Ομιλία

Ομιλία στην Ολομέλεια για το Ενιαίο Μητρώο Εμπόρων Αγροτικών Προϊόντων και Εφοδίων

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Η τρέχουσα κατάσταση στη χώρα, συνέπεια της παγκόσμιας κρίσης, της λανθασμένης και αναποτελεσματικής κυβερνητικής πολιτικής, εγχώριων ανισορροπιών και χρόνιων διαρθρωτικών προβλημάτων, έχει επιβαρύνει την πραγματική Οικονομία.

Έχει επηρεάσει κλάδους και τομείς, όπως είναι ο αγροτικός τομέας.

Τομέας ο οποίος, παρά τη φθίνουσα, διαχρονικά, συμμετοχή του στο εθνικό εισόδημα, συμβάλλει καθοριστικά στην αειφόρο ανάπτυξη και στην απασχόληση.

Είναι γεγονός ότι ο αγροτικός τομέας αντιμετωπίζει πολλά, μεγάλα, ανοικτά και διαχρονικά, λειτουργικά, δομικά και θεσμικά προβλήματα.

Προβλήματα που εξαιτίας και της ασκούμενης Κυβερνητικής πολιτικής, έχουν συρρικνώσει το αγροτικό εισόδημα.

Σύμφωνα με πρόσφατες εκτιμήσεις της Eurostat, τη στιγμή κατά την οποία το μέσο αγροτικό εισόδημα στην ΕΕ-27 κατέγραψε αύξηση της τάξης του 12,3%, ο αντίστοιχος δείκτης στην Ελλάδα κινήθηκε πτωτικά κατά 4,3% το 2010.

Επιπλέον, βαίνει σταθερά μειούμενο το μερίδιο της προστιθέμενης αξίας που λαμβάνουν οι αγρότες στο πλαίσιο της αλυσίδας εφοδιασμού τροφίμων.

Παράλληλα, το κόστος παραγωγής των αγροτικών προϊόντων επηρεάζεται από τις εγχώριες αυξήσεις στα καύσιμα λόγω της φορολογικής πολιτικής της Κυβέρνησης, ενώ οι ελλείψεις και οι δυσλειτουργίες στο σύστημα διακίνησης και εμπορίας των προϊόντων καθιστούν τους αγρότες ευάλωτους απέναντι στο χονδρικό και λιανικό εμπόριο.

Παράλληλα, μεγάλα αγροτικά έργα ματαιώνονται, οι αποζημιώσεις μειώνονται, οι ασφαλιστικές εισφορές αυξάνονται, οι γεωργικές αγορές παραμένουν ασταθείς.

Και όλα αυτά τη στιγμή που ο αριθμός των απασχολουμένων στον αγροτικό τομέα, είτε από ανάγκη είτε από επιλογή, αυξήθηκε κατά περίπου 6,0% το 2010, ενώ επίκεινται και σημαντικές αποφάσεις λόγω του προσδιορισμού της νέας Κοινής Αγροτικής Πολιτικής.

Ο συνδυασμός αυτών των παραγόντων, δηλαδή η αύξηση του αριθμού των αγροτών, η μείωση του αγροτικού εισοδήματος, η αύξηση του κόστους παραγωγής και οι διεργασίες για τη νέα ΚΑΠ, κάνει επιτακτική την ανάγκη να σκύψουμε με μεγαλύτερη προσοχή πάνω από το αγροτικό πρόβλημα και να διαμορφώσουμε, έγκαιρα, το εθνικό διαπραγματευτικό πλαίσιο και τις ελληνικές προτεραιότητες.

Όχι βασιζόμενοι, ως χώρα, σε μια επιδοματική γεωργία με χρονικό ορίζοντα την εκάστοτε τρέχουσα καλλιεργητική περίοδο.

Αλλά με τη λήψη μέτρων, βραχυπρόθεσμα, για τη στήριξη του κλάδου, και με την προώθηση συγκροτημένων πρωτοβουλιών, μακροπρόθεσμα, για την ποιοτική ενίσχυση και αναβάθμιση της ελληνικής αγροτικής παραγωγής.

Πολιτικών που θα στοχεύουν στη διασφάλιση του αγροτικού εισοδήματος, στη σταθερότητα των αγορών και στη διαφάνεια στην αγροδιατροφική αλυσίδα, προς όφελος τόσο των παραγωγών όσο και των καταναλωτών.

Πολιτικών που θα αντιμετωπίζουν το υψηλό κόστος παραγωγής και εισροών, που θα στοχεύουν στη μείωση της ψαλίδας τιμών παραγωγού και καταναλωτή, καθώς και στην πλήρη και στοχευμένη αξιοποίηση των ευρωπαϊκών ενισχύσεων και των μέτρων του πυλώνα της ανάπτυξης της υπαίθρου.

Θέλω να πιστεύω ότι προς αυτή την κατεύθυνση κινείται και η υπό συζήτηση νομοθετική πρωτοβουλία της Κυβέρνησης.

Άλλωστε, σύμφωνα και με την Αιτιολογική Έκθεση που τη συνοδεύει, επιχειρείται η εμπέδωση της αξιοπιστίας και της ασφάλειας των σχετικών με τα αγροτικά προϊόντα συναλλαγών.

Ενώ καθορίζεται η ρυθμιστική παρέμβαση του κράτους στον τομέα της εμπορίας αγροτικών προϊόντων.

Είναι γεγονός ότι η δημιουργία ενός ενιαίου μητρώου εμπόρων αγροτικών προϊόντων ήταν πάγιο αίτημα τόσο των παραγωγών όσο και των ίδιων των εμπόρων με σκοπό την προστασία του αγροτικού εισοδήματος από παραβατικές συμπεριφορές που πλήττουν τη βιωσιμότητα των αγροτικών νοικοκυριών.

Κανείς δεν θα μπορούσε να είναι αντίθετος με τη δημιουργία ενός λειτουργικού, ενιαίου μητρώου εμπόρων αγροτικών προϊόντων, εφοδίων και εισροών που θα δίνει τη δυνατότητα συνολικής καταγραφής των επαγγελματιών του κλάδου.

Άλλωστε, τα πολλά και διαφορετικά μητρώα δικαιούχων αδείας εμπορίας αγροτικών προϊόντων και εφοδίων που τηρούνται σε δημόσιους φορείς ή άλλες αναγνωρισμένες οργανώσεις από το κράτος, μπορούν και πρέπει να ενοποιηθούν για λόγους τόσο λειτουργικούς όσο και αποτελεσματικότητας των δημοσίων υπηρεσιών.

Όμως, η θέσπιση ενός ακόμα μητρώου, χωρίς τον έλεγχο και την αξιολόγηση της λειτουργικότητας και των αδυναμιών των ήδη υπαρχόντων, είναι άσκοπη.

Και αυτό διότι αντί να διευκολύνουμε και να απλοποιούμε τις καταστάσεις της παραγωγής, μεταποίησης και εμπορίας των αγροτικών προϊόντων και να διορθώνουμε τυχόν παρεκκλίσεις και σφάλματα, χωρίς την ύπαρξη ουσιαστικών και αυστηρών ελέγχων, ουσιαστικά δυσκολεύουμε και περιπλέκουμε την κατάσταση για τους παραγωγούς, τους καταναλωτές αλλά και τους εντίμους εμπόρους.

Στην παρούσα φάση αυτό που προέχει, όσον αφορά την αγορά αγροτικών προϊόντων και εφοδίων, είναι:

1ον. Η βελτίωση των δομών διοχέτευσης των προϊόντων.

2ον. Η αναλογικότητα των εγγυητικών επιστολών.

3ον. Οι έλεγχοι.

Έλεγχοι που πρέπει να γίνονται και δεν γίνονται, αφού η Κυβέρνηση έχει απαξιώσει, και ουσιαστικά, ακυρώσει τους ελεγκτικούς μηχανισμούς.

Η δημιουργία συνεπώς του ενιαίου μητρώου εμπόρων αγροτικών προϊόντων θα πρέπει να είναι άρρηκτα συνδεμένη με αυστηρούς ελέγχους, χωρίς τους οποίους και το νέο μητρώο θα αποτελέσει ένα, ακόμη, μέσο αύξησης της γραφειοκρατίας και της παραβατικότητας.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Ο καθοριστικός ρόλος του αγροτικού τομέα στη βιώσιμη ανάπτυξη της χώρας είναι καθολικά αναγνωρισμένος.

Βιώσιμη ανάπτυξη η οποία θα πρέπει να εδράζεται στην παραγωγή ποιοτικών προϊόντων και στην εμπορική τους αξιοποίηση.

Η ευκαιρία για τον ελληνικό αγροτικό τομέα είναι η αυξανόμενη παγκόσμια ζήτηση για προϊόντα υψηλής ασφάλειας, διατροφικής αξίας και ποιότητας, όπου και εδράζεται το ανταγωνιστικό μας πλεονέκτημα.

Προς αυτή την κατεύθυνση απαιτείται εντατικοποίηση της προσπάθειας.

Προς αυτή την κατεύθυνση, δυστυχώς, το προτεινόμενο νομοσχέδιο δεν διακρίνεται για την ολιστική του προσέγγιση.

Δευτερολογία στην Ολομέλεια κατά τη συζήτηση Ερώτησης σχετικά με τις ακολουθούμενες διαδικασίες εγγραφής και φοίτησης μαθητών ΡΟΜΑ σε σχολεία του Ν. Φθιώτιδας

Κυρία Υπουργέ,

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Πολλές φορές, και στο πεδίο άσκησης της πολιτικής, η θεωρία απέχει από την πράξη.

Η βούληση από την υλοποίηση.

Και οι επιθυμίες από την πραγματικότητα.

Πολύ φοβάμαι ότι αυτή η διάσταση θεωρίας και πράξης, νομοθετικού πλαισίου, υπουργικών αποφάσεων και υλοποίησης δράσεων, αποτυπώνεται στην περίπτωση της ασκούμενης από το Υπουργείο σας πολιτικής στο ζήτημα της πρόσβασης των παιδιών ΡΟΜΑ στην εκπαιδευτική διαδικασία.

Πολιτική, πρόχειρη και ευκαιριακή, που έχει ως αποτέλεσμα, τουλάχιστον στο Νομό Φθιώτιδας:

  • Το μικρό ποσοστό εγγραφής παιδιών ΡΟΜΑ, περίπου 50.
  • Την απουσία διασφάλισης στοιχειωδών συνθηκών διαβίωσης, για αυτά τα παιδιά και τις οικογένειές τους.
  • Την απουσία συντονισμού των προσπαθειών από τους φορείς που εμπλέκονται στην εκπαιδευτική διαδικασία.
  • Την απουσία συνεννόησης και συνεργασίας, στην περίπτωση υγιεινής και εμβολιασμού των παιδιών ΡΟΜΑ, των τοπικών φορέων, της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, της Διεύθυνσης Κοινωνικής Πρόνοιας, του Νοσοκομείου, των Ιατρικών Κέντρων και των Φορέων Κοινωνικής Στήριξης.
  • Την υποβάθμιση της ποιότητας της εκπαιδευτικής διαδικασίας, κυρίως σε ότι αφορά την επάρκεια κτιριακών υποδομών και την πληρότητα τάξεων, για αυξημένο δυναμικό μαθητών.
  • Την οξεία αντίδραση των Συλλόγων Γονέων και Κηδεμόνων των σχολείων υποδοχής και της τοπικής κοινωνίας.

Από τα ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι το Υπουργείο Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων θα πρέπει να εξετάσει, με ιδιαίτερη προσοχή, ρεαλιστικότητα και προνοητικότητα, το πρόβλημα της σχολικής παρακολούθησης των παιδιών ΡΟΜΑ στην περιοχή της Λαμίας.

Γιατί ενώ η βούληση είναι κοινή, οι προϋποθέσεις και οι διαδικασίες είτε δεν υφίστανται είτε δεν τηρούνται.

Για παιδιά που προέρχονται από οικογένειες που διαμένουν σε καταυλισμούς, στις παρυφές της πόλης και τα οποία, σύμφωνα και με συμπεράσματα μελέτης, «έχουν πολύ έντονα προβλήματα τόσο αρχικής ένταξης στο εκπαιδευτικό σύστημα όσο και παραμονής σε αυτό».

Άλλωστε, σύμφωνα με άλλα σχετικά επιστημονικά προγράμματα, «η εκπαιδευτική παρέμβαση είναι απαραίτητο να προσαρμόζεται στις ιδιαίτερες ανάγκες και στα χαρακτηριστικά του κάθε επιλεγμένου οικισμού που διαβιούν παιδιά ΡΟΜΑ και κατ’ επέκταση των σχολείων όπου αυτά φοιτούν».

Στο πλαίσιο αυτό κρίνω σκόπιμο να συνεκτιμήσετε, μεταξύ άλλων επιλογών, την πρόταση του κ. Δημάρχου Λαμιέων, που εμπεριέχεται σε σχετική προς το Υπουργείο σας επιστολή διαμαρτυρίας, να ανασταλεί η εφαρμογή του Προγράμματος που αφορά τους μαθητές ΡΟΜΑ του εν λόγω καταυλισμού, προκειμένου η Πολιτεία, Κυβέρνηση και Δημοτική Αρχή, να προχωρήσει και να υλοποιήσει τη δημιουργία ενός νέου προγράμματος οριστικής στέγασης των εν λόγω ΡΟΜΑ και ενσωμάτωσής τους στον κοινωνικό ιστό.

Πρωτολογία στην Ολομέλεια κατά τη συζήτηση Ερώτησης σχετικά με τις ακολουθούμενες διαδικασίες εγγραφής και φοίτησης μαθητών ΡΟΜΑ σε σχολεία του Ν. Φθιώτιδας

Κυρία Υπουργέ,

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Η πρόσβαση της νέας γενιάς ΡΟΜΑ στην εκπαιδευτική διαδικασία συνιστά, αναμφίβολα, βασικό μηχανισμό της άρσης του κοινωνικού αποκλεισμού της εν λόγω πληθυσμιακής ομάδας.

Καθίσταται απαρέγκλιτη προϋπόθεση για την ισότιμη συμμετοχή της στην οικονομική, πολιτική και κοινωνική ζωή της χώρας.

Αποτελεί πάγια επιδίωξη, συνταγματική δέσμευση και διεθνή υποχρέωση της χώρας μας.

Η μεθοδολογία όμως υλοποίησης αυτής της δέσμευσης από το αρμόδιο Υπουργείο εγείρει ερωτηματικά και προκαλεί ανησυχίες, τόσο στους Συλλόγους Γονέων και Κηδεμόνων των σχολείων υποδοχής όσο και στις τοπικές κοινωνίες.

Ερωτηματικά και ανησυχίες που σχετίζονται με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία ένταξης των παιδιών αυτών στην εκπαιδευτική διαδικασία.

Και συγκεκριμένα, με την αναγκαιότητα ύπαρξης κανόνων υγιεινής, με την προσκόμιση πιστοποιητικών μόνιμης κατοικίας, με την επάρκεια κτιριακών υποδομών και ανθρώπινου δυναμικού.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Οι ανησυχίες αυτοί διατυπώνονται, με ιδιαίτερη ένταση, και στο Νομό Φθιώτιδας, στην περιοχή της Λαμίας.

Και αυτό διότι:

1ον. Οι περισσότεροι ΡΟΜΑ διαμένουν σε αυτοσχέδιο καταυλισμό.

Καταυλισμό στις όχθες ρέματος, με ανυπαρξία οδών, συστήματος αποχέτευσης, ύδρευσης και ηλεκτροδότησης.

Με έλλειψη στοιχειωδών συνθηκών ασφάλειας και κανόνων υγιεινής.

2ον. Τα σχολεία τα οποία επελέγησαν, και πιο συγκεκριμένα το 1ο, το 5ο, το 10ο, το 11ο και το 17ο Δημοτικό Σχολείο Λαμίας, χαρακτηρίζονται ως «όμορα», προκειμένου να παρακαμφθεί η έλλειψη του πιστοποιητικού κατοικίας, οποιασδήποτε μορφής, και να υιοθετηθεί η «αρχή της επιείκειας», χωρίς όμως αυτά να πληρούν, απόλυτα, το κριτήριο της εγγύτητας.

3ον. Οι αίθουσες διδασκαλίας δεν είναι επαρκείς και πλήρεις, προέκυψαν δε ως πρόχειρες αυτοσχέδιες κατασκευές στους υπάρχοντες χώρους, ακόμη και σε αποθήκες με φεγγίτη, εκτεθειμένες στις εκάστοτε καιρικές συνθήκες.

Αυτοί οι προβληματισμοί αναπτύσσονται και στην Ερώτηση την οποία κατέθεσα προς το Αρμόδιο Υπουργείο και συζητούμε σήμερα.

Με την ευχή και την ελπίδα η κοινή βούληση όλων μας για την αναγκαία, αλλά ομαλή και υπό κανόνες, ένταξη της νέας γενιάς ΡΟΜΑ στην εκπαιδευτική διαδικασία, να ικανοποιηθεί.

Ομιλία στην Ολομέλεια σχετικά με το Σχέδιο Νόμου για την κύρωση του Απολογισμού – Ισολογισμού του 2009

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Η σημερινή συζήτηση διεξάγεται σε μία ιδιαίτερα κρίσιμη οικονομική και κοινωνική συγκυρία, τόσο για την Ευρώπη όσο και την ευρύτερη γεωγραφική περιοχή.

Το πρόβλημα ελλείμματος και χρέους, κοινό στις περισσότερες Ευρωπαϊκές χώρες, αναζητά μια συνολική, πειστική και ρεαλιστική λύση.

Το όργιο βίας και αίματος σε χώρες της Μεσογείου απαιτεί εγρήγορση, ετοιμότητα και προσοχή.

Η σημερινή συζήτηση όμως διεξάγεται και σε μία ιδιαίτερα δύσκολη περίοδο για τη χώρα μας.

Περίοδο κατά την οποία, η Κυβέρνηση βρίσκεται, πιο έντονα από ποτέ, αντιμέτωπη με τα αδιέξοδα της πολιτικής της και με τις αδυναμίες της λειτουργίας της.

Αδυναμίες λόγω διαχειριστικής ανεπάρκειας, προχειρότητας, παλινωδιών, αργών ανακλαστικών, εσωτερικών τριβών.

Κυβέρνηση η οποία, αντί να κυβερνά, επιμένει να επιρρίπτει, όπως πράττει και σήμερα, αυθαίρετα, την ευθύνη για την τρέχουσα κρίση στη Νέα Δημοκρατία.

Κυβέρνηση η οποία συνεχίζει να καταφεύγει σε διαδοχικά εκβιαστικά διλήμματα για να επιβάλλει, δήθεν, «μονοδρομήσεις».

Όπως αυτόν της προσφυγής στο ΔΝΤ, που όπως αποδεικνύεται σήμερα ήταν εξαρχής, πριν και μετά από τις εκλογές, επιλογή της Κυβέρνησης.

Τα ψέματα όμως έχουν κοντά ποδάρια…

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Η πραγματικότητα είναι ότι το 2008 εκδηλώθηκε η μεγαλύτερη μεταπολεμικά παγκόσμια οικονομική κρίση.

Πολλές εθνικές οικονομίες εισήλθαν στον κύκλο της στασιμότητας ή της ύφεσης.

Παρουσίασαν ραγδαία επιδείνωση της δημοσιονομικής τους θέσης.

Το δημοσιονομικό τους έλλειμμα αυξήθηκε από το 2,1% του ΑΕΠ το 2007 στο 10,1% του ΑΕΠ το 2009.

Η κρίση, έστω και με χρονική υστέρηση, έπληξε και την Ελληνική οικονομία.

Επηρέασε και τα μεγέθη του Προϋπολογισμού.

Το έλλειμμα της χώρας, για το 2009, αναθεωρήθηκε 5 φορές, και από το 2% του ΑΕΠ διαμορφώθηκε, εξαιτίας και των επαναταξινομήσεων, στο 15,4% του ΑΕΠ.

Όμως, την ίδια χρονιά, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναθεώρησε, επίσης 5 φορές, τις εκτιμήσεις της για το έλλειμμα της ευρωζώνης, από το 1,8% του ΑΕΠ στο 6,3% του ΑΕΠ.

Έτσι, πράγματι, τα στοιχεία του Απολογισμού του Έτους 2009 αποκλίνουν από τους στόχους που είχαν τεθεί με τον Προϋπολογισμό, λόγω, κυρίως, της διεθνούς κρίσης, της αναθεώρησης των δημοσιονομικών στοιχείων, καθυστερήσεων της Κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας στη λήψη μέτρων «θεραπείας» της Οικονομίας, αλλά και πράξεων και παραλείψεων της παρούσας Κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ.

Και η μεν Νέα Δημοκρατία, επιδεικνύοντας, διαχρονικά, πολιτικό θάρρος, αναγνωρίζει τα λάθη της.

Κάτι που δεν κάνει όμως η Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, αν και συνέβαλε και αυτή στη διόγκωση των δημοσιονομικών προβλημάτων κατά τους πρώτους μήνες της θητείας της.

Κυβέρνηση η οποία, μεταξύ άλλων:

1ον. Ματαίωσε «ώριμες» δημόσιες εισπράξεις του 2009, μετέφερε εισπράξεις του 2009 στο 2010 και μετέθεσε πληρωμές του 2010 στο 2009.

2ον. Έχασε κάθε έλεγχο στα έσοδα. Είναι χαρακτηριστικό πως ενώ η υστέρηση εσόδων στο 9μηνο Ιανουαρίου – Σεπτεμβρίου 2009 ήταν 1,1 δισ. ευρώ σε σχέση με το 2008, μόνο στο τελευταίο τρίμηνο του έτους ξεπέρασε τα επιπλέον 2 δισ. ευρώ.

[Συνημμένο 1]

3ον. Έστελνε λανθασμένα και αντιφατικά μηνύματα στις αγορές.

4ον. Αναφέρονταν απαξιωτικά για τη χώρα, το κύρος και την αξιοπιστία της, με δυσμενείς επιπτώσεις για την δανειοληπτική της ικανότητα (χαρακτηριστικές, ενδεικτικές, αναφορές είναι αυτές περί «Τιτανικού», «εντατικής», «απώλειας εθνικής ανεξαρτησίας», «εκτεταμένης διαφθοράς» κ.ά.).

5ον. Άργησε να πάρει μέτρα, και δεν έλαβε κανένα περιοριστικό μέτρο δημοσιονομικής πολιτικής το 2009.

Ο κ. Τρισέ το επιβεβαίωσε.

[Συνημμένο 2]

Πρόσφατα, τον περασμένο Οκτώβριο, το Μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ, κ. Σμάγκι, υπογράμμισε ότι «εάν η Ελληνική Κυβέρνηση είχε αποφασίσει να προχωρήσει σε διορθωτικές δράσεις από το φθινόπωρο του 2009, θα μπορούσε να αποφύγει την κρίση χρέους και το δραστικό πρόγραμμα προσαρμογής».

[Συνημμένο 3]

Αντίθετα, η Νέα Δημοκρατία, ως Κυβέρνηση, προχώρησε, το Φεβρουάριο, τον Μάρτιο και τον Ιούνιο, στη λήψη συγκεκριμένων συσταλτικών μέτρων για τον περιορισμό της διόγκωσης του ελλείμματος.

Μέτρα όπως είναι η αύξηση του συντελεστή φορολογίας στα τσιγάρα και του ειδικού φόρου κατανάλωσης στα αλκοολούχα ποτά και στα καύσιμα, η περικοπή των ελαστικών δαπανών, το πάγωμα μισθών και συντάξεων, η έκτακτη εισφορά στα υψηλότερα εισοδήματα κ.α.

Συνεπώς, η Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ μετέτρεψε ένα πρόβλημα ελλείμματος και χρέους, κοινό στις περισσότερες Ευρωπαϊκές χώρες, σε κρίση δανεισμού.

Παρέλαβε τα spreads στις 135 μονάδες βάσης, και με τις πράξεις και παραλείψεις της, τα εκτόξευσε στις 345 στις αρχές του 2010.

Και αργότερα μέχρι τις 1.000.

Για να προσφύγει η χώρα στο Μηχανισμό Στήριξης και να υπογράψει, χωρίς ίχνος διαπραγμάτευσης, το «Μνημόνιο».

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Οι αποκλίσεις όμως στους επιμέρους στόχους του Προϋπολογισμού και του «Μνημονίου» συνεχίσθηκαν και το 2010.

Συγκεκριμένα:

1ον. Τα καθαρά έσοδα αυξήθηκαν κατά 5,5%, έναντι στόχου για αύξηση κατά 13,7%.

2ον. Οι δαπάνες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων μειώθηκαν κατά 12%, έναντι στόχου για μείωση κατά 4%.

3ον. Η ύφεση διαμορφώθηκε στο 4,5%, έναντι στόχου για 4,2%, και αρχικού στόχου για 0,2%.

4ον. Ο πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 4,7%, έναντι στόχου για 1,9%.

5ον. Η ανεργία εκτινάχθηκε στο 13,9% τον τελευταίο Νοέμβριο, έναντι στόχου για 12,1%.

[Συνημμένο 4]

Το αποτέλεσμα αυτών των αστοχιών στις προβλέψεις και των αποκλίσεων στους στόχους ήταν οι περαιτέρω οριζόντιες περικοπές μισθών και συντάξεων,  οι συνεχείς αναθεωρήσεις των μεγεθών του «Μνημονίου», τα πρόσθετα εισπρακτικά μέτρα εκτός του Προγράμματος Οικονομικής Πολιτικής, όπως είναι η περαίωση οφειλών και η δημιουργία ενός μεγάλου εσωτερικού χρέους του Κράτους προς τις επιχειρήσεις.

Και όλα αυτά ώστε η Κυβέρνηση να φανεί ότι επιτυγχάνει, τουλάχιστον λογιστικά, τους συνολικούς δημοσιονομικούς στόχους της.

Συνολικοί στόχοι, όμως, οι οποίοι, και αυτοί, έχουν αναθεωρηθεί.

Έτσι, το έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης για το 2010, εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί περίπου στο 9,5% του ΑΕΠ, έναντι στόχου στο «Μνημόνιο» για 8,1% του ΑΕΠ.

Και αυτή η αναθεώρηση οφείλεται, κατά τα 2/3 της, σύμφωνα και με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στην υστέρηση των εσόδων του 2010.

Και έρχεται σήμερα, Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Η 3η Επικαιροποίηση του «Μνημονίου» να αποτυπώσει, εκ νέου, τα αδιέξοδα της οικονομικής πολιτικής.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα και με την Έκθεση:

  • Η εφαρμογή του Προγράμματος Οικονομικής Πολιτικής έχει καταστεί δυσχερέστερη.
  • Εντοπίζονται καθυστερήσεις και διαχειριστικές αδυναμίες στην προετοιμασία και υλοποίηση των διαρθρωτικών αλλαγών.
  • Απαιτούνται νέα μέτρα ύψους 1,8 δισ. ευρώ για το 2011.
  • Απαιτούνται νέα μέτρα ύψους 19,6 δισ. ευρώ για το 2012-2014.

Από αυτά, τα 14,5 δισ. ευρώ είναι «μη-καθορισμένα» μέτρα. Να θυμίσουμε ότι στο Μνημόνιο αυτά ανέρχονταν στα 11 δισ. ευρώ, και πιο πρόσφατα στα 12,8 δισ. ευρώ. Συνεπώς υπάρχει περαιτέρω επιβάρυνση ύψους 3,5 δισ. ευρώ για την περίοδο 2012-2014, όση ήταν η οριζόντια περικοπή μισθών και συντάξεων για το 2010!!

Συνεπώς, Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Το «θεραπευτικό σχήμα» που έχει τεθεί σε εφαρμογή στη χώρα μας δεν είναι κατάλληλο.

Σήμερα γίνεται αντιληπτό, τόσο από την Κυβέρνηση όσο και από τους δανειστές μας, με μεγάλη βέβαια χρονική καθυστέρηση, ότι το υπάρχον Πρόγραμμα Οικονομικής Πολιτικής δεν αντιμετωπίζει το πρόβλημα του δημοσίου χρέους, της δυναμικής και της βιωσιμότητάς του.

Χρέος, το οποίο:

  • Ανήλθε, σύμφωνα με τη Διεύθυνση Δημοσίου Χρέους, στα 340 δισ. ευρώ το 2010, αυξημένο κατά 42 δισ. ευρώ έναντι του 2009.
  • Προβλέπεται να έχει, σύμφωνα με τον Προϋπολογισμό, μεγαλύτερη μέση ετήσια αύξηση τη διετία 2010-2011, τόσο σε απόλυτα μεγέθη όσο και ως ποσοστό του ΑΕΠ, απ’ ότι την εξαετία 2004-2009.

[Συνημμένο 5]

  • Αναμένεται να διευρυνθεί, σύμφωνα με το «Μνημόνιο», κατά 30 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ την περίοδο 2009-2013.

Απαιτείται συνεπώς μια συνολική, συνεκτική και πειστική λύση για την Ευρώπη και τη χώρα μας.

Χρειάζονται, σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, συντονισμένες και ολοκληρωμένες λύσεις για την αντιμετώπιση του χρέους και σε εθνικό επίπεδο, πειστικές πρωτοβουλίες για την αντιμετώπιση του χρέους, του ελλείμματος και της ύφεσης.

Εισήγηση στην Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων σχετικά με το Σχέδιο Νόμου για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Συζητούμε αυτές τις ημέρες στην Επιτροπή ένα ακόμη Φορολογικό Νομοσχέδιο της Κυβέρνησης, στον 1,5 χρόνο θητείας της.

Το 9ο κατά σειρά Νομοσχέδιο με φορολογικές ρυθμίσεις, μετά από συνεχείς αναδιπλώσεις, χωρίς ίχνος αυτοκριτικής, σε πτυχές της φορολογικής πολιτικής, όπως είναι η τμηματική καταβολή του ΦΠΑ και η φορολόγηση των επιχειρήσεων.

Συγκεκριμένα, το παρόν Σχέδιο Νόμου:

1ον. Δεν αποκαθιστά την εφαρμογή των 10 θεμελιωδών αρχών που διέπουν ένα επιτυχημένο φορολογικό σύστημα.

Είναι ένα από τα πολλά που κατά καιρούς έχει προτείνει η παρούσα Κυβέρνηση καταστρατηγώντας την αρχή της βεβαιότητας και σταθερότητας.

2ον. Παρουσιάζεται, όπως και ο «πολλά υποσχόμενος» Νόμος 3842/2010, ως μια ακόμη φορολογική μεταρρύθμιση.

Νόμος, που σήμερα όμως κρίνεται αναποτελεσματικός, αφού ούτε οι ποσοτικοί στόχοι επετεύχθησαν, ούτε πολλές από τις προβλεπόμενες, δεκάδες, υπουργικές αποφάσεις εκδόθηκαν.

3ον. Είναι ένα δαιδαλώδες κείμενο που ενσωματώνει αόριστες, ασαφείς και σε αρκετές περιπτώσεις αντιφατικές διατάξεις.

Δείγμα έλλειψης σχεδιασμού.

Αποτέλεσμα αδυναμίας ενίσχυσης των φορολογικών εσόδων, παρά τις διαδοχικές, φορολογικές αυξήσεις νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

4ον. Περιλαμβάνει ρυθμίσεις που είναι αναποτελεσματικές, αφού είναι γραφειοκρατικές και ανεφάρμοστες, ενώ κάποιες άλλες είναι ημιτελείς και ασαφείς.

Παραπέμπει σε περισσότερες από 40 Υπουργικές Αποφάσεις και προβλέπει τη σύσταση αρκετών και πολυμελών Επιτροπών αμφιβόλου αποτελεσματικότητας.

Εισάγει την, προσφιλή στην Κυβέρνηση, τακτική της ευρύτερης εξουσιοδότησης, της «λευκής επιταγής» και δημιουργεί υπερ-συγκέντρωση εξουσίας στο πρόσωπο του Υπουργού Οικονομικών.

5ον. Ενισχύει την αυστηροποίηση των ποινών, αγνοώντας τις συνταγματικές διατάξεις περί αναλογικότητας των ποινών.

Χρησιμοποιεί την ποινική τιμωρία ως μέσο πίεσης για την καταβολή των φόρων χωρίς να ενδιαφέρεται για την πραγματική τιμωρία αυτής της εγκληματικής συμπεριφοράς, όπως αποδεικνύεται από το γεγονός ότι δεν τροποποιείται το Άρθρο 24, Παρ. 2 του Ν. 2523/1997.

6ον. Δεν αποκαθιστά μια σχέση εμπιστοσύνης και αμοιβαίου σεβασμού μεταξύ Πολιτείας και φορολογούμενου αφού η Πολιτεία αυστηροποιεί το πλαίσιο για την είσπραξη των φόρων, αλλά δεν δεσμεύεται για την επιστροφή των φόρων όπου αυτό επιβάλλεται.

Και μάλιστα, θα μπορεί πλέον να πληρώνει σε είδος με ομόλογα, ενώ η ίδια θα δέχεται μόνο μετρητά.

Μπορεί η διάταξη αυτή σε εποχές δύσκολες για το Δημόσιο να φαίνεται σωστή, πρέπει όμως να ληφθεί υπόψη το χρηματοοικονομικό κόστος προεξόφλησης των ομολόγων για το λήπτη.

Το επιτόκιο των ομολόγων θα πρέπει τουλάχιστον να εξισορροπεί το κόστος προεξόφλησης ώστε να μην υπάρξει ζημία του λήπτη.

7ον. Δεν θεσμοθετείται, παρά το γεγονός ότι είχε εξαγγελθεί, η οργανωτική αναδιάρθρωση των φορολογικών υπηρεσιών του Υπουργείου, ενώ παράλληλα θεσμοθετούνται αδιαφανείς διαδικασίες στην επιλογή των φορολογικών ελεγκτών (π.χ. συνέντευξη) και στην επίλυση των φορολογικών διαφορών, χωρίς να αιτιολογείται η αναγκαιότητά τους.

8ον. Εισάγει, στις εταιρείες που ελέγχονται υποχρεωτικά από ορκωτούς ελεγκτές, διπλά κόστη συμμόρφωσης, αβεβαιότητα μέχρι την ολοκλήρωση του φορολογικού ελέγχου και επαφή επιχείρησης και φορολογικών ελεγκτών, κάτι που δεν είναι επιθυμητό από τον επιχειρηματικό κόσμο και δεν συμβάλει στην καταπολέμηση της διαφθοράς.

9ον. Μολονότι περιλαμβάνει ορισμένες θετικές διατάξεις (όπως είναι αυτές για τη μείωση των συντελεστών φόρου εταιρειών και την καταβολή ΦΠΑ με δόσεις), ή θετικές προθέσεις (όπως είναι αυτές για τη φορολογική διαιτησία και το συμψηφισμό απαιτήσεων), δυστυχώς, αφενός οι θετικές διατάξεις θα έπρεπε να είχαν υιοθετηθεί νωρίτερα και αφετέρου ο τρόπος με τον οποίο εξειδικεύονται, είτε τις ακυρώνει στην πράξη, είτε περιορίζει τη χρησιμότητά τους.

Κυρίες και κύριοι Συνάδελφοι,

Η φοροδιαφυγή είναι ένα φαινόμενο που καμία χώρα, σε διεθνές επίπεδο, δεν έχει κατορθώσει να αντιμετωπίσει με απόλυτη αποτελεσματικότητα.

Η ίδια η φύση του φόρου, που αποτελεί για τον φορολογούμενο υποχρεωτική μονομερή μεταβίβαση πόρων προς το κράτος, χωρίς άμεσο αντάλλαγμα ή αντίκρισμα, συντελεί σε αυτό.

Ο περιορισμός της όμως απαιτεί την απλοποίηση και κωδικοποίηση της φορολογικής νομοθεσίας, την κατάργηση του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, τη μείωση των φορολογικών συντελεστών, τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης, τη βελτίωση της φορολογικής διοίκησης και τον περιορισμό του κόστους λειτουργίας της, τη δημιουργία φορολογικής συνείδησης στους πολίτες.

Την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας και του συντονισμού σε όλα τα επίπεδα του φορολογικού, ελεγκτικού και εισπρακτικού μηχανισμού και τη βελτίωση της ποιότητας του θεσμικού πλαισίου που διέπει την λειτουργία της φορολογικής διοίκησης, μέσω και της εκμετάλλευσης των δυνατοτήτων της σύγχρονης τεχνολογίας, με βάση ένα συγκεκριμένο και ολοκληρωμένο πρόγραμμα μηχανοργάνωσης (βλ. Τράπεζα της Ελλάδος, Έκθεση Νομισματικής Πολιτικής, Φεβρουάριος 2011).

Και αυτά δεν επιτυγχάνονται με το υπό συζήτηση Σχέδιο Νόμου.

Ομιλία στο Αναπτυξιακό Συνέδριο Κιλκίς – “Η συμβολή εκπαίδευσης, έρευνας & καινοτομίας στην οικονομική ανάπτυξη”

Κυρίες και Κύριοι Σύνεδροι,

Θα ήθελα να συγχαρώ το Επιμελητήριο Κιλκίς για τη σημαντική και χρήσιμη πρωτοβουλία που ανέλαβε να διοργανώσει αυτό το Αναπτυξιακό Συνέδριο.

Θα ήθελα, επίσης, να ευχαριστήσω τους συντελεστές του Συνεδρίου για την ιδιαίτερα τιμητική πρόσκληση που μου έκαναν να συμμετάσχω στις εργασίες του και να καταθέσω, κωδικοποιημένα, κάποιους προβληματισμούς, σκέψεις και απόψεις για το ρόλο της εκπαίδευσης στην επίτευξη υψηλής και διατηρήσιμης οικονομικής ανάπτυξης.

Κυρίες και Κύριοι,

Διαχρονικά, βασικό ζητούμενο είναι ο προσδιορισμός των παραγόντων που συμβάλουν στην επίτευξη υψηλής και διατηρήσιμης οικονομικής ανάπτυξης.

Σύμφωνα με τις σύγχρονες οικονομικές θεωρίες, η οικονομική ανάπτυξη εξαρτάται εξίσου από το μακροοικονομικό και το μικροοικονομικό περιβάλλον.

Η σταθερότητα των τιμών και τα υγιή δημόσια οικονομικά αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση για βιώσιμη ανάπτυξη, δεν είναι όμως και επαρκή για τη διασφάλιση υψηλού ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης.

Έτσι, η αποκατάσταση της δημοσιονομικής ισορροπίας και η εξασφάλιση της μακροχρόνιας βιωσιμότητας των δημοσίων οικονομικών με την προώθηση των απαραίτητων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων αποτελούν προϋπόθεση για την οικονομική ανάπτυξη.

Δεν αρκεί όμως η εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών, ακόμη και αν γίνεται με μη κατάλληλο «θεραπευτικό σχήμα» όπως στην Ελλάδα, για την αναπτυξιακή επανεκκίνηση της Οικονομίας.

Αυτό που χρειάζεται σήμερα είναι η άμεση συγκρότηση σχεδίου και η ανάληψη δράσεων για τη διαμόρφωση ενός νέου οικονομικού προτύπου.

Προτύπου που θα στοχεύει, επί της ουσίας, στην επίτευξη της διατηρήσιμης ανάπτυξης, στην ενίσχυση της απασχόλησης και της κοινωνικής συνοχής.

Η επένδυση στη γνώση, η ενίσχυση της έρευνας και της καινοτομίας, η τόνωση της επιχειρηματικότητας, η πραγματοποίηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, και η δημιουργία ενός αποτελεσματικού, σύγχρονου και δίκαιου κράτους έχει αποδειχθεί ότι επιταχύνουν τους ρυθμούς ανάπτυξης, βελτιώνουν την ανταγωνιστικότητα, αμβλύνουν τις περιφερειακές ανισότητες, αντιμετωπίζουν την ανεργία, προωθούν την κοινωνική συνοχή.

Με λίγα λόγια, καθορίζουν τόσο την κατεύθυνση όσο και τον βηματισμό της εξέλιξης των σύγχρονων κοινωνιών.

Θα μου επιτρέψετε λοιπόν, συνεπής και ως προς τον τίτλο της Εισήγησής μου, να αναπτύξω λίγο εκτενέστερα τη συμβολή τριών εκ των νέων πηγών ανάπτυξης, της εκπαίδευσης, της έρευνας και της καινοτομίας, στην οικονομική ανάπτυξη.

Κυρίες και Κύριοι,

Τις τέσσερις τελευταίες δεκαετίες, θεωρητικές προσεγγίσεις και εμπειρικές μελέτες κατατείνουν στη διαπίστωση ότι η εκπαίδευση αποτελεί το βασικό μηχανισμό παραγωγής, συσσώρευσης και διάχυσης ανθρώπινου κεφαλαίου, και συνακόλουθα παράγοντα «κλειδί» της οικονομικής ανάπτυξης.

Η συμβολή της εκπαίδευσης στην οικονομική μεγέθυνση είχε υποστηριχθεί αρχικά από τους κλασικούς, αργότερα, συστηματικά, από τους νεοκλασικούς, και πρόσφατα από τους οικονομολόγους των νέων θεωριών της ενδογενούς ανάπτυξης.

Νέες θεωρίες οι οποίες υποστηρίζουν ότι η εκπαίδευση δημιουργεί θετικές εξωτερικές οικονομίες και συμβάλλει με δύο τρόπους στην οικονομική μεγέθυνση:

Καταρχήν ως ένας κοινός, επιπρόσθετος, συντελεστής παραγωγής, και κατά δεύτερον ως πολλαπλασιαστικός παράγων με την έννοια ότι επηρεάζει όλους τους άλλους συντελεστές παραγωγής, τους οποίους και καθιστά πιο παραγωγικούς.

Η δευτεροβάθμια εκπαίδευση διευκολύνει την ανάπτυξη των δεξιοτήτων και των ικανοτήτων, η τριτοβάθμια εκπαίδευση υποστηρίζει την ανάπτυξη της βασικής επιστήμης και την κατάλληλη επιλογή και ανάπτυξη νέων τεχνολογιών και, τέλος, η δια βίου εκπαίδευση και κατάρτιση αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την αναβάθμιση της προσφερόμενης εργασίας και για τη δυνατότητα ευελιξίας και προσαρμογής στις μεταβαλλόμενες συνθήκες της αγοράς.

Σημαντική όμως είναι και η αναπτυξιακή διάσταση που απορρέει από την επένδυση στην έρευνα και στην καινοτομία.

Καινοτομία η οποία μπορεί να πάρει διάφορες μορφές, όπως είναι η εισαγωγή στην αγορά ενός νέου ή καλύτερου ποιοτικά αγαθού, η αξιοποίηση μιας νέας παραγωγικής διαδικασίας, η απόκτηση μιας νέας εισροής, η επέκταση σε μια νέα αγορά ή η υιοθέτηση μιας νέας δομής στην οργάνωση της επιχείρησης.

Με άλλα λόγια, η έννοια της καινοτομίας προϋποθέτει την αντικατάσταση «παλαιών» μεθόδων παραγωγής με «νέες» καινοτόμους δράσεις και αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της οικονομίας της γνώσης.

Δεν είναι άλλωστε τυχαίο πως η καινοτομία ορίζεται από πολλούς οικονομολόγους ως «γνώση στην πράξη».

Κυρίες και Κύριοι,

Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η Ελλάδα υστερεί στους περισσότερους δείκτες που αποτιμούν και αξιολογούν τις επιδόσεις της χώρας στους τομείς της εκπαίδευσης, της έρευνας και της καινοτομίας.

Τόσο στο επίπεδο των δημοσίων πολιτικών για την έρευνα, την εκπαίδευση και την καινοτομία, όσο και στο επίπεδο των επιχειρηματικών πρωτοβουλιών, δεν φαίνεται να υπάρχει δυνατότητα να μετουσιωθούν οι διακηρύξεις σε χρηματοδότηση και καλύτερη οργάνωση και των τριών πυλώνων του «τριγώνου της γνώσης».

Η δημόσια χρηματοδότηση της έρευνας βρίσκεται ακόμα στα χαμηλότερα επίπεδα σε σχέση με το μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χωρίς κανέναν προσανατολισμό και προτεραιότητα.

Οι προσπάθειες βελτίωσης της εκπαίδευσης σε όλες τις βαθμίδες καθυστερούν κυρίως από έλλειψη πόρων.

Η υποστήριξη της εφαρμογής καινοτομικών μεθόδων στην παραγωγή προϊόντων και υπηρεσιών πελαγοδρομεί.

Η ίδια και χειρότερη κατάσταση επικρατεί και στον ιδιωτικό τομέα, όπου ελάχιστες είναι οι  επιχειρήσεις που χρηματοδοτούν έρευνα ή που έχουν διάθεση να υποστηρίξουν με χορηγίες την εκπαιδευτική διαδικασία, ενώ ακόμη λιγότερες είναι οι επιχειρήσεις που καινοτομούν στην παραγωγή προϊόντων ή υπηρεσιών.

Πρόσφατες εμπειρικές έρευνες αποτυπώνουν τη χαμηλή ανταπόκριση του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος στις ανάγκες της ανταγωνιστικής οικονομίας, ενώ άλλες καταδεικνύουν τη σχεδόν ανύπαρκτη σύνδεση της αγοράς εργασίας με την εκπαίδευση.

Ενδεικτικά και μόνο θα αναφέρω ότι, στην Ελλάδα οι δημόσιες δαπάνες για την εκπαίδευση ανέρχονται στο 3,4% του ΑΕΠ, όταν στην ΕΕ-27 κυμαίνεται περίπου στο 5% του ΑΕΠ.

Οι δημόσιες δαπάνες για έρευνα και καινοτομία (R&D) ανέρχονται στο 0,6% του ΑΕΠ, όταν στην ΕΕ-27 κυμαίνονται στο 2% του ΑΕΠ.

Επίσης, στην Ελλάδα, οι αιτήσεις για πατέντες ανά 1.000.000 κατοίκους είναι περίπου 10, όταν στην ΕΕ-27 διαμορφώνονται πάνω από 110.

Σύμφωνα δε και με τα στοιχεία που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσιοποίησε πρόσφατα,  η Ελλάδα για μια ακόμη χρονιά καταλαμβάνει την τελευταία θέση μεταξύ των 27 κρατών-μελών της ΕΕ και στον τομέα της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης.

Αυτό που  κάνει την εικόνα ακόμα δυσμενέστερη για τη χώρα μας, είναι ότι στο διάστημα 2009-2010 διευρύνθηκε το χάσμα που τη χωρίζει από το μέσο όρο της Ευρώπης.

Συγκεκριμένα: το ποσοστό της διαθεσιμότητας on line υπηρεσιών στην Ευρώπη, από 69% του συνόλου των υπηρεσιών το 2009 εκτινάχθηκε στο 82% το 2010. Στην Ελλάδα, το αντίστοιχο ποσοστό από 45% το 2009 έφτασε μόλις στο 48% το 2010.

Συνεπώς, μπορεί κανείς εύκολα να αναλογισθεί τη σημασία που έχει αυτή η διευρυνόμενη απόκλιση της χώρας μας από το μέσο όρο της Ευρώπης: όλο και μεγαλύτερη διαφορά εις βάρος της Ελλάδας στο έλλειμμα ανταγωνιστικότητας της οικονομίας.

Θα μπορούσε βέβαια να ισχυριστεί κανείς ότι η Ελλάδα λόγω του μικρού μεγέθους της χώρας δεν μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην εκπαίδευση, την έρευνα και την καινοτομία.

Όμως, άλλες χώρες έχουν αντιληφθεί πριν από χρόνια τη σημασία που έχει για την ανάπτυξή τους το «τρίγωνο της γνώσης». Οι χώρες αυτές δεν είναι μόνο οι γνωστές παραδοσιακά αναπτυγμένες, αλλά και η Φινλανδία, η Κορέα, η Ταϊβάν κ.ά., καθώς και οι αναδυόμενες χώρες, η Κίνα, η Ινδία, η Βραζιλία κ.ά.

Οι χώρες αυτές έχουν επενδύσει τεράστια ποσά στην έρευνα, στην εκπαίδευση και στην προώθηση της καινοτομίας και έχουν προχωρήσει σε μεγάλο βαθμό στην παραγωγή τεχνολογικά προηγμένων προϊόντων και στην παροχή σύγχρονων υπηρεσιών.

Θα μπορούσε βέβαια να ισχυριστεί κανείς ότι η Ελλάδα λόγω του μικρού μεγέθους της χώρας δεν μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην εκπαίδευση, την έρευνα και την καινοτομία Μερικά συγκεκριμένα παραδείγματα μπορούν να μας πείσουν για το αντίθετο.

Το Ισραήλ, μολονότι είναι μικροσκοπικό σε μέγεθος, κατέχει αξιοζήλευτη θέση σε πάρα πολλές επιστήμες. Θα μπορούσε κανείς να ισχυρισθεί ότι η εξήγηση είναι απλή, και βρίσκεται σε δύο ιδιαιτερότητες. Αφενός το Ισραήλ γνώρισε την προηγούμενη δεκαετία μία πρωτοφανή «εισβολή» επιστημόνων εβραϊκής καταγωγής από την πρώην Σοβιετική Ένωση και τα κράτη του ανατολικού μπλοκ, αφετέρου τα πανεπιστήμιά του έχουν απίστευτα καλές διασυνδέσεις με τα ερευνητικά προγράμματα του Αμερικανικού Υπουργείου Αμύνης (Πεντάγωνο) και της NASA.

Υπάρχει όμως και μία τρίτη εξήγηση: η χώρα έχει εθνική στρατηγική για την έρευνα και την ανάπτυξη, χρηματοδοτεί αφειδώς τη θεμελίωση καινοτόμων επιχειρήσεων και θεωρεί προτεραιότητα για την οικονομία της την εξαγωγή τεχνολογίας.

Ο τομέας της υψηλής τεχνολογίας ανθεί, υποβοηθούμενος από 60 διαφορετικά επενδυτικά κεφάλαια από όλο τον κόσμο, τα οποία δραστηριοποιούνται στο Ισραήλ παρέχοντας άφθονη χρηματοδότηση για την έρευνα και την ανάπτυξη καινοτομικών προϊόντων και υπηρεσιών.

Επίσης, χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Φινλανδίας, η οποία από την σχεδόν τελευταία οικονομικά θέση σε Ευρωπαϊκό επίπεδο πριν από μία δεκαετία, έχει ανέλθει στην κορυφή, παγκοσμίως, στους τομείς των νέων τεχνολογιών.

Αυτό που χαρακτήρισε τη χώρα ήταν η ενεργητική δημόσια πολιτική καινοτομιών. Αυτή στηρίχθηκε σε υψηλό ρυθμό επενδύσεων σε έρευνα και ανάπτυξη κάτω από την αποφασιστική καθοδήγηση, χωρίς κρατικές παρεμβάσεις, του Συμβουλίου Επιστημονικής και Τεχνολογικής Πολιτικής.

Η χώρα έφτασε να διαθέτει για τους τομείς αυτούς το 3,2% του ΑΕΠ (το υψηλότερο ποσοστό στον κόσμο μαζί με τη Σουηδία) ενώ την ίδια περίοδο περιέκοψε δραστικά τις περισσότερες άλλες δημόσιες δαπάνες.

Παράλληλα, ο ιδιωτικός τομέας έφτασε να επενδύει σε έρευνα και ανάπτυξη το 69% της συνολικής δαπάνης της χώρας. Η πολιτική ήταν πως για κάθε δημόσια ενίσχυση έπρεπε να υπήρχε αντιστοίχου ύψους ιδιωτική συμμετοχή. Κοντά σε αυτά δημιουργήθηκαν πανεπιστημιακά ιδρύματα με υψηλές προδιαγραφές, έμφαση στις θετικές επιστήμες, και αυστηρές προϋποθέσεις εισαγωγής (δωρεάν για παιδιά χαμηλών εισοδημάτων) που δημιούργησαν την ανθρώπινη βάση για καινοτομίες.

Από τα προηγούμενα παραδείγματα, και πολλά άλλα ακόμη, καθίσταται σαφές ότι η διαχείριση της γνώσης αποκτά κεντρική σημασία για τις εθνικές πολιτικές των αναπτυγμένων χωρών.

Η διαχείριση της γνώσης θα πρέπει να συντελείται σε κάθε κομμάτι της αλυσίδας της γνώσης, από τη δημιουργία της μέσω της έρευνας, τη μετάδοσή της μέσω της παιδείας και της κατάρτισης, τη διάδοσή της μέσω των τεχνολογιών πληροφορίας και επικοινωνίας και τη χρήση της σε καινοτομικές δράσεις.

Η Ελλάδα για να έχει προοπτική στο νέο παγκόσμιο περιβάλλον, οφείλει να θέσει ως προτεραιότητα και πρώτη επιλογή την επένδυση στη γνώση με την ανάπτυξη ενός ολοκληρωμένου και ποιοτικού συστήματος εκπαίδευσης – κατάρτισης και δια βίου εκπαίδευσης.

Οι βασικοί άξονες πολιτικής δράσης στην κατεύθυνση της επένδυσης στην εκπαίδευση, την έρευνα και την καινοτομία πρέπει να είναι:

1. Η αύξηση των δημοσίων δαπανών για την εκπαίδευση, έτσι ώστε αυτές να συγκλίνουν, σταδιακά, στο μέσο ευρωπαϊκό όρο, και η απευθείας ιδιωτική χρηματοδότηση ως συμπληρωματικό μέτρο οικονομικής ενίσχυσης στα Πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ.

2. Η αποτελεσματική διαχείριση και κατανομή των περισσότερων οικονομικών πόρων, με στόχο την παροχή καλύτερων υπηρεσιών εκπαίδευσης και κατάρτισης για όλους τους πολίτες.

3. Η υιοθέτηση και υλοποίηση της αρχής του ανταγωνισμού στην προσέλκυση των αναγκαίων οικονομικών πόρων και τη λειτουργία κάθε εκπαιδευτικού οργανισμού. Στην κατεύθυνση αυτή εκτιμάται ότι θα συμβάλλει και η δυνατότητα σύστασης και λειτουργίας, πάντοτε βέβαια υπό την εποπτεία του κράτους, ιδρυμάτων ανώτατης εκπαίδευσης, μη κρατικού, αλλά και μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, τα οποία θα βρίσκονται κάτω από τον αυστηρό έλεγχο του Υπουργείου Παιδείας και θα ελέγχονται εξονυχιστικά όλες οι παράμετροι λειτουργίας τους, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η ποιότητα της εκπαιδευτικής διαδικασίας που θα προσφέρουν στους φοιτητές τους.

4. Η διεθνοποίηση των ελληνικών πανεπιστημίων με σκοπό την ίδρυση παραρτημάτων στο εξωτερικό μέσω της προώθησης διεθνών συνεργασιών με υψηλού επιπέδου ιδρύματα για τη διαμόρφωση και λειτουργία προγραμμάτων σπουδών στις εγκαταστάσεις τους. Να σημειωθεί, ότι μόλις το 2008 προβλέφθηκε η ίδρυση μόνο Προγραμμάτων Μεταπτυχιακών Σπουδών από ΑΕΙ της χώρας μας στο εξωτερικό, σύμφωνα με το άρθρο 10 του Νόμου 3685/08.

5. Η παροχή υψηλής ποιότητας γνώσεων και δεξιοτήτων σε όλες τις βαθμίδες του εκπαιδευτικού συστήματος. Η Πολιτεία πρέπει να εξασφαλίζει στην πράξη διεύρυνση των επιλογών και ίσες ευκαιρίες για όλους τους πολίτες, ανεξάρτητα από την οικονομική και κοινωνική τους κατάσταση.

6. Η υιοθέτηση και υλοποίηση της αρχής της αξιολόγησης του ίδιου του πανεπιστημίου και των στελεχών που το απαρτίζουν. Ο Νόμος 3374/2005 καθορίζει το πλαίσιο για τη συστηματική και περιοδικά επαναλαμβανόμενη αξιολόγηση των ιδρυμάτων ανώτατης εκπαίδευσης. Πρέπει να συνδεθούν τα αποτελέσματα της εξωτερικής αξιολόγησης με τη χρηματοδότηση. Τα ιδρύματα, πέραν της πάγιας χρηματοδότησης που λαμβάνουν για τις λειτουργικές τους ανάγκες, θα μπορούσαν να λαμβάνουν και bonus χρηματοδότησης ανάλογα με την κατάταξή τους.

7. Η χορήγηση κινήτρων για τον επαναπατρισμό Ελλήνων επιστημόνων που ζουν, εργάζονται και διαπρέπουν στο εξωτερικό.

8. Η έμπρακτη απόδειξη ότι η εκπαιδευτική διαδικασία είναι λειτουργία που διαρκεί «δια βίου». Σε θεσμικό επίπεδο, παρά τα πολύ σημαντικά βήματα που έγιναν επί των κυβερνήσεων της ΝΔ (Ν. 3369/2005), όπως είναι η κάλυψη σε σημαντικό βαθμό  του θεσμικού, δομικού, λειτουργικού και χρηματοδοτικού ελλείμματος, η χώρα μας, δυστυχώς υπολείπεται. Σε αυτή την κατεύθυνση της εντατικοποίησης της προσπάθειας, δυστυχώς, ο πρόσφατος Νόμος της Κυβέρνησης δεν διακρίνεται για την ολιστική προσέγγιση του ζητήματος. Κι αυτό διότι, παρά τις προς τη σωστή κατεύθυνση συμπληρώσεις και προεκτάσεις που επιφέρει στο υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο, δεν θίγει επ’ ουδενί το ζήτημα της χρηματοδότησης και τις παραμέτρους του. Το ζήτημα της χρηματοδότησης, το οποίο όπως και σε κάθε σύστημα παροχής υπηρεσιών είναι καίριας σημασίας για την προσέγγιση του ποσοτικού στόχου, την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών την αποδοτικότητα των πραγματοποιούμενων επενδύσεων το μέγεθος της συμβολής στην προώθηση της αειφόρου ανάπτυξης, της απασχόλησης και της κοινωνικής συνοχής.

9. Η σύνδεση της εκπαίδευσης και του περιεχομένου σπουδών με την παραγωγική διαδικασία και την αγορά εργασίας. Θα μπορούσαμε να ενθαρρύνουμε τη δυνατότητα επιχειρήσεων να χρηματοδοτούν τη λειτουργία μεταπτυχιακών σπουδών με απώτερο σκοπό την αμεσότερη σύνδεση των αποφοίτων με την αγορά εργασίας.

10. Η ενίσχυση των δεσμών της βιομηχανίας με τα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα, και η χρηματοδότηση συνεργασιών μεταξύ ερευνητικών φορέων και επιχειρήσεων για εκτέλεση έργων που θα στοχεύουν στην παραγωγή καινοτόμων προϊόντων / υπηρεσιών.

11. Η γενναία αύξηση της δημόσιας χρηματοδότησης της έρευνας, τόσο της βασικής όσο και της εφαρμοσμένης στα μέσα τουλάχιστον επίπεδα των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

12. Δημιουργία τεχνολογικών θερμοκοιτίδων με δυνατότητες δημιουργίας τεχνολογικών καινοτομιών στα ακαδημαϊκά ιδρύματα σε συνεργασία με εταιρίες ή/ και υπερεθνικές αγορές.

13. Διενέργεια θεσμοθετημένων ενημερωτικών αυτόνομων ημερίδων (networking events) από εταιρείες ή/και διάφορα συναφή Επιμελητήρια με σκοπό την προσέλκυση ενδιαφέροντος από πιθανούς εργοδότες.

14. Ενθάρρυνση της δημιουργίας επιχειρήσεων τύπου τεχνοβλαστών (spin off) μεταξύ ανωτάτων εκπαιδευτικών  ιδρυμάτων και Επιχειρήσεων, με σκοπό την παραγωγή αξιοποιήσιμων αποτελεσμάτων. Οι τεχνοβλαστοί μπορούν να μεταφέρουν την ερευνητική εμπειρία στην παραγωγή, δίνοντας έτσι την ευκαιρία για την εμπορική εκμετάλλευση του ρόλου των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων με σκοπό την αύξηση των εσόδων για βελτίωση των υποδομών τους.

15. Η καθιέρωση, επιβράβευση και στήριξη καινοτομικών ιδεών. Υπάρχουν καινοτόμες προσπάθειες, που αν και από την ελληνική περιφέρεια, κατάφεραν να συνδυάσουν καινοτομία και επιχειρηματικότητα, και μπορούν πλέον να στέκονται ανταγωνιστικά σε διεθνές επίπεδο αναπτύσσοντας μια αξιοσημείωτη δυναμική (Καλλυντικά Κορρές, MastihaShop, Doppler Βιομηχανία Ανελκυστήρων κ.ά).

16. Η καθιέρωση κινήτρων για ιδιωτικές επενδύσεις που κατευθύνονται σε έρευνα και καινοτομία.

17. Η καθιέρωση ευνοϊκότερης φορολογικής μεταχείρισης των επιχειρήσεων που καινοτομούν και δαπανούν για έρευνα και ανάπτυξη.

18. Η καλλιέργεια στην ελληνική κοινωνία κουλτούρας και κλίματος που να υποβοηθάει την έρευνα και την καινοτομία. Απαιτείται συστηματική προσπάθεια ώστε η επιστημονική έρευνα να διαχυθεί στο σύνολο του πληθυσμού, μέσω της εξόδου της επιστημονικής γνώσης και των τεχνολογικών καινοτομιών στους ίδιους τους χώρους που ζουν, μορφώνονται και εργάζονται οι πολίτες, και ιδιαίτερα οι νέοι, αλλά και της αξιοποίησης των μέσων μαζικής ενημέρωσης με τη δημιουργία ελκυστικών προγραμμάτων για την προβολή επιστημονικών θεμάτων.

Κυρίες και Κύριοι,

Στη σημερινή εποχή της παγκοσμιοποίησης, η ανταγωνιστικότητα και η ευημερία της κάθε χώρας στηρίζεται στο επίπεδο των γνώσεων και των δεξιοτήτων που κατέχουν οι πολίτες της και στη δυνατότητα άμεσης και αποτελεσματικής εκμετάλλευσης αυτών των γνώσεων για ατομική, επιχειρηματική και κοινωνική πρόοδο και ανάπτυξη.

Στην κοινωνία της γνώσης, η επένδυση στην εκπαίδευση, την έρευνα και την καινοτομία διαδραματίζει πρωτεύοντα ρόλο.

Η Ελλάδα, για να έχει προοπτική σε αυτό το περιβάλλον, οφείλει να θέτει ως προτεραιότητα και πρώτη επιλογή την επένδυση στη γνώση.

Το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα έχει ανάγκη ανασχεδιασμού, αναδιάρθρωσης και προσαρμογής στα νέα δεδομένα.

Μόνο έτσι θα μπορέσει να συμβάλλει αποφασιστικά στη βελτίωση του μορφωτικού επιπέδου της Ελληνικής κοινωνίας, στην ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού της, καθώς και στην αύξηση της παραγωγικότητας και της αναπτυξιακής της δυναμικής.

Ομιλία στην Ολομέλεια για το Σχέδιο Νόμου περί κατάργησης περιορισμών στην άσκηση επαγγελμάτων

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Είναι γενικώς αποδεκτό ότι η χώρα μας διαθέτει μια κλειστή Οικονομία.

Μία Οικονομία, που σύμφωνα με τις Εκθέσεις για την «Οικονομική Απελευθέρωση» αλλά και τα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία, παρουσιάζει σημαντικές ακαμψίες, στρεβλώσεις, εμπόδια και περιορισμούς στην εύρυθμη λειτουργία αγορών και στην ελεύθερη πρόσβαση και άσκηση επαγγελμάτων.

Στρεβλώσεις και περιορισμοί που

  • «νοθεύουν» τον ανταγωνισμό,
  • περιορίζουν τη δυναμική ανάπτυξης συγκεκριμένων κλάδων,
  • συρρικνώνουν τις ευκαιρίες απασχόλησης,
  • «δυναμιτίζουν» την κοινωνική συνοχή δημιουργώντας αίσθηση αδικίας και προνομιακής μεταχείρισης συγκεκριμένων ομάδων.

Καθίσταται συνεπώς αναγκαία, από οικονομικής και κοινωνικής πλευράς, η κατάργηση των αδικαιολόγητων περιορισμών στην πρόσβαση και στην άσκηση επαγγελμάτων.

Έτσι ώστε οι αντίστοιχες δραστηριότητες των φυσικών και νομικών προσώπων να διέπονται από τις αρχές της ελεύθερης εγκατάστασης, της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών και του ελεύθερου ανταγωνισμού.

Γιατί όλοι οι πολίτες θα πρέπει να έχουν ίσες ευκαιρίες στην «αφετηρία».

Με αυτή τη λογική, σε αυτό το ιδεολογικό περίγραμμα, η Νέα Δημοκρατία τάσσεται θετικά στην κατάργηση περιορισμών στην πρόσβαση και άσκηση επαγγελμάτων, αφού κάτι τέτοιο, δυνητικά, μπορεί να τονώσει την ανάπτυξη, να ενισχύσει την απασχόληση, να ενδυναμώσει την κοινωνική συνοχή.

Όμως, Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Η Κυβέρνηση, υπό το βάρος των συμβατικών δεσμεύσεών της απέναντι στην «Τρόϊκα», προχωρά με συνοπτικές διαδικασίες, βεβιασμένα και αλόγιστα στην παρούσα νομοθετική πρωτοβουλία.

Πρωτοβουλία η οποία:

1ον. Περικλείει οριζόντιες και ισοπεδωτικές ρυθμίσεις για πλήθος «άγνωστων», αόριστων, επαγγελμάτων.

Γεγονός, που σύμφωνα με τη γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, δεν απαντά στις εξειδικευμένες ανάγκες και απαιτήσεις των επιμέρους επαγγελμάτων και επαγγελματιών.

2ον. Δεν περιλαμβάνει μελέτη επιπτώσεων που να τεκμηριώνει την επίτευξη δημοσίου συμφέροντος.

3ον. Εδράζεται σε αυθαίρετες παραδοχές και άγνωστες μελέτες, όπως είναι αυτή του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων, για την οποία, μέσω της κοινοβουλευτικής διαδικασίας έχω πολλές φορές ζητήσει από την Κυβέρνηση, χωρίς όμως αντίκρυσμα, να μας την καταθέσει, προκειμένου να εκτιμηθούν τα προσδοκώμενα οφέλη.

Οφέλη που κινούνται μεταξύ προσδοκίας, ευχών και αναμονής του αγνώστου.

Υπάρχουν μάλιστα και Εκθέσεις, όπως αυτή του Οικονομικού Επιμελητηρίου της Ελλάδας, οι οποίες δεν επιβεβαιώνουν τις εκτιμήσεις του ΙΟΒΕ, θεωρώντας ότι οι ισχυρισμοί του Ιδρύματος είναι αβάσιμοι και δεν έχουν επιστημονική τεκμηρίωση.

4ον. Παραπέμπει σε Προεδρικά Διατάγματα με τα οποία μπορούν να προστεθούν περιορισμοί ή να θεσπιστούν εξαιρέσεις από τις προτεινόμενες ρυθμίσεις.

Το γεγονός αυτό, σύμφωνα και με τη γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, πέρα από καθυστερήσεις που προκαλεί, δημιουργεί και ένα τοπίο ασάφειας στην αγορά με ότι αυτό συνεπάγεται για τους επαγγελματίες που εμπλέκονται, αλλά και τους πολίτες που είναι χρήστες των συγκεκριμένων υπηρεσιών.

Ουσιαστικά δηλαδή, η Κυβέρνηση επιζητά «λευκή επιταγή» και γενικές, ευρύτερες, εξουσιοδοτήσεις.

5ον. Έρχεται σε αντίθεση με πρότερες Κυβερνητικές επιλογές.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι ενεργειακοί επιθεωρητές οι οποίοι, εδώ και λίγες ημέρες, είναι επιφορτισμένοι με τον έλεγχο ακινήτων για την έκδοση Πιστοποιητικού Ενεργειακής Απόδοσης.

Για άλλη μία φορά, η Κυβέρνηση παλινωδεί.

6ον. Στηρίζεται σε δημοσκοπήσεις.

Αν όμως η Κυβέρνηση θεωρεί ότι το περιεχόμενο του Σχεδίου Νόμου εδράζεται στην πολιτική της φιλοσοφία, τότε προφανώς δεν υπάρχει ανάγκη να δαπανά δημόσιους πόρους για τη διεξαγωγή δημοσκοπήσεων.

Εάν, όμως, έτσι αντιλαμβάνεται την άσκηση κυβερνητικής πολιτικής, τότε γιατί δεν έκανε ανάλογες δημοσκοπήσεις όταν αποφάσισε τις οριζόντιες περικοπές μισθών και συντάξεων και την πρωτοφανή διόγκωση της άμεσης και έμμεσης φορολογικής επιβάρυνσης των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων;

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Η υπό συζήτηση νομοθετική πρωτοβουλία της Κυβέρνησης, για να επιτύχει τους επιδιωκόμενους στόχους της, θα πρέπει:

1ον. Να συνοδεύεται από συγκεκριμένες μελέτες σχετικά με τις επιπτώσεις των αλλαγών σε κάθε επάγγελμα.

Ενδεικτικά και μόνο αναφέρω ότι ο Υπουργός Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, σε επιστολή του στις 23/6/2010, τάσσεται, με σαφήνεια, υπέρ του καθορισμού των ελαχίστων ορίων δικηγορικής αμοιβής.

Ενώ για τους Μηχανικούς οι αμοιβές μελέτης και επίβλεψης κυμαίνονται στο 3,5% – 4,5% του συνολικού κόστους του έργου (χωρίς την αξία της γης), όταν τα αντίστοιχα ποσά σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, με ή χωρίς κατώτατες αμοιβές, υπολογίζονται στο 12% – 16%.

2ον. Να ενσωματώσει αναλυτικά τις κοινωνικές και οικονομικές ομάδες που επηρεάζονται άμεσα από τις αρχικές, γενικές ρυθμίσεις του Νομοσχεδίου.

Η ΟΚΕ θεωρεί ότι απαιτείται εξειδικευμένη προσέγγιση ανά «ρυθμιζόμενο» επαγγελματικό κλάδο και στη συνέχεια τροποποιήσεις επί του αντίστοιχου επαγγελματικού θεσμικού πλαισίου.

3ον. Να εξασφαλίζει την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών, την ασφάλεια του πολίτη, τη βιωσιμότητα των νέων επαγγελματιών, για παράδειγμα των νέων δικηγόρων, σε όλη την Επικράτεια.

Να διασφαλίζει ότι η κατάργηση των περιορισμών στην άσκηση επαγγελμάτων δεν θα οδηγήσει σε ασυδοσία, στην απορρύθμιση επιστημονικών επαγγελμάτων, σε αθέμιτο ανταγωνισμό, στην επικράτηση μεγάλων εταιρειών, σε γεωγραφικό αφανισμό κυρίως στην αγορά νομικών υπηρεσιών, σε κατάργηση κάθε ελέγχου, σε μείωση της ποιότητας των υπηρεσιών.

4ον. Να επιβάλλει μεταρρυθμιστικές παρεμβάσεις στο περιβάλλον άσκησης των επαγγελματικών δραστηριοτήτων.

Αυτό σημαίνει, για παράδειγμα, στον χώρο των μηχανικών, ύπαρξη μηχανισμού ελέγχου και αποτροπής του αθέμιτου ανταγωνισμού, θεσμοθέτηση φορέα μητρώων, διαβάθμισης και πιστοποίησης τεχνικών επαγγελμάτων, συνολική θεώρηση του συστήματος μελέτης, επίβλεψης, παραγωγής και παραλαβής του τεχνικού έργου,  θέσπιση μητρώου κατασκευαστών ιδιωτικών έργων, αναθεώρηση συστήματος έκδοσης οικοδομικών αδειών.

Τότε και μόνο τότε τα αποτελέσματα της νομοθετικής πρωτοβουλίας της Κυβέρνησης δεν θα είναι αντίθετα από τις επιδιώξεις της.

Εισήγηση στην Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων σχετικά με το Σ/Ν για την κατάργηση περιορισμών στην άσκηση επαγγελμάτων

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Είναι γενικώς αποδεκτό ότι η χώρα μας διαθέτει μια κλειστή Οικονομία.

Μία Οικονομία, που σύμφωνα με τις Εκθέσεις για την «Οικονομική Απελευθέρωση» αλλά και τα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία, παρουσιάζει σημαντικές ακαμψίες, στρεβλώσεις, εμπόδια και περιορισμούς στην εύρυθμη λειτουργία αγορών και στην ελεύθερη πρόσβαση και άσκηση επαγγελμάτων.

Στρεβλώσεις και περιορισμοί που

§       «νοθεύουν» τον ανταγωνισμό,

§       περιορίζουν τη δυναμική ανάπτυξης συγκεκριμένων κλάδων,

§       συρρικνώνουν τις ευκαιρίες απασχόλησης,

§       «δυναμιτίζουν» την κοινωνική συνοχή δημιουργώντας αίσθηση αδικίας και προνομιακής μεταχείρισης συγκεκριμένων ομάδων.

Καθίσταται συνεπώς αναγκαία, από οικονομικής και κοινωνικής πλευράς, η κατάργηση των αδικαιολόγητων περιορισμών στην πρόσβαση και στην άσκηση επαγγελμάτων.

Έτσι ώστε οι αντίστοιχες δραστηριότητες των φυσικών και νομικών προσώπων να διέπονται από τις αρχές της ελεύθερης εγκατάστασης, της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών και του ελεύθερου ανταγωνισμού.

Γιατί όλοι οι πολίτες θα πρέπει να έχουν ίσες ευκαιρίες στην «αφετηρία».

Με αυτή τη λογική, σε αυτό το ιδεολογικό περίγραμμα, η Νέα Δημοκρατία τάσσεται θετικά στην κατάργηση περιορισμών στην πρόσβαση και άσκηση επαγγελμάτων, αφού κάτι τέτοιο, δυνητικά, μπορεί να τονώσει την ανάπτυξη, να ενισχύσει την απασχόληση, να ενδυναμώσει την κοινωνική συνοχή.

Όμως, Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Η Κυβέρνηση, υπό το βάρος των συμβατικών δεσμεύσεών της απέναντι στην «Τρόϊκα», προχωρά με συνοπτικές διαδικασίες, βεβιασμένα και αλόγιστα στην παρούσα νομοθετική πρωτοβουλία.

Πρωτοβουλία η οποία:

1ον. Περικλείει οριζόντιες και ισοπεδωτικές ρυθμίσεις για πλήθος «άγνωστων», αόριστων, επαγγελμάτων.

2ον. Δεν περιλαμβάνει μελέτη επιπτώσεων που να τεκμηριώνει την επίτευξη δημοσίου συμφέροντος.

3ον. Εδράζεται σε αυθαίρετες παραδοχές και άγνωστες μελέτες, όπως είναι αυτή του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων, για την οποία, μέσω της κοινοβουλευτικής διαδικασίας, έχω ζητήσει να μας κατατεθεί, προκειμένου να εκτιμηθούν τα προσδοκώμενα οφέλη.

Οφέλη που κινούνται μεταξύ προσδοκίας, ευχών και αναμονής του αγνώστου.

Υπάρχουν μάλιστα και Εκθέσεις, όπως αυτή του Οικονομικού Επιμελητηρίου της Ελλάδας, οι οποίες δεν επιβεβαιώνουν τις εκτιμήσεις του ΙΟΒΕ, θεωρώντας ότι οι ισχυρισμοί του Ιδρύματος είναι αβάσιμοι και δεν έχουν επιστημονική τεκμηρίωση.

4ον. Παραπέμπει σε Προεδρικά Διατάγματα με τα οποία μπορούν να προστεθούν περιορισμοί ή να θεσπιστούν εξαιρέσεις από τις προτεινόμενες ρυθμίσεις.

Ουσιαστικά, η Κυβέρνηση επιζητά «λευκή επιταγή» και γενικές, ευρύτερες, εξουσιοδοτήσεις.

5ον. Έρχεται σε αντίθεση με πρότερες Κυβερνητικές επιλογές.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι ενεργειακοί επιθεωρητές οι οποίοι, εδώ και λίγες ημέρες, είναι επιφορτισμένοι με τον έλεγχο ακινήτων για την έκδοση Πιστοποιητικού Ενεργειακής Απόδοσης.

Το Υπουργείο Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και η Κυβέρνηση μιλούν για «άρση των αδικαιολόγητων περιορισμών στην πρόσβαση και την άσκηση επαγγελμάτων» και, την ίδια στιγμή, τα περιχαρακώνουν, αποκλείοντας άλλα, συναφή με την ενεργειακή αποδοτικότητα επαγγέλματα, επιβάλλουν, χωρίς πειστική επιχειρηματολογία, ως προϋπόθεση την 10ετή εμπειρία αποκλείοντας νέους ανθρώπους από το να μπουν στο επάγγελμα του ενεργειακού επιθεωρητή και κατοχυρώνουν, για άλλη μία φορά, κατώτατες αμοιβές οι οποίες, παρά την οικονομική κρίση, είναι διπλάσιες από αυτές που προέβλεπε το σχέδιο της Κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας.

Για άλλη μία φορά, η Κυβέρνηση παλινωδεί.

6ον. Στηρίζεται σε δημοσκοπήσεις.

Αν όμως η Κυβέρνηση θεωρεί ότι το περιεχόμενο του Σχεδίου Νόμου εδράζεται στην πολιτική της φιλοσοφία, τότε προφανώς δεν υπάρχει ανάγκη να δαπανά δημόσιους πόρους για τη διεξαγωγή δημοσκοπήσεων.

Εάν, όμως, έτσι αντιλαμβάνεται την άσκηση κυβερνητικής πολιτικής, τότε γιατί δεν έκανε ανάλογες δημοσκοπήσεις όταν αποφάσισε τις οριζόντιες περικοπές μισθών και συντάξεων και την πρωτοφανή διόγκωση της άμεσης και έμμεσης φορολογικής επιβάρυνσης των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων;

Σε κάθε περίπτωση πάντως, η εκ μέρους της Κυβέρνησης επικοινωνιακή διαχείριση των προβλημάτων της χώρας και η αναζήτηση δημοσκοπικής νομιμοποίησης των πολιτικών της δεν οδηγούν, δυστυχώς, στην έξοδο από την κρίση.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Η υπό συζήτηση νομοθετική πρωτοβουλία της Κυβέρνησης, για να επιτύχει τους επιδιωκόμενους στόχους της, θα πρέπει:

1ον. Να συνοδεύεται από συγκεκριμένες μελέτες σχετικά με τις επιπτώσεις των αλλαγών σε κάθε επάγγελμα.

Ενδεικτικά και μόνο αναφέρω ότι το ΙΟΒΕ, σύμφωνα με απαντητική επιστολή του προς το ΤΕΕ, αναφέρει ότι δεν περιλαμβάνει τους Μηχανικούς στην Έκθεση του.

Μηχανικοί των οποίων οι αμοιβές μελέτης και επίβλεψης κυμαίνονται στο 3,5% – 4,5% του συνολικού κόστους του έργου (χωρίς την αξία της γης), όταν τα αντίστοιχα ποσά σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, με ή χωρίς κατώτατες αμοιβές, υπολογίζονται στο 12% – 16%.

2ον. Να ενσωματώσει αναλυτικά τις κοινωνικές και οικονομικές ομάδες που επηρεάζονται άμεσα από τις αρχικές, γενικές ρυθμίσεις του Νομοσχεδίου.

3ον. Να εξασφαλίζει την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών και την ασφάλεια του πολίτη.

Να διασφαλίζει ότι η κατάργηση των περιορισμών στην άσκηση επαγγελμάτων δεν θα οδηγήσει σε ασυδοσία, σε αθέμιτο ανταγωνισμό, στην επικράτηση μεγάλων εταιρειών, σε γεωγραφικό αφανισμό, σε κατάργηση κάθε ελέγχου, σε μείωση της ποιότητας των υπηρεσιών.

4ον. Να επιβάλλει μεταρρυθμιστικές παρεμβάσεις στο περιβάλλον άσκησης των επαγγελματικών δραστηριοτήτων.

Αυτό σημαίνει, για παράδειγμα, στον χώρο των μηχανικών, ύπαρξη μηχανισμού ελέγχου και αποτροπής του αθέμιτου ανταγωνισμού, θεσμοθέτηση φορέα μητρώων, διαβάθμισης και πιστοποίησης τεχνικών επαγγελμάτων, θέσπιση μητρώου κατασκευαστών ιδιωτικών έργων, αναθεώρηση συστήματος έκδοσης οικοδομικών αδειών.

Τότε και μόνο τότε τα αποτελέσματα της νομοθετικής πρωτοβουλίας της Κυβέρνησης δεν θα είναι αντίθετα από τις επιδιώξεις της.

Ομιλία στην Ολομέλεια για τον Προϋπολογισμό του 2011

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Ως πολιτικό σύστημα, καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε μια εξαιρετικά κρίσιμη οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα.

Συνεπώς, οφείλουμε να επιδείξουμε πολιτική διορατικότητα και ευθύνη, υπερβαίνοντας χρόνιες παθογένειές του.

Ο αξιότιμος Συνάδελφος της Πλειοψηφίας, συνεπής προς τη στρατηγική του ΠΑΣΟΚ, έκανε και σήμερα, επίμονα, «βουτιές» στο παρελθόν.

Το ΠΑΣΟΚ αντί να κυβερνά, επιμένει να επιρρίπτει, αυθαίρετα, την ευθύνη για την τρέχουσα κρίση στη ΝΔ.

Στόχος του η συνεχής παραπλάνηση των πολιτών, ελπίζει, δε, και της Ιστορίας.

Όμως, η επιστημονική αξιολόγηση των εξελίξεων έχει καταλογίσει βαρύτατες ευθύνες στις Κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ.

Διαπιστώνει ότι τα «υποκείμενα νοσήματα» της Οικονομίας, ρίζωσαν και αρκετά εξακολουθούν να σέρνονται ακόμη, από τις αρχές της δεκαετίας του 1980.

Η ΝΔ επιδεικνύει, διαχρονικά, πολιτικό θάρρος.

Αναγνωρίζει ότι κατά την περίοδο που είχε την ευθύνη διακυβέρνησης της χώρας, μαζί με τις πολλές, συγκεκριμένες, επιτυχίες, καθυστέρησε στη λήψη μέτρων «θεραπείας» της Οικονομίας.

Αντίθετα, το ΠΑΣΟΚ δεν βρίσκει το πολιτικό θάρρος ούτε τις δικές του βαρύτατες ευθύνες να αναλάβει, ούτε να αναγνωρίσει τις όποιες διαχρονικά θετικές προσπάθειες της ΝΔ.

Προσπάθειες τις οποίες, αφού αρχικά επικρίνει, στη συνέχεια τις υιοθετεί και τις εφαρμόζει.

Το ΠΑΣΟΚ νομίζει ότι μπορεί να γράψει την οικονομική και πολιτική ιστορία της χώρας στα μέτρα του.

Είναι αυτονόητο ότι μια τέτοια επιδίωξη δεν θα τελεσφορήσει.

Και τούτο γιατί δεν αντανακλά την αλήθεια.

Αλήθεια την οποία εμείς υποστηρίζουμε και, σε ανύποπτο χρόνο, έχουν βεβαιώσει διεθνείς παράγοντες.

Σήμερα, θα αναφερθώ, ενδεικτικά, σε μία τέτοια βεβαίωση.

Σε κείμενο, το οποίο αναφέρει τα εξής:

«Η ανάπτυξη έχει γίνει πιο βιώσιμη την περίοδο 2005-2007 μέσω της μετατόπισης από μία επεκτατική δημοσιονομική πολιτική, που χρηματοδοτούνταν με χρέη, σε μεταρρυθμίσεις στην πλευρά της προσφοράς».

«Η ιδιωτική επένδυση έχει υποστηριχθεί από τους χαμηλότερους φορολογικούς συντελεστές στις επιχειρήσεις και τη βελτίωση του επιχειρηματικού κλίματος».

Και συνεχίζει: «Ο νόμος για τη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση που πέρασε από τη Βουλή θα εξορθολογίσει τη διοίκηση του συνταξιοδοτικού συστήματος και θα συμβάλλει στη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητά του».

Καταλήγει: «Οι πολιτικές αυτές επέτυχαν τη διατήρηση της αναπτυξιακής δυναμικής και τη μείωση της ανεργίας παρά τη συσταλτική δημοσιονομική πολιτική».

Φορέας έκδοσης; Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.

Υπογραφή; κ. Τομάσο Παντόα-Σκιόπα.

Ο Σύμβουλος του Πρωθυπουργού κ. Παπανδρέου.

Έτος 2008.

Το καταθέτω στα πρακτικά.

[Συνημμένο 1]

Το ΠΑΣΟΚ, αν έχει απορίες για τις διαπιστώσεις αυτές, ας απευθυνθεί για διευκρινίσεις στον κ. Σκιόπα εφ’ όσον όλο αυτό το διάστημα δεν δέχεται τη δική μας ερμηνεία για τις εξελίξεις. 

 

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Ο Προϋπολογισμός τον οποίο συζητούμε είναι ο πρώτος που καταρτίζει και καλείται να υλοποιήσει η Κυβέρνηση, μετά την προσφυγή στο Μηχανισμό Στήριξης και την υπογραφή, χωρίς ίχνος διαπραγμάτευσης, του «Μνημονίου».

Προσφυγή για την οποία φέρει το μεγάλο μερίδιο ευθύνης.

Και τούτο γιατί:

1ον. Συνέβαλε, με πράξεις και παραλείψεις, στη διόγκωση του ελλείμματος του 2009, αφού, άλλωστε, κυβέρνησε για το 1/4 του χρόνου.

2ον. Δεν είχε σχέδιο και αναλώθηκε σε διακηρύξεις.

3ον. Ψήφισε Προϋπολογισμό που ενσωμάτωνε μη ρεαλιστικούς στόχους.

4ον. Κατέθεσε Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης κατώτερο των περιστάσεων.

5ον. Εμφάνισε διαχειριστικές αδυναμίες και υπέπεσε σε σωρεία παλινωδιών.

6ον. Έστελνε αντιφατικά μηνύματα στις αγορές, με αποτέλεσμα ακόμη και τα διεθνή μέσα ενημέρωσης να συστήσουν στα κυβερνητικά στελέχη να σιωπήσουν.

7ον. Αναφέρονταν απαξιωτικά για τη χώρα, το κύρος και την αξιοπιστία της.

Ο κ. Γιούνκερ, πρόσφατα, μας υπενθύμισε αυτό το λάθος της.

8ον. Θριαμβολογούσε, αδικαιολόγητα, για Ευρωπαϊκές αποφάσεις.

9ον. Δεν άντλησε έγκαιρα κεφάλαια από τις αγορές.

10ον. Άργησε να πάρει τα αναγκαία μέτρα.

Ο κ. Τρισέ, τόνισε ότι η «η Ελληνική Κυβέρνηση άργησε πάρα πολύ να αναγνωρίσει την έκταση του προβλήματος και να λάβει τα αναγκαία μέτρα».

[Συνημμένο 2]

Τον Οκτώβριο, το Μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ, κ. Σμάγκι, υπογράμμισε ότι «εάν η Ελληνική Κυβέρνηση είχε αποφασίσει να προχωρήσει σε διορθωτικές δράσεις από το φθινόπωρο του 2009, θα μπορούσε να αποφύγει την κρίση χρέους και το δραστικό πρόγραμμα προσαρμογής».

[Συνημμένο 3]

Έτσι, η Κυβέρνηση μετέτρεψε ένα πρόβλημα ελλείμματος και χρέους, κοινό στις περισσότερες Ευρωπαϊκές χώρες, όπως άλλωστε καταγράφει και ο εφετινός Προϋπολογισμός, σε κρίση δανεισμού.

Με αποτέλεσμα την προσφυγή στο Μηχανισμό Στήριξης.

 

Όμως, Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Η Κυβέρνηση αποδίδει την απόφασή της αυτή στο «έλλειμμα αξιοπιστίας» της χώρας, εξαιτίας της προηγούμενης Κυβέρνησης.

Επειδή, όμως, όπως σωστά ανέφερε στην Επιτροπή ο Συνάδελφος κ. Παπαδημούλης, «δεν μπορούμε να έχουμε μνήμη λωτοφάγου», ας αξιολογήσουμε τις επιδόσεις της Κυβέρνησης στο κεφάλαιο της αξιοπιστίας.

Ενδεικτικά, και μόνο, αναφέρω:

1ον. Ο κ. Πρωθυπουργός, προεκλογικά, υποστήριζε ότι «η κρίση στην Ελλάδα δεν έχει καμία σχέση με τη διεθνή».

Πριν από 2 μήνες, στη διακαναλική συνέντευξη, δήλωνε ότι «υπήρχε μια κρίση στη διεθνή οικονομία και αυτό είχε δημιουργήσει ένα πολύ αρνητικό κλίμα διεθνώς, έναν φόβο, που ξέσπασε πάνω στη Ελλάδα».

 

2ον. Ο κ. Πρωθυπουργός, προεκλογικά, διαβεβαίωνε ότι «λεφτά υπάρχουν».

Μετά τις εκλογές, μέλος της Κυβέρνησής του έλεγε ότι «δεν υπάρχει σάλιο».

 

3ον. Ο κ. Πρωθυπουργός, προεκλογικά, υπόσχονταν ότι θα «μαζέψει» τα ληξιπρόθεσμα χρέη προς το Δημόσιο, ύψους περίπου 32 δισ. ευρώ.

Σήμερα, η Κυβέρνηση επιδιώκει τη διαγραφή οφειλών προς το Δημόσιο ύψους 24 δισ. ευρώ.

 

4ον. Ο κ. Πρωθυπουργός, προεκλογικά, υποστήριζε ότι «αν σήμερα παγώσουμε τους μισθούς και αυξήσουμε τους φόρους…θα επέλθει ο φαύλος κύκλος της κατάρρευσης».

Ο Υπουργός Οικονομικών, με περισσή αλαζονεία, δήλωνε ότι «εμείς που κάτι σκαμπάζουμε περισσότερο από οικονομικά, αναρωτιόμαστε διπλά και λέμε: πως είναι δυνατόν μια Κυβέρνηση, η οποία επικαλείται την κρίση, να αφαιρεί από την οικονομία αντί να προσθέτει;» [9.9.2008]

Μετεκλογικά, η Κυβέρνηση προχώρησε σε οριζόντιες περικοπές και επιβαρύνσεις.

Μείωσε τις μέσες πραγματικές ακαθάριστες αποδοχές κατά 17% στο Δημόσιο και κατά 8% στο σύνολο της Οικονομίας, και έχει αυξήσει 3 φορές τους συντελεστές στα καύσιμα, στον καπνό, στα ποτά και, πλέον, και στον ΦΠΑ.

 

5ον. Η Κυβέρνηση, προεκλογικά, υποστήριζε ότι η ενεργοποίηση του «πακέτου» ενίσχυσης της ρευστότητας της οικονομίας, ύψους 28 δισ. ευρώ, ήταν «σκάνδαλο» και «χαριστική ρύθμιση στους τραπεζίτες».

Σήμερα, η Κυβέρνηση ενισχύει με 40 δισ. ευρώ τις εγγυήσεις προς τις τράπεζες, στηριζόμενη στο πλαίσιο του νόμου της ΝΔ.

 

6ον. Η Κυβέρνηση εκτιμούσε, τον Ιανουάριο, στο Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης, ότι «οι ιδιωτικοποιήσεις και μετοχοποιήσεις θα εξασφαλίσουν 2,5 δισ. ευρώ το 2010».

Τελικά, η Κυβέρνηση, δεν εξασφάλισε ούτε 1 ευρώ.

 

7ον. Ο κ. Πρωθυπουργός διαβεβαίωνε, το Μάρτιο, «ότι εμείς, οι Έλληνες, θα τα καταφέρουμε με τις δικές μας δυνάμεις».

Οι διαβεβαιώσεις αυτές διαψεύστηκαν.

 

8ον. Ο Υπουργός Οικονομικών διαβεβαίωνε, το Μάρτιο, τον Απρίλιο, το Μάιο, ότι «η Κυβέρνηση έχει πάρει όσα μέτρα χρειάζονται. Κανείς δεν έχει πει ότι χρειάζονται επιπλέον μέτρα».

Η Κυβέρνηση, σε συνεργασία με την «Τρόικα», επέβαλε, μόνο για το 2010, επιπλέον μέτρα ύψους 5,8 δισ. ευρώ.

 

9ον. Ο Υπουργός Οικονομικών διαβεβαίωνε, μόλις δύο ημέρες πριν από το 2ο γύρο των αυτοδιοικητικών εκλογών, ότι «τα μέτρα που έχουμε δεσμευτεί και στο Προσχέδιο του Προϋπολογισμού και στο «Μνημόνιο», τα 9,1 δισ. ευρώ για το 2011, είναι αρκετά».

Η Κυβέρνηση επιβάλλει νέα μέτρα συνολικού ύψους 14,3 δισ. ευρώ για το 2011.

 

10ον. Ο Υπουργός Οικονομικών υποστήριζε, σε πρόσφατες δηλώσεις του, ότι η αύξηση του ελλείμματος του 2010 από το 8,1% του ΑΕΠ στο 9,4% του ΑΕΠ οφείλεται στην αναθεώρηση του ελλείμματος του 2009.

Πολύ γρήγορα, όμως, ήρθε η διάψευση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή:

Τα 2/3 της αύξησης οφείλονται στην υστέρηση των εφετινών εσόδων.

Ένας ακόμη Κυβερνητικός «μύθος» κατερρίφθη.

 

Συμπέρασμα: Έτσι εννοεί η Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ την αξιοπιστία για την οποία δήθεν κόπτεται;

 

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Aξιολογώντας την πορεία εκτέλεσης του Προϋπολογισμού του 2010 και την ασκούμενη Κυβερνητική πολιτική υπογραμμίζουμε τα ακόλουθα:

 

1ον. Η εκτέλεσή του χαρακτηρίζεται από αστοχίες στις προβλέψεις και αποκλίσεις στους στόχους για βασικά μεγέθη της Οικονομίας.

[Συνημμένο 4]

Ενδεικτικά μόνο, αναφέρω ότι η Κυβέρνηση εκτιμούσε, τον Ιανουάριο, ότι η ύφεση θα διαμορφωθεί στο 0,3%, το Μάρτιο στο 2%, τον Μάιο στο 4%, και τώρα, στον Προϋπολογισμό, στο 4,2%.

Ύφεση και πληθωρισμός που είναι τα μεγαλύτερα στην Ευρώπη.

 

2ον. Η υστέρηση εσόδων, έναντι των στόχων, συνεχίζεται.

Ο μόνος τρόπος για να καλυφθεί αυτή η υστέρηση είναι να συνεχίσει να αναθεωρεί η Κυβέρνηση, προς τα κάτω, τις προβλέψεις της ή να προσθέτει νέα μέτρα, όπως έκανε με την περαίωση.

Σημειώνεται, δε, ότι η Κυβέρνηση, μετά τη σύναψη του «Μνημονίου», έχει προβεί σε 2 αναθεωρήσεις του ετήσιου στόχου για τα έσοδα.

Αρχικά, είχε υπολογίσει να εισπράξει 55 δισ. ευρώ, στο Προσχέδιο το ποσό αυτό μειώθηκε στα 52 δισ. ευρώ, και στον Προϋπολογισμό συρρικνώθηκε στα 51,3 δισ. ευρώ.

 

3ον. Οι δαπάνες, αν και μειωμένες κυρίως λόγω της οριζόντιας περιοριστικής εισοδηματικής πολιτικής και της συρρίκνωσης των προγραμμάτων κοινωνικής προστασίας, υπολείπονται του αναθεωρημένου στόχου.

Αυτό, καταδεικνύει την αδυναμία της Κυβέρνησης να περιορίσει την κρατική σπατάλη.

 

4ον. Η συρρίκνωση των δαπανών για δημόσιες επενδύσεις συνεχίζεται.

Καθίσταται σαφής η θυσία της αναπτυξιακής δυναμικής προκειμένου να καλυφθούν αστοχίες στην εκτέλεση του Προϋπολογισμού.

Έτσι, βυθίζεται ακόμα περισσότερο η Οικονομία στην ύφεση και συρρικνώνονται οι προοπτικές ανάταξης της οικονομίας.

 

5ον. Η Κυβέρνηση έχει δημιουργήσει ένα τεράστιο εσωτερικό χρέος.

Το κράτος, ουσιαστικά, μέχρι σήμερα, δεν έχει πληρώσει οφειλές του προς τις επιχειρήσεις που εκτιμάται ότι ξεπερνούν τα 10 δισ. ευρώ.

 

6ον. Η Κυβέρνηση έχει αδρανοποιήσει τα διαθέσιμα αναπτυξιακά εργαλεία.

Το ΕΣΠΑ έχει βαλτώσει.

Το ΤΕΜΠΜΕ αδρανεί.

Οι πρωτοβουλίες για ΣΔΙΤ και συμβάσεις παραχώρησης είναι ανύπαρκτες.

Επενδυτικός Νόμος τώρα διαμορφώνεται.

Αποτέλεσμα; Η συρρίκνωση της ρευστότητας, η αύξηση των «λουκέτων», η μετανάστευση επιχειρήσεων.

 

7ον. Η ανεργία, μήνα με το μήνα, διογκώνεται.

«Σκαρφάλωσε» στο 12,4% στο τρίτο τρίμηνο του έτους, από 9,3% στο αντίστοιχο τρίμηνο του 2009.

Το υψηλότερο ποσοστό ανεργίας της τελευταίας δεκαετίας.

Χάθηκαν περίπου 210.000 θέσεις απασχόλησης σε ένα χρόνο.

 

8ον. Η μείωση του ελλείμματος της Γενικής Κυβέρνησης θα είναι, εάν είναι, 14 δισ. ευρώ για το 2010, εξαιτίας λογιστικών καταγραφών και εθνικολογιστικών προσαρμογών.

Το αναφέρει ο ίδιος ο Προϋπολογισμός.

Η μείωση του ελλείμματος του Κρατικού Προϋπολογισμού θα είναι, εάν είναι, 10 δισ. ευρώ για το 2010.

 

9ον. Μέχρι σήμερα όμως, στο πρώτο ενδεκάμηνο του έτους, η μείωση του ελλείμματος είναι 7 δισ. ευρώ.

Θα πρέπει, συνεπώς, το έλλειμμα, τον τελευταίο μήνα του έτους, να μειωθεί, περαιτέρω, κατά 3 δισ. ευρώ, προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος του Προϋπολογισμού.

                                                                                    

10ον. Ακόμη, όμως, και αν η Κυβέρνηση επιτύχει αυτή τη μείωση του ελλείμματος, έχει ενδιαφέρον να εξετάσει κανείς τις πηγές της.

Σύμφωνα με τον Προϋπολογισμό, αυτές είναι:

Η αύξηση της έμμεσης φορολογίας [κατά 3,2 δισ. ευρώ].

Οι οριζόντιες περικοπές αποδοχών και συντάξεων [κατά 2 δισ. ευρώ].

Η μείωση των μεταβιβαστικών πληρωμών (μειώσεις σε αμυντικές δαπάνες, εξόφληση παλαιών χρεών των νοσοκομείων το 2009) [κατά 2,9 δισ. ευρώ].

Η μείωση των δαπανών του ΠΔΕ [κατά 1,1 δισ. ευρώ].

Η μείωση των καταναλωτικών δαπανών [κατά 700 εκατ. ευρώ].

Δηλαδή, η μείωση του ελλείμματος θα προέλθει, κυρίως, από λογιστικές ταξινομήσεις, από τη φορολογική αφαίμαξη νοικοκυριών και επιχειρήσεων και από την περιοριστική εισοδηματική πολιτική.

Δηλαδή, από πολιτικές επιλογές που ενισχύουν τις υφεσιακές τάσεις της Οικονομίας.

Και όχι από τη μείωση της σπατάλης.

 

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Η αυταπόδεικτη αποτυχία της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής μεταφέρεται και επιβαρύνει τη δημοσιονομική κατάσταση και του επόμενου έτους.

Του 2011, για το οποίο μπορούμε να διαπιστώσουμε τα εξής:

 

1ον. Η ύφεση παραμένει βαθιά και είναι παρατεταμένη.

Εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στο 3% το 2011.

Μάλιστα, το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν, το 3ο τρίμηνο του 2010 διαμορφώθηκε στα επίπεδα του 1ου τριμήνου του 2006.

[Συνημμένο 5]

 

2ον. Η δημοσιονομική προσαρμογή είναι οικονομικά αναποτελεσματική.

Λαμβάνονται μέτρα συνολικού ύψους 14,3 δισ. ευρώ προκειμένου να μειωθεί το έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης κατά 5 δισ. ευρώ.

Αυτή η διαφορά μεταξύ επιθυμίας και πραγματικής προσαρμογής οφείλεται στις πολλαπλασιαστικές, δυσμενείς, επιπτώσεις των περιοριστικών μέτρων και στην ύφεση.

 

3ον. Η δημοσιονομική προσαρμογή είναι εξαιρετικά φιλόδοξη.

Εάν δεν συμπεριλάβει κανείς την επίπτωση των μέτρων του 2010 στο 2011 (2,6 δισ. ευρώ), τα μέτρα που θα λαμβάνονταν με βάση το «Μνημόνιο» θα ήταν ύψους 5,5 δισ. ευρώ.

Σε αυτά προστίθενται πλέον νέα μέτρα ύψους 6,1 δισ. ευρώ, δηλαδή περισσότερα και από τα αρχικά προβλεπόμενα.

Πρόκειται ουσιαστικά για «2 Μνημόνια σε έναν Προϋπολογισμό».

 

4ον. Τα συσταλτικά μέτρα είναι υπερβολικά σε ένταση και έκταση.

Το γεγονός ότι αρκετά από αυτά συμπεριλαμβάνονται στο «Μνημόνιο» δεν τα κάνει παλιά, ούτε καταργεί τις οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες που αυτά έχουν στα νοικοκυριά και στις επιχειρήσεις.

Η προσπάθεια, μάλιστα, που πρέπει να καταβληθεί το 2011, για να επιτευχθούν οι στόχοι, είναι διπλάσια από αυτή του 2010.

 

5ον. Πολλά από τα μέτρα δεν είναι σαφώς καθορισμένα. 

Και εδώ τίθεται το ερώτημα:

Εάν τα μέτρα εκτός «Μνημονίου» είναι απαραίτητα, τα προσδοκώμενα αποτελέσματά τους ρεαλιστικά, και έχει εξειδικευθεί ο τρόπος υλοποίησής τους, γιατί αυτά δεν περιλαμβάνονταν και στο Προσχέδιο του Προϋπολογισμού;

Η απάντηση είναι απλή: Διότι μεταξύ Προσχεδίου και Προϋπολογισμού μεσολαβούσαν οι αυτοδιοικητικές εκλογές.

 

6ον. Η δημοσιονομική προσαρμογή είναι κοινωνικά άδικη.

Διαμορφώνει μια καταθλιπτική πραγματικότητα, προκαλεί κοινωνική αναταραχή.

Η τελευταία εσπευσμένη και επεισοδιακή ψήφιση του «Πολυνομοσχεδίου» της Κυβέρνησης έχει αφήσει ανοικτή πληγή στο σώμα των Κοινοβουλευτικών Θεσμών, της οικονομίας, της κοινωνίας.

 

7ον. Η επίτευξη των στόχων της δημοσιονομικής προσαρμογής είναι μη ρεαλιστική.

Η Κυβέρνηση παραμένει αθεράπευτα φιλόδοξη στην είσπραξη εσόδων, παρά τη βαθιά ύφεση, την καθίζηση της κατανάλωσης, τη συρρίκνωση των εισοδημάτων, την εκτίναξη της ανεργίας.

Ο απόλυτος όμως Κυβερνητικός παραλογισμός προέρχεται από την έκτακτη εισφορά των επιχειρήσεων, για τη χρήση του 2009, που προσδοκάται ότι θα αποφέρει 1 δισ. ευρώ το 2011.

Όμως, σύμφωνα με τον Προϋπολογισμό, «τα έσοδα από τη φορολογία νομικών προσώπων εκτιμάται ότι θα εμφανίσουν μείωση 12,5% το 2010 λόγω της μειωμένης κερδοφορίας των επιχειρήσεων κατά τη χρήση έτους 2009».

Έτσι, ενώ η κερδοφορία είναι μειωμένη, η Κυβέρνηση προσδοκά να αντλήσει περισσότερα έσοδα και από το 2010 (που ήταν 800 εκατ. ευρώ) και από τις αρχικές προβλέψεις του «Μνημονίου» για το 2011 (που ήταν 600 εκατ. ευρώ).

 

8ον. Δεν υπάρχει αναπτυξιακός προσανατολισμός.

Η Κυβέρνηση κρατά το ΠΔΕ, που κατά την ίδια «αποτελεί το σημαντικότερο μέσο άσκησης αναπτυξιακής πολιτικής», στο 3,7% του ΑΕΠ, στο χαμηλότερο επίπεδο της τελευταίας δεκαετίας.

Σύμφωνα μάλιστα με το ΙΟΒΕ, η μείωση του εφετινού Προγράμματος ευθύνεται για τη μισή ύφεση.

 

9ον. Το δημόσιο χρέος μεγαλώνει και διατηρεί τη δυναμική του.

Το χρέος της Κεντρικής Κυβέρνησης, αναμένεται να διευρυνθεί στο 159% του ΑΕΠ το 2011.

Αναμένεται να «εκτοξευθεί» στα 362 δισ. ευρώ το 2011, δηλαδή αυξάνεται κατά 64 δισ. ευρώ σε 2 χρόνια διακυβέρνησης ΠΑΣΟΚ.

Με αυτά τα δεδομένα, η αναμενόμενη επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής του χρέους από το Μηχανισμό Στήριξης προκειμένου αυτός να ευθυγραμμισθεί με τον αντίστοιχο της Ιρλανδίας θα ευνοήσει την αποπληρωμή του, αρκεί να μην συνοδευτεί από νέους, δυσμενείς, όρους και προϋποθέσεις.

 

10ον. Η ανεργία διογκώνεται δραματικά.

Αναμένεται να διαμορφωθεί στο 14,6% το 2011, από 9,1% το 2009.

 

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Η πορεία εκτέλεσης του Προϋπολογισμού του 2010, η δημοσιονομική προσαρμογή του 2011, καθώς και οι αστοχίες στις εκτιμήσεις και οι αποκλίσεις από τους στόχους του «Μνημονίου», δικαιώνουν τη στάση της ΝΔ.

Επιβεβαιώνουν ότι το «θεραπευτικό σχήμα» που έχει τεθεί σε εφαρμογή δεν είναι κατάλληλο.

Αναδεικνύουν τον φόβο ενός μακροχρόνιου παγετώνα της Οικονομίας τον οποίο επεσήμανε και ο κ. Παπαδόπουλος, τέως Υπουργός Κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ.

Καθιστούν επιβεβλημένη την αλλαγή της οικονομικής πολιτικής.

Και αυτό γιατί η δημοσιονομική εξυγίανση και πειθαρχία είναι αναγκαία, αλλά όχι και ικανή, συνθήκη για την αναπτυξιακή επανεκκίνηση της οικονομίας.

Αυτό που χρειάζεται σήμερα είναι η άμεση συγκρότηση σχεδίου και η ανάληψη δράσεων για τη διαμόρφωση ενός νέου οικονομικού προτύπου.

Προτύπου που θα στοχεύει, επί της ουσίας, στην επίτευξη της διατηρήσιμης ανάπτυξης, στην ενίσχυση της απασχόλησης και της κοινωνικής συνοχής.

Προς αυτή την κατεύθυνση, έγκαιρα, ο Πρόεδρος της ΝΔ, κ. Σαμαράς,  κατέθεσε ένα ρεαλιστικό σχέδιο.

Σχέδιο το οποίο διαρκώς εμπλουτίζεται.

Βασικοί άξονές του είναι:

 

1ος. Η μείωση του διαρθρωτικού ελλείμματος, κυρίως, μέσω της περιστολής των δαπανών.

Η δημοσιονομική προσαρμογή είναι διατηρήσιμη εάν βασίζεται σε περικοπή των πρωτογενών δαπανών.

Απαιτείται, όμως, και η αναδιάρθρωση των δαπανών με τη βελτίωση της «ποιότητας» των δημόσιων οικονομικών και με την αύξηση της αποτελεσματικότητας των πόρων.

Σύμφωνα και με την Τράπεζα της Ελλάδος «υπάρχουν μεγάλα περιθώρια για ουσιαστική μείωση των δαπανών».

 

2ος. Η ενίσχυση των φορολογικών εσόδων.

Με την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας και του συντονισμού σε όλα τα επίπεδα του φορολογικού, ελεγκτικού και εισπρακτικού μηχανισμού.

Με τη βελτίωση της ποιότητας του θεσμικού πλαισίου που διέπει την λειτουργία της φορολογικής διοίκησης.

 

3ος. Η ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των κοινωνικών δαπανών ώστε να αντιμετωπισθεί το κύμα φτώχειας και ανεργίας που σαρώνει τη χώρα.

Με στοχευμένες παρεμβάσεις κοινωνικής πολιτικής.

Με τον εξορθολογισμό των μηχανισμών αναδιανομής εισοδήματος.

 

4ος. Η ανάληψη των αναγκαίων μέτρων τόνωσης της αγοράς.

Με παρεμβάσεις όπως είναι η εμπροσθοβαρής αξιοποίηση των κοινοτικών κονδυλίων, η επιτάχυνση της κατασκευής έργων παραχώρησης, οι στοχευμένες δράσεις για την οικοδομή, τον τουρισμό και τη ναυτιλία.

 

5ος. Η αξιοποίηση της περιουσίας του Δημοσίου.

Μια ορθολογική διαχείριση και μια δυναμική και στοχευμένη αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας μπορεί να εξασφαλίσει σημαντικά, σταθερά και σε μακροχρόνια βάση έσοδα για το Δημόσιο, να μειώσει το ύψος του χρέους, και να δημιουργήσει πρόσθετα αναπτυξιακά οφέλη.

 

6ος. Η επιτάχυνση των διαρθρωτικών αλλαγών ώστε να αξιοποιηθούν λιμνάζουσες αναπτυξιακές δυνατότητες της χώρας.

Αλλαγές, κάποιες από τις οποίες περιλαμβάνονται και στο «Μνημόνιο».

Μεταρρυθμίσεις που πράγματι επί δεκαετίες δεν είχαμε θέσει σε εφαρμογή και οι οποίες είναι αναγκαίες για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της  οικονομίας.

 

7ος. Η επένδυση στη γνώση, στην έρευνα και στην καινοτομία.

Με την ανάπτυξη ενός ολοκληρωμένου και ποιοτικού συστήματος εκπαίδευσης και δια βίου μάθησης.

 

8ος. Η ενίσχυση της επιχειρηματικότητας.

  • Με τη διαμόρφωση απλών, διαφανών και σταθερών κανόνων.
  • Με τη βελτίωση του ρυθμιστικού και ανταγωνιστικού πλαισίου των αγορών.
  • Με τη σταδιακή μείωση των φόρων.
  • Με τη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών, αφού αυτές, στο ύψος που είναι διαμορφωμένες, δημιουργούν προβλήματα στην απασχόληση και στην ανταγωνιστικότητα.

 

9ος. Η δημιουργία ενός σύγχρονου κοινωνικού κράτους.

  • Με τη βελτίωση της ποιότητας των θεσμών.
  • Με τη δραστική μείωση της γραφειοκρατίας.

Με πρωτοβουλίες, όπως, είναι ο περιορισμός των ερμηνευτικών εγκυκλίων, η ενοποίηση των μηχανισμών χρέωσης του πολίτη, ο περιορισμός των επικαλύψεων των αρμοδιοτήτων των δημόσιων υπηρεσιών.

 

10ος. Η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας.

Με την τόνωση της εξωστρέφειας και την ανάδειξη των ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων της χώρας.

 

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Σε αυτούς τους άξονες πολιτικής δράσης η ΝΔ, συνέβαλε και θα συμβάλλει με σύνεση, με συνέπεια, με υπευθυνότητα, με αποφασιστικότητα.

Άλλωστε έχει αποδείξει έμπρακτα και διαχρονικά, ότι ασκεί με ευθύνη τον εκάστοτε θεσμικό ρόλο της.

Τον τελευταίο χρόνο:

  • Ενίσχυσε την προσπάθεια για τη δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Στήριξης.
  • Συμμετέχει ενεργά και δημιουργικά στην αναζήτηση των βέλτιστων λύσεων στο πλαίσιο της Ευρωζώνης.
  • Πρότεινε, έγκαιρα, συσταλτικά μέτρα δημοσιονομικής πολιτικής.
  • Στήριξε χρηματοπιστωτικά μέτρα για τη διαφύλαξη της σταθερότητας του τραπεζικού συστήματος.
  • Στήριξε διαρθρωτικά μέτρα για τη βιώσιμη διόρθωση των δημόσιων οικονομικών και για την απελευθέρωση δυνάμεων και πόρων στην Οικονομία.
  • Στήριξε αρκετές από τις ρυθμίσεις που εμπεριέχονται στο πρόσφατο «Πολυνομοσχέδιο».
  • Κατέθεσε τεκμηριωμένες προτάσεις για την ταχύτερη έξοδο της χώρας από την κρίση και το «Μνημόνιο».

Έτσι αντιλαμβάνεται το ρόλο της η ΝΔ και ο Πρόεδρός της κ. Σαμαράς.

Έναν ρόλο που ποτέ δεν «έπαιξε» ο κ. Πρωθυπουργός ως Αρχηγός της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης.

Σε κάθε περίπτωση βέβαια η ΝΔ δεν μιμείται το ΠΑΣΟΚ.

 

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Συμπερασματικά, ο Προϋπολογισμός του 2011:

Εδράζεται σε έωλες παραδοχές.

Ενσωματώνει μη ρεαλιστικές προβλέψεις.

Αγνοεί την ανάκαμψη της οικονομίας και την κοινωνική προστασία.

Για αυτό είναι ένας μετέωρος Προϋπολογισμός.

Είναι ένας Προϋπολογισμός μιας «εικονικής πραγματικότητας».

Και θα αποδειχθεί ως ο πρώτος «προσωρινός» Προϋπολογισμός για το 2011.

Πολύ γρήγορα θα αναθεωρηθεί, όπως, άλλωστε έγινε και με το Προσχέδιό του.

Γεγονός που δείχνει ξεκάθαρα την αδιέξοδη οικονομική πολιτική της Κυβέρνησης.

Γεγονός που αποτελεί άλλη μία ισχυρή ένδειξη της αναγκαιότητας αλλαγής του μίγματος οικονομικής πολιτικής.

Αναγκαία αλλαγή για να πιάσουν τόπο οι μεγάλες και διευρυνόμενες θυσίες των Ελλήνων πολιτών.

Ομιλία στην 11η Prodexpo με θέμα “Χρηματοπιστωτική Κρίση και Αγορά Ακινήτων”

Κυρίες και Κύριοι,

Θα ήθελα να ευχαριστήσω τους διοργανωτές του 11ου Συνεδρίου της PRODEXPO για την πρόσκληση που μου απεύθυναν να παραστώ και να καταθέσω ορισμένες σκέψεις για την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, την εγχώρια, κυρίως, δημοσιονομική κρίση και τις επιπτώσεις τους στην αγορά ακινήτων.

Χρηματοπιστωτική κρίση που οφείλεται σε μια σειρά από παράγοντες, όπως είναι:

  • Η σταδιακή κατάρρευση της αγοράς των στεγαστικών δανείων, κυρίως στις ΗΠΑ.
  • Τα προβλήματα στην αγορά των ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων υψηλού ρίσκου (subprime markets).
  • Η τιτλοποίηση των στεγαστικών δανείων και η χρήση πιστωτικών παραγώγων που οδήγησε σε μόλυνση των ισολογισμών των χρηματοπιστωτικών οργανισμών με «τοξικά» χαρτοφυλάκια.
  • Η αλόγιστη απληστία (τα «οικονομικά της απληστίας» κατά τον Πολ Κρούγκμαν).
  • Το έλλειμμα εταιρικής διακυβέρνησης σε συνδυασμό με την ανεπαρκή αξιολόγηση κινδύνων.
  • Η παρατεταμένη ρυθμιστική αδράνεια και η ελλειπής εποπτεία εθνικών αρχών και φορέων, κυρίως στις μη εποπτευόμενες περιοχές των αγορών κεφαλαίου [βλέπε hedge funds και private equity funds].
  • Η μόχλευση των κεφαλαίων με δανειακά κεφάλαια.

 

Αυτή η χρηματοπιστωτική κρίση επεκτάθηκε γρήγορα και στην πραγματική οικονομία των ανεπτυγμένων κρατών και, κυρίως, των ευρωπαϊκών χωρών, οι οποίες δεν κατάφεραν από την πρώτη στιγμή να αναπτύξουν μία συντονισμένη, προληπτική και κατασταλτική, «γραμμή άμυνας» κατά τη μετάδοση της οικονομικής κρίσης.

Αντίδραση που ούτε σήμερα είναι απόλυτα ευθυγραμμισμένη με αφορμή τη συζήτηση που διεξάγεται για την οικονομική διακυβέρνηση σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, παρά την παρατηρούμενη σύγκλιση ως προς το ζήτημα της δημοσιονομικής πειθαρχίας.

Σύγκλιση που κινείται προς την κατεύθυνση της ενισχυμένης διαδικασίας επιτήρησης και της δημιουργίας νέων μηχανισμών επιβολής ημι-αυτόματων κυρώσεων για τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης που παραβιάζουν τις δεσμεύσεις τους.

 

Απόρροια αυτής της κρίσης, ήταν οι Ευρωπαϊκές Οικονομίες να οδηγηθούν σε διόγκωση χρεών και ελλειμμάτων, προσπαθώντας είτε να διασώσουν τα ευάλωτα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα είτε να αντιμετωπίσουν τις επιπτώσεις της χρηματοπιστωτικής κρίσης στην πραγματική Οικονομία.

Έτσι, το δημοσιονομικό έλλειμμα και το δημόσιο χρέος των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά μέσο όρο και πριν την τελευταία αναθεώρηση, αυξήθηκε, κατά 6% του ΑΕΠ και κατά 15% του ΑΕΠ αντιστοίχως την περίοδο 2007 – 2009.

Ορισμένες Οικονομίες όμως, με χρόνια διαρθρωτικά προβλήματα, όπως κυρίως αυτές του Νότου, επηρεάστηκαν και επηρεάζονται περισσότερο από τις άλλες.

Χώρες, όπως, η Ελλάδα στις οποίες, αν και το τραπεζικό τους σύστημα φάνηκε σχετικά ανθεκτικό στην κρίση, η πραγματική τους Οικονομία δεν μπόρεσε να αντέξει στις πιέσεις.

Και έτσι διογκώθηκαν τα προβλήματα ελλείμματος και χρέους σε αυτές τις οικονομίες.

Μόνο όμως στην Ελλάδα, αυτό το πρόβλημα μετατράπηκε σε κρίση δανεισμού.

Κρίση δανεισμού που οδήγησε στην προσφυγή στο Μηχανισμό Στήριξης και σε δημοσιονομικές επιλογές δυσμενείς για κλάδους με καθοριστική σημασία για την εγχώρια οικονομική δραστηριότητα, όπως είναι αυτός των ακινήτων.

 

Κυρίες και Κύριοι,

Η αγορά ακινήτων αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους κλάδους της οικονομίας στην Ελλάδα, καθώς τα ακίνητα αποτελούν το βασικότερο περιουσιακό στοιχείο των Ελληνικών νοικοκυριών.

Σύμφωνα με σχετικά πρόσφατα στοιχεία, στη χώρα μας παρατηρείται το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό ιδιοκατοίκησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση (80%) που μετατρέπεται σε 97% στις αγροτικές περιοχές.

Το ακίνητο αποτελούσε, για πολλές δεκαετίες, τη μόνη σταθερή και αποδοτική επένδυση, αλλά και τη μόνη επιλογή που παρείχε μακροπρόθεσμη προστασία στους πολίτες έναντι του πληθωρισμού.

Ενδεικτικά αναφέρεται ότι «[…] μία επένδυση 100 ευρώ σε ακίνητα στις 31/12/1995 μετατρέπεται στις 31/12/2008 σε 304 ευρώ […]» (Καθηγητής κ. Χαρδούβελης).

Βέβαια, οι επενδύσεις σε ακίνητα χαρακτηρίζονται:

α) από πολύ μικρότερο βαθμό ρευστότητας (που σημαίνει ότι διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο έλλειψης ρευστότητας),

β) από υψηλό βαθμό μόχλευσης (που σημαίνει υψηλό ποσοστό δανειακών κεφαλαίων σε σχέση με τα ίδια κεφάλαια), ενώ

γ) από μικρότερη διακύμανση (μεταβολή) των τιμών και των αποδόσεων.

Έτσι, στα τέλη του 2008, σύμφωνα με στοιχεία της EFG Eurobank Research, το 81,8% των περιουσιακών στοιχείων των Ελλήνων ήταν τοποθετημένα σε ακίνητα, το 17% σε καταθέσεις και το 1,2% σε μετοχές.

Η προτίμηση αυτή μεταφράζεται, σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σε επενδύσεις σε κατοικίες στο 5,4% του ΑΕΠ και σε κατασκευές στο 10,7% το 2008.

Οι επιλογές αυτές συνδυάστηκαν και με την είσοδο της Ελληνικής Οικονομίας στη ζώνη του ευρώ και με την απότομη πτώση των επιτοκίων.

Αυτή η περίοδος μπορεί να χαρακτηριστεί, σύμφωνα και με μελέτη της Τράπεζας της Ελλάδος, ως περίοδος των «παχέων αγελάδων», καθώς κατά την δεκαετία 1998 – 2007 οι τιμές των ακινήτων αυξήθηκαν κατά 100%.

Έτσι, «ενώ το 1994 χρειαζόταν 2,6 βασικοί μισθοί για να αγοράσει κάποιος ένα τετραγωνικό μέτρο κατοικίας σε μία μεσαία αστική περιοχή, το 2006 χρειάζονταν 4,8 μισθούς. Το 2008, παρά την πτώση των τιμών των ακινήτων κατά 10%, ο δείκτης παρέμεινε πάνω από το 4» (Καθηγητής κ. Μουρμούρας).

Αυτή η ζήτηση για ακίνητα αποτέλεσε την κινητήριο δύναμη για την άνοδο του κλάδου των κατασκευών και την άνθηση της οικοδομικής δραστηριότητας.

Δραστηριότητα που παράγει θέσεις απασχόλησης (17% της συνολικής απασχόλησης), εισοδήματα (15% του ΑΕΠ), τζίρους, φορολογικά έσοδα, και με την οποία σχετίζονται και 150 επαγγέλματα.

Ωστόσο, μετά την εκδήλωση της κρίσης, αλλά και εξαιτίας συγκεκριμένων, άστοχων, Κυβερνητικών επιλογών, η αγορά αυτή παρουσιάζει απότομη καθίζηση.

Η ζήτηση είναι περιορισμένη, ο δανεισμός ακριβός και με αυστηρότατα κριτήρια, η δε έλλειψη ρευστότητας στην αγορά πλέον είναι εμφανέστατη.

 

Κυρίες και Κύριοι,

Οι βασικοί λόγοι που οδήγησαν σε αυτή την καθίζηση είναι τέσσερις.

 

Ο πρώτος έχει να κάνει με τη χρηματοπιστωτική κρίση.

Λόγω της μείωσης της διαθέσιμης ρευστότητας και της αύξησης των κεφαλαιακών απαιτήσεων παρατηρήθηκε έντονη απο-μόχλευση, δηλαδή μείωση της «εύκολης» παροχής δανείων και συρρίκνωση της οικοδομικής δραστηριότητας.

 

Ο δεύτερος λόγος έχει να κάνει με την ύφεση.

Λόγω της μείωσης του ΑΕΠ και του διαθέσιμου εισοδήματος παρατηρείται πτώση της ζήτησης για ακίνητα και σταδιακή μείωση των τιμών. Η σχέση της αγοράς ακινήτων με τον οικονομικό κύκλο είναι αμφίδρομη, αφού η πτώση των τιμών συνεπάγεται μείωση των επενδύσεων και της απασχόλησης και ούτω καθεξής…

 

Ο τρίτος λόγος έχει να κάνει με τον πληθωρισμό.

Λόγω αυτού επέρχεται μείωση της ζήτησης για στεγαστικά δάνεια και αυξημένο κόστος παραγωγής νέων κατοικιών.

 

Και ο τέταρτος λόγος έχει να κάνει με συγκεκριμένες Κυβερνητικές επιλογές.

Επιλογές που ωθούν την Οικονομία σε έναν ανατροφοδοτούμενο φαύλο κύκλο ύφεσης.

Πολιτικές που οδηγούν σε μείωση των συναλλαγών, αποθάρρυνση της επένδυσης στα ακίνητα, μείωση της κατασκευαστικής δραστηριότητας.

Μέτρα φοροεπιδρομής στη μεσαία και τη μικρομεσαία ιδιοκτησία.

Μέτρα, όπως είναι:

  • Η επαναφορά καταργημένων φόρων, όπως των δωρεών, γονικών παροχών και κληρονομιών.
  • Η επιβολή τεκμαρτού φόρου ιδιοκατοίκησης,
  • Η κατάργηση της απαλλαγής από το «πόθεν έσχες» για την πρώτη κατοικία (πλέον η Κυβέρνηση σκέφτεται να επαναφέρει την απαλλαγή…[Βήμα της Κυριακής, 24.10.2010]).
  • Η επικείμενη αύξηση των αντικειμενικών αξιών (πλέον η Κυβέρνηση σκέφτεται να παρατείνει την αύξηση για το 2ο εξάμηνο του 2011…[Βήμα της Κυριακής. 24.10.2010]).

Διαπιστώσεις που επισημαίνει και η ΠΟΜΙΔΑ, σύμφωνα με την οποία:

«[…] Η κτηματαγορά, η οικοδομή και η ιδιαίτερα η αγορά των μισθώσεων ακινήτων βρίσκονται σε κατάσταση πραγματικής κατάρρευσης, εξ αιτίας όχι τόσο της σοβούσας οικονομικής κρίσης, όσο κυρίως:

α) των πρόσφατων φορολογικών μέτρων,

β) της μειώσεως του αριθμού των εκμισθωμένων ακινήτων λόγω της διακοπής λειτουργίας πολλών επιχειρήσεων,

γ) της μειώσεως των ενοικίων, και

δ) της φημολογίας για μεγάλες αυξήσεις των αντικειμενικών αξιών από το 2011[…]» [9 Σεπτεμβρίου].

 

Έτσι σήμερα η αγορά ακινήτων έχει παγώσει.

Η οικοδομική δραστηριότητα έχει καθηλωθεί.

Σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, στο οκτάμηνο Ιανουαρίου – Αυγούστου έχουν καταγραφεί μόλις 12.000 συναλλαγές μέσω των τραπεζών, όταν προ κρίσης μέσα σε έναν χρόνο καταγράφονταν πάνω από 70.000.

Τον Ιούλιο του 2010 οι εκδοθείσες οικοδομικές άδειες περιορίστηκαν στις 5.156, από 6.519 τον ίδιο μήνα του 2009, από 7.846 τον ίδιο μήνα του 2008, από 8.652 τον ίδιο μήνα του 2007.

Δηλαδή, η μείωση είναι 40% από το 2007.

Αντίστοιχη είναι και η συρρίκνωση του όγκου της οικοδομικής δραστηριότητας.

Έτσι, περίπου 800 επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον κλάδο της οικοδομής έχουν κλείσει από τις αρχές του χρόνου.

Αυτή η συρρίκνωση μεταφράζεται, σύμφωνα με το Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδος, σε απώλεια τουλάχιστον 40.000 θέσεων εργασίας στον ευρύτερο κατασκευαστικό και οικοδομικό κλάδο.

 

Κυρίες και Κύριοι,

Η ελληνική αγορά ακινήτων, έχει ανάγκη, πιο έντονα από ποτέ, για βαθιές τομές, σχεδιασμό με στόχους, σταθερούς κανόνες και φορολογικό καθεστώς, προσέλκυση (με χαρακτήρα επείγοντος…) ξένων επενδύσεων και βέβαια επιτάχυνση των δεκάδων μεγάλων ιδιωτικών επενδύσεων (χωρίς τη συμμετοχή του Δημοσίου) που είναι κολλημένες στη γραφειοκρατία.  

Σ’ αυτή την κατάσταση επιβάλλεται η παρέμβαση της Πολιτείας.

Με πολιτικές στήριξης του κλάδου των ακινήτων, με επιλογές τόνωσης της κατασκευαστικής και οικοδομικής δραστηριότητας.

Με πρωτοβουλίες, όπως είναι:

  • Η ενίσχυση της οικιστικής δραστηριότητας.

Για παράδειγμα, σημαντική επιχορήγηση του επιτοκίου στεγαστικών δανείων για μια 10ετία (εφόσον οι σχετικές συμβάσεις υπογραφούν μέχρι 31/12/2011 και επέκταση των φορολογικών κινήτρων που έληξαν την 31/12/2009 μέχρι 31/12/2011).

  • Η εξόφληση κατασκευαστικών οφειλών.

Με την εξέταση νέων τρόπων εξόφλησης των υποχρεώσεων του κράτους προς τον ιδιωτικό τομέα, όπως είναι η δυνατότητα νέου διακανονισμού, η μερική εξόφληση και ο διακανονισμός και η μερική ή ολική εξόφληση με ομόλογα.

  • Η αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου μέσα από συγκεκριμένες πρωτοβουλίες αξιοποίησης – και όχι εκποίησης – αυτής.

Με πολιτικές που θα μετατρέψουν ένα μέρος του δυνητικού, ανενεργού, πλούτου σε «ενεργητικό».

Με πολιτικές που θα κινητοποιήσουν την περιουσία που παραμένει κατακερματισμένη σε διάφορους φορείς, η αξία της οποίας μόνο στην ΚΕΔ – η οποία μετά από 3 μήνες είναι πάλι χωρίς Πρόεδρο – εκτιμάται στα 272 δισ. ευρώ!

Με σύγχρονες μεθόδους του real estate development που διασφαλίζουν τον έλεγχο και την τήρηση των κανόνων, ώστε να αποφύγουμε στρεβλές μορφές οικιστικής ανάπτυξης – όπως συνέβη σε άλλες χώρες (Ισπανία).

Με μακροχρόνιες μισθώσεις, leasing ή ΣΔΙΤ, ενός μέρους των ακινήτων, που αποτελούν μορφές επικερδούς αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας χωρίς να χάνεται η κυριότητα.

Με την εμπορική αξιοποίηση ενός άλλου μέρους της ακίνητης περιουσίας που μπορεί να αποφέρει άμεσα τη ρευστότητα που χρειαζόμαστε για να μειώσουμε το χρέος.

Με ανάπτυξη τουριστικής κατοικίας για αγοραστές υψηλής εισοδηματικής στάθμης, εστιάζοντας σε κατασκευές με υψηλές προδιαγραφές που έχουν μεγάλη ζήτηση και που δεν αποτελούν ανταγωνιστική δραστηριότητα για τις ξενοδοχειακές μονάδες (ΙΟΒΕ).

Με αξιοποίηση λιμανιών, αεροδρομίων, μαρίνων κλπ., συντελώντας πέρα από τη συγκέντρωση δημοσίων εσόδων και στην τόνωση της περιφερειακής ανάπτυξης.

Συμπερασματικά, με πολιτικές που επιτυγχάνουν το συγκερασμό της δημοσιονομικής προσαρμογής και της ανάταξης, αρχικά, και της ανάπτυξης, μεταγενέστερα, της οικονομίας.

Πολιτικές βιώσιμης δημοσιονομικής προσαρμογής και θαρραλέων διαρθρωτικών αλλαγών.

Πολιτικές ελπίδας και προοπτικής που συστηματικά, αναλυτικά, και ποσοτικοποιημένα προτείνουμε, ως Αξιωματική Αντιπολίτευση, στην Ελληνική Κυβέρνηση.

 

Σας ευχαριστώ.

InstagramYoutube