτους, που υποσκάπτεται από τις μεθοδεύσεις νεποτισμού στη στελέχωση του κρατικού μηχανισμού και από την ακύρωση τομών στη δημόσια διοίκηση.
  • Στην ασφάλεια των πολιτών, που απειλείται από την επαναφορά ασύλων παρανομίας και ατιμωρησίας.
  • Στην αντιμετώπιση και διαχείριση της παράνομης μετανάστευσης.
  • Στα εθνικά μας θέματα, όπου στρατηγικές συμμαχίες διαταράσσονται.
  • Στη λειτουργία των θεσμών, όπου πρακτικές που άλλοτε ξορκίζονταν ως αντισυνταγματικές τώρα υιοθετούνται ως αναγκαίες, και μάλιστα επαναλαμβάνονται.
  • Στην παιδεία, όπου αποψιλώνεται η αξιολόγηση και αποδομείται η αριστεία, αποκόπτοντας έτσι τη χώρα από τα τεκταινόμενα στον Ευρωπαϊκό χώρο.

Ενώ, το πεδίο της οικονομίας έχει καλυφθεί από την «ομίχλη της ανασφάλειας».

Ποιά όμως, Κυρίες και Κύριοι, είναι σήμερα η κατάσταση της Ελληνικής οικονομίας;

Κωδικοποιημένα:

1ον. Η οικονομία παρουσιάζει σημάδια επιβράδυνσης, μετά την ανάκαμψή της το 2014.

Οι διεθνείς και εγχώριοι θεσμοί και οργανισμοί αναθεωρούν, προς το δυσμενέστερο, τις εκτιμήσεις τους για το ρυθμό οικονομικής μεγέθυνσης του 2015.

Έτσι, ενδεικτικά, ενώ οι αρχικές εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ήταν για οικονομική ανάπτυξη 2,9% το 2015 (προβλέψεις Νοεμβρίου 2014), αναθεωρήθηκαν στο 2,5% (προβλέψεις Φεβρουαρίου 2015) και σήμερα, 3 μήνες αργότερα, αυτές διαμορφώθηκαν στο 0,5%.

Υπάρχουν μάλιστα και προβλέψεις άλλων οργανισμών, σύμφωνα με τις οποίες η χώρα κινδυνεύει να «βουτήξει», και πάλι, στην ύφεση.

Τα στοιχεία που ανακοίνωσε χθες η ΕΛΣΤΑΤ επιτείνουν αυτή την ανησυχία.

Ενώ, και οι εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την ανεργία, οι οποίες ήταν σταθερές μέχρι το Φεβρουάριο του 2015, αναθεωρήθηκαν, το τελευταίο τρίμηνο, προς το δυσμενέστερο.

2ον. Το επιχειρηματικό κλίμα επιδεινώνεται.

Ο δείκτης οικονομικού κλίματος έχει «πέσει» στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 15 μηνών, μειώνεται ραγδαία το τελευταίο τρίμηνο, ενώ διευρύνεται και η απόστασή του από τον Ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Δηλαδή, έχει καταρρεύσει τόσο η ψυχολογία όσο και οι προσδοκίες επενδυτών και καταναλωτών, νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

3ον. Οι αποδόσεις των Ελληνικών ομολόγων έχουν «σκαρφαλώσει» σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα.

Όταν, μάλιστα, οι αποδόσεις τίτλων των άλλων Ευρωπαϊκών χωρών παραμένουν κοντά σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα.

Είναι προφανές πως η προεκλογική πρόβλεψη της Κυβέρνησης, ότι οι αγορές θα «χορεύουν» σύμφωνα με τις επιθυμίες, δεν επαληθεύεται.

4ον. Το κόστος δανεισμού του Δημοσίου, τους τελευταίους μήνες, μέσω των εκδόσεων εντόκων γραμματίων 3μηνης και 6μηνης διάρκειας, αυξάνεται.

Αποτέλεσμα αυτής της εξέλιξης είναι, κατά το 1ο τετράμηνο του 2015, οι τόκοι να είναι αυξημένοι περίπου κατά 500 εκατ. ευρώ έναντι της αντίστοιχης περιόδου του 2014.

Επιβαρύνοντας έτσι τον Έλληνα φορολογούμενο.

5ον. Οι οίκοι πιστοληπτικής αξιολόγησης υποβαθμίζουν, και πάλι, τη χώρα.

Μάλιστα, οι προοπτικές αναθεώρησης των εκτιμήσεών τους είναι προς το δυσμενέστερο.

6ον. Ο δείκτης του Χρηματιστηρίου καταγράφει σημαντικές απώλειες.

Επενδυτές εγκαταλείπουν ή «παγώνουν» τα επενδυτικά τους σχέδια στη χώρα μας.

Μάλιστα, όπως ορθώς επισημαίνει και το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, η τρέχουσα κατάσταση δεν απειλεί μόνο όσες επιχειρήσεις βρίσκονται σε οριακό σημείο, αλλά και όσες τα χρόνια της κρίσης άντεξαν, επένδυσαν, συγκράτησαν μισθούς, κατέβαλαν φόρους και απέφυγαν απολύσεις.

Απειλεί δηλαδή, την υγιή επιχειρηματικότητα.

7ον. Η δημόσια οικονομία παρουσιάζει τριγμούς αποσταθεροποίησης.

Το πρωτογενές πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης διαμορφώνεται σε χαμηλότερο επίπεδο από πέρυσι.

Ενώ, οι Οργανισμοί Κοινωνικής Ασφάλισης εμφανίζουν πρωτογενές έλλειμμα.

Πρωτογενές έλλειμμα το οποίο, μήνα με το μήνα, διευρύνεται.

8ον. Τα προβλήματα ρευστότητας οξύνονται δραματικά.

Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές έχουν αυξηθεί, το 1ο τρίμηνο του έτους, κατά 720 εκατ. ευρώ.

Η αύξηση αυτή είναι και συνεχής και διευρυνόμενη.

Υπενθυμίζεται ότι αυτές οι οφειλές είχαν μειωθεί περίπου κατά 70% την προηγούμενη διετία, από τα 9 δισ. ευρώ στο τέλος του 2012 στα 3 δισ. ευρώ στο τέλος του 2014.

Επιβεβαιώνεται έτσι, και πάλι, ότι η Κυβέρνηση έχει προχωρήσει σε εσωτερική στάση πληρωμών, η οποία έχει οδηγήσει σε «ασφυξία» την οικονομία.

Η κατάσταση δε, μήνα με το μήνα, επιδεινώνεται.

9ον. Η Κυβέρνηση έχει «σκουπίσει» τα ταμειακά διαθέσιμα των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, προχωρώντας πλέον και σε αναγκαστικό εσωτερικό δανεισμό.

10ον. Οι καταθέσεις νοικοκυριών και επιχειρήσεων μειώνονται σταθερά, και τα «κόκκινα δάνεια», διαρκώς, αυξάνονται.

11ον. Οι εγγυήσεις μέσω του μηχανισμού Έκτακτης Ενίσχυσης Ρευστότητας (ELA) αυξάνονται, μήνα με το μήνα, εντυπωσιακά.

Έτσι, ο ELA διαμορφώθηκε στα 75 δισ. ευρώ στο τέλος Απριλίου, από 0 δισ. ευρώ στο τέλος του 2014.

Συνεπώς, το κόστος δανεισμού των τραπεζών έχει διογκωθεί, με δυσμενείς επιπτώσεις για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.

Συμπερασματικά, η Κυβέρνηση, τις πρώτες 100 ημέρες της θητείας της, δεν έχει καλές επιδόσεις στην οικονομία.

Μάλιστα, από εβδομάδα σε εβδομάδα, η κατάσταση χειροτερεύει και τα αδιέξοδα πολλαπλασιάζονται.

Η ισορροπία που επετεύχθη τα δύο προηγούμενα χρόνια στη δημόσια οικονομία, με μεγάλες θυσίες νοικοκυριών και επιχειρήσεων, έχει διαταραχθεί.

Ενώ, και οι αναπτυξιακές προοπτικές της Ελληνικής οικονομίας δεν είναι ευοίωνες.

Την ίδια περίοδο μάλιστα που, σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, οι ρυθμοί οικονομικής μεγέθυνσης βελτιώνονται και το κόστος δανεισμού συρρικνώνεται, εξαιτίας του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης και της εξαιρετικά διευκολυντικής νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ, που επενεργούν προς την κατεύθυνση της βελτίωσης των συνθηκών χρηματοδότησης.

Εξελίξεις στις οποίες δεν μπορεί να συμμετάσχει η χώρα μας.

Επιβάλλεται, συνεπώς, η Κυβέρνηση να επιδείξει σύνεση και ρεαλισμό.

Να αφήσει στην άκρη την «επικοινωνιακή διαχείριση» των προβλημάτων και τον ριζοσπαστικό ακτιβισμό που είχε στη θέση της αντιπολίτευσης.

Να σταματήσει το εγχείρημα μετακύλισης των ευθυνών στην Αντιπολίτευση, σε θεσμούς και σε πρόσωπα, προκειμένου να ξεπεράσει τις παλινωδίες και τα λάθη που έχουν οδηγήσει τη χώρα σε όξυνση των αδιεξόδων της.

Και να κινηθεί γρήγορα.

Να εργαστεί με σχέδιο ώστε να επανασυνδεθεί η χώρα με τη διαδικασία της ανάταξης της οικονομίας.

Άλλωστε, σύμφωνα και με την Έκθεση του σημερινού Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων του Υπουργείου Οικονομικών, οι βάσεις έχουν τεθεί, αφού η χώρα επέτυχε, τα έτη 2013 και 2014, «τη στροφή προς ένα αναπτυξιακό υπόδειγμα με εξωστρεφή προσανατολισμό».

Κατά την πεποίθησή μoυ το σχέδιο αυτό, πρέπει να αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα μιας ολοκληρωμένης και συνεκτικής στρατηγικής, με στόχο την επίτευξη δυναμικής και βιώσιμης ανάπτυξης, με κοινωνική συνοχή.

Βασικοί άξονες αυτής της στρατηγικής πρέπει να είναι:

1ος. Η διασφάλιση της σταθεροποίησης των δημόσιων οικονομικών, μέσω της εφαρμογής αλλά και ενίσχυσης των ήδη θεσπισμένων κανόνων και πρακτικών χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης και πειθαρχίας.

Δυστυχώς όμως, όπως ήδη ανέφερα, η δημόσια οικονομία παρουσιάζει σήμερα τριγμούς αποσταθεροποίησης.

Ενώ υπάρχουν και κυβερνητικές φωνές που υποστηρίζουν επικίνδυνες επεκτατικές δημοσιονομικές πολιτικές, και όχι για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης όπου πράγματι αυτές είναι αναγκαίες και έχουν ξεκινήσει από το 2014, με τη διανομή του «κοινωνικού μερίσματος».

2ος. Η πραγματοποίηση, ακόμη περισσότερων, διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών.

Μεταρρυθμίσεις, που θα βοηθήσουν στη διατήρηση ή/και στη δημιουργία νέων εξωστρεφών και ανταγωνιστικών εγχώριων επιχειρήσεων και στην προσέλκυση ξένων άμεσων επενδύσεων.

3ος. Η βελτίωση της «ποιότητας» των δημόσιων οικονομικών.

Αυτό θα επιτευχθεί με την αύξηση της αποτελεσματικότητας των πόρων και με την ενίσχυση, σταδιακά, των δαπανών που έχουν υψηλό πολλαπλασιαστή και απόδοση, προάγουν την οικονομική ανάπτυξη και δημιουργούν υψηλή κοινωνική ανταποδοτικότητα.

Αυτός ο προσανατολισμός των δημόσιων δαπανών συνάδει και με τη θεωρία της ενδογενούς ανάπτυξης, σύμφωνα με την οποία η ανάδειξη παραγόντων όπως η εκπαίδευση, η έρευνα και η καινοτομία συνιστούν «ατμομηχανές» για μια ισχυρή και σύγχρονη αναπτυξιακή δυναμική.

Είναι προφανές, ότι η κατάργηση των μεταρρυθμίσεων στο χώρο της εκπαίδευσης που είχαν υιοθετηθεί τα τελευταία δέκα χρόνια, με τη μέγιστη μάλιστα πολιτική και κοινωνική συναίνεση, θα αποτελέσει αναπτυξιακή τροχοπέδη.

Η Κυβέρνηση, αντί να προωθήσει με βελτιωτικές ρυθμίσεις την αξιολόγηση και την αριστεία, ουσιαστικά τις αποδομεί, επαναφέρει τον κομματισμό και τη συναλλαγή και κολακεύει τη μετριότητα.

Λόγω ιδεοληψιών κάνει βήματα προς τα πίσω.

4ος. Η ταχύτερη και εμπροσθοβαρής υλοποίηση επενδυτικών σχεδίων μέσω της ορθολογικής αξιοποίησης των διαθέσιμων πόρων του ΕΣΠΑ και του ΠΔΕ.

Είναι προφανές, ότι η συγκράτηση των δαπανών του ΠΔΕ προκειμένου να καλυφθεί μέρος των ταμειακών αναγκών της χώρας, περιορίζει τις προοπτικές ανάκαμψης της οικονομίας.

5ος. Η αξιοποίηση των ανταγωνιστικών μας πλεονεκτημάτων.

Του τουρισμού, της ναυτιλίας, αλλά και της αγροτικής παραγωγής.

Της γεωργίας, της κτηνοτροφίας, της αλιείας, της μεταποίησης αγροτο-κτηνοτροφικών προϊόντων.

6ος . Η ανάδειξη της σημασίας της γεωστρατηγικής θέσης της χώρας.

7ος. Η εξασφάλιση ομαλής χρηματοδότησης της οικονομίας και η αποτελεσματική διαχείριση των δανείων σε καθυστέρηση.

Δυστυχώς, σήμερα, οι τράπεζες δέχονται ισχυρές πιέσεις, τόσο στο παθητικό τους όσο και στο ενεργητικό τους.

Και η χρηματοδότηση μέσω του έκτακτου μηχανισμού παροχής ρευστότητας, με βάση τους κανόνες του Ευρωσυστήματος, αναγκαστικά συνεπάγεται σημαντικά υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης για τα πιστωτικά ιδρύματα.

Ενώ, αυτή η χρηματοδότηση δεν καταλήγει – όπως θα έπρεπε – στον ιδιωτικό τομέα, αλλά κατευθύνεται για την αναπλήρωση των κενών ρευστότητας από την απόσυρση των ταμειακών διαθεσίμων φορέων της Γενικής Κυβέρνησης και από την αγορά εντόκων γραμματίων του Δημοσίου, απορροφώντας, το Δημόσιο, όλη τη ρευστότητα.

8ος. Η εντατικότερη υλοποίηση του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων και αξιοποίησης της περιουσίας του Δημοσίου.

Οι ιδιωτικοποιήσεις εκείνες, που συνιστούν ταυτόχρονα παραγωγικές ξένες άμεσες επενδύσεις, μπορούν να συμβάλουν στην εισαγωγή τεχνογνωσίας, στον εκσυγχρονισμό και στην αύξηση της αποτελεσματικότητας των επιχειρήσεων που ιδιωτικοποιούνται, στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και στην ενίσχυση της εξωστρέφειας της οικονομίας, αλλά και στον περιορισμό των δανειακών αναγκών του Ελληνικού Δημοσίου και, τελικά, στη μείωση του δημοσίου χρέους μεσοπρόθεσμα.

Δυστυχώς όμως, οι Κυβερνητικές αμφισημίες και η πολυγλωσσία επί του θέματος, οδηγούν πολλές επενδύσεις είτε στην ακύρωση είτε στην «κατάψυξη».

9ος. Η δημιουργία ενός δίκαιου, αποτελεσματικού και σύγχρονου κράτους.

Αφού επιτεύχθησαν οι αναγκαίοι ποσοτικοί στόχοι για τη μείωση του αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων και της μισθολογικής δαπάνης, οφείλουμε να περάσουμε στην εκπλήρωση των κρίσιμων ποιοτικών μεταρρυθμίσεων.

Με προτεραιότητα τη λειτουργική αποτελεσματικότητα του δημόσιου τομέα, την ενίσχυση της διαφάνειας, την εξασφάλιση της ισονομίας, την αποτελεσματική αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού και την εδραίωση ενός διαφανούς πλαισίου αξιολόγησης και επιβράβευσης της παραγωγικότητας.

Προς αυτή την κατεύθυνση, η προηγούμενη Κυβέρνηση ξεκίνησε την υλοποίηση μιας ολοκληρωμένης προσπάθειας βελτίωσης της λειτουργίας και αποκατάστασης του κύρους της δημόσιας διοίκησης.

Δυστυχώς, και σε αυτό το πεδίο, μέσα από σχετικές νομοθετικές πρωτοβουλίες, η Κυβέρνηση προωθεί την πλήρη αποδόμηση όσων είχαν τεθεί σε εφαρμογή, οδηγώντας στην οπισθοδρόμηση και στην παράδοση και διολίσθηση της δημόσιας διοίκησης στα «συντεχνιακά συμφέροντα», σε βάρος των πολιτών.

10ος. Η σταδιακή μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

Αυτό θα επιτευχθεί με τη διασφάλιση περιβάλλοντος δημοσιονομικής και φορολογικής σταθερότητας και με την ένταξη του «αφανούς» τμήματος της οικονομίας στο «εμφανές» πεδίο της, επιτυγχάνοντας τη φορολόγησή του.

Έχει αποδειχθεί, και στη χώρα μας, ότι η δημοσιονομική προσαρμογή είναι βιώσιμη όταν επιτυγχάνεται, κυρίως, από το σκέλος των δαπανών.

11ος. Η περαιτέρω ενίσχυση της μακροχρόνιας βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους.

Το «προφίλ» του έχει ήδη βελτιωθεί.

Η μέση διάρκειά του έχει χρονικά υπερδιπλασιασθεί, το μέσο επιτόκιό του έχει μειωθεί, οι δαπάνες για τόκους έχουν υποχωρήσει.

Είναι, όμως, επίσης, αλήθεια ότι, εφόσον τηρούμε τις δεσμεύσεις μας, οι εταίροι και δανειστές μας υποχρεούνται να αναλάβουν, σύντομα, συγκεκριμένες πρωτοβουλίες για την περαιτέρω ενίσχυση της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους, στη βάση της απόφασης του Νοεμβρίου του 2012.

Ρεαλιστικές λύσεις, εφικτές τεχνικές, ισοδύναμοι τρόποι υπάρχουν.

Και σε αυτή την άποψη έχει προσχωρήσει, πλέον, και η σημερινή Κυβέρνηση.

Κυρίες και Κύριοι,

Κατά την εκτίμησή μου, αυτός είναι ο ορθός δρόμος που πρέπει να ακολουθήσουμε.

Για το λόγο αυτό είναι εθνική ανάγκη να διαφυλαχθούν όλα όσα έχουν επιτευχθεί, με τόσο μεγάλο κόπο και κόστος.

Η μέχρι σήμερα πορεία σε συνθήκες «ομίχλης» από ασάφεια, ανασφάλεια και αβεβαιότητα, έχει οδηγήσει σε καθήλωση την οικονομία.

Οι μακρόσυρτες διαπραγματεύσεις, με τους εταίρους και δανειστές, στο θολό περιβάλλον, έχουν κόστος για την οικονομία.

Από την πλευρά μας, πρέπει οι θέσεις μας στις διαπραγματεύσεις να είναι τεκμηριωμένες, για να είναι διεκδικητικές και αποτελεσματικές.

Έχει καταστεί πλέον σαφές ότι η Ελληνική οικονομία δεν μπορεί να περιμένει μέχρι την εξομάλυνση των αντιφάσεων μεταξύ προεκλογικών λόγων και μετεκλογικών έργων και τη διευθέτηση των εσωτερικών αντιθέσεων στα κόμματα της συγκυβέρνησης.

Εύχομαι η Κυβέρνηση, με την τελική συμφωνία, να πετύχει οφέλη για τη χώρα τα οποία θα υπερβούν το κόστος.

Προς αυτή την κατεύθυνση καλούμε να συνδράμουν έμπρακτα και οι εταίροι και δανειστές.

Όλοι μας πρέπει να γνωρίζουμε ότι κανένας δεν έχει συμφέρον από την παράταση μιας «προβληματικής» κατάστασης σε χώρα της Ευρωζώνης.

Σε κάθε περίπτωση, στην πατρίδα μας, μετά τη δοκιμή και της ριζοσπαστικής αριστεράς στη διακυβέρνηση, πιστεύω ότι είναι καιρός να σταματήσουμε τις ιδεοληπτικές σκιαμαχίες και τους υψηλούς τόνους και όλες οι κοινωνικοπολιτικές δυνάμεις, ανεξάρτητα από τις όποιες διαφορές και τον ανά περίοδο ρόλο μας στο πολιτικό σκηνικό, να «βάζουμε διαρκώς πλάτη» ώστε η χώρα να βγει γρήγορα και οριστικά από το τέλμα, να αναπτυχθεί με δικαιοσύνη και συνοχή και να πορευθεί με αξιοπρέπεια και δυναμισμό στο διεθνές σκηνικό.

Πιστεύω ότι αυτό είναι το πρώτο, το κύριο καθήκον κάθε Έλληνα και κάθε Ελληνίδας.

Ελπίζω ότι θα ανταποκριθούμε.

Τοποθέτηση στην Επιτροπή Απολογισμού-Ισολογισμού του Κράτους επί της Έκθεσης του ΓΠΚ για το 1ο τρίμηνο του 2015 –

xristos-staikouras-bouli--Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Με την ευκαιρία της σημερινής πρώτης συνεδρίασης της Επιτροπής, με αφορμή και τη συζήτηση επί της πρώτης Έκθεσης για το 2015 του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, θέλω να αναφερθώ στην κατάσταση του Προϋπολογισμού που παρέδωσε η προηγούμενη Κυβέρνηση καθώς και στη σημερινή κατάσταση της οικονομίας, μετά τις πρώτες 100 ημέρες της νέας Κυβέρνησης.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Η χώρα, το 2014, επέτυχε, για 2η συνεχόμενη χρονιά, πρωτογενές πλεόνασμα.

Αυτό το αναγνωρίζει όλοι, εντός και εκτός χώρας.

Ακόμη και η σημερινή Κυβέρνηση, αφού ο Υπουργός Οικονομικών έχει δηλώσει, στις συνεδριάσεις του Eurogroup, ότι στηρίζεται για τη διαπραγμάτευση στα δημοσιονομικά επιτεύγματα των τελευταίων ετών, χαρακτηρίζοντάς τα «σημείο αφετηρίας» και «σημείο εκκίνησης» για μια επωφελή για τη χώρα συμφωνία.

Το πρωτογενές πλεόνασμα εκτιμάται, σύμφωνα με το Πρόγραμμα Οικονομικής Πολιτικής, ότι θα διαμορφωθεί περίπου στο 0,5% του ΑΕΠ.

Αυτό το δημοσιονομικό αποτέλεσμα είναι, πράγματι, πολύ χαμηλότερο από το στόχο του 1,5% του ΑΕΠ που είχε τεθεί για το 2014.

Παρά το γεγονός ότι η επίτευξή του ήταν απολύτως εφικτή το Νοέμβριο του 2014.

Αυτό άλλωστε είχε τότε υποστηρίξει και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στη φθινοπωρινή της Έκθεση.

Αυτό κατέγραφαν και οι «Θεσμοί», οι οποίοι και δεν «έβλεπαν» κανένα δημοσιονομικό κενό για το 2014.

Αυτό υποστήριξε, πολύ πρόσφατα, και ο Αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κ. Κατάινεν, ο οποίος δήλωσε ότι «μέχρι τον φετινό χειμώνα, τα πράγματα πήγαιναν καλύτερα, η χώρα είχε πρωτογενές πλεόνασμα 1,5% του ΑΕΠ, τώρα δυστυχώς τα πράγματα άλλαξαν» (Real News, 15 Μαρτίου 2015).

Και, το κυριότερο, αυτό επιβεβαιώνεται και μεθοδολογικά από τον τρόπο καταγραφής της εκτέλεσης του Προϋπολογισμού της Γενικής Κυβέρνησης, σύμφωνα με τον οποίο, σε δημοσιονομική βάση, πολλές κατηγορίες εσόδων – και όχι δαπανών – των 2 πρώτων μηνών του επόμενου έτους (δηλαδή του 2015), καταγράφονται στο προηγούμενο έτος (δηλαδή στο 2014).

Άρα επηρεάζουν το δημοσιονομικό αποτέλεσμα του 2014.

Που οφείλεται, συνεπώς, αυτή η μεγάλη μείωση του πρωτογενούς πλεονάσματος από τον Δεκέμβριο του 2014;

Οφείλεται στην υστέρηση των εσόδων του Προϋπολογισμού από το Δεκέμβριο του 2014 μέχρι τον Φεβρουάριο του 2015.

Συγκεκριμένα:

1ον. Στο 11μηνο του 2014, τα καθαρά έσοδα του Τακτικού Προϋπολογισμού ήταν 920 εκατ. ευρώ κάτω από τους στόχους.

Αυτή την υστέρηση, η προηγούμενη Κυβέρνηση την είχε πλήρως καλύψει με τη μείωση των δαπανών, η οποία διαμορφώθηκε 1 δισ. ευρώ κάτω από τους στόχους.

Και μάλιστα χωρίς να αυξηθούν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα.

Το αντίθετο μάλιστα, αυτές μειώθηκαν κατά 70% την προηγούμενη διετία.

Αντίθετα απ’ ότι κάνει σήμερα η Κυβέρνηση.

Άρα, τέλος Νοεμβρίου, η επίτευξη του στόχου για 1,5% του ΑΕΠ πρωτογενές πλεόνασμα ήταν απολύτως εφικτή!

2ον. Στο τέλος του 2014, η απόκλιση στα καθαρά έσοδα του Προϋπολογισμού υπερέβη τα 1,6 δισ. ευρώ.

Άρα προστέθηκε απώλεια επιπλέον εσόδων ύψους 700 εκατ. ευρώ το μήνα Δεκέμβριο.

Τους μήνες Ιανουάριο και Φεβρουάριο, που δημοσιονομικά – επαναλαμβάνω – καταγράφονται στο 2014, η απόκλιση στα καθαρά έσοδα του Προϋπολογισμού ανήλθε στα 1,2 δισ. ευρώ.

Η οποία, αν προστεθεί στη διαφορά του Δεκεμβρίου, λόγω της αβεβαιότητας προκήρυξης και τελικά διεξαγωγής των βουλευτικών εκλογών, των Κυβερνητικών ασαφειών, των πολυάριθμων, προεκλογικών και μετεκλογικών εξαγγελιών της Κυβέρνησης και της ανοικτής διαπραγμάτευσης με τους δανειστές, ανεβάζει τη συνολική απόκλιση του τελευταίου τριμήνου περίπου στα 2 δισ. ευρώ.

Αυτά τα 2 δισ. ευρώ είναι και η απόκλιση του 2014.

Αυτή είναι η αλήθεια.

Την οποία επιβεβαιώνει και η τελευταία Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία δημοσιεύθηκε την προηγούμενη εβδομάδα.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Ποιά είναι σήμερα η κατάσταση της Ελληνικής οικονομίας;

Όπως καταγράφει και η Έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, η Κυβέρνηση, τις πρώτες 100 ημέρες, δεν έχει καλές επιδόσεις.

Ενδεικτικά, σε αυτό το χρονικό διάστημα, όπως καταγράφει και η Έκθεση:

1ον. Η οικονομία παρουσιάζει σημάδια επιβράδυνσης, μετά την ανάκαμψή της το 2014.

Οι διεθνείς και εγχώριοι θεσμοί και οργανισμοί αναθεωρούν, προς το δυσμενέστερο, τις εκτιμήσεις τους για το ρυθμό οικονομικής μεγέθυνσης του 2015.

Έτσι, ενδεικτικά, ενώ οι αρχικές εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ήταν για οικονομική ανάπτυξη 2,9% το 2015 (προβλέψεις Νοεμβρίου 2014), αναθεωρήθηκαν στο 2,5% (προβλέψεις Φεβρουαρίου 2015) και σήμερα, 3 μήνες αργότερα, αυτές διαμορφώθηκαν στο 0,5%.

Υπάρχουν μάλιστα και προβλέψεις άλλων οργανισμών, σύμφωνα με τις οποίες η χώρα κινδυνεύει να «βουτήξει», και πάλι, στην ύφεση το 2015.

Ενώ και οι εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την ανεργία, οι οποίες ήταν σταθερές από το Νοέμβριο του 2014 μέχρι το Φεβρουάριο του 2015, αναθεωρήθηκαν, το τελευταίο τρίμηνο, προς το δυσμενέστερο.

2ον. Όπως υποστηρίζει και η Έκθεση, «το επιχειρηματικό κλίμα επιδεινώνεται».

Ο δείκτης οικονομικού κλίματος έχει «πέσει» στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 15 μηνών, μειώνεται ραγδαία το τελευταίο τρίμηνο, ενώ διευρύνεται και η απόστασή του από τον Ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Δηλαδή, έχει καταρρεύσει τόσο η ψυχολογία όσο και προσδοκίες επενδυτών και καταναλωτών, νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

3ον. Οι αποδόσεις των Ελληνικών ομολόγων «σκαρφαλώνουν» όλο και ψηλότερα.

Βρίσκονται στα υψηλότερα επίπεδα της τελευταίας τριετίας, όταν, μάλιστα, οι αποδόσεις τίτλων των άλλων Ευρωπαϊκών χωρών παραμένουν κοντά σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα.

Είναι προφανές ότι η προεκλογική πρόβλεψη της Κυβέρνησης, ότι οι αγορές θα «χορεύουν» σύμφωνα με τις επιθυμίες, δεν επαληθεύεται.

4ον. Το κόστος δανεισμού του Δημοσίου, τους τελευταίους μήνες, μέσω των εκδόσεων εντόκων γραμματίων 3μηνης και 6μηνης διάρκειας, αυξάνεται.

Ενδεικτικά, η τελευταία έκδοση εντόκων γραμματίων 26 εβδομάδων, στις 6 Μαΐου 2015, πραγματοποιήθηκε με επιτόκιο 2,97%, όταν η αντίστοιχη, στις 7 Ιανουαρίου 2015, είχε γίνει με επιτόκιο 2,30%.

Αποτέλεσμα αυτής της εξέλιξης είναι ότι, κατά το 1ο τρίμηνο του 2015, οι τόκοι αυξήθηκαν κατά 250 εκατ. ευρώ ή 12,5% έναντι του αντίστοιχου τριμήνου του 2014.

Δηλαδή αυξήθηκε το κόστος για τον Έλληνα φορολογούμενο.

5ον. Οι οίκοι πιστοληπτικής αξιολόγησης υποβαθμίζουν, και πάλι, τη χώρα.

Μάλιστα, οι προοπτικές αναθεώρησης των εκτιμήσεών τους είναι προς το δυσμενέστερο.

6ον. Ο δείκτης του Χρηματιστηρίου, το τελευταίο τρίμηνο, καταγράφει σημαντικές απώλειες.

Επενδυτές εγκαταλείπουν ή «παγώνουν» τα επενδυτικά τους σχέδια στη χώρα μας.

Όπως υποστηρίζει και η Έκθεση, «η τρέχουσα κατάσταση δεν απειλεί μόνο όσες επιχειρήσεις βρίσκονται σε οριακό σημείο, αλλά και όσες τα χρόνια της κρίσης άντεξαν, επένδυσαν, συγκράτησαν μισθούς, κατέβαλαν φόρους και απέφυγαν απολύσεις. Απειλεί δηλαδή, την υγιή επιχειρηματικότητα».

7ον. Η δημόσια οικονομία παρουσιάζει τριγμούς αποσταθεροποίησης.

Το πρωτογενές πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης, κατά το 1ο τρίμηνο του 2015, διαμορφώθηκε πολύ χαμηλότερα από πέρυσι, μειωμένο κατά περισσότερο από 50%.

Η υστέρηση μάλιστα στα φορολογικά έσοδα είναι και μεγάλη (υπερβαίνει τα 750 εκατ. ευρώ) και σταθερή, ακόμη και το μήνα Απρίλιο και τις πρώτες ημέρες του Μαΐου, παρά τις υψηλές Κυβερνητικές προσδοκίες από το νέο πλαίσιο φορολογικών ρυθμίσεων.

Ενώ, οι Οργανισμοί Κοινωνικής Ασφάλισης εμφανίζουν πρωτογενές έλλειμμα.

Πρωτογενές έλλειμμα το οποίο, μήνα με το μήνα, διευρύνεται.

8ον. Τα προβλήματα ρευστότητας οξύνονται δραματικά.

Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές αυξήθηκαν, μέσα στο 2015, κατά περίπου 720 εκατ. ευρώ.

Η αύξηση αυτή είναι και συνεχής και διευρυνόμενη.

Επιβεβαιώνεται έτσι ότι η Κυβέρνηση έχει κηρύξει εσωτερική στάση πληρωμών, δημιουργώντας συνθήκες «ασφυξίας» στην οικονομία.

Υπενθυμίζεται ότι οι ληξιπρόθεσμες οφειλές μειώθηκαν περίπου κατά 70% την προηγούμενη διετία, από τα 9 δισ. ευρώ στο τέλος του 2012 στα 3 δισ. ευρώ στο τέλος του 2014.

9ον. Η Κυβέρνηση έχει «σκουπίσει» τα ταμειακά διαθέσιμα των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, προχωρώντας πλέον και σε εσωτερικό αναγκαστικό δανεισμό.

10ον. Οι καταθέσεις νοικοκυριών και επιχειρήσεων μειώνονται σταθερά, και τα «κόκκινα δάνεια», διαρκώς, αυξάνονται.

Συγκεκριμένα, οι καταθέσεις διαμορφώθηκαν στα 138,5 δισ. ευρώ το Μάρτιο του 2015, από 160,3 δισ. ευρώ στο τέλος του 2014.

11ον. Οι εγγυήσεις μέσω του μηχανισμού Έκτακτης Ενίσχυσης Ρευστότητας (ELA) αυξάνονται, μήνα με το μήνα, εντυπωσιακά.

Έτσι, ο ELA διαμορφώθηκε στα 69 δισ. ευρώ στο τέλος Μαρτίου του 2015, από 22 δισ. ευρώ στο τέλος Φεβρουαρίου, 6 δισ. ευρώ στο τέλος Ιανουαρίου και 0 δισ. ευρώ στο τέλος του 2014.

Συνεπώς, το κόστος δανεισμού των τραπεζών έχει διογκωθεί, με δυσμενείς επιπτώσεις για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.

Από τα ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι, μέχρι σήμερα, η πορεία, σε συνθήκες «ομίχλης» από ασάφεια, ανασφάλεια και αβεβαιότητα, έχει οδηγήσει σε καθήλωση την οικονομία.

Οι μακρόσυρτες συζητήσεις, που αναμφίβολα πρέπει να είναι τεκμηριωμένες και σκληρές, με τους εταίρους και δανειστές, στο θολό περιβάλλον, έχουν κόστος για την οικονομία.

Εύχομαι η Κυβέρνηση, με την τελική συμφωνία, να πετύχει οφέλη για τη χώρα τα οποία θα υπερβούν το κόστος.

Προς αυτή την κατεύθυνση καλούμε να συνδράμουν έμπρακτα και οι εταίροι και δανειστές.

Όλοι μας πρέπει να γνωρίζουμε ότι κανένας δεν έχει συμφέρον από την παράταση μιας «προβληματικής» κατάστασης σε χώρα της Ευρωζώνης.

Απαιτείται, συνεπώς, η Κυβέρνηση, έστω και αργά, με σύνεση, ρεαλισμό και αποφασιστικότητα, να προχωρήσει σε μία όσο το δυνατόν πιο επωφελή για τη χώρα συμφωνία, εντός του αναμφίβολα ασφυκτικού πλαισίου στο οποίο αυτή κινείται.

Έχει καταστεί πλέον σαφές ότι η Ελληνική οικονομία δεν μπορεί να περιμένει μέχρι την εξομάλυνση των αντιφάσεων μεταξύ προεκλογικών λόγων και μετεκλογικών έργων και τη διευθέτηση των εσωτερικών αντιθέσεων στα κόμματα της συγκυβέρνησης.

Σε κάθε περίπτωση, μετά τη δοκιμή και της ριζοσπαστικής αριστεράς στη διακυβέρνηση της χώρας μας, πιστεύω ότι είναι καιρός να σταματήσουμε τις ιδεοληπτικές σκιαμαχίες, τους υψηλούς τόνους και όλες οι κοινωνικοπολιτικές δυνάμεις, ανεξάρτητα από τις όποιες διαφορές και τον ρόλο μας, σε κάθε περίοδο, στο πολιτικό σκηνικό, να «βάζουμε πλάτη» ώστε η χώρα να βγει γρήγορα και οριστικά από το τέλμα, να αναπτυχθεί και να πορευθεί με αξιοπρέπεια και δυναμισμό στο διεθνές σκηνικό.

Ομιλία στην Ολομέλεια κατά τη συζήτηση του Σχεδίου Νόμου για την κύρωση της ΠΝΠ σχετικά με την ΕΒΖ και τις ληξιπρόθεσμες οφειλές –

o-anaplirotis-upourgos-oikonomikon-xristos-staikourasΚυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Καλούμαστε σήμερα να συζητήσουμε την Κύρωση της 2ης Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου της παρούσας Κυβέρνησης.

Δύο Πράξεις σε λιγότερο από ένα μήνα.

Πρακτική την οποία, κατά το παρελθόν, στηλίτευαν τα Κόμματα που στηρίζουν σήμερα την Κυβέρνηση.

Όπως στηλίτευαν και αυτή της κατάθεσης και ψήφισης Νομοσχεδίων με τη μορφή του Κατεπείγοντος.

Όπως στηλίτευαν και αυτή της κατάθεσης και ψήφισης σωρείας βουλευτικών και υπουργικών Τροπολογιών, άσχετων με τα υπό συζήτηση Νομοσχέδια.

Και σήμερα, στις πρώτες 100 ημέρες της νέας Κυβέρνησης, τα υιοθετούν.

Και μάλιστα επαναλαμβανόμενα.

Όλα αυτά συνιστούν, αν μη τι άλλο, κραυγαλέες αποδείξεις ασυνέπειας.

Αλλά αναδεικνύουν και τα αδιέξοδα στα οποία η Κυβέρνηση έχει περιέλθει.

Εξαιτίας της αβελτηρίας, των παλινωδιών της και των αστοχιών της.

Επί των συγκεκριμένων διατάξεων:

Με την 1η διάταξη, καταβάλλεται από τον ειδικό εκκαθαριστή της Αγροτικής Τράπεζας, ποσό 30 εκατ. ευρώ από τα μη διανεμηθέντα διαθέσιμά του στην Ελληνική Βιομηχανία Ζάχαρης, έναντι μελλοντικής αύξησης του μετοχικού της κεφαλαίου.

Δύο ζητήματα έχουν τεθεί, τόσο από την Αντιπολίτευση όσο και από φορείς.

Το πρώτο σχετίζεται με το εάν η εν λόγω καταβολή είναι συμβατή με το υφιστάμενο ενωσιακό θεσμικό πλαίσιο περί κρατικών ενισχύσεων.

Κάτι που επισημαίνει και η Έκθεση του ΓΛΚ.

Προβληματισμό τον οποίο κατέθεσαν, στην ακρόαση φορέων, και η ΠΑΣΕΓΕΣ και η ΓΣΕΒΕΕ.

Ενώ δεν φαίνεται να έχει τηρηθεί και η διαδικασία του Ν. 4152/2013, δηλαδή η διαδικασία προηγούμενης διαβούλευσης και έκφρασης θετικής γνώμης από την αρμόδια Κεντρική Μονάδα Κρατικών Ενισχύσεων του Υπουργείου Οικονομικών.

Το δεύτερο ζήτημα έχει να κάνει με το ότι η συγκεκριμένη νομοθετική πρωτοβουλία δεν αντιμετωπίζει, ουσιαστικά, το πρόβλημα της βιωσιμότητας της εταιρείας.

Πρόβλημα μεγάλο, διαχρονικό και διογκούμενο, όπως άλλωστε υποστήριξε, κατά την ακρόαση φορέων, και η καινούργια Διοίκηση της Εταιρείας.

Πρόβλημα που οφείλεται, κυρίως, στο υψηλό βιομηχανικό, ενεργειακό και λειτουργικό κόστος, στο υψηλό κόστος της πρώτης ύλης, στη χαμηλή στρεμματική απόδοση.

Πρόβλημα του οποίου η αντιμετώπιση απαιτεί συντεταγμένο σχέδιο, συνεκτική μελέτη, εξειδικευμένη στρατηγική βιωσιμότητας της εταιρείας, βασιζόμενη και στα θετικά σημεία του υπάρχοντος σχεδίου αναδιοργάνωσης.

Και προς αυτή την κατεύθυνση οφείλουμε να συμβάλλουμε όλοι μας.

Με υπευθυνότητα, σοβαρότητα και διορατικότητα.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Με τη 2η διάταξη, συμπληρώνεται ο Ν. 4321/2015 σχετικά με τη ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων οφειλών στη φορολογική διοίκηση.

Ορισμένες παρατηρήσεις:

1η. Ο Νόμος συμπληρώνεται μόλις 6 ημέρες μετά τη δημοσίευσή του.

Στις 21 Μαρτίου δημοσιεύθηκε το σχετικό ΦΕΚ, και στις 27 Μαρτίου, δηλαδή 6 ημέρες αργότερα, η Κυβέρνηση υπέγραψε την ΠΝΠ που συμπληρώνει το Νόμο.

Απόδειξη, τουλάχιστον, προχειρότητας.

Αν όχι, σκοπιμότητας…

2η. Η Κυβέρνηση, στην Αιτιολογική Έκθεση του Σχεδίου Νόμου, αναφέρεται στην αναγκαιότητα ρύθμισης φορολογικών εκκρεμοτήτων πολιτών και επιχειρήσεων που βρίσκονται σε πραγματική αδυναμία να ανταποκριθούν στο σύνολο των υποχρεώσεών τους λόγω της κρίσης.

Όμως, πρόσφατα, από τους 150.000 οφειλέτες που εντάχθηκαν στη ρύθμιση-εξπρές, υπήρξαν και 15 οφειλέτες με ποσά άνω των 300.000 ευρώ, που βρήκαν και πλήρωσαν άμεσα, μέσα σε μία εβδομάδα, συνολικά 16,5 εκατ. ευρώ επί συνόλου εισπράξεων περίπου 150 εκατ. ευρώ.

Δηλαδή, το 0,01% των οφειλετών, κατέβαλε περίπου το 10% των εισπράξεων!

Μάλιστα, από τις 6 επιχειρήσεις με οφειλές άνω του 1 εκατ. ευρώ που έτυχαν ευνοϊκής ρύθμισης μόνο από την παρούσα Κυβέρνηση, οι 4 είχαν βεβαιωμένες οφειλές πριν το 2010.

Σε ότι αφορά δε την παρούσα ρύθμιση, στα 87 φυσικά και νομικά πρόσωπα με οφειλές άνω του 1 εκατ. ευρώ που εντάχθηκαν μέχρι σήμερα στη ρύθμιση, από τους συνολικά 380.000 οφειλέτες, διαγράφηκαν περίπου 20 εκατ. ευρώ πρόσθετοι φόροι, από τα συνολικά 87 εκατ. ευρώ.

Άρα, το 0,02% των συμμετεχόντων «γλύτωσε» το 23% των πρόσθετων φόρων, και αφορά το 8% του ρυθμιζόμενου κεφαλαίου!

Εύλογα, λοιπόν, αναρωτιέται κανείς, για «ποιά αδυναμία λόγω κρίσης» ομιλείτε;

Σε ποιά «πραγματική οικονομική αδυναμία» αναφέρεστε;

Είναι προφανές, συνεπώς, ότι εγείρεται σοβαρό ηθικό θέμα από την εν λόγω ρύθμιση.

Ειδικά όταν από τον έλεγχο της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων, προκύπτει ότι οι περισσότεροι από τους μεγάλους οφειλέτες, με βάση το φορολογικό προφίλ τους, μπορούσαν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους, απλά δεν το έκαναν.

Γιατί ήταν συστηματικά ασυνεπείς.

3η. Η είσπραξη οφείλεται τόσο σε «κανιβαλισμό» άλλων ρυθμίσεων ή/και φόρων, καθώς οι φορολογούμενοι «αποδήμησαν» από άλλες ρυθμίσεις ή ανέβαλαν τις εμπρόθεσμες πληρωμές τους για να επωφεληθούν από τις νέες ρυθμίσεις.

Το αποτέλεσμα είναι, το μήνα Απρίλιο, παρά τα 120 εκατ. ευρώ εισπράξεις από τη νέα ρύθμιση, τα συνολικά φορολογικά έσοδα να διαμορφώνονται στο επίπεδο του στόχου.

Και η κατάσταση να γίνεται πολύ χειρότερη το Μάιο, παρά τα περίπου 15 εκατ. ευρώ του 1ου δεκαημέρου.

4η. Από την εν λόγω ρύθμιση επέρχεται πρόσθετη μείωση βεβαιωμένων εσόδων.

Γεγονός για το οποίο πάντα ο ΣΥΡΙΖΑ, ως Αξιωματική Αντιπολίτευση, ασκούσε σκληρή κριτική.

Σήμερα, όμως, τα ξέχασε αυτά.

5η. Η Κυβέρνηση εκτιμά ότι θα εισπράξει 700 εκατ. ευρώ από τις ρυθμίσεις.

Θυμίζουμε ότι, στο περίφημο «Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης», προσδοκούσε ότι θα εισπράξει περί τα 3 δισ. ευρώ ετησίως!!!

«Προσγειώνεται», συνεπώς, στις εκτιμήσεις της περίπου στο 1/5 των αρχικών.

Καλό είναι και αυτό, αφού στους πόρους για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης «προσγειώθηκε» στο 1/10.

Και όχι μόνο αυτό.

Σύμφωνα με τον Προϋπολογισμό, από τον Νόμο της προηγούμενης Κυβέρνησης, προβλέπονταν ούτως ή άλλως εισπράξεις ύψους 470 εκατ. ευρώ μέσα στο 2015.

Συνεπώς, το όποιο πρόσθετο θετικό αποτέλεσμα, εάν προκύψει, δεν θα είναι σημαντικό και θα οφείλεται, κυρίως, στους μεγάλους οφειλέτες.

Που δεν περιλαμβάνονταν στην προηγούμενη ρύθμιση.

Και θα έχει ιδιαίτερη σημασία να δούμε ποιοί θα είναι τελικά αυτοί που θα ωφεληθούν…

Δελτίο Τύπου σχετικά με αποσπάσματα ομιλίας στην Ολομέλεια κατά τη συζήτηση του Σχεδίου Νόμου για την Κύρωση της ΠΝΠ για τα ταμειακά διαθέσιμα

small_staikouras1-thumb-large«Η πραγματικότητα για τα ταμειακά διαθέσιμα που παρέλαβε η σημερινή Κυβέρνηση είναι:

1ον. Μετά τις βουλευτικές εκλογές της 25ης Ιανουαρίου, και παρά την υστέρηση εσόδων λόγω της πολιτικής αβεβαιότητας, η χώρα είχε ταμειακά διαθέσιμα ύψους 1,9 δισ. ευρώ. Αυτά τα ταμειακά διαθέσιμα παρέλαβε η σημερινή Κυβέρνηση.

Υπενθυμίζεται ότι, με βάση το Δελτίο Δημοσίου Χρέους, που δημοσίευσε η σημερινή Κυβέρνηση, στο τέλος του 2014, τα ταμειακά διαθέσιμα του Ελληνικού Δημοσίου ήταν 2,6 δισ. ευρώ. Η συρρίκνωσή τους τον Ιανουάριο οφείλεται στα μειωμένα έσοδα.

2ον. Οι εκτιμήσεις, τότε, ήταν ότι η χώρα, αν η σημερινή Κυβέρνηση δεν αναλάμβανε οποιαδήποτε πρωτοβουλία, θα άρχιζε να αντιμετωπίζει ταμειακά προβλήματα μετά τις 24 Φεβρουαρίου, μικρά μέσα στο Φεβρουάριο και μεγαλύτερα το Μάρτιο.

Αυτός ήταν και ο λόγος που η προηγούμενη Κυβέρνηση επιδίωκε να κλείσει εντός διμήνου, με επωφελή για τη χώρα τρόπο, τη συμφωνία για τη λήψη της τελευταίας δόσης του τρέχοντος Προγράμματος.

Αντίθετα, η σημερινή Κυβέρνηση διαβεβαίωνε την Ελληνική κοινωνία, παρά το γεγονός ότι γνώριζε την αλήθεια, ότι η χώρα δεν έχει ανάγκη από την τελευταία δόση της δανειακής σύμβασης. Και στη συνέχεια, στις 20 Φεβρουαρίου, προσυπέγραφε ότι αυτή θα εκταμιευθεί, εν συνόλω, στο τέλος της αξιολόγησης. Και έπραξε έτσι, ενώ γνώριζε τις πιεστικές ταμειακές ανάγκες της χώρας.

3ον. Το ταμείο του Κράτους θα έχει πρόβλημα όσο η χώρα βαδίζει χωρίς ρεαλιστικό σχέδιο μέσα σε θολή ατμόσφαιρα.

Δυστυχώς, η πολυγλωσσία, η «δημιουργική ασάφεια» και οι παλινωδίες της Κυβέρνησης αποδεικνύονται, καθημερινά, επιζήμιες για τη χώρα και τους πολίτες της. Από εβδομάδα σε εβδομάδα, η αβεβαιότητα βαθαίνει και επεκτείνεται, η κατάσταση χειροτερεύει και τα αδιέξοδα πολλαπλασιάζονται. Η Κυβέρνηση πλέον, εκτός της σημαντικής εσωτερικής στάσης πληρωμών, προχωρά και σε εσωτερικό αναγκαστικό δανεισμό.

Έτσι:

1ον. Η Κυβέρνηση προχωρά, για 2η φορά σε χρονικό διάστημα μικρότερο του μήνα, σε Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου (Π.Ν.Π.). Σήμερα, συνεπώς, τελειώνει και η κριτική για την αναγκαιότητα της κατάθεσης Πράξεων Νομοθετικού Περιεχομένου. Όπως τελείωσε, πριν ένα μήνα, και η κριτική για τη συζήτηση Νομοσχεδίων με τη μορφή του Κατεπείγοντος. Όπως τελείωσε, πριν δύο μήνες, και η κριτική για την ενσωμάτωση άσχετων Διατάξεων και Τροπολογιών σε υπό συζήτηση και ψήφιση Νομοσχέδια.

Όλα αυτά, τα Κόμματα που στηρίζουν σήμερα την Κυβέρνηση τα  στηλίτευαν. Και σήμερα, τα υιοθετούν. Πρόκειται για κραυγαλέες αποδείξεις ασυνέπειας. Τουλάχιστον, θα περίμενα την αυτοκριτική από μέρους τους…

2ον. Η υποχρεωτική δέσμευση των ταμειακών διαθεσίμων των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης και των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, σε αντίθεση με ό,τι ίσχυε μέχρι σήμερα, αποδεικνύει την απελπισία της Κυβέρνησης να βρει πόρους για να καλύψει τις άμεσες και πιεστικές ταμειακές ανάγκες.

Όταν, βέβαια, μέχρι πρόσφατα, διαβεβαίωνε την Ελληνική κοινωνία ότι η χώρα δεν έχει ανάγκη από την τελευταία δόση της δανειακής σύμβασης. Και όταν στη συνέχεια προσυπέγραφε ότι αυτή θα εκταμιευθεί, εν συνόλω, στο τέλος της αξιολόγησης.

Όλα αυτά συνιστούν αποδείξεις προχειρότητας και δείγματα έλλειψης διορατικότητας.

3ον. Η έκδοση Π.Ν.Π. δικαιολογείται μόνο σε έκτακτες περιπτώσεις εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης και ισχύουν από την έκδοσή τους. Δεν προβλέπεται η δυνατότητα αναδρομικής ισχύος τους. Η παρούσα Π.Ν.Π. έχει αναδρομική ισχύ, από 17 Μαρτίου. Προφανώς, για να καλύψει τις «πρόθυμες» διοικήσεις φορέων που έχουν ήδη μεταφέρει ταμειακά διαθέσιμα στην Τράπεζα της Ελλάδος.

Αλλά αν η ανάγκη είχε εμφανισθεί στις 17 Μαρτίου, τότε η Π.Ν.Π. που συζητάμε δεν ήταν ούτε επείγουσα ούτε απρόβλεπτη. Αντίθετα, η οικονομική αναγκαιότητα, της οποίας γίνεται επίκληση, μόνον άγνωστη και αιφνίδια δεν είναι. Η αναδρομικότητα, άλλωστε, το επιβεβαιώνει…

4ον. Η Π.Ν.Π. παρεμβαίνει στην οικονομική διαχείριση των πόρων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των Πανεπιστημίων. Απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή και μέριμνα στη χρήση των πόρων που υπάρχουν στους ειδικούς λογαριασμούς κονδυλίων έρευνας, στους ΕΛΚΕ, στις εταιρείες διαχείρισης και αξιοποίησης της περιουσίας, και στα ερευνητικά ινστιτούτα. Καθώς επίσης και στα διάφορα προγράμματα του ΕΣΠΑ, όπως και στα Νοσοκομεία. Ενώ, χρειάζονται Κυβερνητικές πρωτοβουλίες για τις προθεσμιακές καταθέσεις.

5ον. Η υποχρεωτική δέσμευση των ταμειακών διαθεσίμων στερεί επιπλέον πόρους από το τραπεζικό σύστημα και την οικονομία.

Πόροι οι οποίοι χρησιμοποιούνται πλέον, όχι για τη χρηματοδότηση του ιδιωτικού τομέα, αλλά για τη χρηματοδότηση του Κράτους.

Πόροι, οι οποίοι καλύπτονται με την αύξηση του ορίου παροχής ρευστότητας προς τις Ελληνικές τράπεζες από τον έκτακτο μηχανισμό (ELA) της ΕΚΤ, προκειμένου να αναπληρωθεί η «εκροή καταθέσεων» που η Κυβέρνηση προκαλεί.

Και με αυξημένο κόστος για τις τράπεζες, που θα μετακυληθεί στους Έλληνες δανειολήπτες.

Συμπερασματικά, η Κυβέρνηση αναγκάζεται να προχωρήσει στη σημερινή νομοθετική πρωτοβουλία, εξαιτίας των αδιεξόδων που η ίδια δημιούργησε.

Επιβάλλεται, συνεπώς, η Κυβέρνηση να αφήσει στην άκρη τη «δημιουργική ασάφεια» και την «επικοινωνιακή διαχείριση» των προβλημάτων και να κινηθεί γρήγορα, πριν η κατάσταση γίνει μη αναστρέψιμη».

Δελτίο Τύπου σχετικά με σημεία ομιλίας στο Συνέδριο Auditing-Consulting-Advisory Services – «Επιστροφή στην Ανάπτυξη: Οι δυνατότητες της Ελληνικής οικονομίας και το νέο οικονομικό περιβάλλον»

Site_Foto_XS_40563Η χώρα, το 2014, μετά από 6 χρόνια βαθιάς και παρατεταμένης ύφεσης, επέστρεψε σε θετικό ρυθμό μεγέθυνσης, υψηλότερο και από τις εκτιμήσεις.

Ενώ προβλεπόταν να είναι ακόμη υψηλότερος το 2015, υπερβαίνοντας το 2,5%.

Δυστυχώς όμως, σήμερα, η επίτευξη αυτού του στόχου δεν φαίνεται εφικτή.

Η χώρα κινδυνεύει να «βουτήξει» και πάλι στην ύφεση.

Η αβελτηρία, η πολυγλωσσία, η «δημιουργική ασάφεια» και οι παλινωδίες της Κυβέρνησης αποδεικνύονται, καθημερινά, επιζήμιες για τη χώρα και τους πολίτες της.

Η αβεβαιότητα βαθαίνει και επεκτείνεται.

Και οι προβληματισμοί πολλαπλασιάζονται, για τη λειτουργία του Κράτους, για την ασφάλεια, για την παράνομη μετανάστευση, για τα εθνικά μας θέματα, για τη λειτουργία των θεσμών.

Και η «ομίχλη της ανασφάλειας» έχει καλύψει το πεδίο της οικονομίας.

Συμπερασματικά, από εβδομάδα σε εβδομάδα, η κατάσταση χειροτερεύει και τα αδιέξοδα πολλαπλασιάζονται.

Με αποτέλεσμα, οι αναπτυξιακές προοπτικές της Ελληνικής οικονομίας να μην είναι ευοίωνες.

Την ίδια περίοδο μάλιστα που, σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, οι ρυθμοί οικονομικής μεγέθυνσης βελτιώνονται και το κόστος δανεισμού συρρικνώνεται, εξαιτίας του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης και της εξαιρετικά διευκολυντικής νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ, που επενεργούν προς την κατεύθυνση της βελτίωσης των συνθηκών χρηματοδότησης.

Εξελίξεις, στις οποίες δεν μπορεί να συμμετάσχει η χώρα μας.

Επιβάλλεται, συνεπώς, η Κυβέρνηση να επιδείξει υπευθυνότητα και ρεαλισμό, να αφήσει στην άκρη την «επικοινωνιακή διαχείριση» των προβλημάτων και να κινηθεί γρήγορα, πριν η κατάσταση γίνει μη αναστρέψιμη.

Να υλοποιήσει, άμεσα, τις δεσμεύσεις που η ίδια έχει αναλάβει μέσω της συμφωνίας της 20ης Φεβρουαρίου.

Και να συγκρουστεί με τις ιδεοληψίες της, όχι με τους εταίρους.

Άλλωστε, η πορεία της χώρας εντός της Ευρωζώνης, και η αναζήτηση εφικτών λύσεων εντός του Ευρωπαϊκού πλαισίου, πρέπει να γίνεται λόγω και έργω.

Λύσεις, που πρέπει να αποτελούν αναπόσπαστα τμήματα μιας ολοκληρωμένης και συνεκτικής στρατηγικής, με στόχο την επίτευξη δυναμικής και βιώσιμης ανάπτυξης, με κοινωνική συνοχή.

Βασικοί άξονες αυτής της στρατηγικής πρέπει να είναι:

1ος. Η διασφάλιση της σταθεροποίησης των δημόσιων οικονομικών, μέσω της εφαρμογής αλλά και ενίσχυσης των ήδη θεσπισμένων κανόνων και πρακτικών χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης και πειθαρχίας. Δυστυχώς, όμως, η δημόσια οικονομία παρουσιάζει τριγμούς αποσταθεροποίησης.

2ος. Η πραγματοποίηση, ακόμη περισσότερων, διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών.

3ος. Η βελτίωση της «ποιότητας» των δημόσιων οικονομικών. Αυτό θα επιτευχθεί με την αύξηση της αποτελεσματικότητας των πόρων και με την ενίσχυση, σταδιακά, των δαπανών που έχουν υψηλό πολλαπλασιαστή και απόδοση, προάγουν την οικονομική ανάπτυξη και δημιουργούν υψηλή κοινωνική ανταποδοτικότητα. Είναι προφανές, ότι η κατάργηση των μεταρρυθμίσεων στο χώρο της εκπαίδευσης, που είχαν περάσει τα τελευταία χρόνια με τη μέγιστη πολιτική συναίνεση, θα αποτελέσει αναπτυξιακή τροχοπέδη.

4ος. Η ταχύτερη και εμπροσθοβαρής υλοποίηση επενδυτικών σχεδίων μέσω της ορθολογικής αξιοποίησης των διαθέσιμων πόρων του ΕΣΠΑ και του ΠΔΕ. Είναι προφανές, ότι η συγκράτηση των δαπανών του ΠΔΕ, κατά το 1ο τρίμηνο του έτους, προκειμένου να καλυφθεί μέρος των ταμειακών αναγκών, περιορίζει τις προοπτικές ανάκαμψης της οικονομίας.

5ος. Η αξιοποίηση των ανταγωνιστικών μας πλεονεκτημάτων. Του τουρισμού, της ναυτιλίας, αλλά και της αγροτικής παραγωγής. Αλλά και η ανάδειξη της σημασίας της γεωστρατηγικής θέσης της χώρας.

6ος. Η εξασφάλιση ομαλής χρηματοδότησης της οικονομίας και η αποτελεσματική διαχείριση των δανείων σε καθυστέρηση. Δυστυχώς, σήμερα, οι τράπεζες δέχονται έντονες πιέσεις, τόσο στο παθητικό τους όσο και στο ενεργητικό τους. Και η χρηματοδότηση μέσω του έκτακτου μηχανισμού παροχής ρευστότητας (ELA), με βάση τους κανόνες του Ευρωσυστήματος, αναγκαστικά συνεπάγεται σημαντικά υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης για τα πιστωτικά ιδρύματα. Ενώ, αυτή η χρηματοδότηση δεν καταλήγει στον ιδιωτικό τομέα, αλλά κατευθύνεται για την αναπλήρωση των κενών ρευστότητας από την απόσυρση των ταμειακών διαθεσίμων φορέων της Γενικής Κυβέρνησης και για την αγορά εντόκων γραμματίων του Δημοσίου, το οποίο ουσιαστικά απορροφά όλη τη ρευστότητα.

7ος. Η εντατικότερη υλοποίηση του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων και αξιοποίησης της περιουσίας του Δημοσίου. Δυστυχώς όμως, οι Κυβερνητικές αμφισημίες και η πολυγλωσσία επί του θέματος, οδηγούν πολλές επενδύσεις είτε στην ακύρωση είτε στην «κατάψυξη». Με αποτέλεσμα, οι δείκτες οικονομικού κλίματος και επιχειρηματικών προσδοκιών να επιδεινώνονται, χάνοντας τη θετική δυναμική που είχαν αποκτήσει την προηγούμενη διετία.

8ος. Η δημιουργία ενός δίκαιου, αποτελεσματικού και σύγχρονου Κράτους. Αφού επιτεύχθησαν οι αναγκαίοι ποσοτικοί στόχοι για τη μείωση του αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων και της μισθολογικής δαπάνης, οφείλουμε να περάσουμε στην εκπλήρωση των κρίσιμων ποιοτικών μεταρρυθμίσεων. Προς αυτή την κατεύθυνση, η προηγούμενη Κυβέρνηση ξεκίνησε την υλοποίηση μιας ολοκληρωμένης προσπάθειας βελτίωσης της λειτουργίας και αποκατάστασης του κύρους της δημόσιας διοίκησης. Δυστυχώς, και σε αυτό το πεδίο, μέσα από σχετική νομοθετική πρωτοβουλία, η Κυβέρνηση απεργάζεται την πλήρη αποδόμηση όσων είχαν τεθεί σε εφαρμογή, οδηγώντας στην οπισθοδρόμηση, στην παράδοση και στη διολίσθηση της δημόσιας διοίκησης στα «συντεχνιακά συμφέροντα», σε βάρος των πολιτών.

9ος. Η σταδιακή μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Αυτό θα επιτευχθεί με τη διασφάλιση περιβάλλοντος δημοσιονομικής και φορολογικής σταθερότητας και με την ένταξη του «αφανούς» τμήματος της οικονομίας στο «εμφανές» πεδίο της, επιτυγχάνοντας τη φορολόγησή του.

10ος. Η περαιτέρω ενίσχυση της μακροχρόνιας βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους. Το «προφίλ» του έχει ήδη βελτιωθεί. Η μέση διάρκειά του έχει χρονικά υπερδιπλασιασθεί, το μέσο επιτόκιό του έχει μειωθεί, οι δαπάνες για τόκους έχουν υποχωρήσει. Είναι, όμως, επίσης, αλήθεια ότι, εφόσον τηρούμε τις δεσμεύσεις μας, οι εταίροι και δανειστές μας υποχρεούνται να αναλάβουν, σύντομα, συγκεκριμένες πρωτοβουλίες για την περαιτέρω ενίσχυση της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους.

Ρεαλιστικές λύσεις, εφικτές τεχνικές, ισοδύναμοι τρόποι υπάρχουν. Και σε αυτό συμφωνεί, πλέον, και η σημερινή Κυβέρνηση.

Ομιλία στην Ολομέλεια κατά τη συζήτηση της Πρότασης ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ περί Σύστασης Εξεταστικής Επιτροπής για την «Υπαγωγή της Ελλάδας στο Καθεστώς των Μνημονίων»

Site_20778299_20150209_xalkio_068.limghandlerΚυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Συζητούμε, σήμερα, την πρόταση των Βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ και των Ανεξαρτήτων Ελλήνων για τη σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής αναφορικά με την υπαγωγή, εφαρμογή και υλοποίηση των Μνημονίων.

Είναι γεγονός ότι η ένταξη της χώρας στον τριμερή Μηχανισμό Στήριξης, τον Μάιο του 2010, αποτέλεσε κομβικό σημείο για την πορεία της.

Η ένταξη είχε και έχει σημαντικές επιπτώσεις στην οικονομική, κοινωνική και πολιτική ζωή.

Ευλόγως λοιπόν, οι λόγοι και οι διαδικασίες της ένταξης στο Μηχανισμό Στήριξης, έχουν προκαλέσει και συνεχίζουν να προκαλούν το έντονο ενδιαφέρον των πολιτών και των πολιτικών κομμάτων της χώρας.

Κατά την περίοδο της ένταξης, αλλά και αμέσως μετά από αυτή, το 2010, βιώσαμε συνθήκες «επικοινωνιακής καταιγίδας».

Στόχος να γραφεί η ιστορία με τους όρους και σύμφωνα με το πολιτικό συμφέρον των τότε κρατούντων.

Από τότε, εντός και εκτός Κοινοβουλίου, αρκετές φορές είχα επισημάνει στους συναδέλφους:

  • Ότι «η εξέλιξη των γεγονότων δεν ήταν όπως την παρουσίαζαν».
  • Ότι «οι ρίζες των παθογενειών της ελληνικής οικονομίας, των δημόσιων οικονομικών και η φρενήρης δυναμική συσσώρευσης του δημοσίου χρέους εντοπίζονται στη δεκαετία του 1980».
  • Ότι «η ΝΔ αισθάνεται υπερήφανη για τις θητείες της στη διακυβέρνηση της χώρας».
  • Και ότι «την ιστορική εξέλιξη της χώρας θα τη γράψουμε, σε κατάλληλο χρόνο, όλοι μαζί».

Είναι γεγονός ότι, βαθμιαία, οι συντριπτικά περισσότεροι πολίτες κατανόησαν τις εξελίξεις.

Αποκατέστησαν την αλήθεια στην πολιτική τους συνείδηση.

Και σε διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις μηδένισαν την πλεονάζουσα ερμηνευτική αυθαιρεσία και σκοπιμότητα.

Όμως, η τεκμηριωμένη, αντικειμενική και έγκυρη Εθνική Αυτοαξιολόγηση της κρίσιμης περιόδου, δηλαδή της ένταξης στο Μηχανισμό Στήριξης, εξακολουθεί να αποτελεί ανοικτό θέμα.

Αυτή η εθνική δράση θα πρέπει να έχει ως στόχο την πολιτική διερεύνηση των πολυσύνθετων πτυχών των εξελίξεων κατά την κρίσιμη περίοδο, η οποία, βεβαίως, θα εδράζεται σε σοβαρή, καλά ζυγισμένη και ακριβή επιστημονική τεκμηρίωση: οικονομική, λογιστική, στατιστική και νομική.

Αυτή την ανοικτή εκκρεμότητα θα πρέπει να την αντιμετωπίσουμε.

Υποθέτω πως όλοι συμφωνούμε ότι αυτή η σοβαρή διαδικασία, για να προσεγγίσει με επιτυχία το στόχο, πρέπει να πραγματοποιηθεί σε περιβάλλον πολιτικής ομαλότητας, κοινωνικής ηρεμίας και οικονομικής ασφάλειας και σταθερότητας.

Μόνο τότε το πόρισμα, που θα προκύψει

  • θα γίνει ευρύτατα αποδεκτό,
  • θα καταστεί εθνική ιστορική αλήθεια, και
  • θα βοηθήσει στην καλύτερη πορεία της χώρας.

Κατά την εκτίμηση της ΝΔ, οι προϋποθέσεις που προανέφερα ως αναγκαίες, στην παρούσα φάση, δεν πληρούνται επαρκώς και, μάλλον, δύσκολα μπορεί να διαμορφωθούν.

Έτσι, στην αφετηρία της προτεινόμενης διαδικασίας, εφ’ όσον αποφασισθεί η δρομολόγησή της, η ΝΔ εκτιμά ότι, αντικειμενικά, ο στόχος δεν μπορεί να επιτευχθεί.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Η ΝΔ θεωρεί ότι η πρόταση επί της οποίας συζητούμε χωλαίνει, τουλάχιστον, στα εξής σημεία:

1ον. Η πρόταση είναι προσχηματική.

Είναι γεγονός ότι τους τελευταίους μήνες η «ομίχλη» της ανασφάλειας έχει καλύψει το πεδίο της οικονομίας.

  • Η χώρα κινδυνεύει να βουτήξει, και πάλι, στην ύφεση.
  • Η δημόσια οικονομία παρουσιάζει τριγμούς αποσταθεροποίησης.
  • Το Κράτος έχει κηρύξει μερική εσωτερική στάση πληρωμών, ενώ «σκουπίζει» και όλα τα ταμειακά διαθέσιμα των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης.
  • Επενδύσεις ακυρώνονται ή «μπαίνουν στο ψυγείο».
  • Οι καταθέσεις εξαερώνονται και τα «κόκκινα δάνεια» διογκώνονται.
  • Το κόστος δανεισμού έχει εκτιναχθεί.

Με αυτά τα δεδομένα, προφανώς δεν ικανοποιείται η συνθήκη που προσδιόρισα ως απαραίτητη για την ομαλή διεξαγωγή της αναγκαίας εθνικής αυτοαξιολόγησης.

Η ΝΔ θεωρεί ότι πραγματικός στόχος της πρότασης είναι ο αποπροσανατολισμός των πολιτών από την τρέχουσα δύσκολη γι’ αυτούς πραγματικότητα.

Δύσκολη πραγματικότητα στην οποία έχουν συμβάλλει η αβελτηρία, οι παλινωδίες, οι αυτοσχεδιασμοί, οι ακροβασίες και οι αντιφάσεις της Κυβέρνησης.

Πραγματικότητα η οποία διέψευσε ταχύτατα τις ψευδαισθήσεις.

2ον. Η πρόταση της Κυβέρνησης «εσωτερικού» είναι αντιφατική με όσα υποστηρίζει η Κυβέρνηση «εξωτερικού».

Ενδεικτικά, η Πρόταση των Βουλευτών αναφέρει ότι «το Πρόγραμμα Οικονομικής Πολιτικής έχει αποτύχει πλήρως».

Την ίδια στιγμή όμως, ο Υπουργός Οικονομικών υποστηρίζει, εγγράφως, στο Eurogroup, ότι τα δημοσιονομικά επιτεύγματα της προηγούμενης Κυβέρνησης αποτελούν «σημείο αφετηρίας» (“point of departure”) και «σημείο εκκίνησης» (“starting point”) για μια επωφελή για τη χώρα συμφωνία.

Πώς συνεπώς το Πρόγραμμα έχει αποτύχει πλήρως;

Παράλληλα, ο Υπουργός Οικονομικών υποστηρίζει την υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών που είχαν συμφωνηθεί, από την προηγούμενη Κυβέρνηση, με τους εταίρους και δανειστές της χώρας και δεσμεύεται να συνεχίσει τις προσπάθειες που ξεκίνησε και υλοποίησε η προηγούμενη Κυβέρνηση σε αρκετούς τομείς.

Πώς συνεπώς το Πρόγραμμα έχει αποτύχει πλήρως;

Επίσης, η Πρόταση των Βουλευτών περιλαμβάνει και την εξέταση οργάνων «που προορίσθηκαν νομοθετικά να εξυπηρετήσουν την υλοποίηση των Μνημονίων και των Μνημονιακών στόχων, όπως είναι η Γενική Γραμματεία Εσόδων».

Την ίδια στιγμή όμως, ο Υπουργός Οικονομικών δεσμεύεται, όπως φαίνεται και στο τελευταίο e-mail προς τους εταίρους, για την περαιτέρω ενίσχυση της αυτονομίας της Γενικής Γραμματείας, όπως αυτή έχει προκύψει από το Νόμο 4093/2012.

Σε αυτή την περίπτωση ο Μνημονιακός Νόμος της προηγούμενης Κυβέρνησης, σύμφωνα με την παρούσα Κυβέρνηση, είναι καλός, και χρειάζεται ενίσχυση.

Αλλά η Εξεταστική Επιτροπή θα πρέπει να τον εξετάσει, ως κακό.

Συνεπώς, υποθέτω ότι θα εξετάσει και τα επί του θέματος πεπραγμένα της παρούσας Κυβέρνησης, η οποία τον επικαλείται

3ον. Η κατάθεση της πρότασης είναι άκαιρη.

Αλήθεια, έχουν κατανοήσει οι συγκυβερνώντες ότι εάν η πρόταση που «αναφέρεται στους πολιτικούς πρωταγωνιστές από τον Οκτώβριο του 2009» τεθεί σε εφαρμογή, θα πρέπει, με τόσα ανοικτά μέτωπα την τρέχουσα περίοδο, στην Εξεταστική Επιτροπή να καλούνται νυν Υπουργοί που διετέλεσαν τότε συνεργάτες πρώην Πρωθυπουργών;

Νυν συνεργάτες Υπουργών που συμμετείχαν τότε και συμμετέχουν και σήμερα στη διαπραγμάτευση;

Νυν Διοικητές Τραπεζών που τότε ήταν Υπουργοί;

Ξένοι οίκοι που είναι, σήμερα, επισήμως, συνεργάτες Υπουργών και ήταν τότε εκφραστές της κυβερνητικής πολιτικής για την αναδιάρθρωση του χρέους;

Και φυσικά πρόσωπα από το εξωτερικό τα οποία κατείχαν ή κατέχουν κορυφαίες θέσεις στους θεσμούς;

Με αυτά τα δεδομένα προφανώς, και πάλι, δεν ικανοποιείται η συνθήκη που προσδιόρισα ως απαραίτητη για την ομαλή διεξαγωγή της αναγκαίας εθνικής αυτοαξιολόγησης.

Η ΝΔ θεωρεί ότι η κατάθεση της πρότασης είναι άκαιρη και ότι θα ήταν προτιμότερο να δρομολογηθεί λίγο αργότερα, εφ’ όσον η κατάσταση σταθεροποιηθεί και το «σκάφος» θα πλέει, ευχόμαστε, σε πιο ήρεμα, άρα πιο ασφαλή, ύδατα.

4ον. Η πρόταση είναι ελλιπής.

Αφού το αντικείμενό της είναι η εφαρμογή και υλοποίηση του Μνημονίου, γιατί η πρόταση δεν συμπεριλαμβάνει και την περίοδο μετά τον Ιανουάριο του 2015;

Περίοδο κατά την οποία, η παρούσα Κυβέρνηση, ζήτησε και υπέγραψε την 4μηνη παράταση του Μνημονίου;

Συγκεκριμένα, η Σύμβαση που υπέγραψε είναι η 3η Τροποποίηση της Κύριας Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης.

Η 1η ήταν το Δεκέμβριο του 2012, προκειμένου να περιληφθεί και η θετική Ευρωπαϊκή απόφαση για την ενίσχυση της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους.

Η 2η ήταν το Δεκέμβριο του 2014, όταν και η προηγούμενη Κυβέρνηση ζήτησε την επέκταση της Σύμβασης για τους 2 πρώτους μήνες του 2015.

Και η 3η ήταν τον εφετινό Φεβρουάριο.

Μάλιστα, το περιεχόμενο των επικαιροποιήσεων των Συμβάσεων είναι το ίδιο.

Διέπονται δε όλες από το αγγλικό δίκαιο.

Εναποθέτουν, σε περίπτωση διαφοράς, την αποκλειστική δικαιοδοσία στα δικαστήρια του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου.

Αναφέρουν ότι η Ελλάδα παραιτείται από οποιαδήποτε ασυλία της οποίας είναι ή ενδέχεται να καταστεί δικαιούχος, όσον αφορά στην ίδια ή τα περιουσιακά της στοιχεία.

Συνδέονται δε όλες οι επικαιροποιήσεις με την Κύρια Σύμβαση Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης, της 15ης Μαρτίου 2012.

Δηλαδή, με την περίοδο στην οποία αναφέρεται η πρόταση για τη σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής.

Μάλιστα το γεγονός ότι το υπάρχον Μνημόνιο συνεχίζεται, επιβεβαιώνεται και από την ανακοίνωση του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.

Καθώς και από τις ανακοινώσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ).

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την επιστολή του ΔΝΤ, και αφού είχε υπογραφεί η Συμφωνία με τους εταίρους, η αξιολόγηση θα γίνει στο πλαίσιο της 6ης επικαιροποίησης του τρέχοντος Μνημονίου (concluding the 6th review of the Program).

Το ίδιο ισχύει και για την ΕΚΤ, η οποία επίσης αναφέρει ότι η αξιολόγηση θα γίνει στη βάση του τρέχοντος Μνημονίου (“the basis for concluding the review will be the existing commitments in the current Memorandum of Understanding [MOU] and the Memorandum of Economic and Financial Policies [MEFP]”).

Η παρούσα, όμως, επικαιροποίηση της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ περιλαμβάνει, σύμφωνα με τη συμφωνία της 20ης Φεβρουαρίου, και έναν πρόσθετο, δυσμενή όρο: την επιστροφή προς το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας ομολόγων ύψους 10,9 δισ. ευρώ από το Ελληνικό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.

Και αυτό, θα πρέπει, να συνεκτιμηθεί και να αξιολογηθεί.

5ον. Η πρόταση είναι ασαφής.

Δεν καθιστά απολύτως σαφές το αντικείμενο της εξέτασης.

Θα αφορά την αξιολόγηση των πολιτικών που έχουν ασκηθεί;

Των αποτελεσμάτων που προέκυψαν;

Των πολιτικών και των αποτελεσμάτων;

Ή θα εστιάσει μόνο στην τεκμηρίωση πράξεων ή παραλείψεων με ενδείξεις διάπραξης αδικήματος;

Είναι σαφές ότι τις πολιτικές και τα αποτελέσματά τους τα κρίνουν οι πολίτες, μέσα από την εκλογική διαδικασία.

Και όχι οι Εξεταστικές Επιτροπές.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Συμπερασματικά, η Νέα Δημοκρατία θεωρεί ότι η πρόταση των Βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ και των Ανεξαρτήτων Ελλήνων είναι προσχηματική, αντιφατική, άκαιρη, ελλιπής και ασαφής.

Γι’ αυτούς τους λόγους δεν τη στηρίζει.

Η Βουλή θα πάρει την απόφασή της.

Η πολιτική αριθμητική, η επικοινωνιακή στρατηγική της Κυβέρνησης και η δύσκολη συγκυρία για τη χώρα «λένε» ότι η πρόταση θα εγκριθεί.

Σ’ αυτή την εκδοχή, παρά τις χαμηλές προσδοκίες για την καλή προσέγγιση του στόχου, η ΝΔ, με καθοριστικό κριτήριο των πολιτικών επιλογών της το μακροχρόνιο συμφέρον της χώρας, θα στηρίξει την αναζήτηση της αλήθειας.

Άλλωστε, η ΝΔ, στην πάνω από σαράντα χρόνια συμμετοχή της στη δημόσια ζωή, δεν έπαιξε ποτέ και δεν παίζει με το παρόν και το μέλλον της πατρίδας.

Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας.

Ομιλία στο “Athens Investment Forum 2015”

MARKETING LETTER_GR_Page_1Κυρίες και Κύριοι,

Θέλω να ευχαριστήσω τους διοργανωτές του σημερινού Συνεδρίου για την τιμητική πρόσκληση να παραστώ στην έναρξή του και να καταθέσω σκέψεις και απόψεις για την αναπτυξιακή προοπτική της Ελληνικής οικονομίας.

Υπάρχει όμως αναπτυξιακή προοπτική;

Που ήμασταν; Που βρισκόμαστε; Τι πρέπει να κάνουμε;

Κυρίες και Κύριοι,

Όπως γνωρίζετε, οι Ευρωπαϊκές οικονομίες, από το 2008, «χτυπήθηκαν» έντονα από την παγκόσμια κρίση.

Η Ελλάδα επλήγη άμεσα και περισσότερο.

Αφού εμφάνιζε και τις μεγαλύτερες, διαχρονικά, ενδογενείς αδυναμίες.

Με αποτέλεσμα, η οικονομία της να λειτουργεί, περισσότερο ή λιγότερο ανά περίοδο, σε συνθήκες ασταθούς ισορροπίας.

Και με ένα αναπτυξιακό υπόδειγμα που χαρακτηρίζονταν από εμφανείς αλλά και υποβόσκουσες, μακροχρόνιες παθογένειες στο αξιακό, στο θεσμικό, στο πολιτικό, στο κοινωνικό και στο οικονομικό πεδίο.

Η μεταγενέστερη εξέλιξη των γεγονότων στη χώρα είναι γνωστή.

Η κρίση δανεισμού, η προσφυγή της χώρας στο Μηχανισμό Στήριξης ως αποτέλεσμα και μιας σειράς λανθασμένων πολιτικών επιλογών της τότε περιόδου, η εφαρμογή ενός Προγράμματος Οικονομικής Πολιτικής, του ίδιου Προγράμματος από το 2010 μέχρι και σήμερα.

Πρόγραμμα ασφυκτικό και ανελαστικό.

Πρόγραμμα το οποίο απαιτεί βίαιη και εμπροσθοβαρή δημοσιονομική προσαρμογή και πλήθος δύσκολων, αλλά σε πολλές περιπτώσεις αναγκαίων διαρθρωτικών παρεμβάσεων.

Πρόγραμμα το οποίο, παρά τα λάθη στο περιεχόμενό του στο μίγμα της δημοσιονομικής πολιτικής και την αβελτηρία στην εφαρμογή του στο σκέλος των διαρθρωτικών αλλαγών, κατέγραψε, στο τέλος του 2014, θετικά και μετρήσιμα αποτελέσματα.

  • Σταθεροποιήθηκαν τα δημόσια οικονομικά.
  • Αντιμετωπίστηκαν χρόνιες εσωτερικές και εξωτερικές ανισορροπίες.
  • Ενισχύθηκε η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.
  • Δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για τη λήξη της παρατεταμένης ύφεσης.

Πράγματι, η χώρα, το 2014, μετά από 6 συναπτά έτη βαθιάς και παρατεταμένης ύφεσης, επέστρεψε σε θετικό ρυθμό οικονομικής μεγέθυνσης, υψηλότερο και από τις εκτιμήσεις, στο +0,8%.

Και η προοπτική ήταν η οικονομία της να μεγεθυνθεί σε ποσοστό άνω του 2,5% το 2015.

Σε αυτό συνέκλιναν όλες οι προβλέψεις των εταίρων, των διεθνών οίκων, της Τράπεζας της Ελλάδος, της Ελληνικής Κυβέρνησης.

Είναι όμως εφικτή η επίτευξη αυτού του στόχου σήμερα;

Δυστυχώς όχι.

Η παρατεταμένη αβεβαιότητα, η αστάθεια και η «δημιουργική ασάφεια» έχουν οδηγήσει την οικονομία σε μια νέα φάση επιδείνωσης.

  • Η οικονομική δραστηριότητα έχει παγώσει.
  • Ιδιώτες εγκαταλείπουν επενδυτικές πρωτοβουλίες.
  • Το Κράτος έχει κηρύξει, και πάλι, μερική εσωτερική στάση πληρωμών.
  • Δεν υπάρχει προσφορά πιστώσεων από το τραπεζικό σύστημα αφού παρατηρείται, και πάλι, σημαντική εκροή καταθέσεων, ενώ τα «κόκκινα δάνεια», και πάλι, διογκώνονται.
  • Παράλληλα, το κόστος δανεισμού των πιστωτικών ιδρυμάτων έχει επιβαρυνθεί, οι τράπεζες πρέπει να ενισχύουν με «ενέσεις ρευστότητας» το Δημόσιο, ενώ το Κράτος έχει «σκουπίσει» όλα τα διαθέσιμα στις εμπορικές τράπεζες φορέων της Γενικής Κυβέρνησης.
  • Η απόσταση από την επιστροφή στις αγορές μεγαλώνει και η πιστοληπτική ικανότητα της χώρας υποβαθμίζεται και πάλι.
  • Ενώ η χώρα δεν μπορεί, με τα σημερινά δεδομένα, να συμμετάσχει στο πρόγραμμα «ποσοτικής χαλάρωσης» της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Συμπερασματικά, η ανάκαμψη της οικονομίας κινδυνεύει.

Σ’ αυτό συγκλίνουν οι πάντες, εντός και εκτός χώρας.

Ενδεικτικά, ο Οίκος Fitch, που πρόσφατα υποβάθμισε την Ελλάδα, προχώρησε σε μείωση των εκτιμήσεων για το 2015: 2,5% έλεγε το Δεκέμβριο, 1,5% τον Ιανουάριο και 0,5% λέει τώρα. Με ρίσκο να μειωθεί και άλλο.

Συνεπώς, στην παρούσα φάση, δυστυχώς, οι αναπτυξιακές προοπτικές της οικονομίας δεν είναι ευοίωνες.

Και αυτό γιατί η Κυβέρνηση έχει αναλώσει πολύτιμο χρόνο και διαπραγματευτικό κεφάλαιο σε ασκήσεις επικοινωνιακής, και μόνο, πολιτικής και σε παίγνια με σύμβολα, συμβολισμούς και λέξεις.

Προκειμένου να δικαιολογήσει τις παλινωδίες, τις ασυνέπειες, την αβελτηρία, την απουσία σχεδίου.

Καλούμε συνεπώς την Κυβέρνηση να επιδείξει υπευθυνότητα και ρεαλισμό.

Και να προχωρήσει, άμεσα, όπως και η ίδια έχει δεσμευθεί, στην υλοποίηση των Ευρωπαϊκών αποφάσεων της 20ης Φεβρουαρίου.

Ώστε να σταθεροποιηθεί, το συντομότερο δυνατόν, η κατάσταση.

Και αυτή η σταθεροποίηση να μετατραπεί, μέσα από μια ολοκληρωμένη στρατηγική που είχε ήδη ξεκινήσει, σε δυναμική και βιώσιμη ανάπτυξη, με κοινωνική συνοχή, εντός της Ευρωζώνης.

Βασικοί άξονες αυτής της στρατηγικής πρέπει να είναι:

1ος. Η πραγματοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, κυρίως με την ενδυνάμωση του ανταγωνισμού στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών και με την άρση των εμποδίων στη λειτουργία της οικονομίας.

Μεταρρυθμίσεις, που θα βοηθήσουν τη διατήρηση ή/και δημιουργία νέων εξωστρεφών και ανταγωνιστικών εγχώριων επιχειρήσεων και την προσέλκυση ξένων άμεσων επενδύσεων.

2ος. Η βελτίωση της «ποιότητας» των δημόσιων οικονομικών.

Και αυτό θα επιτευχθεί με την αύξηση της αποτελεσματικότητας των πόρων και με την ενίσχυση, σταδιακά, των δαπανών που έχουν υψηλό πολλαπλασιαστή και απόδοση, προάγουν την οικονομική ανάπτυξη και δημιουργούν υψηλή κοινωνική ανταποδοτικότητα.

Αυτός ο προσανατολισμός των δημόσιων δαπανών συνάδει και με τη θεωρία της ενδογενούς ανάπτυξης, σύμφωνα με την οποία παράγοντες όπως η εκπαίδευση, η έρευνα και η καινοτομία δημιουργούν τις προϋποθέσεις για μια ισχυρή αναπτυξιακή δυναμική.

3οςΗ ταχύτερη και εμπροσθοβαρής υλοποίηση επενδυτικών σχεδίων από πόρους του ΕΣΠΑ και της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων.

Καθώς και η ορθολογική αξιοποίηση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων.

4ος. Η εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης.

Είναι γεγονός ότι η εύρυθμη λειτουργία του τραπεζικού τομέα, ιδιαίτερα σε τραπεζοκεντρικές χώρες όπως είναι η Ελλάδα, αποτελεί προϋπόθεση για τη βιώσιμη ανάπτυξη και την αποτελεσματική κατανομή των οικονομικών πόρων.

Το Ελληνικό τραπεζικό σύστημα, τα τελευταία χρόνια, βρέθηκε αντιμέτωπο με πολλές, μεγάλες και διευρυνόμενες προκλήσεις.

Αυτές είχαν ορατές και δυσμενείς επιπτώσεις στη ρευστότητα, στην αποδοτικότητα, στην αποτελεσματικότητα και στην ποιότητα του χαρτοφυλακίου των Ελληνικών πιστωτικών ιδρυμάτων.

Για το λόγο αυτό, στόχος της προηγούμενης Κυβέρνησης ήταν να τεθούν οι βάσεις για τη δημιουργία ενός ισχυρού, αποτελεσματικού, βιώσιμου και σταθερού τραπεζικού συστήματος, ώστε να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη καταθετών και επενδυτών και να αποφευχθεί ευρεία συστημική αποσταθεροποίηση.

Σ’ αυτό το πλαίσιο:

  • εξασφαλίστηκαν επαρκείς πόροι για την ανακεφαλαιοποίηση του τραπεζικού συστήματος,
  • καλύφθηκαν οι βραχυχρόνιες ανάγκες ρευστότητας μέσω της παροχής έκτακτης χρηματοδότησης,
  • διαμορφώθηκε ένα πλαίσιο εξυγίανσης πιστωτικών ιδρυμάτων ικανό να στηρίξει την ανασύνταξη του τραπεζικού τομέα και
  • μπήκαν οι βάσεις για την αντιμετώπιση του προβλήματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Οι στόχοι που είχαν τεθεί επιτεύχθησαν.

Το τραπεζικό σύστημα ανακεφαλαιοποιήθηκε και αναδιατάχθηκε επιτυχώς και η εμπιστοσύνη σε αυτό ενισχύθηκε.

Δυστυχώς όμως, σήμερα, το Ελληνικό τραπεζικό σύστημα βρίσκεται αντιμέτωπο, και πάλι, με νέες προκλήσεις.

Και αυτό είναι φυσικό, γιατί επηρεάζεται και επηρεάζει την πραγματική οικονομία.

5ος. Η εντατικότερη υλοποίηση του προγράμματος αποκρατικοποιήσεων και αξιοποίησης της περιουσίας του Δημοσίου.

Η αξιοποίηση αυτή είναι επωφελής για τη χώρα, καθώς βραχυπρόθεσμα αυξάνονται τα έσοδα του Δημοσίου, ενώ μεσο-μακροπρόθεσμα δημιουργείται πλούτος στην Ελληνική οικονομία, μέσω της αύξησης των επενδύσεων και της δημιουργίας νέων θέσεων απασχόλησης.

6ος. Η δημιουργία ενός δίκαιου, αποτελεσματικού και σύγχρονου κράτους.

Αφού επιτεύχθησαν οι αναγκαίοι στόχοι για τη μείωση του αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων και της μισθολογικής τους δαπάνης, οφείλουμε να περάσουμε στην εκπλήρωση των κρίσιμων ποιοτικών μεταρρυθμίσεων, με προτεραιότητα στην πάταξη της γραφειοκρατίας και στην αξιολόγηση.

7ος. Η μεγιστοποίηση των διαθέσιμων χρηματοδοτικών πόρων και η άντληση κεφαλαίων από εναλλακτικές, πλην τραπεζικού δανεισμού, πηγές χρηματοδότησης.

Σε αυτή την κατεύθυνση, η προηγούμενη Κυβέρνηση, στην προσπάθεια της να ενισχύσει τον ρόλο που διαδραματίζει η Ελληνική Κεφαλαιαγορά, προχώρησε στις αναγκαίες παρεμβάσεις για τη διαμόρφωση του κατάλληλου θεσμικού πλαισίου για την προσέλκυση επενδύσεων, μέσω των νέων επενδυτικών εργαλείων και της ενσωμάτωσης, στο Εθνικό Δίκαιο, των Οδηγιών για τις συλλογικές επενδύσεις.

8ος. Η σταδιακή μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης.

Αυτό θα επιτευχθεί με τη διασφάλιση περιβάλλοντος δημοσιονομικής σταθερότητας και με την ένταξη του «αφανούς» τμήματος της οικονομίας στο «εμφανές» πεδίο της, επιτυγχάνοντας τη φορολόγησή του.

9ος. Η περαιτέρω ενίσχυση της μακροχρόνιας βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους.

Η αλήθεια είναι ότι το δημόσιο χρέος, εδώ και δεκαετίες, είχε πολύ ισχυρή αυξητική δυναμική.

Αλήθεια, επίσης, είναι ότι ο ρυθμός αύξησής του αρχίζει να περιορίζεται, η μέση υπολειπόμενη φυσική διάρκειά του έχει χρονικά επεκταθεί και οι δαπάνες εξυπηρέτησής του έχουν αισθητά μειωθεί.

Είναι όμως επίσης αλήθεια ότι η επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων της χώρας υποχρεώνει τους εταίρους και δανειστές μας να αναλάβουν, σύντομα, συγκεκριμένες πρωτοβουλίες για την περαιτέρω ενίσχυση της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους.

Ρεαλιστικές λύσεις, εφικτές τεχνικές, ισοδύναμοι τρόποι υπάρχουν.

Και σε αυτό συμφωνεί πλέον και η σημερινή Κυβέρνηση.

Κυρίες και Κύριοι,

Κατά την εκτίμησή μου, αυτός είναι ο ορθός δρόμος που πρέπει να ακολουθήσουμε.

Για το λόγο αυτό είναι εθνική ανάγκη να διαφυλαχθούν όλα όσα έχουν επιτευχθεί, με τόσο μεγάλο κόπο και κόστος.

Εμείς, ως Αξιωματική Αντιπολίτευση, στην περίπτωση αναζήτησης καλών λύσεων για τη χώρα και τους πολίτες, θα είμαστε δημιουργικά σαφείς.

Θα στηρίζουμε κάθε προσπάθεια που στοχεύει στη ρεαλιστική, σταθερή, ομαλή και ανοδική πορεία της χώρας, εντός της Ευρωζώνης.

Άλλωστε, όπως σταθερά υποστηρίζω, η προσπάθεια με στόχο τη συγκρότηση μιας ισχυρής Ελλάδας, η οποία θα λειτουργεί με αξιοπρέπεια στην Ευρωπαϊκή και την παγκόσμια σκηνή, πρέπει να είναι συνεχής και συλλογική.

TwitterInstagramYoutube