Οικονομία

Συνέντευξη στην Εφημερίδα Real News – “Να βάζουμε διαρκώς πλάτη για να βγει η χώρα από το τέλμα” –

92800026Βλέπετε συμφωνία κύριε Σταϊκούρα;

Θα πρέπει να υπάρξει συμφωνία. Εύχομαι δε αυτή να είναι επωφελής για τη χώρα, αν και τους τελευταίους μήνες χάσαμε χρόνο, αξιοπιστία και συμμάχους γιατί επενδύσαμε στην αδράνεια και τη «δημιουργική ασάφεια».

Όμως, εάν υπάρξει, θα περιέχει, όπως φαίνεται, δυσμενέστερους – σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν – όρους, για την επίτευξη πολύ χαμηλότερων πρωτογενών πλεονασμάτων.

Σ’ αυτή την εκδοχή η ευθύνη θα βαραίνει τόσο την Κυβέρνηση, για την διαπραγματευτική στρατηγική της, την απουσία ρεαλιστικού σχεδίου και την ασυμβατότητα των εξαγγελιών της με το ευρωπαϊκό πλαίσιο, όσο και τους δανειστές, για την διαχρονικά αδιάλλακτη στάση τους σε πτυχές της πολιτικής.

Η ΝΔ πρέπει να στηρίξει τη συμφωνία πάση θυσία;

Η ΝΔ, με καθοριστικό κριτήριο της επιλογής της το μακροχρόνιο συμφέρον της χώρας, θα πρέπει να σταθμίσει το όφελος από την αποφυγή της χρεοκοπίας και την εξομάλυνση της ευρωπαϊκής πορείας της χώρας, με το κόστος που θα συνεπάγεται το περιεχόμενο της συμφωνίας.

Ας περιμένουμε το αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης.

Η ΝΔ θέλει τις εκλογές; Δεν την περιμένει μια ακόμη μεγάλη ήττα με το δημοσκοπικό ναδίρ στο οποίο βρίσκεται;

Είναι λάθος να χρησιμοποιούνται οι εκλογές από την κυβέρνηση ως άλλοθι ή απειλή.

Αν πάντως η παρούσα Κυβέρνηση καταφύγει σε αυτές, τότε θα αναμετρηθούν, πλέον, όχι οι προθέσεις, αλλά τα αποτελέσματα της τρέχουσας διακυβέρνησης με αυτά της προηγούμενης.

Σ’ αυτό το ορθολογικό πλαίσιο, με βάση το σχέδιο και τις προσδοκίες για το μέλλον αλλά και τα μετρήσιμα πλέον αποτελέσματα, η ΝΔ παρά τα όποια λάθη και τις παραλείψεις της, είναι σαφώς σε πλεονεκτική θέση.

Ο Αντώνης Σαμαράς μιλάει για μεγάλη συνεννόηση. Πως την εννοεί;

Στην πατρίδα μας μετά τη δοκιμή και της ριζοσπαστικής Αριστεράς στη διακυβέρνηση, πιστεύω ότι είναι καιρός να σταματήσουμε τις ιδεοληπτικές σκιαμαχίες, τους δογματισμούς και τους υψηλούς τόνους και όλες οι κοινωνικοπολιτικές δυνάμεις, ανεξάρτητα από τις όποιες διαφορές και τον ανά περίοδο ρόλο μας στο πολιτικό σκηνικό, να «βάζουμε διαρκώς πλάτη» ώστε η χώρα να βγει γρήγορα και οριστικά από το τέλμα, να αναπτυχθεί με δικαιοσύνη και συνοχή και να πορευτεί με αξιοπρέπεια και δυναμισμό στο διεθνές σκηνικό.

Η Κυβέρνηση επέτυχε τη μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων. Κάτι που εσείς δεν πετύχατε…

Από θέση αρχής δεν μηδενίζω τις προσπάθειες και τα καλά αποτελέσματα των πολιτικών αντιπάλων.

Η ενσωμάτωση στη συμφωνία χαμηλότερων πρωτογενών πλεονασμάτων είναι μία θετική εξέλιξη.

Βέβαια αυτό ήδη κατέστη αναπόφευκτο εξαιτίας της πορείας της οικονομίας κατά τους τελευταίους μήνες.

Πορεία διολίσθησης στην ύφεση, η οποία, σε συνδυασμό με τους χαμηλότερους δημοσιονομικούς στόχους, ακόμη και μετά την υλοποίηση – που θα έπρεπε ήδη να έχει γίνει – της απόφασης του Νοεμβρίου του 2012 για την περαιτέρω ενίσχυση της βιωσιμότητας του χρέους, θα απαιτήσει επιπλέον δανεισμό από τους εταίρους, με πρόσθετους όρους και προϋποθέσεις.

Αν υπάρξει συμφωνία ο Αντώνης Σαμαράς να διευκολύνει με παραίτηση για να ανοίξει η κούρσα διαδοχής;

Το ζητούμενο για την ΝΔ είναι, διδαγμένη από τις επιτυχίες αλλά και τις παραλείψεις και τα λάθη της, να σχεδιάσει δημοκρατικά την επόμενη σελίδα για τη χώρα και την παράταξη.

Και να το κάνει με ψυχραιμία, συλλογικότητα, θεσμική τάξη και υπέρτατα κριτήρια το συμφέρον της πατρίδας και μετά το συμφέρον της παράταξης.

Η Εξεταστική Επιτροπή σε ποιον ρίχνει ευθύνες μέχρι στιγμής για το μνημόνιο;

Εργαζόμαστε στο πλαίσιο της Επιτροπής, με συνέπεια, για την αναζήτηση της αλήθειας.Για το επίμαχο θέμα της ένταξης στο Μηχανισμό Στήριξης οι μέχρι σήμερα μαρτυρίες συγκλίνουν στην άποψη ότι η Κυβέρνηση που προέκυψε από τις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου του 2009, με πράξεις και παραλείψεις της μετέτρεψε το διαχρονικό πρόβλημα του υψηλού χρέους σε κρίση δανεισμού, επέλεξε την προσφυγή στον εν λόγω Μηχανισμό και την εφαρμογή ενός ασφυκτικού και ανελαστικού πρώτου μνημονίου. Αξίζει να σημειωθεί ότι απ’ όσους έχουν εξετασθεί μέχρι τώρα, κάποιοι εκτιμούν ότι θα μπορούσε να αποφευχθεί το μνημόνιο και κάποιοι ότι θα μπορούσε να γίνει με καλύτερους για τη χώρα όρους. Όμως είμαστε ακόμη στην αρχή και έχουμε μακρύ δρόμο.

Αυξήσεις στο ΦΠΑ θα περάσουν από τη Bουλή; Η Κυβέρνηση λέει ότι θα έχουν αναδιανεμητικό χαρακτήρα.

Οι αυξήσεις στους φόρους, κυρίως του έμμεσους, επιβαρύνουν όλα τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις. Συνεπώς διαφορετική περαιτέρω επιβάρυνση μπορεί να προκύψει, αναδιανομή των υφιστάμενων βαρών όμως όχι.

Η αλήθεια είναι ότι η Κυβέρνηση, προκειμένου να καλύψει το συνεχώς  διευρυνόμενο δημοσιονομικό κενό που η ίδια δημιουργεί, επιλέγει, παρά τη ρητορική της περί «δυσβάσταχτης φορολογίας» και την ενθάρρυνση – μέχρι πρόσφατα – της λογικής του «δεν πληρώνω», την επιβολή νέων πρόσθετων φόρων για εισπρακτικούς και μόνο λόγους.

Και μάλιστα όταν έχει αποδειχθεί, ειδικά μετά το 2012, ότι η δημοσιονομική προσαρμογή είναι βιώσιμη όταν στηρίζεται, κυρίως, στο σκέλος των δαπανών.

Δυστυχώς όμως, η Κυβέρνηση μάλλον επιλέγει να πληρώσει και πάλι ο ιδιωτικός τομέας το νέο κόστος που προκύπτει από τους χειρισμούς της.

Αυτή η προσέγγιση είναι υφεσιακή, οικονομικά αναποτελεσματική και κοινωνικά άδικη.

Και φυσικά, δεν έχει προοδευτικό πρόσημο αν συνεκτιμηθεί ότι η Κυβέρνηση επιδιώκει τόσο χαριστικές ρυθμίσεις των μη συνεπών φορολογουμένων όσο και  αμνήστευση του αδήλωτου χρήματος.

Συνεπώς, θα πρότεινα η Κυβέρνηση να ξανασκεφτεί, άμεσα, το μίγμα της δημοσιονομικής προσαρμογής.

Ειδικά όταν έχει την «ιδιοκτησία» του προγράμματος, όπως πανηγύριζε μετά την 20η Φεβρουαρίου.

Δελτίο Τύπου σχετικά με τα οριστικά στοιχεία εκτέλεσης του Κρατικού Προϋπολογισμού την περίοδο Ιανουαρίου-Απριλίου 2015 –

xristos-staikouras«Η ανακοίνωση των οριστικών στοιχείων για την πορεία εκτέλεσης του Κρατικού Προϋπολογισμού κατά την περίοδο Ιανουαρίου – Απριλίου 2015 επιβεβαιώνει και ενισχύει τις ανησυχίες που είχαμε διατυπώσει με την δημοσιοποίηση των προσωρινών στοιχείων.

Συγκεκριμένα:

1ον. Τα φορολογικά έσοδα υστερούν έναντι του στόχου.

Η υστέρηση ανήλθε στα 884 εκατ. ευρώ το τετράμηνο του 2015.

Μάλιστα, η υστέρηση διευρύνεται.

Σημειώνεται ότι, μόνο το μήνα Απρίλιο, και παρά την ενεργοποίηση των νέων ρυθμίσεων για τις ληξιπρόθεσμες φορολογικές υποχρεώσεις, η υστέρηση των φορολογικών εσόδων έναντι του στόχου ήταν 136 εκατ. ευρώ.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η υστέρηση ακόμη και για τα έσοδα από φόρους παρελθόντων οικονομικών ετών (ΠΟΕ), όπου καταγράφονται τα έσοδα από τις ρυθμίσεις οφειλών, ανήλθε σε 389 εκατ. ευρώ ή 34% έναντι του στόχου.

Υπενθυμίζεται ότι η βελτίωση που παρουσιάζεται στα συνολικά έσοδα οφείλεται στη μεταφορά 555 εκατ. ευρώ από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας στον Κρατικό Προϋπολογισμό, τον μήνα Απρίλιο, προκειμένου αυτό το ποσό να καλύψει πιεστικές ταμειακές ανάγκες της χώρας.

Συνεπώς, σε επίπεδο Γενικής Κυβέρνησης, το αποτέλεσμα είναι δημοσιονομικά ουδέτερο.

2ον. Συνεχίζεται η εσωτερική στάση πληρωμών του Κράτους προς την πραγματική οικονομία.

Και σε αυτό το πεδίο, η κατάσταση μήνα-μήνα επιδεινώνεται (η απόκλιση από τους στόχους ήταν -16 εκατ. ευρώ τον Ιανουάριο του 2015, -843 εκατ. ευρώ το 1ο δίμηνο, -1.516 εκατ. ευρώ το 1ο τρίμηνο και -2.037 εκατ. ευρώ το 1ο τετράμηνο του 2015).

Συμπερασματικά, η επί 4 μήνες “δημιουργική ασάφεια” και αβεβαιότητα έχουν κόστος για την οικονομία, όπως αυτό αποτυπώνεται και στην εκτέλεση του Κρατικού Προϋπολογισμού.

Συνεπώς, καλούμε, και πάλι, την Κυβέρνηση να εργαστεί με σχέδιο, μεθοδικότητα και αποτελεσματικότητα ώστε να μην διαταραχθεί η ισορροπία που επετεύχθη με μεγάλες θυσίες τα προηγούμενα 2 χρόνια στη δημόσια οικονομία».

Ομιλία στην 2η Συνεδρίαση της Εξεταστικής Επιτροπής για τα “Για τη διερεύνηση και διελεύκανση των συνθηκών και των ευθυνών που οδήγησαν στην υπαγωγή της Ελλάδας στο καθεστώς των Μνημονίων και της επιτήρησης και για κάθε άλλο ζήτημα που σχετίζεται με την εφαρμογή και υλοποίηση των Μνημονίων” –

small_staikouras1-thumb-largeΚύριε Πρόεδρε,

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Είναι γεγονός ότι η ένταξη της χώρας, τον Μάιο του 2010, στο Mηχανισμό Στήριξης αποτέλεσε κομβικό σημείο για την μετέπειτα πορεία της.

Η υπαγωγή της στο καθεστώς των Μνημονίων είχε και έχει σημαντικές επιπτώσεις στην οικονομική, κοινωνική και πολιτική ζωή.

Ευλόγως λοιπόν, οι λόγοι και οι διαδικασίες της ένταξης στο Μηχανισμό Στήριξης, έχουν προκαλέσει και συνεχίζουν να προκαλούν το έντονο ενδιαφέρον των πολιτών και των πολιτικών δυνάμεων της χώρας.

Η τεκμηριωμένη, αντικειμενική και έγκυρη Εθνική Αυτοαξιολόγηση της κρίσιμης εκείνης περιόδου παραμένει ανοικτό θέμα.

Υποθέτω πως όλοι συμφωνούμε ότι αυτή η σοβαρή και ευαίσθητη διαδικασία, για να προσεγγίσει με επιτυχία το στόχο, θα έπρεπε να πραγματοποιηθεί σε περιβάλλον πολιτικής ομαλότητας, κοινωνικής ηρεμίας και οικονομικής ασφάλειας και σταθερότητας.

Μόνο τότε το πόρισμα που θα προέκυπτε θα γίνονταν ευρύτατα αποδεκτό, θα καθίστατο εθνική ιστορική αλήθεια και θα βοηθούσε στην καλύτερη πορεία της χώρας.

Κατά την εκτίμησή μας, οι προϋποθέσεις που προανέφερα ως αναγκαίες, στην παρούσα φάση, δεν πληρούνται επαρκώς.

Όμως, παρά τις χαμηλές προσδοκίες, η ΝΔ, με καθοριστικό κριτήριο των πολιτικών επιλογών της το μακροχρόνιο συμφέρον της χώρας, θα εργαστεί, στο πλαίσιο της Εξεταστικής Επιτροπής, για την αναζήτηση της αλήθειας.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Όλες οι μελέτες που έχουν εκπονηθεί συμπίπτουν στη διαπίστωση ότι, την δεκαετία του 1980 ακολουθήθηκε επεκτατική δημοσιονομική πολιτική σε συνθήκες σχεδόν μηδενικής μεγέθυνσης της οικονομίας, με συνέπεια τις έντονες δημοσιονομικές ανισορροπίες, δηλαδή υψηλά ετήσια δημόσια ελλείμματα και εκρηκτικοί ρυθμοί συσσώρευσης του δημοσίου χρέους.

Τα αποτελέσματα εκείνης της περιόδου, από κοινού με τις αξίες και τις αντιλήψεις που έκτοτε κυριάρχησαν, αποτέλεσαν στη συνέχεια, και αποτελούν μέχρι σήμερα, βαρίδι στα πόδια της Ελληνικής οικονομίας.

Ενώ το 1980, η Ελλάδα πληρούσε τα κριτήρια της συνθήκης του Μάαστριχτ και ήταν η λιγότερο χρεωμένη χώρα της σημερινής Ευρωζώνης, στο τέλος της δεκαετίας, μετά από δύο υποτιμήσεις της δραχμής, και αφού η χώρα απορρόφησε τα Κοινοτικά Μεσογειακά Προγράμματα, βρέθηκε με υπερτριπλάσιο χρέος.

Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι, σ’ αυτή τη δεκαετία, το έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης ήταν, κατά μέσο όρο ετησίως, πάνω από 10% του ΑΕΠ, κάτι που ποτέ προηγουμένως, για τόσο μεγάλο διάστημα, δεν είχε συμβεί στην Ελλάδα και που δεν επαναλήφθηκε έκτοτε.

Από το 1990 και μέχρι το φθινόπωρο του 2008 έγιναν, κατά περιόδους, προσπάθειες αντιμετώπισης των ανισορροπιών και των στρεβλώσεων της Ελληνικής οικονομίας, με μικρότερη ή μεγαλύτερη επιτυχία.

Όμως η κονιορτοποίηση του αξιακού συστήματος που είχε συντελεσθεί και οι κομματικές, συνδικαλιστικές και κοινωνικές σκοπιμότητες και αντιδράσεις, σε κάθε προσπάθεια νοικοκυρέματος, δεν επέτρεψαν τη ριζική αντιμετώπιση των προβλημάτων.

Στο μέσον αυτής της περιόδου η χώρα εντάχθηκε στην Ευρωζώνη.

Δεν θα σταθώ στις συνθήκες, στους όρους, στην προετοιμασία της οικονομίας και της κοινωνίας για το σημαντικό αυτό βήμα.

Θα σημειώσω μόνο ότι, στις αρχές του 2002, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο άρχισε να προειδοποιεί ότι η τότε Κυβέρνηση έκρυβε επιβαρύνσεις στον Κρατικό Προϋπολογισμό ενώ την ίδια χρονιά, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέφραζε αμφιβολίες για την ποιότητα των δημοσιονομικών στοιχείων της χώρας μας.

Το 2004, η Eurostat προχώρησε σε εκτεταμένες αναταξινομήσεις και αναθεωρήσεις των δημοσιονομικών στοιχείων, για την περίοδο 1997-2003.

Στα παραπάνω θα προσθέσω μόνο τις εκτεταμένες πρακτικές «δημιουργικής λογιστικής», που ακολουθήθηκαν την περίοδο 2000-2001.

Πρακτικές, όπως είναι οι τιτλοποιήσεις απαιτήσεων και οι συναλλαγές μέσω πράξεων μετατροπής συναλλαγματικού χρέους και ανταλλαγής επιτοκίων.

Παρ’ όλα αυτά η χώρα, σε ένα Ευρωπαϊκό και διεθνές περιβάλλον σχετικής χαλάρωσης, πορευόταν, μέχρι το φθινόπωρο του 2008, ικανοποιητικά, με τα δημοσιονομικά προβλήματα υπό έλεγχο, καλό ρυθμό οικονομικής μεγέθυνσης και χαμηλή ανεργία.

Όμως, η πρωτοφανής χρηματοοικονομική κρίση που ξέσπασε στις ΗΠΑ το 2007 πέρασε στην Ευρώπη το 2008.

Αποσταθεροποίησε όλες τις οικονομίες, και φυσικά και την Ελληνική, η οποία είχε υποβόσκουσες χρόνιες παθογένειες στο αξιακό, στο θεσμικό, στο πολιτικό, στο κοινωνικό και στο οικονομικό πεδίο.

Η κρίση απεδείχθη, παγκοσμίως, ισχυρότερη και βαθύτερη απ’ ότι είχε αρχικά εκτιμηθεί.

Στις αρχές του 2009, η τότε ηγεσία της Κυβέρνησης της ΝΔ, ανέλαβε πρωτοβουλίες για να πετύχει συνεννόηση και συστράτευση όλων των πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων της χώρας για την αντιμετώπιση της κρίσης.

Οι άλλες πολιτικές δυνάμεις του τόπου, με πρωταγωνιστή την ηγεσία της τότε Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, αρνήθηκαν την ύπαρξη της παγκόσμιας κρίσης, τορπίλισαν τη συνεννόηση και πολέμησαν λυσσαλέα, εντός και εκτός Βουλής, τις δέσμες ήπιων μέτρων που ελήφθησαν για τη δημοσιονομική σταθεροποίηση.

Αποκορύφωμα της στάσης τους το γεγονός ότι έσυραν τη χώρα σε εκλογές, τις δεύτερες εντός του πρώτου, διεθνώς κρίσιμου, εννεαμήνου του 2009.

Εκλογές στις οποίες μάλιστα, η τότε επερχόμενη πολιτική δύναμη υποσχόταν ότι θα μοιράσει τα «λεφτά» που «υπάρχουν».

Στη συνέχεια, η τότε νέα Κυβέρνηση, το τελευταίο τρίμηνο του 2009 και μέχρι το τέλος Φεβρουαρίου του 2010 που κλείνει δημοσιονομικά το 2009, με τις πράξεις και παραλείψεις της διόγκωσε το πρόβλημα της χώρας.

Συγκεκριμένα, μεταξύ άλλων:

  • Ματαίωσε «ώριμες» δημόσιες εισπράξεις του 2009, μετέφερε εισπράξεις του 2009 στο 2010 και μετέθεσε πληρωμές του 2010 στο 2009.
  • Προχώρησε στην καταβολή επιδόματος αλληλεγγύης, σε αύξηση των δαπανών για εξοπλιστικά προγράμματα, για οδοιπορικά, λειτουργικές δαπάνες και προμήθειες του Δημοσίου.
  • Κατήργησε τις ρυθμίσεις για τους ημιυπαίθριους, την επιβολή φόρου στα λαχεία, στο «Ξυστό» και στα σκάφη αναψυχής, ρυθμίσεις, βέβαια, που επανέφερε αργότερα.
  • Άφησε στην τύχη τους τα δημόσια έσοδα.

Ενώ αργότερα, η ΕΛΣΤΑΤ προχώρησε στη συμπερίληψη στον τομέα της Γενικής Κυβέρνησης ορισμένων ελλειμματικών δημόσιων επιχειρήσεων, που προηγουμένως εθεωρείτο, βάσει των ορισμών του Ευρωπαϊκού Συστήματος Λογαριασμών, ότι δεν ανήκαν στη «Γενική Κυβέρνηση».

Το αποτέλεσμα είναι, πράγματι, το 2009 να καταγραφεί σημαντική διεύρυνση του δημοσιονομικού ελλείμματος.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις πλέον πρόσφατες αναθεωρήσεις της Eurostat, το έλλειμμα στη χώρα μας διαμορφώθηκε στο 15,3% του ΑΕΠ το 2009, από 6,7% το 2007.

Όμως, όταν το τσουνάμι της οικονομικής κρίσης χτύπησε την Ευρώπη, το έλλειμμά της «σκαρφάλωσε» στο 6,7% του ΑΕΠ το 2009, από μόλις 0,8% το 2007.

Σημειώνω δε ότι κατά τη διάρκεια των καταιγιστικών εξελίξεων του 2009 οι εκτιμήσεις για την πορεία των  δημοσιονομικών μεγεθών αναθεωρήθηκαν αρκετές φορές, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη.

Έτσι, το έλλειμμα της χώρας, από 2% του ΑΕΠ που προβλεπόταν στον Προϋπολογισμό του 2009, διαμορφώθηκε τελικά, μετά από 7 αναθεωρήσεις, 6 εκ των οποίων επί διακυβέρνησης ΠΑΣΟΚ, στο 15,8% για να «καθίσει» στο 15,3% με την πρόσφατη αναθεώρηση.

Ενώ, και σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, το έλλειμμα, από 0,8% του ΑΕΠ που προβλεπόταν αρχικά, μετά επίσης από 7 αναθεωρήσεις, «εκτινάχθηκε» στο 6,4% και στο 6,7% με την πρόσφατη αναθεώρηση.

Το ίδιο συνέβη και για το δημόσιο χρέος.

Μάλιστα, κατά μέσο όρο, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η αύξηση του δημοσίου χρέους, ως ποσοστό του ΑΕΠ, κατά την περίοδο 2007-2009, ήταν μεγαλύτερη απ’ ότι στην Ελλάδα (26% του ΑΕΠ σε σχέση με 23% του ΑΕΠ).

Συνεπώς, η χώρα, λόγω της συστημικής κρίσης, αντιμετώπιζε ένα πρόβλημα ελλείμματος και χρέους, μεγαλύτερο από τις άλλες χώρες της Ευρώπης, λόγω και των αυξημένων υποχρεώσεων εξυπηρέτησης του διαχρονικά υψηλού δημοσίου χρέους.

Όμως, η τότε νέα Κυβέρνηση, που παρέλαβε το κόστος δανεισμού χαμηλά και τα spreads περίπου στις 131 μονάδες βάσης, τα εκτίναξε σε πρωτοφανή ύψη.

Και αυτό γιατί:

  • Επέδειξε αβουλία, αναβλητικότητα και αναποφασιστικότητα.
  • Παρουσίασε έλλειψη σχεδίου για την αντιμετώπιση της κρίσης.
  • Καθυστέρησε να πάρει μέτρα, και όταν πήρε κάποια, το μίγμα αποδεικνύονταν κατάλληλο για το προηγούμενο στάδιο της ασθένειας.
  • Αναφέρονταν απαξιωτικά για τη χώρα, το κύρος και την αξιοπιστία της, υπονομεύοντας τη δανειοληπτική της ικανότητα.
  • Έστελνε λανθασμένα μηνύματα στις αγορές με τις παλινωδίες, τις αντιφατικές δηλώσεις, τις ανεύθυνες διαρροές.
  • Προχώρησε στην κατάθεση Προγράμματος Σταθερότητας και Ανάπτυξης που ήταν κατώτερο των περιστάσεων.

Το αποτέλεσμα αυτών των χειρισμών ήταν η χώρα, την κρίσιμη περίοδο, να τεθεί εκτός αγορών.

Δηλαδή, το διαχρονικό πρόβλημα του υψηλού χρέους να μετατραπεί σε κρίση δανεισμού.

Ο επίλογος γράφτηκε με την αναπόφευκτη προσφυγή στο Μηχανισμό Στήριξης και την εφαρμογή ενός ασφυκτικού και ανελαστικού Προγράμματος Οικονομικής Πολιτικής, από τον Μάιο του 2010 μέχρι και σήμερα.

Πρόγραμμα Οικονομικής Πολιτικής που στηρίχθηκε σε δύο δανειακές συμβάσεις – «Μνημόνια» και σε τρεις τροποποιήσεις της δεύτερης σύμβασης.

Πρόγραμμα το οποίο απαιτούσε, εξ αρχής, «βίαιη» και εμπροσθοβαρή δημοσιονομική προσαρμογή και πλήθος δύσκολων, αλλά σε αρκετές  περιπτώσεις αναγκαίων, διαρθρωτικών παρεμβάσεων.

Το εγχείρημα της δημοσιονομικής προσαρμογής μπορεί να διαχωριστεί σε δύο φάσεις, όπου η κάθε μία ανταποκρίνεται και σε διαφορετική προσέγγιση.

Συγκεκριμένα, η πρώτη δανειακή σύμβαση, το πρώτο «Μνημόνιο», δομούσε τη δημοσιονομική προσαρμογή, κυρίως, στο σκέλος των φορολογικών εσόδων και όχι στο σκέλος των δαπανών, παραγκωνίζοντας τη σημασία των δομικών διαρθρωτικών αλλαγών στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ενώ απουσίαζαν ή δεν εφαρμόζονταν πρωτοβουλίες για την τόνωση της αγοράς και της πραγματικής οικονομίας.

Τα αποτελέσματα αυτής της προσέγγισης προσαρμογής είναι γνωστά.

Μεγαλύτερη από την αναμενόμενη ύφεση, απόκλιση από τους στόχους, σημαντικές αστοχίες στην αποτελεσματικότητα των μέτρων και πλήγμα στην αξιοπιστία του εγχειρήματος.

Αξίζει να συγκρίνουμε τις αρχικές μακροοικονομικές προβλέψεις του Προγράμματος, το Μάιο του 2010, με την πραγματικότητα.

Ενδεικτικά, ενώ η αρχική πρόβλεψη για την οικονομική δραστηριότητα εκτιμούσε ανάπτυξη 1,1% το 2012, το αποτέλεσμα τελικά ήταν ύφεση 6,6%.

Ενώ η αρχική πρόβλεψη για την ανεργία ήταν για 14,8% το 2012, το αποτέλεσμα ήταν αυτή να διαμορφωθεί στο 24,5%.

Αντίστοιχες είναι και οι αποκλίσεις από τους δημοσιονομικούς στόχους.

Αυτή, η πρώτη προσέγγιση, τροποποιήθηκε με το δεύτερο «Μνημόνιο», το οποίο, μετά την τελευταία αναθεώρηση της σημερινής Κυβέρνησης, έχει επεκταθεί μέχρι το τέλος Ιουνίου του 2015.

Έτσι, το δημοσιονομικό εγχείρημα βασίστηκε κατά τα 2/3 στο σκέλος των δαπανών, συμβάλλοντας, όπως προκύπτει και από τη διεθνή βιβλιογραφία, στην ενίσχυση της αποτελεσματικότητας και διατηρησιμότητάς του.

Παράλληλα, η προσαρμογή εμπλουτίστηκε από τις διαρθρωτικές αλλαγές στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, από τις πρώτες αποκρατικοποιήσεις, από τις στοχευμένες κινήσεις για την τόνωση της δραστηριότητας της πραγματικής οικονομίας (όπως είναι, μεταξύ άλλων, η πληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα κ.α.).

Το αποτέλεσμα είναι, στο τέλος του 2014, να καταγραφούν θετικά και μετρήσιμα αποτελέσματα.

Ενδεικτικά:

  • Σταθεροποιήθηκαν τα δημόσια οικονομικά.
  • Αντιμετωπίστηκαν χρόνιες εσωτερικές και εξωτερικές ανισορροπίες.
  • Ενισχύθηκε η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.
  • Δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για τη λήξη της παρατεταμένης ύφεσης.

Πράγματι, το 2014, μετά από 6 έτη βαθιάς και παρατεταμένης ύφεσης, η χώρα επέστρεψε σε θετικό ρυθμό μεγέθυνσης.

Η πρόοδος που επετεύχθη, σύμφωνα μάλιστα με την Έκθεση της παρούσας Διοίκησης του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων του Υπουργείου Οικονομικών, του προηγούμενου μήνα, σε αντίθεση με ότι υποστηρίζει η Κυβερνητική πρόταση της Εξεταστικής Επιτροπής, «αντικατοπτρίζεται εύγλωττα στα θεμελιώδη μακροοικονομικά μεγέθη και είναι αποτέλεσμα των σημαντικών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που έλαβαν χώρα».

Και συνεχίζει η Έκθεση, «η χώρα επέτυχε, το 2013 και το 2014, τη στροφή προς ένα αναπτυξιακό υπόδειγμα με εξωστρεφή προσανατολισμό».

Είναι όμως αλήθεια ότι η κατάσταση της οικονομίας εξακολουθούσε να είναι εύθραυστη.

Το αποτέλεσμα είναι σήμερα, μετά από 4 μήνες διακυβέρνησης της χώρας από τη νέα Κυβέρνηση, μετά και την επέκταση του «Μνημονίου» που αυτή ζήτησε και επέτυχε, εξαιτίας της αβελτηρίας, της πολυγλωσσίας, της «δημιουργικής ασάφειας» και των παλινωδιών της, η κατάσταση στην οικονομία να έχει επιδεινωθεί.

Συγκεκριμένα:

  • Η οικονομία παρουσιάζει σημάδια επιβράδυνσης, μετά την ανάκαμψή της το 2014.
  • Το επιχειρηματικό κλίμα επιδεινώνεται.
  • Οι αποδόσεις των Ελληνικών ομολόγων έχουν «σκαρφαλώσει» σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα.
  • Το κόστος δανεισμού του Δημοσίου, τους τελευταίους μήνες, μέσω των εκδόσεων εντόκων γραμματίων 3μηνης και 6μηνης διάρκειας, αυξάνεται.
  • Οι οίκοι πιστοληπτικής αξιολόγησης υποβαθμίζουν, και πάλι, τη χώρα.
  • Ο δείκτης του Χρηματιστηρίου καταγράφει σημαντικές απώλειες.
  • Η δημόσια οικονομία παρουσιάζει τριγμούς αποσταθεροποίησης.
  • Τα προβλήματα ρευστότητας οξύνονται δραματικά. Επιβεβαιώνεται έτσι ότι η Κυβέρνηση έχει προχωρήσει σε εσωτερική στάση πληρωμών, η οποία έχει οδηγήσει σε «ασφυξία» την οικονομία.
  • Οι καταθέσεις νοικοκυριών και επιχειρήσεων μειώνονται σταθερά, και τα «κόκκινα δάνεια», διαρκώς, αυξάνονται.
  • Οι εγγυήσεις μέσω του μηχανισμού Έκτακτης Ενίσχυσης Ρευστότητας (ELA) αυξάνονται, μήνα με το μήνα, εντυπωσιακά.

Συμπερασματικά, η ισορροπία που επετεύχθη τα δύο προηγούμενα χρόνια στη δημόσια οικονομία, με μεγάλες θυσίες νοικοκυριών και επιχειρήσεων, έχει διαταραχθεί.

Ενώ και οι αναπτυξιακές προοπτικές της Ελληνικής οικονομίας δεν είναι ευοίωνες.

Κύριε Πρόεδρε,

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Στο πλαίσιο της απόφασης της Βουλής των Ελλήνων για διερεύνηση της περιόδου Οκτώβριος 2009 – Ιανουάριος 2015 εμείς θα συμβάλλουμε ώστε να «χυθεί» φως στα γεγονότα αυτής της περιόδου.

Θα αναζητήσουμε την αλήθεια, προφανώς χωρίς φόβο και με κανένα πάθος εναντίον κανενός.

Προς το σκοπό αυτό προτείνουμε την ακόλουθη λίστα προς εξέταση προσώπων, με βάση τη θεσμική τους ιδιότητα αλλά, όπως αναφέρει και η απόφαση της Βουλής, και με βάση το «ποιοί αποφάσισαν την είσοδο της χώρας στο καθεστώς της μνημονιακής επιτροπείας και υλοποίησαν συγκεκριμένες πολιτικές».

Προφανώς, και το τονίζω, αυτή η λίστα θα επικαιροποιείται και θα εμπλουτίζεται με πρόσωπα εκτός της περιόδου Οκτώβριος 2009 – Ιανουάριος 2015, ανάλογα με τα στοιχεία που θα προκύπτουν από την ακρόαση των προσώπων και την πορεία της Εξεταστικής.

Τα επιπλέον πρόσωπα που θα καλούνται, θα παρεμβαίνουν στη διαδικασία και στη λίστα που θα έχουμε ήδη αποφασίσει.

  • Υπουργοί Οικονομικών

Γεώργιος Παπακωνσταντίνου

Ευάγγελος Βενιζέλος

Φίλιππος Σαχινίδης

Γεώργιος Ζανιάς

Ιωάννης Στουρνάρας

Γκίκας Χαρδούβελης

Γιάνης Βαρουφάκης

Ο τελευταίος, αν και είναι Υπουργός Οικονομικών μετά τον Ιανουάριο του 2015, προτείνεται να κληθεί για 3 λόγους, οι οποίοι και σχετίζονται με το αντικείμενο της εξεταστικής:

1ος λόγος: Διετέλεσε σύμβουλος του πρώην Πρωθυπουργού κ. Παπανδρέου.

2ος λόγος: Υπέγραψε την 3η τροποποίηση της Κύριας Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης.

Υπενθυμίζουμε ότι η 1η ήταν το Δεκέμβριο του 2012, προκειμένου να περιληφθεί και η θετική Ευρωπαϊκή απόφαση για την ενίσχυση της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους.

Η 2η ήταν το Δεκέμβριο του 2014, όταν και η προηγούμενη Κυβέρνηση ζήτησε την επέκταση της Σύμβασης για τους 2 πρώτους μήνες του 2015.

Και η 3η ήταν τον εφετινό Φεβρουάριο.

Μάλιστα, το περιεχόμενο των επικαιροποιήσεων των Συμβάσεων είναι το ίδιο.

Διέπονται δε όλες από το αγγλικό δίκαιο.

Εναποθέτουν, σε περίπτωση διαφοράς, την αποκλειστική δικαιοδοσία στα δικαστήρια του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου.

Συνδέονται δε όλες οι επικαιροποιήσεις με την Κύρια Σύμβαση Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης, της 15ης Μαρτίου 2012.

Δηλαδή, με την περίοδο στην οποία αναφέρεται η απόφαση της Βουλής.

3ος λόγος: Η ψηφισθείσα πρόταση για τη σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής αναφέρει ότι «το Πρόγραμμα Οικονομικής Πολιτικής έχει απολύτως αποτύχει».

Την ίδια στιγμή όμως, ο νυν Υπουργός Οικονομικών υποστηρίζει, εγγράφως, στο Eurogroup, ότι τα δημοσιονομικά επιτεύγματα της προηγούμενης Κυβέρνησης αποτελούν «σημείο αφετηρίας» και «σημείο εκκίνησης» για μια επωφελή για τη χώρα συμφωνία.

Πώς συνεπώς το Πρόγραμμα έχει απολύτως αποτύχει;

Παράλληλα, ο Υπουργός Οικονομικών υποστηρίζει την υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών που είχαν συμφωνηθεί, από την προηγούμενη Κυβέρνηση, με τους εταίρους και δανειστές της χώρας και δεσμεύεται να συνεχίσει τις προσπάθειες που ξεκίνησε και υλοποίησε η προηγούμενη Κυβέρνηση σε αρκετούς τομείς.

Αποδέχεται μάλιστα το 70% των δράσεων που περιλαμβάνουν οι συμφωνίες της προηγούμενης Κυβέρνησης με τους εταίρους και ενσωματώνει και το ρόλο του ΟΟΣΑ, που ήδη υφίσταται.

Πώς συνεπώς το Πρόγραμμα έχει απολύτως αποτύχει;

Τέλος, ο Υπουργός Οικονομικών αποδέχεται τα ευνοϊκά χαρακτηριστικά που έχει το δημόσιο χρέος, λόγω της επέκτασης της λήξεως ομολόγων και της επίτευξης χαμηλότερων επιτοκίων, απόρροια της διαπραγμάτευσης των προηγούμενων Κυβερνήσεων.

Στα κείμενα μάλιστα του Eurogroup, ο Υπουργός Οικονομικών υποστηρίζει ότι η δομή του χρέους είναι τόσο σημαντική όσο και ο δείκτης χρέος / ΑΕΠ, προκειμένου να αξιολογηθεί η βιωσιμότητά του.

Μάλιστα αναφέρεται ότι η επέκταση της λήξης των ομολόγων και τα χαμηλότερα επιτόκια, που επέτυχε η προηγούμενη Κυβέρνηση, έχουν ήδη οδηγήσει το δείκτη χρέος / ΑΕΠ, σε χαμηλότερο επίπεδο, σε όρους καθαρής παρούσας αξίας.

Πως συνεπώς το Πρόγραμμα έχει απολύτως αποτύχει;

  • Διοικητές Τράπεζας της Ελλάδος

Γεώργιος Προβόπουλος

Ιωάννης Στουρνάρας (με την καινούργια ιδιότητα μετά τον Ιούνιο του 2014)

  • Γενικοί Γραμματείς Υπουργείου Οικονομικών

Ηλίας Πλασκοβίτης

Γιώργος Μέργος

Χριστίνα Παπακωνσταντίνου

Τάσος Αναστασάτος

  • Γενικοί Διευθυντές Θησαυροφυλακίου και Προϋπολογισμού ΓΛΚ

Χρήστος Ντζιούνης

Παναγιώτης Καρακούσης

Σταυρούλα Μηλιάκου

  • Επικεφαλής Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας / ΕΛΣΤΑΤ

Εμμανουήλ Κοντοπυράκης

Ανδρέας Γεωργίου

  • Πρόεδροι Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων

Γεώργιος Ζανιάς (με την παλαιότερη ιδιότητά του [Οκτώβριος 2009 – Μάιος 2012])

Παναγιώτης Τσακλόγλου

Χριστόδουλος Στεφανάδης

Τάσος Αναστασάτος

Γεώργιος Χουλιαράκης (ο τελευταίος λόγω και της Έκθεσης του Απριλίου του 2015 για την περίοδο 2013-2014)

  • Γενικοί Διευθυντές ΟΔΔΗΧ

Σπυρίδων Παπανικολάου

Πέτρος Χριστοδούλου

Στυλιανός Παπαδόπουλος

  • Πρόεδροι και Διευθύνοντες Σύμβουλοι Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ)

Παναγιώτης Θωμόπουλος, Πρώην Πρόεδρος

Αναστασία Σακελλαρίου, Πρώην Διευθύνουσα Σύμβουλος

  • Εκπρόσωποι της Ελλάδας στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο

Παναγιώτης Ρουμελιώτης

Θάνος Κατσάμπας

  • ΚΕΠΕ / ΙΟΒΕ / Επιμελητήρια

Παναγιώτης Κορλίρας, Πρώην Πρόεδρος και Επιστημονικός Διευθυντής του Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ) (Ιανουάριος 2010 – Απρίλιος 2013)

Νικόλαος Φίλιππας, Πρώην Πρόεδρος και Επιστημονικός Διευθυντής του Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ) (Απρίλιος 2013 – Απρίλιος 2015)

Τάκης Αθανασόπουλος, Πρόεδρος Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ)

Νικόλαος Βέττας, Γενικός Διευθυντής Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ)

Κωνσταντίνος Μίχαλος, Πρόεδρος Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών (ΕΒΕΑ) και Πρόεδρος της Κεντρικής Ένωσης Επιμελητηρίων (ΚΕΕ)

Βασίλειος Κορκίδης, Πρόεδρος Ελληνικής Συνομοσπονδίας Εμπορίου και Επιχειρηματικότητας

Κωνσταντίνος Κόλλιας, Πρόεδρος Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος

  • Λοιπά πρόσωπα

Κωνσταντίνος Μποτόπουλος, Πρόεδρος Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς 

  • Από το εξωτερικό

Dominique StraussKahn, Πρώην Εκτελεστικός Διευθυντής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ).

Christine Lagarde, Εκτελεστική Διευθύντρια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ).

JeanClaude Trichet, Πρώην Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ).

Mario Draghi, Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ).

Joaquin Almunia, Πρώην Επίτροπος Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Olli Rehn, Πρώην Επίτροπος Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Pierre Moscovici, Επίτροπος Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων, Φορολογίας και Τελωνείων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

JeanClaude Juncker, Πρώην Πρόεδρος του Eurogroup, πρώην Πρωθυπουργός και Υπουργός Οικονομικών του Λουξεμβούργου, Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Επικεφαλείς Τρόικα (principals).

Συνέντευξη στην εφημερίδα “Ελεύθερος Τύπος της Κυριακής” – “Η σκόνη που επιχειρούν να ρίξουν θύλακες του ΣΥΡΙΖΑ στην πραγματικότητα δεν την μεταβάλλει” –

Site_32841229_5a6698eda243b564207e338741756e64Πως σχολιάζετε την πορεία των διαπραγματεύσεων; Θεωρείτε ότι η Κυβέρνηση έχασε χρόνο ή κινείται βάσει στρατηγικής;

Είναι σαφές ότι η Κυβέρνηση δεν έχει στρατηγικό σχέδιο.

Κινούμενη, επί 4 μήνες, σε ατμόσφαιρα «δημιουργικής ασάφειας», έχασε πολύτιμο χρόνο και διαπραγματευτικό κεφάλαιο, με μετρήσιμες αρνητικές συνέπειες για τη χώρα και υψηλό κόστος για την οικονομία.

 

Βλέπετε συμφωνία στον ορίζοντα;

Εκτιμώ ότι η Κυβέρνηση, μετά τις επί μακρόν παλινδρομήσεις της, μεταξύ «έντιμου συμβιβασμού» και «ρήξης», θα προχωρήσει, υποχωρώντας σημαντικά από τις δεσμεύσεις της, σε συμφωνία.

Προς αυτή την κατεύθυνση εμείς καλούμε να συνδράμουν έμπρακτα και οι εταίροι και δανειστές.

Είναι προφανές όμως ότι η Ελληνική οικονομία δεν μπορεί να περιμένει μέχρι την εξομάλυνση των αντιφάσεων μεταξύ προεκλογικών λόγων και μετεκλογικών έργων και τη διευθέτηση των εσωτερικών αντιθέσεων στα κόμματα της συγκυβέρνησης.

 

Αν τελικά επιτευχθεί συμφωνία με τα μέτρα που διαρρέονται, ποια είναι η εκτίμησή σας για την πορεία της οικονομίας; Υπάρχει περίπτωση να βρεθούμε σε νέο αδιέξοδο;

Σήμερα, η οικονομία παρουσιάζει σημάδια στασιμότητας αν όχι επιβράδυνσης, οι προσδοκίες νοικοκυριών και επιχειρήσεων έχουν καταρρεύσει, το κόστος δανεισμού έχει διογκωθεί, η δημόσια οικονομία παρουσιάζει τριγμούς αποσταθεροποίησης, τα προβλήματα ρευστότητας οξύνονται δραματικά, οι καταθέσεις μειώνονται σταθερά και τα «κόκκινα δάνεια» αυξάνονται διαρκώς.

Η επίτευξη συμφωνίας σίγουρα θα επιδράσει θετικά στην απομάκρυνση ή στον περιορισμό του «πέπλου» ασάφειας, ανασφάλειας και αβεβαιότητας.

Όμως αυτή η εξέλιξη από μόνη της δεν αρκεί.

Η Κυβέρνηση θα πρέπει να εργαστεί με σχέδιο, μεθοδικότητα και αποτελεσματικότητα, κυρίως στο πεδίο της υλοποίησης διαρθρωτικών αλλαγών, ώστε να μην διαταραχθεί η δημοσιονομική ισορροπία που επετεύχθη τα προηγούμενα χρόνια και να επανασυνδεθεί άμεσα με τη διαδικασία της ανάταξης της οικονομίας.

Καλούμε την Κυβέρνηση να προχωρήσει όχι μόνο με όνειρο αλλά και με λογισμό.

Η στάση της ΝΔ απέναντι στα νομοσχέδια που σχεδιάζει να καταθέσει η Κυβέρνηση στη Βουλή ενόψει της συμφωνίας ποια θα πρέπει να είναι;

Η ΝΔ, με συλλογικότητα, θα αξιολογήσει τη συμφωνία και τις πολιτικές που θα την συνοδεύουν.

Και θα τοποθετηθεί, με υπευθυνότητα επί αυτών, έχοντας ως καθοριστικό κριτήριο των πολιτικών επιλογών και των αποφάσεών της το μακροχρόνιο συμφέρον της χώρας.

Πολλά ακούγονται για τα ταμειακά διαθέσιμα που παρέλαβε η νέα Κυβέρνηση. Τι ισχύει τελικά;

Τα πράγματα είναι σαφή.

Μετά τις βουλευτικές εκλογές της 25ης Ιανουαρίου, και παρά την υστέρηση εσόδων λόγω της πολιτικής αβεβαιότητας, η χώρα είχε ταμειακά διαθέσιμα ύψους 1,9 δισ. ευρώ.

Αυτά τα ταμειακά διαθέσιμα παρέλαβε η σημερινή Κυβέρνηση.

Οι εκτιμήσεις, τότε, ήταν ότι η χώρα, αν η σημερινή Κυβέρνηση δεν αναλάμβανε οποιαδήποτε πρωτοβουλία, θα άρχιζε να αντιμετωπίζει ταμειακά προβλήματα μετά τις 24 Φεβρουαρίου, μικρά μέσα στο Φεβρουάριο και μεγαλύτερα το Μάρτιο.

Αυτός ήταν και ο λόγος που η προηγούμενη Κυβέρνηση επιδίωκε να κλείσει εντός διμήνου, με επωφελή για τη χώρα τρόπο, τη συμφωνία για τη λήψη της τελευταίας δόσης του τρέχοντος Προγράμματος

Αντίθετα, η σημερινή Κυβέρνηση, αρχικά, διαβεβαίωνε την Ελληνική κοινωνία, παρά το γεγονός ότι γνώριζε την αλήθεια, ότι η χώρα δεν έχει ανάγκη αυτής της δόσης.

Στη συνέχεια, αναγνώρισε αυτή την ανάγκη, αλλά δεσμεύθηκε η εκταμίευση της δόσης να γίνει με το τέλος της αξιολόγησης.

Σήμερα, τουλάχιστον, από αρκετά Κυβερνητικά στελέχη αναγνωρίζεται η εσφαλμένη διαπραγματευτική προσέγγιση.

Η σκόνη που επιχειρούν να ρίξουν θύλακες του ΣΥΡΙΖΑ στην πραγματικότητα δεν την μεταβάλλει.

Η αλήθεια τελικά επικρατεί.

Υπήρχε τελικά success story;

Η προηγούμενη Κυβέρνηση, το καλοκαίρι του 2012, ανέλαβε την υλοποίηση ενός ασφυκτικού και ανελαστικού Προγράμματος Οικονομικής Πολιτικής, το οποίο ήταν εκτός στόχων.

Στο τέλος του 2014, η χώρα, παρά τα αρχικά λάθη στο περιεχόμενο του Προγράμματος αναφορικά με το μίγμα της δημοσιονομικής πολιτικής, αλλά και την αβελτηρία στην εφαρμογή του στο σκέλος των διαρθρωτικών αλλαγών, κατέγραψε μετρήσιμα θετικά αποτελέσματα.

Αυτά καταγράφεται στην Έκθεση του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων του Υπουργείου Οικονομικών, τον προηγούμενο μήνα, σύμφωνα με την οποία «η πρόοδος που επετεύχθη αντικατοπτρίζεται στα θεμελιώδη μακροοικονομικά μεγέθη και είναι αποτέλεσμα σημαντικών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων» και της «στροφής προς ένα αναπτυξιακό υπόδειγμα με εξωστρεφή προσανατολισμό».

Όταν όμως υπάρχει, σήμερα, αυτή η αποδοχή από το Υπουργείο Οικονομικών, τι σχόλιο να κάνω εγώ πλέον;

Είναι όμως αλήθεια ότι, παρά την θετική εξέλιξη, η κατάσταση της οικονομίας εξακολουθούσε να είναι εύθραυστη.

 

Έχει βάση η επίθεση της Κυβέρνησης στο πρόσωπο του κ. Στουρνάρα;

Η Κυβέρνηση επιδεικνύει μια «αντιπάθεια» στην ανεξαρτησία των θεσμών, ίσως και ως κατάλοιπο μιας διαχρονικής ιδεολογικής καχυποψίας προς το «σύστημα».

Τα παραδείγματα είναι πολλά, όχι μόνο η Τράπεζα της Ελλάδος.

Σε αυτήν, πρέπει να προσθέσετε και το Κυβερνητικό εγχείρημα μετακύλισης των ευθυνών στην Αντιπολίτευση, σε θεσμούς και σε πρόσωπα, προκειμένου να ξεπεράσει τις παλινωδίες και τα λάθη που έχουν οδηγήσει τη χώρα σε όξυνση των αδιεξόδων της.

Αυτή η τακτική όμως βλάπτει τη χώρα.

Η ΝΔ ανταποκρίνεται στο ρόλο της ως Αξιωματική Αντιπολίτευση; Ακούγεται στην κοινωνία;

Οι εξελίξεις στη χώρα είναι ρευστές, συνεπώς και οι προτιμήσεις των πολιτών.

Ο θεσμικός ρόλος όμως της εκάστοτε Αξιωματικής Αντιπολίτευσης είναι σημαντικός και πρέπει να ασκείται με υπευθυνότητα.

Αυτό και πράττουμε.

Ασκούμε σκληρή αλλά και δημιουργική αντιπολίτευση στα πεδία που η Κυβέρνηση δεν έχει καλές επιδόσεις (ενδεικτικά, οικονομία, παιδεία, ασφάλεια, λειτουργία του Κράτους και των θεσμών, παράνομη μετανάστευση κ.α.).

Αλλά συναινούμε εκεί που υπάρχουν καλές λύσεις για τη χώρα και τους πολίτες.

Αντίθετα από τις συμπεριφορές άλλων κομμάτων στο παρελθόν.

Άλλωστε η ΝΔ έχει αποδείξει ότι είναι η Παράταξη η οποία, σε στιγμές κρίσιμες για την πατρίδα και τους πολίτες, εστιάζει στο σημαντικό και υπηρετεί το πρωτεύον.

Σχετικά με το αίτημα συναδέλφων σας στην ΚΟ της ΝΔ για έκτακτο Συνέδριο και αλλαγή ηγεσίας ποιά είναι η θέση σας;

Αυτή που διατύπωσα και στην συνεδρίασή της: στην παρούσα φάση, το ζητούμενο για τη ΝΔ, είναι, διδαγμένη από τις επιτυχίες αλλά και τις παραλείψεις και τα λάθη της, να σχεδιάσει δημοκρατικά, με ψυχραιμία και συλλογικότητα, την επόμενη σελίδα για τη χώρα και την παράταξη.

Οι συντεταγμένες ανοικτές δημοκρατικές διαδικασίες που θα οδηγούν σε αποφάσεις οι οποίες θα μας δεσμεύουν όλους πρέπει να προωθηθούν ώστε να αποτελέσουν ακρογωνιαίο λίθο σταθερότητας στην κουλτούρα της ΝΔ.

Δελτίο Τύπου σχετικά με την κατάθεση Ερώτησης με θέμα τα έσοδα του Ελληνικού Δημοσίου από αδρανείς καταθετικούς λογαριασμούς –

staikourasΟ Βουλευτής Φθιώτιδας της Νέας Δημοκρατίας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας, κατέθεσε, σήμερα, την υπ’ αριθ. πρωτ. 2608/15.05.2015 Ερώτηση με θέμα τα έσοδα του Ελληνικού Δημοσίου από αδρανείς καταθετικούς λογαριασμούς.

Ακολουθεί το κείμενο της Ερώτησης:

Ερώτηση

προς το Υπουργείο Οικονομικών

Θέμα: Έσοδα του Ελληνικού Δημοσίου από αδρανείς καταθετικούς λογαριασμούς.

Με το Ν. 4151/2013 (ΦΕΚ Α’ 103, 29.04.2013) επικαιροποιήθηκε, ουσιαστικά καταρτίστηκε για πρώτη φορά, το νομοθετικό πλαίσιο που διέπει τους αδρανείς καταθετικούς πόρους, επιτρέποντας, με διαφανείς διαδικασίες, τη χρήση των κεφαλαίων για την κάλυψη αναγκών του Δημοσίου, με απώτερο δυνητικό σκοπό τη στήριξη ευάλωτων κοινωνικών ομάδων.

Έτσι, με απλό, αλλά και λεπτομερειακό, τρόπο ρυθμίστηκε όλη η διαδικασία χρήσης και απόδοσης από τις τράπεζες των κεφαλαίων που προέρχονται από τους αδρανείς καταθετικούς λογαριασμούς στο Δημόσιο.

Τα ως άνω ποσά στο σύνολό τους καταγράφονται ως έσοδο στον ετήσιο Κρατικό Προϋπολογισμό.

Σύμφωνα με το Άρθρο 8, που ορίζει τη διαδικασία, κάθε πιστωτικό ίδρυμα, που δραστηριοποιείται στην Ελλάδα, οφείλει, εν μέσω άλλων, αμέσως μετά την παρέλευση εικοσαετίας να αποδίδει στο Δημόσιο συγκεντρωτικά μέχρι το τέλος Απριλίου κάθε έτους τα υπόλοιπα των αδρανών καταθέσεων, πλέον αναλογούντων τόκων, καταθέτοντας στην Τράπεζα της Ελλάδος τα σχετικά ποσά σε ειδικό λογαριασμό, που έχει ανοιχθεί για το σκοπό αυτό, ενημερώνοντας ταυτόχρονα τις αρμόδιες Διευθύνσεις του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους και της Γενικής Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τον Νόμο.

Επίσης, τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται, μέσα στις προθεσμίες σύνταξης του Κρατικού Προϋπολογισμού, να ενημερώνουν το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους για το κατ’ εκτίμηση ύψος των αδρανών καταθέσεων που θα μεταφέρουν στο Δημόσιο μέχρι τον Απρίλιο του επόμενου έτους, ώστε τα κονδύλια αυτά να συμπεριληφθούν στον Προϋπολογισμό του επόμενου οικονομικού έτους.

Σύμφωνα με πρόσφατα δημοσιεύματα (In.gr, To Βήμα, 15.05.2015) το ποσό από τα υπόλοιπα των αδρανών καταθέσεων που περιήλθαν στο Δημόσιο το έτος 2015, ανέρχεται στα 11 εκατ. ευρώ, ενώ το συνολικό ποσό για την τελευταία διετία από την πηγή αυτή ανέρχεται στα 48 εκατ. ευρώ περίπου.

Κατόπιν των ανωτέρω,

ΕΡΩΤΑΤΑΙ

ο κ. Υπουργός:

1. Ποιο είναι το ακριβές ποσό, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, που έχει περιέλθει στο Ελληνικό Δημόσιο από την ανωτέρω πηγή και πως αυτό έχει αξιοποιηθεί;

2. Πως αναλύεται το ποσό αυτό ανά έτος και ανά πιστωτικό ίδρυμα;

3. Υπάρχει σήμερα εκτίμηση του ύψους των αδρανών καταθέσεων που τα πιστωτικά ιδρύματα θα μεταφέρουν στο Δημόσιο μέχρι τον Απρίλιο του επόμενου έτους, ώστε τα κονδύλια αυτά να συμπεριληφθούν στον Προϋπολογισμό του επόμενου οικονομικού έτους;

Ο Ερωτών Βουλευτής

 

Χρήστος Σταϊκούρας

Ομιλία στο Συνέδριο του Economist – “19th Roundtable with the Government of Greece – Europe: The Comeback? Greece: How Resilient?” –

Site_1Κυρίες και Κύριοι,

Εκπροσωπώ σήμερα τον Πρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας, κ. Α. Σαμαρά, ο οποίος δυστυχώς, λόγω ενός μικρού παροδικού προβλήματος υγείας, δεν μπορεί να παραστεί, όπως κάνει κάθε χρόνο, στο Συνέδριο και να απευθύνει την προγραμματισμένη ομιλία του.

Εκφράζω, εκ μέρους του, τη λύπη του γι’ αυτό.

Επιτρέψτε μου, στη δική μου τοποθέτηση, να καταθέσω σκέψεις και προτάσεις για την παρούσα κατάσταση και τις προοπτικές της Ελληνικής οικονομίας.

Κυρίες και Κύριοι,

Είναι γνωστό ότι οι οικονομίες της Ευρώπης «χτυπήθηκαν» έντονα από την παγκόσμια κρίση του 2007-2008.

Η χώρα μας επλήγη περισσότερο.

Κι αυτό γιατί παρουσίαζε, διαχρονικά, υποβόσκουσες ενδογενείς αδυναμίες.

Με αποτέλεσμα να λειτουργεί, περισσότερο ή λιγότερο ανά περίοδο, σε συνθήκες ασταθούς ισορροπίας.

Και το κυριότερο, με ένα αναπτυξιακό υπόδειγμα που χαρακτηριζόταν από εμφανείς, μακροχρόνιες παθογένειες στο αξιακό, στο θεσμικό, στο πολιτικό, στο κοινωνικό και στο οικονομικό πεδίο.

Οι συνθήκες αυτές επιδεινώθηκαν μετά το ξέσπασμα της κρίσης και τη διάχυσή της στην Ευρώπη.

Η μεταγενέστερη εξέλιξη των γεγονότων στη χώρα είναι, σε όλους μας, γνωστή.

Η κρίση δανεισμού από τις αρχές του 2010, η προσφυγή της χώρας, πριν από 5 χρόνια, στο Μηχανισμό Στήριξης, ως αποτέλεσμα και μιας σειράς λανθασμένων πολιτικών επιλογών και χειρισμών εκείνης της περιόδου, και η εφαρμογή ενός ασφυκτικού και ανελαστικού Προγράμματος Οικονομικής Πολιτικής, από το  Μάιο του 2010 μέχρι και σήμερα.

Πρόγραμμα, το οποίο απαιτούσε «βίαιη» και εμπροσθοβαρή δημοσιονομική προσαρμογή και πλήθος δύσκολων, αλλά σε πολλές περιπτώσεις αναγκαίων, διαρθρωτικών παρεμβάσεων.

Πρόγραμμα, το οποίο, παρά τα λάθη στο περιεχόμενό του αναφορικά με το μίγμα της δημοσιονομικής πολιτικής, αλλά και την αβελτηρία στην εφαρμογή του στο σκέλος των διαρθρωτικών αλλαγών, είχε αρχίσει, με την επιτάχυνση της εφαρμογής του μετά το 2012, να καταγράφει, στο τέλος του 2014, μετρήσιμα θετικά αποτελέσματα.

Η πρόοδος που επετεύχθη, σύμφωνα με την Έκθεση της παρούσας διοίκησης του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων του Υπουργείου Οικονομικών, του προηγούμενου μάλιστα μήνα, «αντικατοπτρίζεται εύγλωττα στα θεμελιώδη μακροοικονομικά μεγέθη και είναι αποτέλεσμα των σημαντικών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που έλαβαν χώρα».

Και συνεχίζει η Έκθεση, «στο πλαίσιο του προγράμματος οικονομικής προσαρμογής η δημοσιονομική θέση της χώρας βελτιώθηκε σημαντικά, αλλά τέθηκαν και οι βάσεις ώστε η πρόοδος που επετεύχθη στα μακροοικονομικά μεγέθη να μην είναι μόνο κυκλικού χαρακτήρα αλλά να έχει και σημαντικό διαρθρωτικό υπόβαθρο».

Ενδεικτικά:

  • Σταθεροποιήθηκαν τα δημόσια οικονομικά.
  • Επιτεύχθηκαν πρωτογενή πλεονάσματα.
  • Αντιμετωπίστηκαν χρόνιες εσωτερικές και εξωτερικές ανισορροπίες.
  • Ενισχύθηκε η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.
  • Δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για τη λήξη της παρατεταμένης ύφεσης.

Πράγματι, το 2014, μετά από 6 έτη βαθιάς και παρατεταμένης ύφεσης, η χώρα επέστρεψε σε θετικό ρυθμό μεγέθυνσης.

Ενώ, προβλεπόταν, πριν κάποιους μήνες, να είναι ακόμη υψηλότερος το 2015, προσεγγίζοντας το 3%.

Σ’ αυτή την πρόβλεψη συνέκλιναν όλοι: οι εταίροι, οι διεθνείς οργανισμοί, η Τράπεζα της Ελλάδος, τα εγχώρια πιστωτικά ιδρύματα, τα ερευνητικά κέντρα, η προηγούμενη Κυβέρνηση.

Η χώρα, συνεπώς, επέστρεφε στην ανάπτυξη.

Όμως είναι αλήθεια ότι η κατάσταση της οικονομίας εξακολουθούσε να είναι εύθραυστη.

Και παρά ταύτα, πολιτικές δυνάμεις της χώρας διαπράττουν, για δεύτερη φορά μετά το 2009, το ίδιο λάθος.

Επιβάλλουν εκλογές.

Από τα τέλη Ιανουαρίου, δυνάμεις της ριζοσπαστικής αριστεράς έχουν τον πρώτο και κύριο ρόλο στη διακυβέρνηση της χώρας.

Τους τέσσερις τελευταίους μήνες η αβελτηρία, η πολυγλωσσία, η ασάφεια και οι παλινωδίες αυτής της Κυβέρνησης αποδεικνύονται, καθημερινά, επιζήμιες για τη χώρα και τους πολίτες της.

Χάσαμε χρόνο, αξιοπιστία και συμμάχους.

Η αβεβαιότητα βαθαίνει και επεκτείνεται.

Και οι προβληματισμοί πολλαπλασιάζονται, όχι μόνο στην οικονομία αλλά σε όλο το φάσμα της δημόσιας ζωής:

  • Στη λειτουργία του Κράτους, που υποσκάπτεται από τις μεθοδεύσεις νεποτισμού στη στελέχωση του κρατικού μηχανισμού και από την ακύρωση τομών στη δημόσια διοίκηση.
  • Στην ασφάλεια των πολιτών, που απειλείται από την επαναφορά ασύλων παρανομίας και ατιμωρησίας.
  • Στην αντιμετώπιση και διαχείριση της παράνομης μετανάστευσης.
  • Στα εθνικά μας θέματα, όπου στρατηγικές συμμαχίες διαταράσσονται.
  • Στη λειτουργία των θεσμών, όπου πρακτικές που άλλοτε ξορκίζονταν ως αντισυνταγματικές τώρα υιοθετούνται ως αναγκαίες, και μάλιστα επαναλαμβάνονται.
  • Στην παιδεία, όπου αποψιλώνεται η αξιολόγηση και αποδομείται η αριστεία, αποκόπτοντας έτσι τη χώρα από τα τεκταινόμενα στον Ευρωπαϊκό χώρο.

Ενώ, το πεδίο της οικονομίας έχει καλυφθεί από την «ομίχλη της ανασφάλειας».

Ποιά όμως, Κυρίες και Κύριοι, είναι σήμερα η κατάσταση της Ελληνικής οικονομίας;

Κωδικοποιημένα:

1ον. Η οικονομία παρουσιάζει σημάδια επιβράδυνσης, μετά την ανάκαμψή της το 2014.

Οι διεθνείς και εγχώριοι θεσμοί και οργανισμοί αναθεωρούν, προς το δυσμενέστερο, τις εκτιμήσεις τους για το ρυθμό οικονομικής μεγέθυνσης του 2015.

Έτσι, ενδεικτικά, ενώ οι αρχικές εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ήταν για οικονομική ανάπτυξη 2,9% το 2015 (προβλέψεις Νοεμβρίου 2014), αναθεωρήθηκαν στο 2,5% (προβλέψεις Φεβρουαρίου 2015) και σήμερα, 3 μήνες αργότερα, αυτές διαμορφώθηκαν στο 0,5%.

Υπάρχουν μάλιστα και προβλέψεις άλλων οργανισμών, σύμφωνα με τις οποίες η χώρα κινδυνεύει να «βουτήξει», και πάλι, στην ύφεση.

Τα στοιχεία που ανακοίνωσε χθες η ΕΛΣΤΑΤ επιτείνουν αυτή την ανησυχία.

Ενώ, και οι εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την ανεργία, οι οποίες ήταν σταθερές μέχρι το Φεβρουάριο του 2015, αναθεωρήθηκαν, το τελευταίο τρίμηνο, προς το δυσμενέστερο.

2ον. Το επιχειρηματικό κλίμα επιδεινώνεται.

Ο δείκτης οικονομικού κλίματος έχει «πέσει» στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 15 μηνών, μειώνεται ραγδαία το τελευταίο τρίμηνο, ενώ διευρύνεται και η απόστασή του από τον Ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Δηλαδή, έχει καταρρεύσει τόσο η ψυχολογία όσο και οι προσδοκίες επενδυτών και καταναλωτών, νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

3ον. Οι αποδόσεις των Ελληνικών ομολόγων έχουν «σκαρφαλώσει» σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα.

Όταν, μάλιστα, οι αποδόσεις τίτλων των άλλων Ευρωπαϊκών χωρών παραμένουν κοντά σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα.

Είναι προφανές πως η προεκλογική πρόβλεψη της Κυβέρνησης, ότι οι αγορές θα «χορεύουν» σύμφωνα με τις επιθυμίες, δεν επαληθεύεται.

4ον. Το κόστος δανεισμού του Δημοσίου, τους τελευταίους μήνες, μέσω των εκδόσεων εντόκων γραμματίων 3μηνης και 6μηνης διάρκειας, αυξάνεται.

Αποτέλεσμα αυτής της εξέλιξης είναι, κατά το 1ο τετράμηνο του 2015, οι τόκοι να είναι αυξημένοι περίπου κατά 500 εκατ. ευρώ έναντι της αντίστοιχης περιόδου του 2014.

Επιβαρύνοντας έτσι τον Έλληνα φορολογούμενο.

5ον. Οι οίκοι πιστοληπτικής αξιολόγησης υποβαθμίζουν, και πάλι, τη χώρα.

Μάλιστα, οι προοπτικές αναθεώρησης των εκτιμήσεών τους είναι προς το δυσμενέστερο.

6ον. Ο δείκτης του Χρηματιστηρίου καταγράφει σημαντικές απώλειες.

Επενδυτές εγκαταλείπουν ή «παγώνουν» τα επενδυτικά τους σχέδια στη χώρα μας.

Μάλιστα, όπως ορθώς επισημαίνει και το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, η τρέχουσα κατάσταση δεν απειλεί μόνο όσες επιχειρήσεις βρίσκονται σε οριακό σημείο, αλλά και όσες τα χρόνια της κρίσης άντεξαν, επένδυσαν, συγκράτησαν μισθούς, κατέβαλαν φόρους και απέφυγαν απολύσεις.

Απειλεί δηλαδή, την υγιή επιχειρηματικότητα.

7ον. Η δημόσια οικονομία παρουσιάζει τριγμούς αποσταθεροποίησης.

Το πρωτογενές πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης διαμορφώνεται σε χαμηλότερο επίπεδο από πέρυσι.

Ενώ, οι Οργανισμοί Κοινωνικής Ασφάλισης εμφανίζουν πρωτογενές έλλειμμα.

Πρωτογενές έλλειμμα το οποίο, μήνα με το μήνα, διευρύνεται.

8ον. Τα προβλήματα ρευστότητας οξύνονται δραματικά.

Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές έχουν αυξηθεί, το 1ο τρίμηνο του έτους, κατά 720 εκατ. ευρώ.

Η αύξηση αυτή είναι και συνεχής και διευρυνόμενη.

Υπενθυμίζεται ότι αυτές οι οφειλές είχαν μειωθεί περίπου κατά 70% την προηγούμενη διετία, από τα 9 δισ. ευρώ στο τέλος του 2012 στα 3 δισ. ευρώ στο τέλος του 2014.

Επιβεβαιώνεται έτσι, και πάλι, ότι η Κυβέρνηση έχει προχωρήσει σε εσωτερική στάση πληρωμών, η οποία έχει οδηγήσει σε «ασφυξία» την οικονομία.

Η κατάσταση δε, μήνα με το μήνα, επιδεινώνεται.

9ον. Η Κυβέρνηση έχει «σκουπίσει» τα ταμειακά διαθέσιμα των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, προχωρώντας πλέον και σε αναγκαστικό εσωτερικό δανεισμό.

10ον. Οι καταθέσεις νοικοκυριών και επιχειρήσεων μειώνονται σταθερά, και τα «κόκκινα δάνεια», διαρκώς, αυξάνονται.

11ον. Οι εγγυήσεις μέσω του μηχανισμού Έκτακτης Ενίσχυσης Ρευστότητας (ELA) αυξάνονται, μήνα με το μήνα, εντυπωσιακά.

Έτσι, ο ELA διαμορφώθηκε στα 75 δισ. ευρώ στο τέλος Απριλίου, από 0 δισ. ευρώ στο τέλος του 2014.

Συνεπώς, το κόστος δανεισμού των τραπεζών έχει διογκωθεί, με δυσμενείς επιπτώσεις για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.

Συμπερασματικά, η Κυβέρνηση, τις πρώτες 100 ημέρες της θητείας της, δεν έχει καλές επιδόσεις στην οικονομία.

Μάλιστα, από εβδομάδα σε εβδομάδα, η κατάσταση χειροτερεύει και τα αδιέξοδα πολλαπλασιάζονται.

Η ισορροπία που επετεύχθη τα δύο προηγούμενα χρόνια στη δημόσια οικονομία, με μεγάλες θυσίες νοικοκυριών και επιχειρήσεων, έχει διαταραχθεί.

Ενώ, και οι αναπτυξιακές προοπτικές της Ελληνικής οικονομίας δεν είναι ευοίωνες.

Την ίδια περίοδο μάλιστα που, σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, οι ρυθμοί οικονομικής μεγέθυνσης βελτιώνονται και το κόστος δανεισμού συρρικνώνεται, εξαιτίας του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης και της εξαιρετικά διευκολυντικής νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ, που επενεργούν προς την κατεύθυνση της βελτίωσης των συνθηκών χρηματοδότησης.

Εξελίξεις στις οποίες δεν μπορεί να συμμετάσχει η χώρα μας.

Επιβάλλεται, συνεπώς, η Κυβέρνηση να επιδείξει σύνεση και ρεαλισμό.

Να αφήσει στην άκρη την «επικοινωνιακή διαχείριση» των προβλημάτων και τον ριζοσπαστικό ακτιβισμό που είχε στη θέση της αντιπολίτευσης.

Να σταματήσει το εγχείρημα μετακύλισης των ευθυνών στην Αντιπολίτευση, σε θεσμούς και σε πρόσωπα, προκειμένου να ξεπεράσει τις παλινωδίες και τα λάθη που έχουν οδηγήσει τη χώρα σε όξυνση των αδιεξόδων της.

Και να κινηθεί γρήγορα.

Να εργαστεί με σχέδιο ώστε να επανασυνδεθεί η χώρα με τη διαδικασία της ανάταξης της οικονομίας.

Άλλωστε, σύμφωνα και με την Έκθεση του σημερινού Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων του Υπουργείου Οικονομικών, οι βάσεις έχουν τεθεί, αφού η χώρα επέτυχε, τα έτη 2013 και 2014, «τη στροφή προς ένα αναπτυξιακό υπόδειγμα με εξωστρεφή προσανατολισμό».

Κατά την πεποίθησή μoυ το σχέδιο αυτό, πρέπει να αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα μιας ολοκληρωμένης και συνεκτικής στρατηγικής, με στόχο την επίτευξη δυναμικής και βιώσιμης ανάπτυξης, με κοινωνική συνοχή.

Βασικοί άξονες αυτής της στρατηγικής πρέπει να είναι:

1ος. Η διασφάλιση της σταθεροποίησης των δημόσιων οικονομικών, μέσω της εφαρμογής αλλά και ενίσχυσης των ήδη θεσπισμένων κανόνων και πρακτικών χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης και πειθαρχίας.

Δυστυχώς όμως, όπως ήδη ανέφερα, η δημόσια οικονομία παρουσιάζει σήμερα τριγμούς αποσταθεροποίησης.

Ενώ υπάρχουν και κυβερνητικές φωνές που υποστηρίζουν επικίνδυνες επεκτατικές δημοσιονομικές πολιτικές, και όχι για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης όπου πράγματι αυτές είναι αναγκαίες και έχουν ξεκινήσει από το 2014, με τη διανομή του «κοινωνικού μερίσματος».

2ος. Η πραγματοποίηση, ακόμη περισσότερων, διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών.

Μεταρρυθμίσεις, που θα βοηθήσουν στη διατήρηση ή/και στη δημιουργία νέων εξωστρεφών και ανταγωνιστικών εγχώριων επιχειρήσεων και στην προσέλκυση ξένων άμεσων επενδύσεων.

3ος. Η βελτίωση της «ποιότητας» των δημόσιων οικονομικών.

Αυτό θα επιτευχθεί με την αύξηση της αποτελεσματικότητας των πόρων και με την ενίσχυση, σταδιακά, των δαπανών που έχουν υψηλό πολλαπλασιαστή και απόδοση, προάγουν την οικονομική ανάπτυξη και δημιουργούν υψηλή κοινωνική ανταποδοτικότητα.

Αυτός ο προσανατολισμός των δημόσιων δαπανών συνάδει και με τη θεωρία της ενδογενούς ανάπτυξης, σύμφωνα με την οποία η ανάδειξη παραγόντων όπως η εκπαίδευση, η έρευνα και η καινοτομία συνιστούν «ατμομηχανές» για μια ισχυρή και σύγχρονη αναπτυξιακή δυναμική.

Είναι προφανές, ότι η κατάργηση των μεταρρυθμίσεων στο χώρο της εκπαίδευσης που είχαν υιοθετηθεί τα τελευταία δέκα χρόνια, με τη μέγιστη μάλιστα πολιτική και κοινωνική συναίνεση, θα αποτελέσει αναπτυξιακή τροχοπέδη.

Η Κυβέρνηση, αντί να προωθήσει με βελτιωτικές ρυθμίσεις την αξιολόγηση και την αριστεία, ουσιαστικά τις αποδομεί, επαναφέρει τον κομματισμό και τη συναλλαγή και κολακεύει τη μετριότητα.

Λόγω ιδεοληψιών κάνει βήματα προς τα πίσω.

4ος. Η ταχύτερη και εμπροσθοβαρής υλοποίηση επενδυτικών σχεδίων μέσω της ορθολογικής αξιοποίησης των διαθέσιμων πόρων του ΕΣΠΑ και του ΠΔΕ.

Είναι προφανές, ότι η συγκράτηση των δαπανών του ΠΔΕ προκειμένου να καλυφθεί μέρος των ταμειακών αναγκών της χώρας, περιορίζει τις προοπτικές ανάκαμψης της οικονομίας.

5ος. Η αξιοποίηση των ανταγωνιστικών μας πλεονεκτημάτων.

Του τουρισμού, της ναυτιλίας, αλλά και της αγροτικής παραγωγής.

Της γεωργίας, της κτηνοτροφίας, της αλιείας, της μεταποίησης αγροτο-κτηνοτροφικών προϊόντων.

6ος . Η ανάδειξη της σημασίας της γεωστρατηγικής θέσης της χώρας.

7ος. Η εξασφάλιση ομαλής χρηματοδότησης της οικονομίας και η αποτελεσματική διαχείριση των δανείων σε καθυστέρηση.

Δυστυχώς, σήμερα, οι τράπεζες δέχονται ισχυρές πιέσεις, τόσο στο παθητικό τους όσο και στο ενεργητικό τους.

Και η χρηματοδότηση μέσω του έκτακτου μηχανισμού παροχής ρευστότητας, με βάση τους κανόνες του Ευρωσυστήματος, αναγκαστικά συνεπάγεται σημαντικά υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης για τα πιστωτικά ιδρύματα.

Ενώ, αυτή η χρηματοδότηση δεν καταλήγει – όπως θα έπρεπε – στον ιδιωτικό τομέα, αλλά κατευθύνεται για την αναπλήρωση των κενών ρευστότητας από την απόσυρση των ταμειακών διαθεσίμων φορέων της Γενικής Κυβέρνησης και από την αγορά εντόκων γραμματίων του Δημοσίου, απορροφώντας, το Δημόσιο, όλη τη ρευστότητα.

8ος. Η εντατικότερη υλοποίηση του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων και αξιοποίησης της περιουσίας του Δημοσίου.

Οι ιδιωτικοποιήσεις εκείνες, που συνιστούν ταυτόχρονα παραγωγικές ξένες άμεσες επενδύσεις, μπορούν να συμβάλουν στην εισαγωγή τεχνογνωσίας, στον εκσυγχρονισμό και στην αύξηση της αποτελεσματικότητας των επιχειρήσεων που ιδιωτικοποιούνται, στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και στην ενίσχυση της εξωστρέφειας της οικονομίας, αλλά και στον περιορισμό των δανειακών αναγκών του Ελληνικού Δημοσίου και, τελικά, στη μείωση του δημοσίου χρέους μεσοπρόθεσμα.

Δυστυχώς όμως, οι Κυβερνητικές αμφισημίες και η πολυγλωσσία επί του θέματος, οδηγούν πολλές επενδύσεις είτε στην ακύρωση είτε στην «κατάψυξη».

9ος. Η δημιουργία ενός δίκαιου, αποτελεσματικού και σύγχρονου κράτους.

Αφού επιτεύχθησαν οι αναγκαίοι ποσοτικοί στόχοι για τη μείωση του αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων και της μισθολογικής δαπάνης, οφείλουμε να περάσουμε στην εκπλήρωση των κρίσιμων ποιοτικών μεταρρυθμίσεων.

Με προτεραιότητα τη λειτουργική αποτελεσματικότητα του δημόσιου τομέα, την ενίσχυση της διαφάνειας, την εξασφάλιση της ισονομίας, την αποτελεσματική αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού και την εδραίωση ενός διαφανούς πλαισίου αξιολόγησης και επιβράβευσης της παραγωγικότητας.

Προς αυτή την κατεύθυνση, η προηγούμενη Κυβέρνηση ξεκίνησε την υλοποίηση μιας ολοκληρωμένης προσπάθειας βελτίωσης της λειτουργίας και αποκατάστασης του κύρους της δημόσιας διοίκησης.

Δυστυχώς, και σε αυτό το πεδίο, μέσα από σχετικές νομοθετικές πρωτοβουλίες, η Κυβέρνηση προωθεί την πλήρη αποδόμηση όσων είχαν τεθεί σε εφαρμογή, οδηγώντας στην οπισθοδρόμηση και στην παράδοση και διολίσθηση της δημόσιας διοίκησης στα «συντεχνιακά συμφέροντα», σε βάρος των πολιτών.

10ος. Η σταδιακή μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

Αυτό θα επιτευχθεί με τη διασφάλιση περιβάλλοντος δημοσιονομικής και φορολογικής σταθερότητας και με την ένταξη του «αφανούς» τμήματος της οικονομίας στο «εμφανές» πεδίο της, επιτυγχάνοντας τη φορολόγησή του.

Έχει αποδειχθεί, και στη χώρα μας, ότι η δημοσιονομική προσαρμογή είναι βιώσιμη όταν επιτυγχάνεται, κυρίως, από το σκέλος των δαπανών.

11ος. Η περαιτέρω ενίσχυση της μακροχρόνιας βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους.

Το «προφίλ» του έχει ήδη βελτιωθεί.

Η μέση διάρκειά του έχει χρονικά υπερδιπλασιασθεί, το μέσο επιτόκιό του έχει μειωθεί, οι δαπάνες για τόκους έχουν υποχωρήσει.

Είναι, όμως, επίσης, αλήθεια ότι, εφόσον τηρούμε τις δεσμεύσεις μας, οι εταίροι και δανειστές μας υποχρεούνται να αναλάβουν, σύντομα, συγκεκριμένες πρωτοβουλίες για την περαιτέρω ενίσχυση της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους, στη βάση της απόφασης του Νοεμβρίου του 2012.

Ρεαλιστικές λύσεις, εφικτές τεχνικές, ισοδύναμοι τρόποι υπάρχουν.

Και σε αυτή την άποψη έχει προσχωρήσει, πλέον, και η σημερινή Κυβέρνηση.

Κυρίες και Κύριοι,

Κατά την εκτίμησή μου, αυτός είναι ο ορθός δρόμος που πρέπει να ακολουθήσουμε.

Για το λόγο αυτό είναι εθνική ανάγκη να διαφυλαχθούν όλα όσα έχουν επιτευχθεί, με τόσο μεγάλο κόπο και κόστος.

Η μέχρι σήμερα πορεία σε συνθήκες «ομίχλης» από ασάφεια, ανασφάλεια και αβεβαιότητα, έχει οδηγήσει σε καθήλωση την οικονομία.

Οι μακρόσυρτες διαπραγματεύσεις, με τους εταίρους και δανειστές, στο θολό περιβάλλον, έχουν κόστος για την οικονομία.

Από την πλευρά μας, πρέπει οι θέσεις μας στις διαπραγματεύσεις να είναι τεκμηριωμένες, για να είναι διεκδικητικές και αποτελεσματικές.

Έχει καταστεί πλέον σαφές ότι η Ελληνική οικονομία δεν μπορεί να περιμένει μέχρι την εξομάλυνση των αντιφάσεων μεταξύ προεκλογικών λόγων και μετεκλογικών έργων και τη διευθέτηση των εσωτερικών αντιθέσεων στα κόμματα της συγκυβέρνησης.

Εύχομαι η Κυβέρνηση, με την τελική συμφωνία, να πετύχει οφέλη για τη χώρα τα οποία θα υπερβούν το κόστος.

Προς αυτή την κατεύθυνση καλούμε να συνδράμουν έμπρακτα και οι εταίροι και δανειστές.

Όλοι μας πρέπει να γνωρίζουμε ότι κανένας δεν έχει συμφέρον από την παράταση μιας «προβληματικής» κατάστασης σε χώρα της Ευρωζώνης.

Σε κάθε περίπτωση, στην πατρίδα μας, μετά τη δοκιμή και της ριζοσπαστικής αριστεράς στη διακυβέρνηση, πιστεύω ότι είναι καιρός να σταματήσουμε τις ιδεοληπτικές σκιαμαχίες και τους υψηλούς τόνους και όλες οι κοινωνικοπολιτικές δυνάμεις, ανεξάρτητα από τις όποιες διαφορές και τον ανά περίοδο ρόλο μας στο πολιτικό σκηνικό, να «βάζουμε διαρκώς πλάτη» ώστε η χώρα να βγει γρήγορα και οριστικά από το τέλμα, να αναπτυχθεί με δικαιοσύνη και συνοχή και να πορευθεί με αξιοπρέπεια και δυναμισμό στο διεθνές σκηνικό.

Πιστεύω ότι αυτό είναι το πρώτο, το κύριο καθήκον κάθε Έλληνα και κάθε Ελληνίδας.

Ελπίζω ότι θα ανταποκριθούμε.

Δελτίο Τύπου σχετικά με απάντηση σε δημοσιεύματα στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο για τα ταμειακά διαθέσιμα –

C2974947D4E3528273B77F3277D4BC81Ο Συντονιστής Οικονομικών Υποθέσεων της Νέας Δημοκρατίας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας, έκανε την ακόλουθη δήλωση:

«Επειδή,

1ον. ορισμένα έντυπα και ηλεκτρονικά Μέσα παρουσιάζουν αποσπάσματα από χθεσινή τοποθέτησή μου στην Επιτροπή Ισολογισμού και Απολογισμού της Βουλής και καταλήγουν σε αυθαίρετα συμπεράσματα, και

2ον. τα αδιέξοδα της πολιτικής της Κυβέρνησης δεν αποτελούν επαρκή λόγο για να θολώνουμε κι άλλο την πολιτική ατμόσφαιρα στη χώρα,

παραθέτω αυτούσια την τοποθέτησή μου από τα πρακτικά της Επιτροπής, προς αποκατάσταση της αλήθειας:

«Μετά τις Βουλευτικές Εκλογές του Ιανουαρίου του 2015, η χώρα είχε ταμειακά διαθέσιμα ύψους 1,9 δισ. ευρώ. Η προηγούμενη κυβέρνηση, δηλαδή, παρέδωσε στη σημερινή κυβέρνηση ταμειακό πλεόνασμα ύψους 1,9 δισ. ευρώ. Οι εκτιμήσεις ήταν – και ορθώς αναφέρεται σε αυτό ο κ. Υπουργός (κ. Μάρδας) – ότι αν η σημερινή Κυβέρνηση δεν αναλάμβανε οποιαδήποτε πρωτοβουλία το μήνα Φεβρουάριο, στο τέλος Φεβρουαρίου η χώρα θα είχε ανάγκη από νέο δανεισμό. Πράγματι, δηλαδή – δεν θυμάμαι τώρα αν είναι 450, 470 ή 500 εκατομμύρια ευρώ – το πρόσημο θα ήταν αρνητικό τέλος Φεβρουαρίου. Γι’ αυτό το λόγο και η προηγούμενη Κυβέρνηση ήθελε να κλείσει τη συμφωνία εντός διμήνου, ώστε να εισρεύσουν στα κρατικά ταμεία τμήμα ή το σύνολο της δόσης, για να καλύψει αυτές τις άμεσες πιεστικές ανάγκες.

Ορθώς, συνεπώς, ο κ. Υπουργός μίλησε γι’ αυτό. Με μια διαφορά, όμως. Ότι ενώ τα γνώριζαν αυτά στην Κυβέρνηση από τέλος Ιανουαρίου (τους είχαμε κάνει αναλυτική ενημέρωση), στις 20 Φεβρουαρίου υπέγραψαν μια συμφωνία, στην οποία έλεγαν – αφού ο Υπουργός Οικονομικών είχε πει νωρίτερα ότι δεν έχουμε ανάγκη τα 7,2 δισεκατομμύρια ευρώ – ότι τα 7,2 δισ. ευρώ τελικά τα έχουμε ανάγκη, αλλά στο τέλος της αξιολόγησης. Εδώ υπάρχει τουλάχιστον μια αντίφαση, αν όχι άγνοια της πραγματικότητας».

Και για το θέμα των πρόωρων εκλογών που αναγνώρισε ως λάθος ο κ Μάρδας σημείωσα: «Τώρα για το ποιού επιλογή ήταν οι εκλογές, νομίζω ότι αυτό το ξέρουμε όλοι. Ποιοί τις διεκδικούσαν, ποιός είχε υποσχεθεί και τι προεκλογικά, ποιός έλεγε σε πολίτες να μην πληρώνουν, το αφήνω στην άκρη και κοιτάζω το παρόν.»

Υπενθυμίζεται, ότι την ίδια ακριβώς αναφορά είχα κάνει και στις 24 Απριλίου 2015, και μάλιστα είχα προχωρήσει και στην έκδοση σχετικού Δελτίου Τύπου, κατά τη συζήτηση στην Ολομέλεια της Βουλής Σχεδίου Νόμου για κύρωση Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου. Συγκεκριμένα είχα πει:

«Η πραγματικότητα για τα ταμειακά διαθέσιμα που παρέλαβε η σημερινή Κυβέρνηση είναι:

1ον. Μετά τις βουλευτικές εκλογές της 25ης Ιανουαρίου, και παρά την υστέρηση εσόδων λόγω της πολιτικής αβεβαιότητας, η χώρα είχε ταμειακά διαθέσιμα ύψους 1,9 δισ. ευρώ. Αυτά τα ταμειακά διαθέσιμα παρέλαβε η σημερινή Κυβέρνηση.

Υπενθυμίζεται ότι, με βάση το Δελτίο Δημοσίου Χρέους, που δημοσίευσε η σημερινή Κυβέρνηση, στο τέλος του 2014, τα ταμειακά διαθέσιμα του Ελληνικού Δημοσίου ήταν 2,6 δισ. ευρώ. Η συρρίκνωσή τους τον Ιανουάριο οφείλεται στα μειωμένα έσοδα.

2ον. Οι εκτιμήσεις, τότε, ήταν ότι η χώρα, αν η σημερινή Κυβέρνηση δεν αναλάμβανε οποιαδήποτε πρωτοβουλία, θα άρχιζε να αντιμετωπίζει ταμειακά προβλήματα μετά τις 24 Φεβρουαρίου, μικρά μέσα στο Φεβρουάριο και μεγαλύτερα το Μάρτιο.

Αυτός ήταν και ο λόγος που η προηγούμενη Κυβέρνηση επιδίωκε να κλείσει εντός διμήνου, με επωφελή για τη χώρα τρόπο, τη συμφωνία για τη λήψη της τελευταίας δόσης του τρέχοντος Προγράμματος.

Αντίθετα, η σημερινή Κυβέρνηση διαβεβαίωνε την Ελληνική κοινωνία, παρά το γεγονός ότι γνώριζε την αλήθεια, ότι η χώρα δεν έχει ανάγκη από την τελευταία δόση της δανειακής σύμβασης. Και στη συνέχεια, στις 20 Φεβρουαρίου, προσυπέγραφε ότι αυτή θα εκταμιευθεί, εν συνόλω, στο τέλος της αξιολόγησης. Και έπραξε έτσι, ενώ γνώριζε τις πιεστικές ταμειακές ανάγκες της χώρας.

3ον. Το ταμείο του Κράτους θα έχει πρόβλημα όσο η χώρα βαδίζει χωρίς ρεαλιστικό σχέδιο μέσα σε θολή ατμόσφαιρα.»

Προφανώς με την αποσπασματική πληροφόρηση (παραπληροφόρηση) από θύλακες του ΣΥΡΙΖΑ επιχειρείται να ξεπεραστούν οι ασάφειες, οι παλινωδίες και τα λάθη, που έχουν οδηγήσει την χώρα σε όξυνση των αδιεξόδων της.

Η προσπάθεια να αποσπαστεί η προσοχή των πολιτών από τα αδιέξοδα, δεν λύνει το πρόβλημα της Κυβέρνησης.

Είμαι πάντα διαθέσιμος για διάλογο με στοιχεία και αλήθειες που είναι και οι μόνες που μπορεί να συμβάλλουν στην αναγκαία ομαλή πορεία της χώρας.

Δελτίο Τύπου σχετικά με την πορεία εκτέλεσης του Κρατικού Προϋπολογισμού την περίοδο Ιανουαρίου-Απριλίου 2015 –

10427675_1596851673861646_4584120189994605138_n«Η δημοσιοποίηση των στοιχείων για την πορεία εκτέλεσης του Κρατικού Προϋπολογισμού κατά την περίοδο Ιανουαρίου – Απριλίου 2015 δείχνει τα εξής:

1ον. Τα φορολογικά έσοδα υπολείπονται του στόχου, περίπου κατά 750 εκατ. ευρώ.

Η κατάσταση αυτή παρέμεινε σταθερή και τον μήνα Απρίλιο, παρά την ενεργοποίηση των νέων ρυθμίσεων για τις ληξιπρόθεσμες φορολογικές υποχρεώσεις.

Τονίζεται ότι η βελτίωση που παρουσιάζεται στα συνολικά έσοδα, οφείλεται στη μεταφορά 555 εκατ. ευρώ από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας στον Κρατικό Προϋπολογισμό, τον μήνα Απρίλιο, προκειμένου αυτό το ποσό να καλύψει πιεστικές ταμειακές ανάγκες της χώρας.

Συνεπώς, σε επίπεδο Γενικής Κυβέρνησης, το αποτέλεσμα είναι δημοσιονομικά ουδέτερο.

2ον. Οι δαπάνες διαμορφώνονται περίπου 2 δισ. ευρώ κάτω από το στόχο.

Ειδικότερα, οι πρωτογενείς δαπάνες είναι χαμηλότερες περίπου κατά 1,5 δισ. ευρώ και οι δαπάνες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων κατά 400 εκατ. ευρώ.

Επιβεβαιώνεται έτσι, και πάλι, ότι η Κυβέρνηση έχει προχωρήσει σε εσωτερική στάση πληρωμών, η οποία έχει οδηγήσει σε «ασφυξία» την οικονομία.

Η κατάσταση δε, μήνα με το μήνα, επιδεινώνεται (η απόκλιση από τους στόχους ήταν -16 εκατ. ευρώ τον Ιανουάριο του 2015, -843 εκατ. ευρώ το 1ο δίμηνο, -1.516 εκατ. ευρώ το 1ο τρίμηνο και -2.037 εκατ. ευρώ το 1ο τετράμηνο του 2015).

Στις χαμηλότερες δαπάνες οφείλεται και το πρωτογενές πλεόνασμα.

Το Υπουργείο Οικονομικών το αποδέχεται αυτό και αναφέρει ότι «μετά την ομαλοποίηση των ταμειακών συνθηκών, οι δαπάνες θα επανέλθουν στα επίπεδα των στόχων του προϋπολογισμού».

Οπότε και θα μειωθεί σημαντικά, αν δεν εξανεμισθεί, το όποιο πρωτογενές πλεόνασμα παρουσιάζεται σήμερα.

3ον. Οι τόκοι είναι αυξημένοι περίπου κατά 500 εκατ. ευρώ ή κατά 22% έναντι της αντίστοιχης περιόδου του 2014, λόγω της αύξησης – τους τελευταίους μήνες – του κόστους δανεισμού του Δημοσίου, επιβαρύνοντας τον Έλληνα φορολογούμενο.

Με βάση αυτά τα στοιχεία, καλούμε, και πάλι, την Κυβέρνηση να εργαστεί με σχέδιο, μεθοδικότητα και αποτελεσματικότητα ώστε να μην διαταραχθεί η ισορροπία που επετεύχθη με μεγάλες θυσίες τα προηγούμενα 2 χρόνια στη δημόσια οικονομία, και να επανασυνδεθεί άμεσα με τη διαδικασία της ανάταξης της οικονομίας».

 

Τοποθέτηση στην Επιτροπή Απολογισμού-Ισολογισμού του Κράτους επί της Έκθεσης του ΓΠΚ για το 1ο τρίμηνο του 2015 –

xristos-staikouras-bouli--Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Με την ευκαιρία της σημερινής πρώτης συνεδρίασης της Επιτροπής, με αφορμή και τη συζήτηση επί της πρώτης Έκθεσης για το 2015 του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, θέλω να αναφερθώ στην κατάσταση του Προϋπολογισμού που παρέδωσε η προηγούμενη Κυβέρνηση καθώς και στη σημερινή κατάσταση της οικονομίας, μετά τις πρώτες 100 ημέρες της νέας Κυβέρνησης.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Η χώρα, το 2014, επέτυχε, για 2η συνεχόμενη χρονιά, πρωτογενές πλεόνασμα.

Αυτό το αναγνωρίζει όλοι, εντός και εκτός χώρας.

Ακόμη και η σημερινή Κυβέρνηση, αφού ο Υπουργός Οικονομικών έχει δηλώσει, στις συνεδριάσεις του Eurogroup, ότι στηρίζεται για τη διαπραγμάτευση στα δημοσιονομικά επιτεύγματα των τελευταίων ετών, χαρακτηρίζοντάς τα «σημείο αφετηρίας» και «σημείο εκκίνησης» για μια επωφελή για τη χώρα συμφωνία.

Το πρωτογενές πλεόνασμα εκτιμάται, σύμφωνα με το Πρόγραμμα Οικονομικής Πολιτικής, ότι θα διαμορφωθεί περίπου στο 0,5% του ΑΕΠ.

Αυτό το δημοσιονομικό αποτέλεσμα είναι, πράγματι, πολύ χαμηλότερο από το στόχο του 1,5% του ΑΕΠ που είχε τεθεί για το 2014.

Παρά το γεγονός ότι η επίτευξή του ήταν απολύτως εφικτή το Νοέμβριο του 2014.

Αυτό άλλωστε είχε τότε υποστηρίξει και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στη φθινοπωρινή της Έκθεση.

Αυτό κατέγραφαν και οι «Θεσμοί», οι οποίοι και δεν «έβλεπαν» κανένα δημοσιονομικό κενό για το 2014.

Αυτό υποστήριξε, πολύ πρόσφατα, και ο Αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κ. Κατάινεν, ο οποίος δήλωσε ότι «μέχρι τον φετινό χειμώνα, τα πράγματα πήγαιναν καλύτερα, η χώρα είχε πρωτογενές πλεόνασμα 1,5% του ΑΕΠ, τώρα δυστυχώς τα πράγματα άλλαξαν» (Real News, 15 Μαρτίου 2015).

Και, το κυριότερο, αυτό επιβεβαιώνεται και μεθοδολογικά από τον τρόπο καταγραφής της εκτέλεσης του Προϋπολογισμού της Γενικής Κυβέρνησης, σύμφωνα με τον οποίο, σε δημοσιονομική βάση, πολλές κατηγορίες εσόδων – και όχι δαπανών – των 2 πρώτων μηνών του επόμενου έτους (δηλαδή του 2015), καταγράφονται στο προηγούμενο έτος (δηλαδή στο 2014).

Άρα επηρεάζουν το δημοσιονομικό αποτέλεσμα του 2014.

Που οφείλεται, συνεπώς, αυτή η μεγάλη μείωση του πρωτογενούς πλεονάσματος από τον Δεκέμβριο του 2014;

Οφείλεται στην υστέρηση των εσόδων του Προϋπολογισμού από το Δεκέμβριο του 2014 μέχρι τον Φεβρουάριο του 2015.

Συγκεκριμένα:

1ον. Στο 11μηνο του 2014, τα καθαρά έσοδα του Τακτικού Προϋπολογισμού ήταν 920 εκατ. ευρώ κάτω από τους στόχους.

Αυτή την υστέρηση, η προηγούμενη Κυβέρνηση την είχε πλήρως καλύψει με τη μείωση των δαπανών, η οποία διαμορφώθηκε 1 δισ. ευρώ κάτω από τους στόχους.

Και μάλιστα χωρίς να αυξηθούν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα.

Το αντίθετο μάλιστα, αυτές μειώθηκαν κατά 70% την προηγούμενη διετία.

Αντίθετα απ’ ότι κάνει σήμερα η Κυβέρνηση.

Άρα, τέλος Νοεμβρίου, η επίτευξη του στόχου για 1,5% του ΑΕΠ πρωτογενές πλεόνασμα ήταν απολύτως εφικτή!

2ον. Στο τέλος του 2014, η απόκλιση στα καθαρά έσοδα του Προϋπολογισμού υπερέβη τα 1,6 δισ. ευρώ.

Άρα προστέθηκε απώλεια επιπλέον εσόδων ύψους 700 εκατ. ευρώ το μήνα Δεκέμβριο.

Τους μήνες Ιανουάριο και Φεβρουάριο, που δημοσιονομικά – επαναλαμβάνω – καταγράφονται στο 2014, η απόκλιση στα καθαρά έσοδα του Προϋπολογισμού ανήλθε στα 1,2 δισ. ευρώ.

Η οποία, αν προστεθεί στη διαφορά του Δεκεμβρίου, λόγω της αβεβαιότητας προκήρυξης και τελικά διεξαγωγής των βουλευτικών εκλογών, των Κυβερνητικών ασαφειών, των πολυάριθμων, προεκλογικών και μετεκλογικών εξαγγελιών της Κυβέρνησης και της ανοικτής διαπραγμάτευσης με τους δανειστές, ανεβάζει τη συνολική απόκλιση του τελευταίου τριμήνου περίπου στα 2 δισ. ευρώ.

Αυτά τα 2 δισ. ευρώ είναι και η απόκλιση του 2014.

Αυτή είναι η αλήθεια.

Την οποία επιβεβαιώνει και η τελευταία Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία δημοσιεύθηκε την προηγούμενη εβδομάδα.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Ποιά είναι σήμερα η κατάσταση της Ελληνικής οικονομίας;

Όπως καταγράφει και η Έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, η Κυβέρνηση, τις πρώτες 100 ημέρες, δεν έχει καλές επιδόσεις.

Ενδεικτικά, σε αυτό το χρονικό διάστημα, όπως καταγράφει και η Έκθεση:

1ον. Η οικονομία παρουσιάζει σημάδια επιβράδυνσης, μετά την ανάκαμψή της το 2014.

Οι διεθνείς και εγχώριοι θεσμοί και οργανισμοί αναθεωρούν, προς το δυσμενέστερο, τις εκτιμήσεις τους για το ρυθμό οικονομικής μεγέθυνσης του 2015.

Έτσι, ενδεικτικά, ενώ οι αρχικές εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ήταν για οικονομική ανάπτυξη 2,9% το 2015 (προβλέψεις Νοεμβρίου 2014), αναθεωρήθηκαν στο 2,5% (προβλέψεις Φεβρουαρίου 2015) και σήμερα, 3 μήνες αργότερα, αυτές διαμορφώθηκαν στο 0,5%.

Υπάρχουν μάλιστα και προβλέψεις άλλων οργανισμών, σύμφωνα με τις οποίες η χώρα κινδυνεύει να «βουτήξει», και πάλι, στην ύφεση το 2015.

Ενώ και οι εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την ανεργία, οι οποίες ήταν σταθερές από το Νοέμβριο του 2014 μέχρι το Φεβρουάριο του 2015, αναθεωρήθηκαν, το τελευταίο τρίμηνο, προς το δυσμενέστερο.

2ον. Όπως υποστηρίζει και η Έκθεση, «το επιχειρηματικό κλίμα επιδεινώνεται».

Ο δείκτης οικονομικού κλίματος έχει «πέσει» στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 15 μηνών, μειώνεται ραγδαία το τελευταίο τρίμηνο, ενώ διευρύνεται και η απόστασή του από τον Ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Δηλαδή, έχει καταρρεύσει τόσο η ψυχολογία όσο και προσδοκίες επενδυτών και καταναλωτών, νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

3ον. Οι αποδόσεις των Ελληνικών ομολόγων «σκαρφαλώνουν» όλο και ψηλότερα.

Βρίσκονται στα υψηλότερα επίπεδα της τελευταίας τριετίας, όταν, μάλιστα, οι αποδόσεις τίτλων των άλλων Ευρωπαϊκών χωρών παραμένουν κοντά σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα.

Είναι προφανές ότι η προεκλογική πρόβλεψη της Κυβέρνησης, ότι οι αγορές θα «χορεύουν» σύμφωνα με τις επιθυμίες, δεν επαληθεύεται.

4ον. Το κόστος δανεισμού του Δημοσίου, τους τελευταίους μήνες, μέσω των εκδόσεων εντόκων γραμματίων 3μηνης και 6μηνης διάρκειας, αυξάνεται.

Ενδεικτικά, η τελευταία έκδοση εντόκων γραμματίων 26 εβδομάδων, στις 6 Μαΐου 2015, πραγματοποιήθηκε με επιτόκιο 2,97%, όταν η αντίστοιχη, στις 7 Ιανουαρίου 2015, είχε γίνει με επιτόκιο 2,30%.

Αποτέλεσμα αυτής της εξέλιξης είναι ότι, κατά το 1ο τρίμηνο του 2015, οι τόκοι αυξήθηκαν κατά 250 εκατ. ευρώ ή 12,5% έναντι του αντίστοιχου τριμήνου του 2014.

Δηλαδή αυξήθηκε το κόστος για τον Έλληνα φορολογούμενο.

5ον. Οι οίκοι πιστοληπτικής αξιολόγησης υποβαθμίζουν, και πάλι, τη χώρα.

Μάλιστα, οι προοπτικές αναθεώρησης των εκτιμήσεών τους είναι προς το δυσμενέστερο.

6ον. Ο δείκτης του Χρηματιστηρίου, το τελευταίο τρίμηνο, καταγράφει σημαντικές απώλειες.

Επενδυτές εγκαταλείπουν ή «παγώνουν» τα επενδυτικά τους σχέδια στη χώρα μας.

Όπως υποστηρίζει και η Έκθεση, «η τρέχουσα κατάσταση δεν απειλεί μόνο όσες επιχειρήσεις βρίσκονται σε οριακό σημείο, αλλά και όσες τα χρόνια της κρίσης άντεξαν, επένδυσαν, συγκράτησαν μισθούς, κατέβαλαν φόρους και απέφυγαν απολύσεις. Απειλεί δηλαδή, την υγιή επιχειρηματικότητα».

7ον. Η δημόσια οικονομία παρουσιάζει τριγμούς αποσταθεροποίησης.

Το πρωτογενές πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης, κατά το 1ο τρίμηνο του 2015, διαμορφώθηκε πολύ χαμηλότερα από πέρυσι, μειωμένο κατά περισσότερο από 50%.

Η υστέρηση μάλιστα στα φορολογικά έσοδα είναι και μεγάλη (υπερβαίνει τα 750 εκατ. ευρώ) και σταθερή, ακόμη και το μήνα Απρίλιο και τις πρώτες ημέρες του Μαΐου, παρά τις υψηλές Κυβερνητικές προσδοκίες από το νέο πλαίσιο φορολογικών ρυθμίσεων.

Ενώ, οι Οργανισμοί Κοινωνικής Ασφάλισης εμφανίζουν πρωτογενές έλλειμμα.

Πρωτογενές έλλειμμα το οποίο, μήνα με το μήνα, διευρύνεται.

8ον. Τα προβλήματα ρευστότητας οξύνονται δραματικά.

Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές αυξήθηκαν, μέσα στο 2015, κατά περίπου 720 εκατ. ευρώ.

Η αύξηση αυτή είναι και συνεχής και διευρυνόμενη.

Επιβεβαιώνεται έτσι ότι η Κυβέρνηση έχει κηρύξει εσωτερική στάση πληρωμών, δημιουργώντας συνθήκες «ασφυξίας» στην οικονομία.

Υπενθυμίζεται ότι οι ληξιπρόθεσμες οφειλές μειώθηκαν περίπου κατά 70% την προηγούμενη διετία, από τα 9 δισ. ευρώ στο τέλος του 2012 στα 3 δισ. ευρώ στο τέλος του 2014.

9ον. Η Κυβέρνηση έχει «σκουπίσει» τα ταμειακά διαθέσιμα των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, προχωρώντας πλέον και σε εσωτερικό αναγκαστικό δανεισμό.

10ον. Οι καταθέσεις νοικοκυριών και επιχειρήσεων μειώνονται σταθερά, και τα «κόκκινα δάνεια», διαρκώς, αυξάνονται.

Συγκεκριμένα, οι καταθέσεις διαμορφώθηκαν στα 138,5 δισ. ευρώ το Μάρτιο του 2015, από 160,3 δισ. ευρώ στο τέλος του 2014.

11ον. Οι εγγυήσεις μέσω του μηχανισμού Έκτακτης Ενίσχυσης Ρευστότητας (ELA) αυξάνονται, μήνα με το μήνα, εντυπωσιακά.

Έτσι, ο ELA διαμορφώθηκε στα 69 δισ. ευρώ στο τέλος Μαρτίου του 2015, από 22 δισ. ευρώ στο τέλος Φεβρουαρίου, 6 δισ. ευρώ στο τέλος Ιανουαρίου και 0 δισ. ευρώ στο τέλος του 2014.

Συνεπώς, το κόστος δανεισμού των τραπεζών έχει διογκωθεί, με δυσμενείς επιπτώσεις για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.

Από τα ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι, μέχρι σήμερα, η πορεία, σε συνθήκες «ομίχλης» από ασάφεια, ανασφάλεια και αβεβαιότητα, έχει οδηγήσει σε καθήλωση την οικονομία.

Οι μακρόσυρτες συζητήσεις, που αναμφίβολα πρέπει να είναι τεκμηριωμένες και σκληρές, με τους εταίρους και δανειστές, στο θολό περιβάλλον, έχουν κόστος για την οικονομία.

Εύχομαι η Κυβέρνηση, με την τελική συμφωνία, να πετύχει οφέλη για τη χώρα τα οποία θα υπερβούν το κόστος.

Προς αυτή την κατεύθυνση καλούμε να συνδράμουν έμπρακτα και οι εταίροι και δανειστές.

Όλοι μας πρέπει να γνωρίζουμε ότι κανένας δεν έχει συμφέρον από την παράταση μιας «προβληματικής» κατάστασης σε χώρα της Ευρωζώνης.

Απαιτείται, συνεπώς, η Κυβέρνηση, έστω και αργά, με σύνεση, ρεαλισμό και αποφασιστικότητα, να προχωρήσει σε μία όσο το δυνατόν πιο επωφελή για τη χώρα συμφωνία, εντός του αναμφίβολα ασφυκτικού πλαισίου στο οποίο αυτή κινείται.

Έχει καταστεί πλέον σαφές ότι η Ελληνική οικονομία δεν μπορεί να περιμένει μέχρι την εξομάλυνση των αντιφάσεων μεταξύ προεκλογικών λόγων και μετεκλογικών έργων και τη διευθέτηση των εσωτερικών αντιθέσεων στα κόμματα της συγκυβέρνησης.

Σε κάθε περίπτωση, μετά τη δοκιμή και της ριζοσπαστικής αριστεράς στη διακυβέρνηση της χώρας μας, πιστεύω ότι είναι καιρός να σταματήσουμε τις ιδεοληπτικές σκιαμαχίες, τους υψηλούς τόνους και όλες οι κοινωνικοπολιτικές δυνάμεις, ανεξάρτητα από τις όποιες διαφορές και τον ρόλο μας, σε κάθε περίοδο, στο πολιτικό σκηνικό, να «βάζουμε πλάτη» ώστε η χώρα να βγει γρήγορα και οριστικά από το τέλμα, να αναπτυχθεί και να πορευθεί με αξιοπρέπεια και δυναμισμό στο διεθνές σκηνικό.

Ομιλία στην Ολομέλεια κατά τη συζήτηση του Σχεδίου Νόμου για την κύρωση της ΠΝΠ σχετικά με την ΕΒΖ και τις ληξιπρόθεσμες οφειλές –

o-anaplirotis-upourgos-oikonomikon-xristos-staikourasΚυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Καλούμαστε σήμερα να συζητήσουμε την Κύρωση της 2ης Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου της παρούσας Κυβέρνησης.

Δύο Πράξεις σε λιγότερο από ένα μήνα.

Πρακτική την οποία, κατά το παρελθόν, στηλίτευαν τα Κόμματα που στηρίζουν σήμερα την Κυβέρνηση.

Όπως στηλίτευαν και αυτή της κατάθεσης και ψήφισης Νομοσχεδίων με τη μορφή του Κατεπείγοντος.

Όπως στηλίτευαν και αυτή της κατάθεσης και ψήφισης σωρείας βουλευτικών και υπουργικών Τροπολογιών, άσχετων με τα υπό συζήτηση Νομοσχέδια.

Και σήμερα, στις πρώτες 100 ημέρες της νέας Κυβέρνησης, τα υιοθετούν.

Και μάλιστα επαναλαμβανόμενα.

Όλα αυτά συνιστούν, αν μη τι άλλο, κραυγαλέες αποδείξεις ασυνέπειας.

Αλλά αναδεικνύουν και τα αδιέξοδα στα οποία η Κυβέρνηση έχει περιέλθει.

Εξαιτίας της αβελτηρίας, των παλινωδιών της και των αστοχιών της.

Επί των συγκεκριμένων διατάξεων:

Με την 1η διάταξη, καταβάλλεται από τον ειδικό εκκαθαριστή της Αγροτικής Τράπεζας, ποσό 30 εκατ. ευρώ από τα μη διανεμηθέντα διαθέσιμά του στην Ελληνική Βιομηχανία Ζάχαρης, έναντι μελλοντικής αύξησης του μετοχικού της κεφαλαίου.

Δύο ζητήματα έχουν τεθεί, τόσο από την Αντιπολίτευση όσο και από φορείς.

Το πρώτο σχετίζεται με το εάν η εν λόγω καταβολή είναι συμβατή με το υφιστάμενο ενωσιακό θεσμικό πλαίσιο περί κρατικών ενισχύσεων.

Κάτι που επισημαίνει και η Έκθεση του ΓΛΚ.

Προβληματισμό τον οποίο κατέθεσαν, στην ακρόαση φορέων, και η ΠΑΣΕΓΕΣ και η ΓΣΕΒΕΕ.

Ενώ δεν φαίνεται να έχει τηρηθεί και η διαδικασία του Ν. 4152/2013, δηλαδή η διαδικασία προηγούμενης διαβούλευσης και έκφρασης θετικής γνώμης από την αρμόδια Κεντρική Μονάδα Κρατικών Ενισχύσεων του Υπουργείου Οικονομικών.

Το δεύτερο ζήτημα έχει να κάνει με το ότι η συγκεκριμένη νομοθετική πρωτοβουλία δεν αντιμετωπίζει, ουσιαστικά, το πρόβλημα της βιωσιμότητας της εταιρείας.

Πρόβλημα μεγάλο, διαχρονικό και διογκούμενο, όπως άλλωστε υποστήριξε, κατά την ακρόαση φορέων, και η καινούργια Διοίκηση της Εταιρείας.

Πρόβλημα που οφείλεται, κυρίως, στο υψηλό βιομηχανικό, ενεργειακό και λειτουργικό κόστος, στο υψηλό κόστος της πρώτης ύλης, στη χαμηλή στρεμματική απόδοση.

Πρόβλημα του οποίου η αντιμετώπιση απαιτεί συντεταγμένο σχέδιο, συνεκτική μελέτη, εξειδικευμένη στρατηγική βιωσιμότητας της εταιρείας, βασιζόμενη και στα θετικά σημεία του υπάρχοντος σχεδίου αναδιοργάνωσης.

Και προς αυτή την κατεύθυνση οφείλουμε να συμβάλλουμε όλοι μας.

Με υπευθυνότητα, σοβαρότητα και διορατικότητα.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Με τη 2η διάταξη, συμπληρώνεται ο Ν. 4321/2015 σχετικά με τη ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων οφειλών στη φορολογική διοίκηση.

Ορισμένες παρατηρήσεις:

1η. Ο Νόμος συμπληρώνεται μόλις 6 ημέρες μετά τη δημοσίευσή του.

Στις 21 Μαρτίου δημοσιεύθηκε το σχετικό ΦΕΚ, και στις 27 Μαρτίου, δηλαδή 6 ημέρες αργότερα, η Κυβέρνηση υπέγραψε την ΠΝΠ που συμπληρώνει το Νόμο.

Απόδειξη, τουλάχιστον, προχειρότητας.

Αν όχι, σκοπιμότητας…

2η. Η Κυβέρνηση, στην Αιτιολογική Έκθεση του Σχεδίου Νόμου, αναφέρεται στην αναγκαιότητα ρύθμισης φορολογικών εκκρεμοτήτων πολιτών και επιχειρήσεων που βρίσκονται σε πραγματική αδυναμία να ανταποκριθούν στο σύνολο των υποχρεώσεών τους λόγω της κρίσης.

Όμως, πρόσφατα, από τους 150.000 οφειλέτες που εντάχθηκαν στη ρύθμιση-εξπρές, υπήρξαν και 15 οφειλέτες με ποσά άνω των 300.000 ευρώ, που βρήκαν και πλήρωσαν άμεσα, μέσα σε μία εβδομάδα, συνολικά 16,5 εκατ. ευρώ επί συνόλου εισπράξεων περίπου 150 εκατ. ευρώ.

Δηλαδή, το 0,01% των οφειλετών, κατέβαλε περίπου το 10% των εισπράξεων!

Μάλιστα, από τις 6 επιχειρήσεις με οφειλές άνω του 1 εκατ. ευρώ που έτυχαν ευνοϊκής ρύθμισης μόνο από την παρούσα Κυβέρνηση, οι 4 είχαν βεβαιωμένες οφειλές πριν το 2010.

Σε ότι αφορά δε την παρούσα ρύθμιση, στα 87 φυσικά και νομικά πρόσωπα με οφειλές άνω του 1 εκατ. ευρώ που εντάχθηκαν μέχρι σήμερα στη ρύθμιση, από τους συνολικά 380.000 οφειλέτες, διαγράφηκαν περίπου 20 εκατ. ευρώ πρόσθετοι φόροι, από τα συνολικά 87 εκατ. ευρώ.

Άρα, το 0,02% των συμμετεχόντων «γλύτωσε» το 23% των πρόσθετων φόρων, και αφορά το 8% του ρυθμιζόμενου κεφαλαίου!

Εύλογα, λοιπόν, αναρωτιέται κανείς, για «ποιά αδυναμία λόγω κρίσης» ομιλείτε;

Σε ποιά «πραγματική οικονομική αδυναμία» αναφέρεστε;

Είναι προφανές, συνεπώς, ότι εγείρεται σοβαρό ηθικό θέμα από την εν λόγω ρύθμιση.

Ειδικά όταν από τον έλεγχο της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων, προκύπτει ότι οι περισσότεροι από τους μεγάλους οφειλέτες, με βάση το φορολογικό προφίλ τους, μπορούσαν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους, απλά δεν το έκαναν.

Γιατί ήταν συστηματικά ασυνεπείς.

3η. Η είσπραξη οφείλεται τόσο σε «κανιβαλισμό» άλλων ρυθμίσεων ή/και φόρων, καθώς οι φορολογούμενοι «αποδήμησαν» από άλλες ρυθμίσεις ή ανέβαλαν τις εμπρόθεσμες πληρωμές τους για να επωφεληθούν από τις νέες ρυθμίσεις.

Το αποτέλεσμα είναι, το μήνα Απρίλιο, παρά τα 120 εκατ. ευρώ εισπράξεις από τη νέα ρύθμιση, τα συνολικά φορολογικά έσοδα να διαμορφώνονται στο επίπεδο του στόχου.

Και η κατάσταση να γίνεται πολύ χειρότερη το Μάιο, παρά τα περίπου 15 εκατ. ευρώ του 1ου δεκαημέρου.

4η. Από την εν λόγω ρύθμιση επέρχεται πρόσθετη μείωση βεβαιωμένων εσόδων.

Γεγονός για το οποίο πάντα ο ΣΥΡΙΖΑ, ως Αξιωματική Αντιπολίτευση, ασκούσε σκληρή κριτική.

Σήμερα, όμως, τα ξέχασε αυτά.

5η. Η Κυβέρνηση εκτιμά ότι θα εισπράξει 700 εκατ. ευρώ από τις ρυθμίσεις.

Θυμίζουμε ότι, στο περίφημο «Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης», προσδοκούσε ότι θα εισπράξει περί τα 3 δισ. ευρώ ετησίως!!!

«Προσγειώνεται», συνεπώς, στις εκτιμήσεις της περίπου στο 1/5 των αρχικών.

Καλό είναι και αυτό, αφού στους πόρους για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης «προσγειώθηκε» στο 1/10.

Και όχι μόνο αυτό.

Σύμφωνα με τον Προϋπολογισμό, από τον Νόμο της προηγούμενης Κυβέρνησης, προβλέπονταν ούτως ή άλλως εισπράξεις ύψους 470 εκατ. ευρώ μέσα στο 2015.

Συνεπώς, το όποιο πρόσθετο θετικό αποτέλεσμα, εάν προκύψει, δεν θα είναι σημαντικό και θα οφείλεται, κυρίως, στους μεγάλους οφειλέτες.

Που δεν περιλαμβάνονταν στην προηγούμενη ρύθμιση.

Και θα έχει ιδιαίτερη σημασία να δούμε ποιοί θα είναι τελικά αυτοί που θα ωφεληθούν…

TwitterInstagramYoutube