«Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ ανίκανη να επανεκκινήσει την οικονομία»
Ο Συντονιστής Οικονομικών Υποθέσεων της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Φθιώτιδας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας και ο Υπεύθυνος του Τομέα Δημοσιονομικής Πολιτικής – Γ.Λ.Κ., βουλευτής Κορινθίας, κ. Χρίστος Δήμας, με αφορμή τη δημοσίευση των στοιχείων Γενικής Κυβέρνησης Αυγούστου 2016, έκαναν την ακόλουθη δήλωση:
«Τη στιγμή που η καθημερινότητα των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων δυσκολεύει και το διαθέσιμο εισόδημα συρρικνώνεται ακόμη περισσότερο, η Κυβέρνηση αποδεικνύει, για ακόμη μία φορά, πως δεν έχει ούτε σχέδιο, αλλά ούτε και ικανότητα, να επανεκκινήσει την οικονομία.
Σύμφωνα με το Προσχέδιο του Κρατικού Προϋπολογισμού 2017, για την εξόφληση των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς τους ιδιώτες, ως το τέλος Αυγούστου, μεταφέρθηκαν – στους φορείς – πιστώσεις 2 δις ευρώ και έγιναν πληρωμές 1,44 δις ευρώ.
Όμως, παρά το γεγονός αυτό, τα ληξιπρόθεσμα του Δημοσίου μειώθηκαν κατά 975.000.000 ευρώ και διαμορφώθηκαν στα 6,3 δις ευρώ, αυξημένα κατά 63% από τις αρχές του 2015!
Συνεπώς, η Κυβέρνηση και δεν μπορεί να διοχετεύσει τα διαθέσιμα χρήματα στην αγορά και δημιουργεί νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές ύψους περίπου 470.000.000 ευρώ τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο, στερώντας πολύτιμη ρευστότητα από την πραγματική οικονομία.
Η αδυναμία, ανικανότητα και αναποτελεσματικότητα της Κυβέρνησης είναι, για ακόμη μία φορά, εμφανής.
Είναι ξεκάθαρο, σε όσους έχουν επαφή με την πραγματική οικονομία, πως η χώρα χρειάζεται ένα διαφορετικό μείγμα δημοσιονομικής πολιτικής.
Μείγμα που να στηρίζεται στην μείωση της φορολογίας, ώστε να ανασάνουν πολίτες και επιχειρήσεις, αλλά και στον περιορισμό των δαπανών για να μην διαταραχθεί η δημοσιονομική ισορροπία.
Αυτό το μείγμα παρουσίασε στη Δ.Ε.Θ. ο Πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας, κ. Κυριάκος Μητσοτάκης, με συγκεκριμένα και κοστολογημένα μέτρα που θα βοηθήσουν στην αποκατάσταση της κανονικότητας και την επανεκκίνηση της οικονομίας».
Στα οικονομικά αποτελέσματα που ανακοίνωσε η κυβέρνηση για τον μήνα Σεπτέμβριο αναφέρθηκε μεταξύ άλλων ο συντονιστής οικονομικών υποθέσεων της ΝΔ, μιλώντας στον Real FM 97,8 και την εκπομπή της Κάτιας Μακρή.
«Θεωρώ πως αν δει κανένας τα συνολικά στοιχεία και την εικόνα της πραγματικής οικονομίας, μάλλον στοιχεία προβληματισμού και ανησυχίας είναι πάρα πανηγυρισμών», είπε χαρακτηριστικά ο Χρήστος Σταϊκούρας απαντώντας στο ερώτημα αν έχει δίκιο να πανηγυρίζει η κυβέρνηση με τα οικονομικά αποτελέσματα του Σεπτεμβρίου.
Και πρόσθεσε ο βουλευτής Φθιώτιδας της ΝΔ: «Πρώτα απ’ όλα πράγματι η κυβέρνηση εμφανίζει μία υπέρβαση των εσόδων τον μήνα Σεπτέμβριο. Δεν θέλω να μπω σε λεπτομέρειες ότι ένα κομμάτι της αύξησης εσόδων στο παρελθόν οφείλεται στο μεγαλύτερο, υψηλότερο, μέρισμα που έδωσε η Τράπεζα της Ελλάδος στον κρατικό προϋπολογισμό, λόγω της εκτεταμένης χρήσης του έκτακτου μηχανισμού ρευστότητας πέρυσι. Είναι σημαντικό ποσό, 350 εκατ. αλλά αφορά τους προηγούμενους μήνες. Ας επικεντρωθούμε στο στοιχείο πανηγυρισμού της κυβέρνησης.
Συνέχισε λέγοντας ο κ. Σταϊκούρας: «Ισχυρίζεται η κυβέρνηση ότι υπάρχει υπέρβαση εσόδων τον μήνα Σεπτέμβριο. Αυτό φαίνεται, βάση τα πρώτα στοιχεία που έχουν δει το φως της δημοσιότητας, περιμένουμε να δούμε την οριστική καταγραφή και την κατανομή των εσόδων, ότι οφείλεται στην εφάπαξ καταβολή του ΕΝΦΙΑ και όχι σε πέντε δόσεις. Θυμίζω ότι αντίστοιχο φαινόμενο είχαμε και πέρυσι, φέτος δε οι δόσεις καταβολής του ΕΝΦΙΑ είναι λιγότερες απ’ ότι πέρυσι, είναι πέντε και όχι έξι. Οπότε υπάρχει ενδεχόμενο τους επόμενους μήνες, αν αυτό ισχύει, όπως φαίνεται ότι ισχύει, να υπάρχει απώλεια εσόδων αφού κάποιοι πλήρωσαν μπροστά».
Επιστολή – Πρόταση απέστειλε ο Βουλευτής Φθιώτιδας της Νέας Δημοκρατίας κ. Χρήστος Σταϊκούρας, προς τον Υπουργό Μεταφορών, Υποδομών & Δικτύων, κ. Χρήστο Σπίρτζη, προς τον Υπουργό Οικονομίας, Ανάπτυξης & Τουρισμού, κ. Γιώργο Σταθάκη και προς την Αναπληρώτρια Υπουργό Τουρισμού, κ. Έλενα Κουντουρά, σχετικά με πρότασή του για ανάπτυξη τουριστικής / θεματικής διαδρομής στην παλαιά σιδηροδρομική γραμμή Τιθορέα-Λιανοκλάδι,
Διαβάστε αναλυτικά την πρόταση του κ. Σταϊκούρα εδώ:
Το Προσχέδιο του Προϋπολογισμού επιβεβαιώνει ότι η χώρα, επί διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, έχασε 2 χρόνια.
Η οικονομία επέστρεψε στην ύφεση, όπου και παραμένει. Έτσι, ενώ η Ευρώπη επιτάχυνε, η Ελλάδα οπισθοχώρησε.
Η κατανάλωση και οι εξαγωγές υποχώρησαν.
Το οικονομικό κλίμα κατέρρευσε.
Τα «λουκέτα» στην αγορά πολλαπλασιάστηκαν.
Το βιοτικό επίπεδο των πολιτών συρρικνώθηκε.
Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές – ιδιωτών και Δημοσίου – διογκώθηκαν.
Η μείωση της ανεργίας επιβραδύνθηκε.
Το δημόσιο χρέος αυξήθηκε.
Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια διογκώθηκαν.
Οι καταθέσεις παρουσίασαν πρωτοφανή από την αρχή της κρίσης συρρίκνωση.
Η χώρα ήταν και είναι απούσα από το πρόγραμμα «ποσοτικής χαλάρωσης».
Ταπεινωτικές δεσμεύσεις – όπως το υπερταμείο αποκρατικοποιήσεων και ο «κόφτης» – αναλήφθηκαν.
Νέα μέτρα – ένα «τσουνάμι» φόρων και περικοπές στις κύριες και επικουρικές συντάξεις, στα εφάπαξ και στην κοινωνική προστασία, ύψους 9 δισ. ευρώ – επιβλήθηκαν.
Και ενώ η χώρα σέρνεται στο τέλμα, οι προβλέψεις της Κυβέρνησης για το 2017 είναι μη ρεαλιστικές. Όπως μάλιστα προϊδεάζει και το ίδιο το Προσχέδιο, τα μεγέθη «ενδέχεται να αναθεωρηθούν με τη δημοσιοποίηση περισσότερων στοιχείων για το 2016».
Αξίζουν όμως ορισμένες επισημάνσεις:
1η. Η πρόβλεψη της Κυβέρνησης για ανάπτυξη 2,7% το 2017 είναι εξαιρετικά αισιόδοξη, αφού, μεταξύ άλλων, εδράζεται σε μη ρεαλιστικούς στόχους σημαντικής αύξησης της ιδιωτικής κατανάλωσης σε ένα περιβάλλον μεγάλης και πρόσθετης φορολογικής επιβάρυνσης και περαιτέρω μείωσης του διαθέσιμου εισοδήματος.
Είναι προφανές ότι η σχετική, ίδιου ύψους πρόβλεψη της προηγούμενης Κυβέρνησης για το 2015 ήταν πιο ρεαλιστική, γιατί η χώρα είχε ήδη πετύχει ρυθμό ανάπτυξης +0,7% το 2014. Δυστυχώς όμως η χώρα επέστρεψε το 2015 και παραμένει το 2016 σε ύφεση, οπότε η απόσταση από τον στόχο είναι πολύ μεγαλύτερη και το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών πολύ λιγότερο.
Ακόμη όμως και αν αποδεχθούμε τις αισιόδοξες εκτιμήσεις της Κυβέρνησης, η απώλεια πλούτου σε σχέση με τις αρχικές προβλέψεις είναι 24 δισ. ευρώ μόνο για το 2017. Αυτό είναι το οδυνηρό αποτύπωμα της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.
2η. Τα καθαρά έσοδα του Τακτικού Προϋπολογισμού αναμένεται να διαμορφωθούν στα επίπεδα του 2016, ενώ η προβλεπόμενη αύξηση των άμεσων και έμμεσων φόρων οφείλεται αποκλειστικά στην επιβολή νέων φόρων ύψους 2,5 δισ. ευρώ το 2017.
3η. Οι δαπάνες για μισθούς, συντάξεις, ασφάλιση, περίθαλψη και κοινωνική προστασία παραμένουν σταθερές το 2017, περίπου στα 32,5 δισ. ευρώ, παρά την «κυβερνητική διαφήμιση» για την πλήρη εφαρμογή του Κοινωνικού Εισοδήματος Αλληλεγγύης.
Με λίγα λόγια, η Κυβέρνηση «τα παίρνει από τη μία τσέπη», με την περικοπή των συντάξεων και του ΕΚΑΣ και την αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών, για να «τα δώσει από την άλλη».
4η. Παρά την αύξηση του εθνικού σκέλους του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, οι συνολικές δαπάνες του Προγράμματος παραμένουν, το 2017, σταθερές.
5η. Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου έχουν αυξηθεί κατά 80% από τις αρχές του 2015, και ανέρχονται στα 6,8 δισ. ευρώ.
Το 2016, στην καλύτερη περίπτωση, θα αποπληρωθούν οι μισές από αυτές, μεταθέτοντας την πλήρη αποπληρωμή τους για αργότερα.
Και αυτό υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα δημιουργηθούν νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές, κάτι που ήδη γίνεται.
6η. Το δημόσιο χρέος θα επιστρέψει στα επίπεδα του 2014.
Ενώ η όποια ρύθμιση για το χρέος παραμένει ασαφής και είναι αβέβαιη, τελεί υπό προϋποθέσεις και είναι μελλοντική.
Συμπερασματικά, εκτιμάται ότι η χώρα μπορεί, υπό προϋποθέσεις, το 2017 να επιστρέψει εκεί που ήταν το 2014.
Δυστυχώς η σημερινή Κυβέρνηση απέδειξε ότι όχι μόνο δεν μπορεί να οδηγήσει τη χώρα μπροστά, αλλά αδυνατεί να δημιουργήσει αυτές τις προϋποθέσεις.
Είναι σαφές ότι η χώρα χρειάζεται μια άλλη Κυβέρνηση, μία Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, αποτελεσματική και αξιόπιστη.
«Προσχέδιο Κρατικού Προϋπολογισμού 2017: 2 χαμένα χρόνια για την οικονομία»
Ο Συντονιστής Οικονομικών Υποθέσεων της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Φθιώτιδας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας, για το προσχέδιο Κρατικού Προϋπολογισμού 2017, έκανε την ακόλουθη δήλωση:
«Το προσχέδιο του Προϋπολογισμού επιβεβαιώνει ότι η χώρα, επί διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, έχασε 2 χρόνια.
Μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα, η οικονομία ”σέρνεται” στο τέλμα.
Η κατανάλωση και οι εξαγωγές υποχώρησαν.
Το οικονομικό κλίμα κατέρρευσε.
Τα “λουκέτα” στην αγορά πολλαπλασιάστηκαν.
Το βιοτικό επίπεδο των πολιτών συρρικνώθηκε.
Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές – ιδιωτών και Δημοσίου – διογκώθηκαν.
Ταπεινωτικές δεσμεύσεις – όπως το υπερταμείο αποκρατικοποιήσεων και ο ”κόφτης” – αναλήφθηκαν.
Νέα μέτρα – ”τσουνάμι” φόρων και περικοπές στις συντάξεις και στην κοινωνική προστασία, ύψους 9 δις ευρώ – επιβλήθηκαν.
Με νέες αυξήσεις άμεσων και έμμεσων φόρων να προβλέπονται για την επόμενη χρονιά, ύψους 2,5 δις ευρώ.
Εκτιμάται ότι η χώρα μπορεί, υπό προϋποθέσεις και με υπεραισιόδοξες προβλέψεις, το 2017 να επιστρέψει εκεί που ήταν το 2014.
Δυστυχώς, η σημερινή Κυβέρνηση απέδειξε ότι όχι μόνο δεν μπορεί να οδηγήσει τη χώρα μπροστά, αλλά αδυνατεί να δημιουργήσει αυτές τις προϋποθέσεις.
Είναι σαφές ότι η χώρα χρειάζεται μια άλλη Κυβέρνηση, αποτελεσματική και αξιόπιστη. Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας η οποία θα υλοποιήσει εμπροσθοβαρώς διαρθρωτικές αλλαγές και αποκρατικοποιήσεις. Θα προωθήσει την αλλαγή του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής στην κατεύθυνση σταδιακής μείωσης της φορολόγησης των πολιτών. Και θα ισορροπήσει σε καλό σημείο μεταξύ οικονομικής αποτελεσματικότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης».
Ο Βουλευτής της ΝΔ, Χρήστος Σταϊκούρας, μίλησε στο ραδιοφωνικό σταθμό “Παραπολιτικά 90.1 FΜ” στην εκπομπή «Ψήφος στις 9» με τη δημοσιογράφο Μαριάννα Πυργιώτη.
Μεταξύ άλλων, επεσήμανε:
Με αφορμή την έκθεση του παγκόσμιου οικονομικού Φόρουμ
Χ.ΣΤΑΪΚΟΥΡΑΣ: Σήμερα σε σχέση με πριν από δύο χρόνια η χώρα έχει υποχωρήσει, έχει υποχωρήσει στους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης. Σερνόμαστε στην ύφεση, έχουμε υποχωρήσει στους δείκτες ανταγωνιστικότητας. Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των ιδιωτών έχουν υπερβεί τα 91 δις, έχουν προστεθεί πάνω από 20 δις το τελευταίο 15μηνο σε νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές δείγμα ότι οι πολίτες δεν μπορούν να ανταποκριθούν στις αυξημένες φορολογικές υποχρεώσεις τους. Και τελευταία παρατήρηση οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα με αυτά που πλήρωσε η κυβέρνηση με την πρώτη υποδόση είναι αυξημένα κατά 80% από τις αρχές του ’15 άρα η κατάσταση σήμερα είναι πολύ χειρότερη από ότι ήταν. Υποστηρίζω όμως ότι η κατάσταση αυτή θα μπορούσε να σταθεροποιηθεί το 2017 υπό προϋποθέσεις.
Πρώτη προϋπόθεση είναι να υπάρξει σταθερότητα στη χώρα και πολιτική σταθερότητα αλλά το βασικότερο, να υπάρξει μια κυβέρνηση η οποία να πιστεύει σε αυτά τα οποία έχει δεσμευτεί και να τα υλοποιεί. Αυτό έρχεται να συνδυαστεί με την υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών οι οποίες δεν υλοποιούνται παρά το γεγονός ότι έχει δεσμευτεί η κυβέρνηση να τις υλοποιήσει.
Οι επτά προϋποθέσεις κατά τη δική μου εκτίμηση, για να μπορέσει η χώρα να σταθεροποιηθεί και να ανακάμψει το ’17 δεν μπορεί να τις εφαρμόσει. Και είναι μια ομοιογενής, αφοσιωμένη στο στόχο κυβέρνηση, εμπροσθοβαρής υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών, αποκρατικοποιήσεις, ενίσχυση της ρευστότητας της οικονομίας, αλλαγή του μείγματος δημοσιονομικής πολιτικής στην κατεύθυνση της μείωσης των φόρων, ενίσχυση της βιωσιμότητας του χρέους και ένα ολοκληρωμένο σχέδιο για την ανάπτυξη της χώρας. Αυτές οι επτά προϋποθέσεις είναι ουσιώδεις ώστε η χώρα να σταθεροποιηθεί το ’17 και τουλάχιστον να επανέλθει εκεί που ήταν το ’14.
Χ.ΣΤΑΪΚΟΥΡΑΣ: Αυτό που εμείς έχουμε ως πρόταγμα είναι να μειώσουμε σταθερά σταδιακά τους φορολογικούς συντελεστές έτσι ώστε σε όλη την κοινωνία να υπάρξει βελτίωση του διαθέσιμου εισοδήματος. Από πού όμως; Από τη μείωση των φόρων.
Για τις αποκρατικοποιήσεις
Χ.ΣΤΑΪΚΟΥΡΑΣ: Αυτά τα περιουσιακά στοιχεία που αποκρατικοποιήθηκαν ήταν περιουσιακά στοιχεία που ξεκίνησε η διαδικασία αποκρατικοποίησης από την προηγούμενη κυβέρνηση και διεκόπη βιαίως τον Ιανουάριο του 2015. Εμείς συνεπώς υποστηρίζαμε και υποστηρίζουμε τις αποκρατικοποιήσεις και την αξιοποίηση της περιουσίας του δημοσίου για αυτό και όλες αυτές τις διατάξεις τις έχουμε ψηφίσει στη Βουλή όμως αυτό απέχει από την έννοια του υπερταμείου. Θυμίζω ότι στο υπερταμείο υπάρχει παραχώρησης της δημόσιας περιουσίας για χρονικό διάστημα ενός αιώνα. Η διοίκηση του ταμείου, όχι μόνο η εποπτική αρχή και το διοικητικό συμβούλιο, δεν έχουμε φτάσει ακόμα στο διοικητικό συμβούλιο αυτή τη στιγμή αποφασίζονται τα μέλη του εποπτικού συμβουλίου. Αυτά τα μέλη του εποπτικού συμβουλίου με πλειοψηφία 4/5 άρα οπωσδήποτε και κάποιος από το εξωτερικό, από αυτούς που πρότειναν οι ξένοι εταίροι, θα αποφασίσουν τον πρόεδρο και τον διευθύνοντα σύμβουλο του διοικητικού συμβουλίου με απλή γνώμη του υπουργού Οικονομικών. Στην συνέχεια θα μεταβιβαστούν και άλλα περιουσιακά στοιχεία, τα οποία η κυβέρνηση έκρυβε τόσο χρονικό διάστημα, και δεν υπάρχει οροφή στο πόσα περιουσιακά στοιχεία που τουλάχιστον υπήρχε στο 3ο μνημόνιο που ήταν τα 50 δις. Άρα άλλο η υλοποίηση των αποκρατικοποιήσεων και άλλο η λειτουργία του υπερταμείου χωρίς να περνάνε πολλά πράγματα από το ελληνικό κοινοβούλιο και η αξιολόγηση αυτών.
Για τις ιδιωτικοποιήσεις
Χ.ΣΤΑΪΚΟΥΡΑΣ: Τη διάκριση μεταξύ της απλής αποκρατικοποίησης μέσω του ΤΑΙΠΕΔ και της παραχώρησης στο υπερταμείο την καταλαβαίνει όλο και μεγαλύτερο κομμάτι της κοινωνίας, παρά ταύτα αυτό το οποίο υποστηρίζω είναι ότι οι ιδιωτικοποιήσεις μπορούν δυνητικά να συμβάλουν στον εκσυγχρονισμό και στην αύξηση της αποτελεσματικότητας των επιχειρήσεων, να βελτιώσουν την ανταγωνιστικότητα και να ενισχύσουν την εξωστρέφεια της οικονομίας και να περιορίσουν τις δανειακές ανάγκες του ελληνικού δημοσίου άρα είμαστε υπέρμαχοι των αποκρατικοποιήσεων αρκεί να έχουν αυτά τα χαρακτηριστικά που ανέφερα.
Ερωτηθείς αν θα τους αφήσουν οι δανειστές να εφαρμόσουν το πρόγραμμά τους ή πιστεύει ότι επιτρέπουν την νυν κυβέρνηση να κάνει κάποιες κινήσεις που πιθανόν να ήταν προς τη σωστή κατεύθυνση
Χ.ΣΤΑΪΚΟΥΡΑΣ: Το 2012 όταν υπογράψαμε το δεύτερο μνημόνιο και συμφωνήσαμε σε κάποια μέτρα τα επόμενα δυο- τρία χρόνια κάποια από τα μέτρα αυτά δεν τα εφαρμόσαμε. Για παράδειγμα την έκτακτη εισφορά στα κέρδη των επιχειρήσεων και δεν τα εφαρμόσαμε γιατί κερδίσαμε βαθμούς ελευθερίας και αποδείξαμε ότι μπορούμε να επιτυγχάνουμε τους στόχους με άλλους τρόπους. Επίσης το 2014 προχωρήσαμε στις πρώτες στοχευμένες μειώσεις φόρων όπως είναι στην εστίαση, στο πετρέλαιο θέρμανσης, στις ασφαλιστικές εισφορές, στην έκτακτη εισφορά αλληλεγγύης χωρίς δημοσιονομικά ισοδύναμα γιατί; Γιατί επιτυγχάναμε τους στόχους. Άρα πρώτον, κανένα πρόγραμμα οικονομικής πολιτικής δεν είναι ανελαστικό. Μπορείς να διαφοροποιήσεις πολιτικές ή πτυχές πολιτικών όσο πιο αξιόπιστος είσαι και επιτυγχάνεις τους στόχους άρα υπάρχει το προηγούμενο. Δεύτερον, την ιδιοκτησία του προγράμματος την έχει η εκάστοτε κυβέρνηση. Έχει υποστηρίξει και η ίδια η κυβέρνηση ότι είναι εμμονή της, θα έλεγα ιδεολογική εμμονή της η αύξηση των φόρων, εμείς διαφωνούμε σε αυτό. Και τρίτον, ακριβώς για να είμαστε αξιόπιστοι εντός και εκτός χώρας εκτός αυτών των επιχειρημάτων που σας ανέφερα και θα μπορούσαμε να τα επικαλεστούμε, «το ξανακάναμε άρα εμπιστευτείτε μας», ήρθαμε και καταθέσαμε μια σειρά ισοδυνάμων από το σκέλος των δαπανών, έτσι ώστε να μην υπάρχει καμία αμφιβολία ότι αυτά που υποσχεθήκαμε για τις πρώτες στοχευμένες μειώσεις φόρων ότι θα υλοποιηθούν και όπως γνωρίζετε δεν υπάρχει καμία αμφισβήτηση των μεγεθών.
Χ.ΣΤΑΪΚΟΥΡΑΣ: Για εμάς το κόστος παραμονής αυτής της κυβέρνησης είναι πολύ μεγαλύτερο από το κόστος απομάκρυνσης. Υπάρχει κόστος αλλά είναι πολύ μικρότερο και ξέρετε πάρα πολύ καλά ότι πέρα από την οικονομία υπάρχει αδυναμία στην υλοποιήσει διαρθρωτικών αλλαγών, αλλεργία στην έννοια της ανεξαρτησίας, υποβάθμιση της παιδείας, αδυναμία εξασφάλισης της ασφάλειας των πολιτών, κομματική επέλαση του κράτους.
Για το πώς θα ενισχυθεί η ρευστότητα της ελληνικής οικονομίας
Χ.ΣΤΑΪΚΟΥΡΑΣ: Υπάρχουν τρεις δίαυλοι μεταφοράς πόρων προς την πραγματική οικονομία. Ο ένας είναι να αξιοποιηθούν τα κοινοτικά κονδύλια. Δυστυχώς το ποσοστό απορρόφησης των ευρωπαϊκών κονδυλίων είναι εξαιρετικά χαμηλό σε μια συγκυρία την οποία έχουμε ανάγκη αυτούς τους πόρους. Ο δεύτερος τρόπος είναι όταν το κράτος γίνει συνεπές απέναντι στον πολίτη δηλαδή πληρώσει αυτά που του οφείλει. Την περίοδο ’13-’14 πληρώθηκαν 6 δις ληξιπρόθεσμες οφειλές του δημοσίου, αυτά ήρθαν να καλύψουν ένα κομμάτι της πιστωτικής συρρίκνωσης που υπήρχε τότε. Πως οι τράπεζες συνεπώς που είναι ο τρίτος μηχανισμός για να ενισχυθεί η ρευστότητα της οικονομίας μπορούν να βοηθήσουν; Μπορούν να βοηθήσουν όταν πρώτον στο παθητικό τους αυξηθούν οι καταθέσεις άρα υπάρχει εμπιστοσύνη στη χώρα και την ελληνική κυβέρνηση ώστε να επιστρέψουν οι καταθέσεις και δεύτερον όταν στο ενεργητικό τους καθαρίσει το μεγαλύτερο κομμάτι από τα κόκκινα δάνεια τα οποία συσσωρεύτηκαν τα τελευταία χρόνια. Με αυτό τον τρόπο θα μπορέσει σταδιακά το τραπεζικό σύστημα να ενισχύσει και αυτό την πραγματική οικονομία. Και ο τέταρτος τρόπος, όχι για ρευστότητα αλλά για να ενισχυθούν οι ιδιωτικές επενδύσεις στην Ελλάδα είναι να γίνουν διαρθρωτικές αλλαγές.
Απάντηση σε Κυβερνητικούς κύκλους και στον Πρόεδρο των ΑΝΕΛ
Τις τελευταίες μέρες ο κ. Καμμένος, ο κ. Σπίρτζης και κύκλοι του ΣΥΡΙΖΑ, παραζαλισμένοι από το περιβάλλον σήψης που οι ίδιοι δημιουργούν, ρίχνουν κροτίδες για να αποσπάσουν την προσοχή των πολιτών.
Μία από αυτές την έριξαν στον υπογράφοντα.
Συγκεκριμένα, επιχειρούν να συσκοτίσουν, αναφερόμενοι σε στέλεχος της Τράπεζας Αττικής, η οποία είχε διατελέσει συνεργάτης μου.
Ξεκαθαρίζω τα πράγματα:
1ον. Η κα. Ζευγώλη ήταν και είναι τραπεζικό στέλεχος. Διετέλεσε Διευθύντρια του Γραφείου του τότε Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών από τον Ιούλιο του 2012 μέχρι το τέλος του 2013. Παραιτήθηκε στις 2 Ιανουαρίου 2014, και επέστρεψε στην Τράπεζα Πειραιώς, απ’ όπου και προερχόταν. Ανέλαβε διοικητική θέση στην Τράπεζα Αττικής, ως Αναπληρώτρια Γενική Διευθύντρια και Επικεφαλής της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου, την 1η Ιουλίου 2014.
Συνεπώς, όταν ανέλαβε διοικητική θέση στην Τράπεζα δεν ήταν συνεργάτης του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών. Δηλαδή, δεν υπηρετούσε «παράλληλα ως μετακλητός υπάλληλος και στέλεχος στην τράπεζα σε θέση αυξημένης ευθύνης», όπως ψευδώς αναφέρουν.
Επιπροσθέτως, σημειώνω ότι η κα. Ζευγώλη παραμένει στην ίδια θέση στην Τράπεζα Αττικής από τότε (Ιούλιος 2014) μέχρι και σήμερα. Αλήθεια, αν υπήρχε οποιοδήποτε ζήτημα σχετικά με τη λειτουργία της, γιατί έκτοτε δεν την έχει αντικαταστήσει η Διοίκηση της Τράπεζας Αττικής, μέλη της οποίας έχουν από πέρυσι διορισθεί από την Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ;
2ον. Η κα. Ζευγώλη διατέλεσε ανεξάρτητο μη εκτελεστικό μέλος του ΔΣ της Τράπεζας Αττικής, ως ένας από τους εκπροσώπους του Ελληνικού Δημοσίου, την περίοδο 30.10.2012 – 07.02.2014, με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της Τράπεζας.
Την πλειοψηφία των μετοχών της Τράπεζας κατέχει το ΤΣΜΕΔΕ. Υπενθυμίζεται ότι ο κ. Σπίρτζης ήταν Πρόεδρος του ΤΕΕ από το 2010 μέχρι το 2015.
Είχε διατυπώσει όλα αυτά τα χρόνια κάποια ένσταση; Και αλήθεια, από τις αρχές του 2015 μέχρι και τις τελευταίες διοικητικές αλλαγές, τοποθετήθηκαν με διαφορετική διαδικασία τα νέα μέλη στο ΔΣ της Τράπεζας; Η διαδικασία ήταν ακριβώς η ίδια.
3ον. Σύμφωνα με το ΠΔ 63/2005, που ισχύει μέχρι και σήμερα με την παρούσα Κυβέρνηση, «ο διορισμός σε θέση διευθυντή πολιτικού γραφείου μέλους της Κυβέρνησης ή υφυπουργού, όπως επίσης σε θέση ειδικού συμβούλου ή συνεργάτη, αναστέλλει την άσκηση του λειτουργήματος ή επαγγέλματός τους».
Πράγματι, εγκαίρως η κα. Ζευγώλη παραιτήθηκε από την Τράπεζα Πειραιώς για να καταλάβει θέση Διευθυντή Πολιτικού Γραφείου.
Η συμμετοχή σε ΔΣ συνιστά ιδιότητα και δεν αποτελεί λειτούργημα ή επάγγελμα.
Συνεπώς, δεν απαγορεύεται για κάποιον που κατέχει τη θέση Διευθυντή Πολιτικού Γραφείου ή ειδικού συμβούλου ή συνεργάτη να συμμετέχει σε ΔΣ.
Αυτό ισχύει μέχρι και σήμερα, και εφαρμόζεται και από την παρούσα Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ σε πολλούς δημόσιους φορείς.
4ον. Όσον αφορά στα τυπικά προσόντα της κας. Ζευγώλη, σύμφωνα με το ΠΔ 63/2005, για την κατοχή θέσης Διευθυντή Πολιτικού Γραφείου απαιτούνται «πτυχίο σχολής ή Τμήματος ΑΕΙ της χώρας ή ισότιμο ξένης ανώτατης σχολής ή απολυτήριο λυκείου ή εξατάξιου γυμνασίου».
Συνεπώς δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα τυπικών προσόντων για τον διορισμό στη συγκεκριμένη θέση μετακλητού υπαλλήλου.
Ως προς το ΦΕΚ διορισμού της, η κατάταξη και ο καθορισμός των αποδοχών της έγινε από τις υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομικών, με βάση τις τότε κείμενες διατάξεις (ΠΔ 63/2005, Ν. 4024/2011, ΚΥΑ 2/16306/0022/23.02.2012, Εγκύκλιος ΥΠΟΙΚ/ΓΛΚ 2/οικ.32582/0022/11.04.2012). Διατάξεις, το περιεχόμενο των οποίων ισχύει και εφαρμόζεται σήμερα και από την Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.
Ως προς τα λοιπά, απαντήσεις μπορούν να αναζητηθούν στις υπηρεσίες των φορέων στους οποίους υπηρέτησε και υπηρετεί.
Δυστυχώς, ο κ. Καμμένος, ο κ. Σπίρτζης και οι κύκλοι του ΣΥΡΙΖΑ, επιβεβαιώνουν ότι συνεχίζουν να προσεγγίζουν τα θέματα της δημόσιας σφαίρας με επικοινωνιακή στόχευση και ελαφρότητα έναντι της αλήθειας. Η πρακτική τους έχει γίνει αντιληπτή από τους πολίτες. Πλέον, δεν αποδίδει.
Ο Αντιπρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας, κ. Κωστής Χατζηδάκης και ο Συντονιστής Οικονομικών Υποθέσεων, βουλευτής Φθιώτιδας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας, παρουσίασαν σήμερα, Τρίτη 27 Σεπτεμβρίου, την πρόταση της Νέας Δημοκρατίας για την προώθηση των ηλεκτρονικών συναλλαγών.
Στόχος είναι η αύξηση της χρήσης του «πλαστικού χρήματος» προς όφελος των πολιτών, των επιχειρήσεων και του Κράτους.
Η πρόταση αυτή, της Νέας Δημοκρατίας εντάσσεται στη Συμφωνία Αλήθειας και τον οδικό χάρτη εξόδου της χώρας από την κρίση, που παρουσίασε ο Πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας, κ. Κυριάκος Μητσοτάκης στην ομιλία του στη Δ.Ε.Θ.
Δείτε το βίντεο από την παρουσίαση:
Ακολουθεί η εισήγηση του κ. Σταϊκούρα:
Κυρίες και Κύριοι,
Πριν καταθέσω την πρόταση της Νέας Δημοκρατίας, θα μου επιτρέψετε ορισμένες σύντομες επισημάνσεις:
1η Επισήμανση: Η καθιέρωση των ηλεκτρονικών συναλλαγών αποτελεί μία σύνθετη μεταρρύθμιση, που όμως μπορεί να αποφέρει πολλά και σημαντικά οφέλη, ποσοτικά και ποιοτικά, στους καταναλωτές, στις επιχειρήσεις και στο κράτος.
Εμπειρικές μελέτες και η διεθνής πρακτικήκαταδεικνύουν ότι οι ηλεκτρονικές συναλλαγές συρρικνώνουν τα φαινόμενα φοροδιαφυγής, παραοικονομίας και λαθρεμπορίου, συμβάλλουν στη διαφάνεια ενισχύοντας τους κανόνες του υγιούς ανταγωνισμού, τονώνουν τα δημόσια έσοδα, οδηγούν σε δικαιότερη κατανομή των φορολογικών βαρών, αυξάνουν την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, ενισχύουν την οικονομική μεγέθυνση.
Ενδεικτικά και μόνο, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη, μία αύξηση των ηλεκτρονικών συναλλαγών κατά 10% θα μπορούσε να προσθέσει στον ετήσιο ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ περίπου 0,2%.
Ενώ άλλη μελέτη έχει δείξει ότι μία αντίστοιχη αύξηση των ηλεκτρονικών συναλλαγών, της τάξεως δηλαδή του 10%, θα μπορούσε να μειώσει την παραοικονομία κατά 5%.
2η Επισήμανση: Η Ελλάδα, διαχρονικά, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, είναι ουραγός στη χρήση και αξιοποίηση των ηλεκτρονικών συναλλαγών.
Ενδεικτικά, σύμφωνα με έρευνα, οι πληρωμές μέσω πλαστικού χρήματος στην Ελλάδα αντιπροσωπεύουν μόλις το 6% των συνολικών πληρωμών, με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο να αγγίζει το 24%.
3η Επισήμανση: Η επιβολή κεφαλαιακών ελέγχων και περιορισμών, το καλοκαίρι του 2015, αν και είχε εξαιρετικά δυσμενείς συνέπειες στην ελληνική οικονομία, συνετέλεσε, αναπόφευκτα, στη ριζική αλλαγή των συναλλακτικών πρακτικών των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων και επιτάχυνε την ωρίμανση των συνθηκών για τη χρήση των ηλεκτρονικών συναλλαγών.
Σύμφωνα με τα πλέον πρόσφατα στοιχεία, ο αριθμός των συναλλαγών με κάρτες πληρωμών ανήλθαν στα 88,2 εκατομμύρια το 2ο εξάμηνο του 2015, αυξημένος κατά 128% σε σύγκριση με το 1ο εξάμηνο του 2015, με την αξία των συναλλαγών να διαμορφώνεται στα 5,1 δις ευρώ, αυξημένη, αντιστοίχως, κατά 110%.
4η Επισήμανση: Η Κυβέρνηση κωλυσιεργεί.
Από πέρυσι, εξαγγέλλει νομοθετικό πλαίσιο για τις ηλεκτρονικές συναλλαγές, και ακόμη τίποτα.
Από πέρυσι, έχει αναλάβει τη μνημονιακή δέσμευση να επεξεργαστεί σχέδιο για την προώθηση των ηλεκτρονικών πληρωμών, μέχρι τον Μάρτιο του 2016, και ακόμη τίποτα.
Από τον Μάιο, έχει αναλάβει αντίστοιχη μνημονιακή δέσμευση, στο Συμπληρωματικό Μνημόνιο, μέχρι τον Ιούνιο του 2016, και ακόμη τίποτα.
Η καθυστέρηση της Κυβέρνησης στην υλοποίηση αυτής της αυτονόητης πολιτικής γεννά εύλογα ερωτηματικά για την πραγματική της πρόθεση να ενισχύσει τις ηλεκτρονικές συναλλαγές και να περιορίσει τη φοροδιαφυγή.
Συμπερασματικά: Αν και τα οφέλη από την προώθηση των ηλεκτρονικών συναλλαγών είναι πολλά και σημαντικά, και έχει ήδη επέλθει, εξ ανάγκης λόγω της επιβολής κεφαλαιακών περιορισμών, μια «συναλλακτική μεταρρύθμιση» στην κοινωνία, η Κυβέρνηση αδρανεί.
Η Νέα Δημοκρατία έρχεται, και πάλι, να καλύψει αυτό το κενό.
Με την κατάθεση ενός ολοκληρωμένου στρατηγικού σχεδίου, το οποίο περικλείει μια σειρά διοικητικών μέτρων και οικονομικών κινήτρων για τη διείσδυση και εξάπλωση των ηλεκτρονικών συναλλαγών.
Σχέδιο συνεκτικό, ρεαλιστικό και τεκμηριωμένο.
Σχέδιο που καταρτίστηκε με τη συμμετοχή και συμβολή του ιδιωτικού τομέα και το οποίο λαμβάνει υπόψη τα συμπεράσματα και τις προτάσεις μελετών που πρόσφατα έχουν δει το φως της δημοσιότητας.
Σχέδιο που απαιτεί την ουσιαστική υποστήριξη, την ενεργή εμπλοκή και τη διαρκή παρακολούθηση του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, των εποπτικών αρχών, των πιστωτικών ιδρυμάτων, του επιχειρηματικού κόσμου, των καταναλωτών.
Στα διοικητικά μέτρα εντάσσονται:
H υποχρέωση διάθεσης ηλεκτρονικών μέσων πληρωμής (τερματικών POS) παντού.
Από όλες τις δημόσιες υπηρεσίες μέχρι το πιο μικρό εμπορικό κατάστημα.
Σταδιακά, σε βάθος διετίας, και ανάλογα με το μέγεθος της επιχείρησης.
Η υποχρεωτική σταδιακή καθιέρωση της ηλεκτρονικής τιμολόγησης, μέσα από εναλλακτικά δίκτυα και κανάλια, μεταξύ των επιχειρήσεων.
Σήμερα μόλις το 6% των 250 εκατομμυρίων τιμολογίων που εκδίδονται σε ετήσια βάση διακινείται ηλεκτρονικά.
Στόχος η καθολική καθιέρωση της ηλεκτρονικής τιμολόγησης μέσα σε τρία χρόνια, πρώτα οι μεγάλες ανώνυμες εταιρείες και στη συνέχεια, σταδιακά, οι μικρότερες επιχειρήσεις.
Η υποχρεωτική καθιέρωση της ηλεκτρονικής τιμολόγησης για τους προμηθευτές του Δημοσίου και της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Η αξιοποίηση του ηλεκτρονικού Συστήματος Δημοσίων Συμβάσεων μπορεί να αξιοποιηθεί αποτελεσματικότερα για τη λήψη ηλεκτρονικών τιμολογίων από τους προμηθευτές της Γενικής Κυβέρνησης που ήδη συμπεριλαμβάνονται σε αυτό.
Σχετική Κοινοτική Οδηγία αναφέρει ότι αυτό θα είναι υποχρεωτικό από το Νοέμβριο του 2018, όμως μπορεί να υλοποιηθεί πιο γρήγορα στέλνοντας το μήνυμα ότι οι μεταρρυθμίσεις στη χώρα μας υλοποιούνται εμπροσθοβαρώς.
Η μείωση του ορίου χρήσης μετρητών στις συναλλαγές.
Το όριο πρέπει να είναι περιορισμένο, αυστηρό αλλά και λογικό.
Θα μπορούσε να τεθεί άμεσο όριο στα 500 ευρώ για συναλλαγές λιανικής με μετρητά, με προοπτική σταδιακής περαιτέρω μείωσης (το όριο σήμερα είναι τα 1.500 ευρώ).
Το αρχικό όριο και η περίοδος περιορισμού αυτού μπορεί να διαφοροποιηθούν.
Όπως μπορεί να διαφοροποιηθεί και το ανώτατο όριο χρήσης μετρητών ανά κλάδο, ανάλογα με το ρίσκο φοροδιαφυγής του κλάδου.
Η σύνδεση της έκπτωσης φόρουμε τις ηλεκτρονικές πληρωμές.
Το «αφορολόγητο όριο» θα σχηματίζεται, σταδιακά, με δαπάνες που έχουν πραγματοποιηθεί μέσω ηλεκτρονικών συναλλαγών και τραπεζικών ηλεκτρονικών πληρωμών.
Μπορεί να προσμετρώνταιστο διπλάσιο δαπάνες από τομείς οικονομικής δραστηριότητας που παρουσιάζουν εκτεταμένη φοροδιαφυγή (ειδικότερα για ελεύθερα επαγγέλματα και λιανικό εμπόριο), ως κίνητρο για τον περιορισμό της απόκρυψης εισοδημάτων, κατόπιν ανάλυσης κινδύνου.
Μέσω της παρέμβασης αυτής, θα διαμορφωθεί ένας ολοκληρωμένος μηχανισμός διασταύρωσης των εισοδημάτων, των περιουσιακών στοιχείων και των συναλλαγών, διευκολύνοντας τους ελέγχους και τον εντοπισμό παραβάσεων.
Θα μπορούσε, επίσης, να καθιερωθείη υποχρεωτική καταβολή μισθοδοσίας ηλεκτρονικά και ο επιμερισμός της πίστωσης μισθοδοσίας σε δύο διακριτά τμήματα, όπου το ένα τμήμα θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά για ηλεκτρονικές συναλλαγές.
Στα οικονομικά κίνητρα εντάσσονται:
Η «λοταρία» αποδείξεων, μέσω της οποίας θα κληρώνονται αποδείξεις και όλοι οι συμμετέχοντες θα μπορούν να κερδίσουν αυτοκίνητα ή/και σπίτια.
Το μέτρο μπορεί να εφαρμοστεί στοχευμένα, σε κλάδους με υψηλό βαθμό παραβατικότητας.
Η επιστροφή ποσοστού του αναλογούντος Φ.Π.Α. για συναλλαγές σε τομείς και πεδία που η φοροδιαφυγή ανθεί.
Για παράδειγμα, δεν θα υπάρχει επιστροφή στις αγορές των supermarkets, αλλά για ιατρικές ή νομικές υπηρεσίες, υδραυλικές ή άλλες εργασίες οι συναλλαγές θα τυγχάνουν επιστροφής Φ.Π.Α. μέχρι και 50%.
Τα ποσοστά θα εξειδικευθούν μετά από σχετική ανάλυση κινδύνου και επί τη βάση υφιστάμενων μελετών του ΙΟΒΕ, του Σ.Ε.Β. και των ελεγκτικών εταιρειών.
Ειδικά για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, για την κάλυψη του κόστους που προκύπτει από την προμήθεια του λογισμικού ή της υπηρεσίας ηλεκτρονικής τιμολόγησης, τερματικών μέσων POS και εκπαίδευσης προσωπικού, απαιτείται η κατάρτιση ενός συνεκτικού σχεδίου ηλεκτρονικής διακυβέρνησης και προώθησης της χρήσης ηλεκτρονικών συναλλαγών και η υποβολή του για χρηματοδότηση μέσω των κονδυλίων του «Σχεδίου Γιούνκερ», ή σχετικών προγραμμάτων ΕΣΠΑ.
Η θεσμοθέτηση ενός «ειδικού επαγγελματικού λογαριασμού» για τις επιχειρήσεις.
Ο λογαριασμός αυτός θα είναι μερικώς ακατάσχετος.
Σ’ αυτόν θα πιστώνονται όλα τα χρήματα από ηλεκτρονικές συναλλαγές και αυτός με τη σειρά του θα «τροφοδοτεί» συγκεκριμένες λειτουργίες της επιχείρησης (π.χ. πληρωμή μισθοδοσίας, πληρωμή υποχρεώσεων σε Δημόσιο και ασφαλιστικά ταμεία, εξόφληση λογαριασμών ΔΕΚΟ, εξόφληση προμηθευτών κ.α.).
Η μείωση των τραπεζικών προμηθειών στα επίπεδα που θέτει η σχετική κοινοτική οδηγία, προκειμένου να μην παρατηρούνται υπέρογκες χρεώσεις για πολίτες και επιχειρήσεις.
Σήμερα οι προμήθειες είναι αρκετά υψηλές και μάλιστα υπολογίζονται στις συναλλαγές με τον Φ.Π.Α. καθιστώντας ακόμη πιο δυσβάστακτη τη χρέωση της επιχείρησης, αφού ο Φ.Π.Α. θα αποδοθεί ολόκληρος στο Δημόσιο.
Συμπερασματικά, οι εμπειρικές μελέτες που έχουν δημοσιευθεί την διετία 2015 – 2016, καταλήγουν ότι από το συνδυασμό όλων αυτών των παρεμβάσεων μπορεί να προέλθουν επιπλέον έσοδα για το Δημόσιο άνω των 2,5 δις ευρώ (1,5 δις ευρώ από την ηλεκτρονική τιμολόγηση και 1 δις ευρώ από την αύξηση της εισπραξιμότητας του Φ.Π.Α.).
Εμείς προκειμένου να θέσουμε ρεαλιστικούς στόχους και να «χτίσουμε» σχέση εμπιστοσύνης και αξιοπιστίας προσδοκούμε ότι από τις παρεμβάσεις αυτές θα αυξήσουμε, με βιώσιμο τρόπο, τα έσοδα κατά 1,5 δις ευρώ σε βάθος διετίας, στόχος συντηρητικός σε σχέση με τα ευρήματα όλων των σχετικών μελετών.
Τα επιπλέον αυτά έσοδα θα μας δώσουν δημοσιονομικό περιθώριο για να προχωρήσουμε ακόμη πιο αποφασιστικά τις μειώσεις φόρων στο εισόδημα, στον Φ.Π.Α. και στις ασφαλιστικές εισφορές, που έχουμε σχεδιάσει υπό την προϋπόθεση της μείωσης του μεσο-μακροπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου από το 3,5% στο 2% του Α.Ε.Π.