Ομιλία

Oμιλία στο 17ο Ετήσιο Συνέδριο Healthworld “Η υγεία στη μετά – μνημόνιο εποχή” | 11.6.2018

Δελτίο Τύπου

 

Αθήνα, 11.06.2018

 

Ομιλία στο 17ο Ετήσιο Συνέδριο Healthworld του Ελληνο-Αμερικανικού Εμπορικού Επιμελητηρίου  «Η Υγεία στη Μετά-Μνημόνιο Εποχή»

 

Θέλω να ευχαριστήσω το Ελληνοαμερικανικό Εμπορικό Επιμελητήριο για την πρόσκλησή του να συμμετάσχω στο Συνέδριο και να καταθέσω ορισμένες σκέψεις για το κρίσιμης σημασίας, πολυδιάστατο πεδίο της Υγείας.

Κυρίες και Κύριοι,

Η δομή και λειτουργία τόσο του συστήματος παροχής υγειονομικών υπηρεσιών, όσο και των υποσυστημάτων αυτού, όπως είναι ο κλάδος του φαρμάκου, συνιστά βασικό ζήτημα που απασχολεί, παγκοσμίως, τις σύγχρονες κοινωνίες.

Αυτό είναι λογικό αφού έχει αποδειχθεί, τόσο στο πεδίο της επιστήμης όσο και στο πεδίο του πραγματικού κόσμου, ότι επηρεάζει τα δημόσια οικονομικά, την απασχόληση, το ρυθμό παραγωγής πλούτου και την ευημερία των πολιτών.

Οι παράγοντες και οι μεταξύ τους αιτιώδεις σχέσεις που υπεισέρχονται στα εθνικά συστήματα υγείας είναι πολλοί και πολλές.

Είναι ενδογενείς και εξωγενείς και συναρτώνται με το πολιτισμικό, το αξιακό, το επιστημονικό, το κοινωνικό και το οικονομικό πλαίσιο.

Η ασυμμετρία πληροφόρησης μεταξύ «εντολέα» και «εντολοδόχου», δηλαδή μεταξύ ιατρού και ασθενούς, τα προβλήματα προσφοράς και ζήτησης ιατρικών προϊόντων και υπηρεσιών, η ακριβή ιατρική τεχνολογία, η ανάγκη αντιμετώπισης της εισοδηματικής ανισότητας, η ανάγκη παροχής κοινωνικών αγαθών υγειονομικής περίθαλψης στους ανασφάλιστους πολίτες, η αντιμετώπιση μαζικών και μεταδοτικών ασθενειών και η προληπτική αντιμετώπιση ασθενειών, είναι μερικές μόνο από τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν σήμερα τα συστήματα υγείας.

Εκτός όμως αυτών των – σε παγκόσμια κλίμακα – προκλήσεων, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι στη χώρα μας ο τομέας της υγείας παρουσιάζει, διαχρονικά, σημαντικά προβλήματα.

Προβλήματα που συσσωρεύονταν.

Προβλήματα που επιβαρύνθηκαν από κοινωνικούς παράγοντες, όπως είναι η αύξηση των περιστατικών χρόνιων νοσημάτων, η εμφάνιση νέων ασθενειών, η αύξηση του προσδόκιμου ζωής, η  γήρανση του πληθυσμού και η αύξηση του ποσοστού των οικονομικών μεταναστών.

Τούτων δοθέντων, και μέσα σε πιεστικές δημοσιονομικές συνθήκες, ήταν αναγκαία η καταβολή κάθε δυνατής προσπάθειας για την αντιμετώπιση των προβλημάτων στο χώρο της υγείας, σε ένα πλαίσιο εξισορρόπησης μεταξύ των δύο βασικών αναγκών: της ανάγκης εξορθολογισμού των δημόσιων δαπανών υγείας και της ανάγκης πρόσβασης των πολιτών σε ποιοτικές παροχές υγείας.

Κυρίες και Κύριοι,

Είναι γεγονός ότι τα προηγούμενα χρόνια αναλήφθηκαν σημαντικές πρωτοβουλίες για τη διαμόρφωση ενός συστήματος υγείας που θα εδράζεται στις αρχές της οικονομικής αποδοτικότητας, της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, της διασφάλισης της ποιότητας και της εξασφάλισης ίσης και καθολικής πρόσβασης στις παρεχόμενες υπηρεσίες.

Με διαρθρωτικές παρεμβάσεις, όπως είναι, μεταξύ άλλων:

  • Η αναμόρφωση και ενίσχυση του πλαισίου των κανόνων δημοσιονομικής διαχείρισης και εποπτείας και η βελτίωση του συστήματος δημοσιονομικών ελέγχων, και στον χώρο της υγείας.
  • Η υποχρεωτική λειτουργία του Μητρώου Δεσμεύσεων, για το σύνολο των φορέων υγείας από το 2012, έτσι ώστε, πριν από την ανάληψη οποιασδήποτε υποχρέωσης, να δεσμεύονται οι αναγκαίες πιστώσεις του Προϋπολογισμού του κάθε φορέα.
  • Η ενεργοποίηση μηχανισμών παρακολούθησης των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, και στον χώρο της υγείας.
  • Η εφαρμογή εσωτερικών ελέγχων στο σύνολο των δομών του Υπουργείου Υγείας.
  • Ο εκσυγχρονισμός και η υιοθέτηση αυστηρότερων διαδικασιών ελέγχου των οικονομικών δεδομένων των νοσοκομειακών μονάδων, με την προώθηση συστημάτων μηχανογράφησης και διπλογραφικού λογιστικού συστήματος.
  • Η αναμόρφωση του συστήματος προμηθειών στο υγειονομικό σύστημα, μέσω της θεσμοθέτησης της διενέργειας διαγωνισμών για την προμήθεια υγειονομικού υλικού σε κεντρικό επίπεδο.
  • Ο εξορθολογισμός της χρηματοδότησης των νοσοκομείων με την εισαγωγή κλειστών ενοποιημένων νοσηλίων.
  • Η θεσμική καθιέρωση της ηλεκτρονικής συνταγογράφησης, σε όλο το σύστημα υγειονομικής περίθαλψης και στους δρώντες αυτού.
  • Η θέσπιση ορίων για τον περιορισμό της φαρμακευτικής δαπάνης, μέσω της έκτακτης και προσωρινής εφαρμογής των μηχανισμών «clawback» και «rebate», η οποία βέβαια σήμερα έχει αποκτήσει μονιμότερα χαρακτηριστικά.
  • Η ενοποίηση των κλάδων υγείας των ταμείων κοινωνικής ασφάλισης με τη θέσπιση του ΕΟΠΥΥ, ο οποίος, μετά από τις αρχικές οργανωτικές δυσκολίες και δυσλειτουργίες, μετατράπηκε από πάροχο σε αγοραστή υπηρεσιών και προϊόντων υγείας, συμβάλλοντας καθοριστικά στην εναρμόνιση και στον καθορισμό ενιαίων εισφορών και παροχών.
  • Η εκπόνηση και υλοποίηση ενός ολοκληρωμένου σχεδίου για την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα, και στον χώρο της υγείας.
  • Η διευκόλυνση της πρόσβασης των ανασφάλιστων πολιτών, από το 2014, στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια περίθαλψη, λαμβάνοντας μέριμνα και για την παροχή φαρμακευτικής κάλυψης.

Τα αποτελέσματα αυτών των παρεμβάσεων έγιναν, σε σύντομο χρονικό διάστημα, ορατά.

Η δημόσια δαπάνη για την υγεία περιορίστηκε σημαντικά, με τις μεγαλύτερες περικοπές να υφίστανται τα ιατρικά προϊόντα και τα φάρμακα.

Είναι χαρακτηριστικό ότι την περίοδο 2010-2016, η συνολική χρηματοδότηση για δαπάνες υγείας μειώθηκε κατά 32% (όσο και η φαρμακευτική δαπάνη μέχρι το 2017), με τη δημόσια χρηματοδότηση να παρουσιάζει μείωση κατά 43%.

Όμως η πλήρης αλήθεια είναι ότι σημαντικό μέρος από τη μείωση της δημόσιας δαπάνης μετατοπίστηκε στους ιδιώτες, με την ιδιωτική δαπάνη να αποτελεί, το 2016, το 41% της συνολικής.

Κυρίες και Κύριοι,

Αυτός ο περιορισμός της δημόσιας δαπάνης ήταν μεν απαραίτητος, διόγκωσε όμως θέματα ανεπάρκειας, ανισοκατανομής και ανισότητας υλικών, οικονομικών και ανθρώπινων πόρων.

Με την σημερινή Κυβέρνηση να συμβάλλει, με πράξεις και παραλείψεις της, εξαιτίας ανικανότητας και αβελτηρίας, προς αυτή την κατεύθυνση.

Κάποια από αυτά καλύπτονται από το υψηλό αίσθημα ευθύνης του ιατρικού, νοσηλευτικού και διοικητικού προσωπικού του συστήματος υγείας της χώρας.

Ενώ και η συμμετοχή των ιδιωτών καθίσταται μη βιώσιμη σε ένα περιβάλλον μακροχρόνιας ανεργίας και υπερφορολόγησης, που έχει οδηγήσει στη δραματική μείωση του διαθέσιμου εισοδήματός τους.

Συνεπώς, με δεδομένο ότι η χώρα μας θα εξακολουθεί να λειτουργεί σε περιβάλλον αυστηρών δημοσιονομικών περιορισμών και μεγάλων προκλήσεων και μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος, θα πρέπει να συνεχιστεί η προσπάθεια για τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου συστήματος παροχής υπηρεσιών υγείας.

Ένα σύστημα υγείας που θα αξιοποιεί με ποιοτικό, αποδοτικό, παραγωγικό και αποτελεσματικό τρόπο τους διαθέσιμους πόρους και θα διασφαλίζει τόσο τη βιωσιμότητα του υγειονομικού συστήματος όσο και την καλύτερη πρόσβαση της κοινωνίας σε υπηρεσίες υγείας.

Ενώ παράλληλα θα πρέπει να αξιοποιηθούν όλες οι δυνατότητες του κλάδου, με στόχο τη διεύρυνση της αναπτυξιακής προοπτικής της χώρας.

Προς αυτή την κατεύθυνση η Νέα Δημοκρατία έχει καταθέσει συγκεκριμένες προτάσεις, τις οποίες διαρκώς εμπλουτίζει και επικαιροποιεί, όπως είναι:

1ον. Η αναγκαιότητα λειτουργίας του συστήματος με συγκεκριμένους στόχους και αυστηρούς ελέγχους, προκειμένου η απόδοση και η αξία των παρεχόμενων υπηρεσιών να είναι μετρήσιμες.

Απαιτείται η ενίσχυση της αξιολόγησης των μονάδων υγείας και η εισαγωγή κινήτρων και αντικινήτρων που θα εξασφαλιστούν καλύτερες υπηρεσίες για όλους του πολίτες.

2ον. Η ενδυνάμωση της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, συμβάλλοντας καθοριστικά τόσο στη βελτίωση της πρόσβασης των πολιτών σε υπηρεσίες υγείας, όσο και στην αποσυμφόρηση της λειτουργίας της δευτεροβάθμιας και νοσοκομειακής φροντίδας υγείας.

3ον. Η εισαγωγή επαγγελματικού μάνατζμεντ στα νοσοκομεία με την προώθηση σύγχρονων διοικητικών μεθόδων, αξιοκρατικών διαδικασιών και συνθηκών διοικητικής ευελιξίας, με παράλληλο αυστηρό πλαίσιο λογοδοσίας, υποχρεώσεων και πρακτικών αξιολόγησης.

4ον. Η αξιοποίηση της σύγχρονης ιατρικής τεχνολογίας και των πληροφοριακών συστημάτων για τη βελτίωση και την επίσπευση των διαδικασιών διάγνωσης και περίθαλψης των ασθενών και τη διευκόλυνση της πρόσβασής τους σε υπηρεσίες υγείας.

5ον. Η θέσπιση ατομικού ηλεκτρονικού φακέλου ασθενούς, διασφαλίζοντας τη συνέχεια, τον συντονισμό και την αποτελεσματικότητα της υγειονομικής φροντίδας.

6ον. Η αξιοποίηση των υφιστάμενων εργαλείων για την ηλεκτρονική συνταγογράφηση, τα οποία παραμένουν ανενεργά και η εισαγωγή δεσμευτικών θεραπευτικών πρωτοκόλλων με γνώμονα την ορθή ιατρική πρακτική προς όφελος τόσο του ασθενούς όσο και του Κράτους.

7ον. Η συστηματική έμφαση στην προληπτική ιατρική, εστιάζοντας στην ανάπτυξη προγραμμάτων προληπτικών εξετάσεων σε εθνικό επίπεδο, σε μία λογική προσυμπτωματικού ελέγχου βάσει των διεθνών επιστημονικών πρωτοκόλλων για την έγκαιρη διάγνωση ασθενειών, ώστε να συρρικνωθεί η ζήτηση για μία σειρά υπηρεσίες και προϊόντα υγειονομικής φροντίδας.

8ον. Η υλοποίηση του θεσμού του οικογενειακού γιατρού, τον οποίο θα επιλέγει ο κάθε πολίτης και ο οποίος θα βοηθάει αποφασιστικά στην πρόληψη, στην έγκαιρη διάγνωση, στη θεραπεία και στην παραπομπή – όταν υπάρχει ανάγκη – σε εξειδικευμένους γιατρούς.

9ον. Η κατ’ οίκον διανομή φαρμάκων για συγκεκριμένες ομάδες ασθενών και η πραγματοποίηση ραντεβού με γιατρούς του ΕΟΠΥΥ εντός 24 ωρών για ευαίσθητες ομάδες του πληθυσμού μέσω της υιοθέτησης του βρετανικού συστήματος, σύμφωνα με το οποίο ένα ποσοστό των ημερήσιων ραντεβού κάθε γιατρού αφορά αυτές τις ομάδες πληθυσμού.

10ον. Η επέκταση της διάρκειας των επαναλαμβανόμενων συνταγών για τους χρονίως πάσχοντες, ώστε να μειώνεται η ταλαιπωρία τους για τη χορήγηση νέας συνταγής και να μην απασχολούνται οι γιατροί με κάτι που δεν χρειάζεται.

11ον. Η εκκαθάριση των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς τους παρόχους υπηρεσιών υγείας, οι οποίες σήμερα υπερβαίνουν τα 1,75 δισ. ευρώ.

12ον. Η πραγματοποίηση προσλήψεων στο χώρο της υγείας, με προτεραιότητα στις προσλήψεις νοσηλευτών που θα καλύψουν τις μεγάλες σημερινές ελλείψεις.

13ον. Η αύξηση των δαπανών για έρευνα και ανάπτυξη και η επιτάχυνση των διαδικασιών για την έναρξη και υλοποίηση κλινικών μελετών στη χώρα μας.

Μελέτες που θα έχουν πολλαπλά οφέλη τόσο για την πρώϊμη πρόσβαση των ασθενών σε νέες καινοτόμες θεραπείες, όσο και για το ίδιο το Κράτος ως μια νέα πηγή εισροής κεφαλαίων και επενδύσεων, καθώς και δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας.

Επίσης, η αύξηση των πατεντών και η δημιουργία δικτύων στενής συνεργασίας με ερευνητικά κέντρα των Πανεπιστημίων στις εταιρείες που σχετίζονται με τον χώρο της υγείας.

14ον.  Η χάραξη στρατηγικής που θα καταστήσει τη χώρα μας ελκυστικό διεθνή προορισμό ιατρικού τουρισμού.

Ιατρικός τουρισμός που μπορεί να παρέχει υπηρεσίες υψηλής προστιθέμενης αξίας, να συμβάλλει στην επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου και να προωθήσει την ανάπτυξη της εγχώριας αγοράς ιατρικών υπηρεσιών.

Κυρίες και Κύριοι,

Κλείνοντας, θέλω  να καταθέσω την πεποίθησή μου ότι η χώρα μας διαθέτει όλες τις προϋποθέσεις, ιστορικές, περιβαλλοντικές, γεωγραφικές και πρωτίστως επιστημονικές, για να καταστεί κέντρο παροχής υψηλής ποιότητας ιατρικών υπηρεσιών για την ευρύτερη περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και της Μέσης Ανατολής, σε συνδυασμό βεβαίως με πανεπιστημιακά ιδρύματα, κρατικά και μη κρατικά, υψηλής ποιότητας.

Το ανθρώπινο δυναμικό υπάρχει.

Ζητείται όραμα, στρατηγικό σχέδιο και προ παντός πίστη στις δυνατότητες και την προοπτική της πατρίδας και των πολιτών της.

Ο βαθμός επιτυχίας αυτού του μείζονος εθνικού στόχου εξαρτάται από εμάς.

 

2018.6.11 ΔT – Ομιλία σε Συνέδριο για την Υγεία

Ομιλία στις Επιτροπές της Βουλής για το Πολυνομοσχέδιο (video) | 11.6.2018

Δελτίο Τύπου

 

Αθήνα, 11.06.2018

 

Ομιλία στη κοινή συνεδρίαση των Επιτροπών της Βουλής κατά τη συζήτηση του Πολυνομοσχεδίου του Υπουργείου Οικονομικών για την ολοκλήρωση της 4ης αξιολόγησης

 

 

 

 

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Συζητούμε σήμερα, και πάλι σε πιεστικές χρονικά συνθήκες, ένα ακόμη «αριστερό» Πολυνομοσχέδιο.

Αυτή τη φορά για την ολοκλήρωση της 4ης αξιολόγησης του 3ου Μνημονίου.

Του αχρείαστου Μνημονίου που φέρει αποκλειστικά τη σφραγίδα των κ. Τσίπρα και Καμμένου.

Του πιο επώδυνου Μνημονίου, κυρίως για τα πιο αδύναμα εισοδηματικά στρώματα, από την πιο μνημονιακή Κυβέρνηση.

Η παρούσα συζήτηση διεξάγεται σε ένα βεβαρημένο εσωτερικό και εξωτερικό περιβάλλον.

Εσωτερικό, που βρίσκει την οικονομία ασταθή, την κοινωνία ανασφαλή και τη χώρα εκτεθειμένη σε κινδύνους, με πιθανές βαριές εθνικές υποχωρήσεις.

Και εξωτερικό, που χαρακτηρίζεται από ρευστότητα και αβεβαιότητα σε ευρωπαϊκό και περιφερειακό επίπεδο.

Σε αυτό το περιβάλλον, η Κυβέρνηση γράφει τον επίλογο της τελευταίας έκδοσης, αφού πλέον δεν «πουλάει», του περί πολιτικής υποκρισίας βιβλίου με τίτλο: «Πώς να διαλαλείς και να πράττεις τα πάντα, για να κερδίζεις λίγο χρόνο παραμονής στην εξουσία».

Ειδικότερα, στις σελίδες του Πολυνομοσχεδίου, ξεδιπλώνονται οι νέες κυβερνητικές δήθεν αυταπάτες, στην ουσία όμως τα νέα κυβερνητικά ψέματα.

Συγκεκριμένα:

1ον. Ισχυρίζεται η Κυβέρνηση ότι η χώρα, με την ολοκλήρωση της 4ης αξιολόγησης, θα οδηγηθεί στην «καθαρή έξοδο» από τα μνημόνια.

Η αλήθεια όμως είναι ότι το μόνο που ολοκληρώνεται το καλοκαίρι είναι η χρηματοδότηση της χώρας από τα προγράμματα.

Αντιθέτως, οι μνημονιακές πολιτικές θα συνεχιστούν και θα επεκταθούν τα πολλά επόμενα χρόνια.

Όπως άλλωστε καταγράφει και το επικαιροποιημένο μνημόνιο, το οποίο συστηματικά αποφεύγει η Κυβέρνηση να καταθέσει στο Ελληνικό κοινοβούλιο.

Και αυτό γιατί, σε αντιδιαστολή με τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη-μέλη που βγήκαν «καθαρά» από τα μνημόνια, η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ:

  • έχει ήδη ψηφίσει πρόσθετα μέτρα λιτότητας για μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος,
  • έχει δεσμευτεί στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια μετά το 2018,
  • έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία της χώρας για έναν αιώνα,
  • έχει συμφωνήσει η υλοποίηση των παρεμβάσεων για το χρέος να γίνει μετά το καλοκαίρι και στο βαθμό που αυτό κριθεί τότε αναγκαίο από τους θεσμούς, ενώ
  • έχει αποδεχθεί τον μηχανισμό ενισχυμένης και όχι μετα-προγραμματικής εποπτείας, ο οποίος συνοδεύεται από αυστηρούς όρους και προϋποθέσεις.

Συνεπώς, 1ο Συμπέρασμα: Η επιθυμητή «καθαρή έξοδος» από τα μνημόνια, με ευθύνη της Κυβέρνησης, σήμερα δεν είναι εφικτή.

2ον. Ισχυρίζεται η Κυβέρνηση ότι η ελληνική οικονομία επιτυγχάνει τους στόχους που έχουν τεθεί.

Η αλήθεια όμως είναι ότι η οικονομία, σε πολλά θεμελιώδη μεγέθη της, προσπαθεί να φτάσει το σημείο στο οποίο ήταν το 2014. Από τότε:

  • Το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών έχει συρρικνωθεί, εξαιτίας των διαδοχικών μέτρων λιτότητας την τελευταία τριετία, ύψους 9,5 δισ. ευρώ.
  • Το ιδιωτικό χρέος προς τις εφορίες και τα ασφαλιστικά ταμεία έχει αυξηθεί κατά 57% από το τέλος του 2014.
  • Η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας έχει υποχωρήσει.
  • Η μακροχρόνια ανεργία ως ποσοστό της συνολικής ανεργίας έχει διογκωθεί.
  • Οι ευέλικτες μορφές εργασίας έχουν διευρυνθεί.
  • Οι καταθέσεις των πολιτών έχουν μειωθεί.
  • Το ονομαστικό ΑΕΠ της χώρας δεν έχει φτάσει ακόμη το ύψος του 2014.
  • Το χρέος ως απόλυτος αριθμός διογκώνεται.
  • Κεφαλαιακοί περιορισμοί, που επιβλήθηκαν το 2015, εξακολουθούν να υφίστανται.
  • Και η ποιότητα των θεσμών διακυβέρνησης έχει καταρρεύσει.

Συνεπώς, 2ο Συμπέρασμα: Η Κυβέρνηση των φόρων, των κατασχέσεων και των πλειστηριασμών αδυνατεί να επαναφέρει την κανονικότητα στη χώρα.

3ον. Ισχυρίζεται η Κυβέρνηση ότι δεν υπάρχουν νέα μέτρα.

Η αλήθεια είναι ότι τα νέα μέτρα του κατ’ ουσίαν 4ου Μνημονίου, για την περίοδο μετά το 2018, επαναλαμβάνονται στο πολυνομοσχέδιο.

Συγκεκριμένα:

  • Θα μειωθούν οι κύριες συντάξεις από το 2019.
  • Θα περικοπεί η προσωπική διαφορά στις επικουρικές συντάξεις από το 2019.
  • Θα αυξηθούν, ακόμη περισσότερο, οι ασφαλιστικές εισφορές των ελεύθερων επαγγελματιών από το 2019.
  • Διατηρείται ο συνολικός ΕΝΦΙΑ στα ίδια επίπεδα, αναμένεται όμως να υπάρξει αύξηση του φόρου ακίνητης περιουσίας για τις λαϊκές συνοικίες, τα λαϊκά στρώματα και τα χαμηλά εισοδήματα.
  • Θα περικοπεί κατά 35% το αφορολόγητο όριο από το 2020.

Υπενθυμίζεται ότι πρόκειται για την 2η επί της σημερινής Κυβέρνησης μείωση του αφορολόγητου.

Υπενθυμίζεται επίσης ότι πριν την 1η μείωση, ο Υπουργός Οικονομικών είχε απειλήσει με παραίτηση αν αυτή υλοποιείτο.

Και σήμερα, έχοντας πλέον εθιστεί στις περικοπές, προχωράει σε ακόμη μεγαλύτερη μείωση.

Ευτυχώς τουλάχιστον που σταμάτησαν οι απειλές περί παραίτησης, διότι τότε δεν θα υπήρχε καν αφορολόγητο όριο!

Αυτά τα νέα μέτρα της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ οδηγούν σε απώλεια μίας έως τριών συντάξεων, μίας επικουρικής σύνταξης και ενός μισθού, ανεβάζοντας τον συνολικό λογαριασμό της στα 14,5 δισ. ευρώ.

Επιβεβαιώνεται μάλιστα ότι αυτά θα υλοποιηθούν ανεξάρτητα από την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων.

Αντιθέτως, τα όποια αντίμετρα, θα υλοποιηθούν εφόσον υπερκαλυφθούν οι υψηλοί στόχοι.

Ακόμη όμως και στην πιο αισιόδοξη κυβερνητική εκδοχή, οι περικοπές στις συντάξεις το 2019 υπερκαλύπτουν τα όποια αντίμετρα, αν αυτά υλοποιηθούν, και τον όποιο δημοσιονομικό χώρο, αν υπάρξει.

Συρρικνώνοντας, ακόμη περισσότερο, το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών το 2019, ειδικά των συνταξιούχων.

Ευτυχώς όμως, το αργότερο τότε, τελειώνουν και τα βάσανα της κοινωνίας με τη σημερινή ιδεοληπτική και ανίκανη Κυβέρνηση!

Συνεπώς, 3ο Συμπέρασμα: Οι μνημονιακές πολιτικές συνεχίζουν και «αυγατίζουν» μετά το καλοκαίρι, χωρίς όμως κάποια πρόβλεψη χρηματοδότησης. Από το «λεφτά χωρίς Μνημόνιο» καταλήξαμε στο «ένα ακόμη Μνημόνιο, χωρίς λεφτά».

4ον. Ισχυρίζεται η Κυβέρνηση ότι η χώρα έχει ήδη μπει σε τροχιά υψηλής και διατηρήσιμης ανάπτυξης.

Η πραγματικότητα όμως διαψεύδει και αυτές τις ψευδαισθήσεις.

Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ:

  • επέστρεψε την οικονομία στην ύφεση το 2015 και το 2016,
  • απέτυχε, και μάλιστα σημαντικά, στους αναπτυξιακούς στόχους για το 2017,
  • αναθεώρησε «προς τα κάτω» την εκτίμηση για την ανάπτυξη του 2018 και
  • προβλέπει συρρικνωμένους ρυθμούς μεγέθυνσης μέχρι το 2022.

Το αποτέλεσμα είναι να έχει χαθεί δυνητικός πλούτος ύψους 34 δισ. ευρώ την περίοδο 2015-2018, ή 8.220 ευρώ από το κάθε Ελληνικό νοικοκυριό.

Ενώ η Κυβέρνηση προβλέπει χαμηλότερο ρυθμό ανάπτυξης το 2022 από το 2018!

Αναμενόμενο, αν κρίνει κανείς από τα μέχρι σήμερα πεπραγμένα της και το δήθεν αναπτυξιακό σχέδιό της για το μέλλον.

Σχέδιο που αποτελεί μία γενικόλογη «έκθεση ιδεών», με ενσωματωμένες ιδεοληπτικές εμμονές, χωρίς ποσοτικοποιημένους στόχους και συγκεκριμένες, εφαρμόσιμες πολιτικές.

Συνεπώς, 4ο Συμπέρασμα: Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ αδυνατεί να επιτύχει υψηλούς και διατηρήσιμους ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης, με αποτέλεσμα η οικονομία να σέρνεται σε μία κατάσταση παραλυτικής στασιμότητας.

5ον. Ισχυρίζεται η Κυβέρνηση, θριαμβολογώντας μάλιστα, ότι θα επιτύχει πολύ υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, πολύ υψηλότερα από τους στόχους, μεγέθους 5,2% του ΑΕΠ το 2022!

Ξεχνώντας ότι, μέχρι πρόσφατα, η ίδια υποστήριζε ότι ούτε καν το 3,5% δεν είναι ανέφικτος στόχος.

Λησμονώντας ότι η ίδια υποστήριζε πως αυτά τα πρωτογενή πλεονάσματα «σκοτώνουν την κοινωνία» και «πνίγουν την οικονομία».

Αδιαφορώντας για την αρνητική επίδραση που αυτά έχουν στην πραγματική οικονομία.

Αγνοώντας ακόμη και το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, το οποίο «εκφράζει την ανησυχία του για την επίμονη επιδίωξη υψηλότερων του στόχου πρωτογενών πλεονασμάτων, που συνεπάγονται υπερβολική λιτότητα και επηρεάζουν αρνητικά την ανάπτυξη».

Σημειώνεται μάλιστα ότι οι σημερινοί υψηλοί δημοσιονομικοί στόχοι εκτιμάται ότι θα επιτευχθούν με πολύ χαμηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης σε σχέση με αυτούς που προβλέπονταν και είχαν συμφωνηθεί με τους δανειστές στο Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα του 2014.

Επιβεβαιώνοντας ότι η προηγούμενη Κυβέρνηση θα επιτύγχανε, για λίγα χρόνια, υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα μέσω της ανάπτυξης.

Ενώ η σημερινή Κυβέρνηση προβλέπει ότι θα επιτύχει, για πολλά χρόνια, υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα μέσω της αέναης λιτότητας.

Συνεπώς, 5ο Συμπέρασμα: Η Κυβέρνηση, σε πλήρη ως συνήθως ασυνέπεια με όσα μέχρι πρόσφατα υποστήριζε, από σφοδρός πολέμιος των υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων σήμερα έγινε λάτρης και υπερασπιστής τους.

6ον. Ισχυρίζεται η Κυβέρνηση ότι θα ενισχύσει τη ρευστότητα στην οικονομία.

Η αλήθεια είναι ότι και σε αυτό το πεδίο, οι επιδόσεις της Κυβέρνησης είναι απογοητευτικές.

Συγκεκριμένα, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου διατηρούνται υψηλές, σχεδόν αμετάβλητες σε σχέση με το 2014, παρά την εκταμίευση δανειακών πόρων ύψους 5 δισ. ευρώ για την αποπληρωμή τους.

Ενώ οι δαπάνες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, οι οποίες σύμφωνα με το Πολυνομοσχέδιο «θα χρηματοδοτήσουν την αναπτυξιακή πολιτική της χώρας», παρουσιάζουν αρνητική απόκλιση έναντι του στόχου, η οποία, από μήνα σε μήνα, διευρύνεται.

Σημειώνεται μάλιστα ότι αυτές, το 2017, διαμορφώθηκαν στο χαμηλότερο επίπεδο της τελευταίας δεκαετίας!

Συνεπώς, 6ο Συμπέρασμα: Η Κυβέρνηση, λόγω ανικανότητας, αβελτηρίας και αναποτελεσματικότητας, αδυνατεί να «αιματοδοτήσει» την πραγματική οικονομία.

7ον. Ισχυρίζεται η Κυβέρνηση ότι η δημόσια περιουσία δεν ενεχυριάζεται.

Η αλήθεια όμως είναι ότι η Κυβέρνηση τροποποιεί τη χρηματοδοτική σύμβαση του 2015, προκειμένου το Υπερταμείο Αποκρατικοποιήσεων να εγγυάται αμετάκλητα και άνευ όρων στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης την έγκαιρη εκπλήρωση των υποχρεώσεων τη χώρας.

Η αφετηρία αυτής της επαχθούς εξέλιξης είναι η ηρωική διαπραγμάτευση του 2015, όταν η Κυβέρνηση ανέλαβε, ως «ρήτρα αναξιοπιστίας» της, την υποχρέωση ίδρυσης του Υπερταμείου.

Το Υπερταμείο προστέθηκε τότε ως συμβαλλόμενος στη δανειακή σύμβαση, με τη γενική αναφορά σε «Ταμείο Ιδιωτικοποιήσεων», δεδομένου ότι τότε δεν υφίστατο νομικά, αφού δεν το είχε αποδεχθεί οποιαδήποτε προηγούμενη Κυβέρνηση.

Το 2016, συστάθηκε, με αποτέλεσμα να δεσμευθεί η δημόσια περιουσία της χώρας για διάρκεια ενός αιώνα.

Σήμερα, ολοκληρώνεται το τυπικό νομικό μέρος της δέσμευσης της δημόσιας περιουσίας: το Υπερταμείο καθίσταται εγγυητής του δανείου του 3ου Μνημονίου και αναλαμβάνει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του Δημοσίου σε περίπτωση αθέτησης πληρωμής.

Η δημόσια περιουσία μπαίνει υποθήκη και ενεχυριάζεται μέχρι του ύψους των 25 δισ. ευρώ.

Συνεπώς, 7ο Συμπέρασμα: Η Κυβέρνηση βάζει «υποθήκη το σπίτι» της, χωρίς καν να παίρνει το σύνολο του δανείου! Η ταπεινωτική αυτή εξέλιξη αποδεικνύει ότι το «βαρέλι δεν έχει πάτο» για την σημερινή Κυβέρνηση.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Συνοψίζοντας, όπως αποτυπώνεται στις σελίδες του Πολυνομοσχεδίου:

  • Η επιθυμητή «καθαρή έξοδος» από τα μνημόνια, με αποκλειστική ευθύνη της Κυβέρνησης, δεν είναι εφικτή.
  • Οι μνημονιακές πολιτικές συνεχίζονται και μετά το καλοκαίρι, με νέα μέτρα λιτότητας.
  • Η Κυβέρνηση των φόρων, των κατασχέσεων και των πλειστηριασμών αδυνατεί να επαναφέρει την κανονικότητα στη χώρα, αδυνατεί να επιτύχει υψηλούς και διατηρήσιμους ρυθμούς ανάπτυξης, αδυνατεί να ενισχύσει με ρευστότητα την οικονομία.
  • Η Κυβέρνηση, εις βάρος της κοινωνίας, μετατρέπεται από σφοδρός πολέμιος των υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων, σε λάτρης και υπερασπιστής τους.
  • Ενώ βάζει υποθήκη και ενεχυριάζει τη δημόσια περιουσία της χώρας.

Γι’ αυτούς κυρίως τους λόγους, η Νέα Δημοκρατία, με αίσθημα ευθύνης απέναντι στη χώρα και τους πολίτες, καταψηφίζει επί της αρχής το κυβερνητικό Πολυνομοσχέδιο.

 

 

 

 

2018.6.11 ΔΤ – Ομιλία στις Επιτροπές για το Πολυνομοσχέδιο

Ο Χρ. Σταϊκούρας σε εκδήλωση στο InnovAthens με θέμα “Η ελληνική βιομηχανία σήμερα, κατάσταση και προοπτικές” | 21.3.2018

Θέλω να ευχαριστήσω την Τεχνόπολη του Δήμου Αθηναίων και το Innovathens για την πρόσκληση να παραστώ και να καταθέσω κάποιες σκέψεις για την τρέχουσα κατάσταση και τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, και για τη θέση και τον ρόλο της ελληνικής βιομηχανίας στη μεγέθυνσή της.

Βιομηχανία, πυλώνας κάθε σύγχρονης οικονομίας.

Κι αυτό γιατί παράγει διεθνώς εμπορεύσιμα προϊόντα, συμβάλει στην αύξηση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας, ενισχύει την εξωστρέφεια, στηρίζει τα δημόσια οικονομικά, μετασχηματίζει την καινοτομία σε επιχειρηματικότητα, διαδραματίζει κομβικό ρόλο για την επίτευξη υψηλής και διατηρήσιμης ανάπτυξης, τη δημιουργία σταθερών και ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής, και καθορίζει, εν τέλει, την οικονομική θέση κάθε χώρας.

 

Η χώρα σήμερα αδυνατεί να επιτύχει τους αναπτυξιακούς στόχους που η ίδια θέτει.

  • Το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών συρρικνώνεται.
  • Το ιδιωτικό χρέος διαρκώς διογκώνεται.
  • Η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας υποχωρεί.
  • Η ποιότητα των θεσμών διακυβέρνησης υποβαθμίζεται.

Ενώ η κανονικότητα στη χώρα, κανονικότητα που είχε αρχίσει να αποκαθίσταται το 2014, δεν έχει ακόμη επανέλθει.

Και σαν να μην έφτανε η σημερινή κατάσταση «παραλυτικής στασιμότητας» της οικονομίας, η Κυβέρνηση, όπως ήδη γνωρίζετε:

  • έχει ψηφίσει νέα μέτρα λιτότητας για μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος,
  • έχει δεσμευτεί σε υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα για πολλά χρόνια μετά το 2018,
  • ενώ η υλοποίηση των αναγκαίων παρεμβάσεων για τη ρύθμιση του χρέους όχι μόνο έχει μετατεθεί για μετά το καλοκαίρι, αλλά θα γίνει στο βαθμό που αυτό κριθεί τότε αναγκαίο από τους Θεσμούς και θα συνοδευτεί από κάποιον αυστηρό μηχανισμό επιτήρησης και εποπτείας.

Αντιλαμβάνεται συνεπώς κανείς ότι το αφήγημα περί «καθαρής εξόδου από τα Μνημόνια» δεν είναι παρά ακόμη μία Κυβερνητική αυταπάτη.

 

Συνεπώς λαμβάνοντας υπόψη την τρέχουσα κατάσταση, τις προκλήσεις και τις δεσμεύσεις της χώρας, το ζητούμενο είναι, λίγους μήνες πριν το τέλος του 3ου Μνημονίου, να σχεδιάσουμε, με σύνεση και αυτοπεποίθηση, την επόμενη ημέρα της ελληνικής οικονομίας.

Επόμενη ημέρα που θα πρέπει να χαρακτηρίζεται από κοινωνική δικαιοσύνη, αποτελεσματικότητα, συνοχή, αξιοπρέπεια και δυναμισμό.

Επόμενη ημέρα που θα στηρίζει και θα στηρίζεται σε κλάδους που επενδύουν στην πραγματική οικονομία, δημιουργώντας μια εύρωστη και παραγωγική βάση, με εμπορεύσιμα – κατά προτίμηση στις διεθνείς αγορές – αγαθά και υπηρεσίες.

Επόμενη ημέρα που θα χρειαστεί μια επενδυτική έκρηξη, ύψους 100 δισ. ευρώ για την επόμενη πενταετία, για να επιστρέψουν οι ιδιωτικές επενδύσεις στο μέσο Ευρωπαϊκό όρο και να ξεφύγει η οικονομία από τον φαύλο κύκλο της στασιμο-χρεοκοπίας.

Με επενδύσεις και στον κλάδο της βιομηχανίας.

 

Στη χώρα μας ο κλάδος της βιομηχανίας, παρότι δεν έμεινε ανεπηρέαστος από τη μακρά, επώδυνη και πολύπλευρη κρίση:

  • κατάφερε να δείξει ανθεκτικότητα και
  • συνέχισε να αποτελεί βασικό κορμό της εγχώριας παραγωγικής οικονομίας.

Η συμβολή της βιομηχανίας, ιδιαίτερα της μεταποίησης, στην οικονομία και την κοινωνία, λόγω των υψηλών πολλαπλασιαστικών επιδράσεών της, είναι ακόμα και σήμερα, καθοριστική.

Ενδεικτικά:

  • Η βιομηχανία απασχολεί σήμερα 1,2 εκατ. εργαζόμενους.
  • 1 στους 4 εργαζόμενους απασχολείται σε βιομηχανικές δραστηριότητες ή σε δραστηριότητες που οφείλονται στη βιομηχανία. Κατά κύριο λόγο είναι σταθερές θέσεις εργασίας, με πλήρες ωράριο και πλαίσιο παροχών περίθαλψης και ασφάλισης.
  • Ο μηνιαίος μισθός στη βιομηχανία είναι, κατά μέσο όρο, 25% υψηλότερος από το σύνολο της οικονομίας.
  • Συνεισφέρει το 40% του συνολικού φόρου εισοδήματος νομικών προσώπων.
  • Μέσα στην κρίση, πραγματοποίησε επενδύσεις συνολικού ύψους 27 δισ. ευρώ.
  • Οι μεταποιητικές δραστηριότητες δημιουργούν, άμεσα και έμμεσα, περίπου το 31% της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας.
  • Το 42% των συνολικών εξαγωγών είναι βιομηχανικά προϊόντα.

 

Δυστυχώς όμως η σημασία και η συμβολή της βιομηχανίας στην εθνική οικονομία δεν έχουν τύχει – διαχρονικά – της δέουσας αναγνώρισης.

Ειδικά όμως από τη σημερινή Κυβέρνηση.

Κυβέρνηση η οποία συνεχίζει να θέτει, έμμεσα και άμεσα, εμπόδια.

Εμπόδια όπως είναι η υψηλή φορολογία και το ευμετάβλητο φορολογικό καθεστώς, η διόγκωση των ασφαλιστικών εισφορών, το αυξημένο ενεργειακό κόστος, η δυσκολία πρόσβασης σε χρηματοδοτικά και επενδυτικά εργαλεία.

 

Η χώρα όμως, διαθέτει αρκετά συγκριτικά πλεονεκτήματα.

Και κυρίως διαθέτει καλά εκπαιδευμένο και καταρτισμένο ανθρώπινο δυναμικό, έτοιμο να προσφέρει στην προσπάθεια ανάταξης της οικονομίας μας.

Διαθέτει επιχειρηματικό δαιμόνιο, που πολλές βιομηχανικές επιχειρήσεις διατήρησαν, καλλιέργησαν και εκδήλωσαν μέσα στην κρίση.

Αυτές οι δυνατότητές της θα ευοδωθούν μόνο εφόσον εφαρμόσουμε εκείνες τις πολιτικές που θα τις αναδείξουν, θα τις διευκολύνουν και θα τις επιβεβαιώσουν.

Ειδικά σε μία Ευρώπη η οποία, με βάση και το τελευταίο κείμενο συμπερασμάτων του Συμβουλίου Ανταγωνιστικότητας, στρέφει και πάλι την προσοχή της στη δημιουργία μιας ισχυρής βιομηχανικής βάσης, επιδιώκοντας την αύξηση του μεριδίου της βιομηχανίας στο ευρωπαϊκό ΑΕΠ.

Για το σκοπό αυτό απαιτείται, από μέρους της χώρας μας, η διαμόρφωση ενός ρεαλιστικού και ολοκληρωμένου σχεδίου, μέσα από ένα συνεκτικό πλαίσιο στρατηγικών κατευθύνσεων και πολιτικών, με βασικούς άξονες:

1ος Άξονας: Η αλλαγή της δημοσιονομικής πολιτικής.

  • Με την απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας.
  • Με τη στοχευμένη και σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών, όπως είναι η μείωση της φορολογίας στις επιχειρήσεις.
  • Με την αύξηση του ορίου για υποβολή ΦΠΑ.
  • Με την παροχή φορολογικών κινήτρων για επενδύσεις σε έρευνα και καινοτομία.
  • Με υπερ-αποσβέσεις για τις επενδύσεις κεφαλαίου.
  • Με τη μείωση της φορολογίας ανάλογα με τις θέσεις εργασίας που δημιουργούνται στις επιχειρήσεις.
  • Με τη δημιουργία «Λευκού Μητρώου Ασφαλιστικού Συστήματος», προβλέποντας μειωμένες ασφαλιστικές εισφορές για τις συνεπείς επιχειρήσεις.

2ος Άξονας: Η υλοποίηση μεταρρυθμίσεων που θα βελτιώσουν τη διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και θα οδηγήσουν στην υλοποίηση ιδιωτικών επενδύσεων.

  • Με τη δημιουργία ενός σταθερού και απλού ρυθμιστικού πλαισίου.
  • Με την άρση των εμποδίων ομαλής λειτουργίας της αγοράς.
  • Με την απλοποίηση των διαδικασιών έναρξης επιχειρήσεων, με κεντρικό χαρακτηριστικό τη «δήλωση συμμόρφωσης» και τις πρότυπες προδιαγραφές.
  • Με την ασφάλεια δικαίου, μέσα από σταθερούς κανόνες λειτουργίας, την επιτάχυνση στην απονομή δικαιοσύνης, την κωδικοποίηση της νομοθεσίας.
  • Με τη βελτίωση του χωροταξικού και πολεοδομικού πλαισίου για τις χρήσεις γης.
  • Με τον εξορθολογισμό του νομοθετικού πλαισίου για τις βιομηχανικές περιοχές.
  • Με την υλοποίηση των ήδη σχεδιασμένων αποκρατικοποιήσεων και την προώθηση εμβληματικών επενδύσεων.
  • Με την απελευθέρωση και ταχεία αναδιάρθρωση της αγοράς ενέργειας, την ολοκλήρωση και προώθηση των υποδομών διασύνδεσης και την υλοποίηση μιας εθνικής ενεργειακής πολιτικής, πρωτοβουλίες που θα οδηγήσουν στη μείωση του ενεργειακού κόστους και σε ενεργειακή επάρκεια.
  • Με τον εξορθολογισμό της λειτουργίας του Κράτους, ώστε να δημιουργηθεί ένας αποτελεσματικός, ευέλικτος, σύγχρονος και παραγωγικός δημόσιος τομέας.
  • Με τη συγκέντρωση αρμοδιοτήτων που σήμερα βρίσκονται κατακερματισμένες σε πολλά Υπουργεία.

3ος Άξονας: Η ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία.

Με την αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων, με την υιοθέτηση ενός πιο λειτουργικού «Αναπτυξιακού Νόμου», με την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων που διαμορφώθηκε στο χαμηλότερο ύψος της τελευταίας 10ετίας, με την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και με τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης.

Αυτό που χρειάζεται είναι η εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης που θα επαναφέρει καταθέσεις στο τραπεζικό σύστημα και η ορθολογική αντιμετώπιση του υψηλού συσσωρευμένου αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων και ανοιγμάτων, με κοινωνική ευθύνη και ευαισθησία.

4ος Άξονας: Η υιοθέτηση μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της οικονομίας.

Στόχος η μετάβαση από μια οικονομία βασισμένη στην κατανάλωση εισαγόμενων προϊόντων, σε μια ανταγωνιστική και εξωστρεφή οικονομία, προσανατολισμένη στις επενδύσεις, τις εξαγωγές και την αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων κάθε κλάδου, όπως είναι η βιομηχανία.

Για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος, μεταξύ άλλων:

  • Πρέπει η βιομηχανική πολιτική να αποτελέσει δομικό στοιχείο της στρατηγικής, μέσα από ανάδειξη τομέων, κλάδων και γεωγραφικών περιοχών, με σαφείς εξωστρεφείς προοπτικές.
  • Πρέπει να ενισχυθούν τα εγχωρίως παραγόμενα προϊόντα και οι υπηρεσίες στην κλίμακα της τεχνολογικής εξειδίκευσης.
  • Πρέπει οι επιχειρήσεις να ενταχθούν σε διεθνείς παραγωγικές αλυσίδες αξίας.
  • Πρέπει να βελτιωθούν τα δίκτυα και οι υπηρεσίες εφοδιαστικής αλυσίδας (logistics) και να αναβαθμιστούν οι υποδομές για την ανταγωνιστική διακίνηση των πρώτων υλών και των προϊόντων από / προς τις αγορές.
  • Πρέπει να βελτιωθεί η προσβασιμότητα σε κεφάλαια, μέσα από την ενθάρρυνση εξω-τραπεζικών εργαλείων και εναλλακτικών τρόπων κεφαλαιακής ενίσχυσης, την αξιοποίηση σύγχρονων τεχνικών χρηματοοικονομικής μηχανικής, τον συντονισμό και τη σύνδεση των επενδυτικών εργαλείων και καθεστώτων ενίσχυσης επενδύσεων.
  • Πρέπει να θέσουμε ως χώρα, έστω με καθυστέρηση, έμπρακτα, ως προτεραιότητα την επένδυση στη γνώση, με την ανάπτυξη ενός ποιοτικού, ανοικτού, εξωστρεφούς συστήματος εκπαίδευσης, κατάρτισης και δια βίου μάθησης και ενός εθνικού «οικοσυστήματος» έρευνας, εναρμονισμένο με την καινοτομία και την τεχνολογία, προσαρμοσμένο στην ευρωπαϊκή και διεθνή πραγματικότητα.
  • Πρέπει να απλοποιήσουμε τη συνεργασία πανεπιστημιακών και ερευνητικών ιδρυμάτων με επιχειρήσεις, για την παραγωγική αξιοποίηση ερευνητικών αποτελεσμάτων από τη βιομηχανία και για την πρακτική εφαρμογή καινοτόμων θεωριών και προγραμμάτων.
  • Πρέπει να επιδιώξουμε η προσφορά γνώσεων και δεξιοτήτων να είναι ικανές να δημιουργήσουν εστίες καινοτομίας, να καλύψουν τις τεχνολογικές – επιστημονικές ανάγκες της μεταποίησης και να στηρίξουν τον ψηφιακό μετασχηματισμό της παραγωγής.
  • Πρέπει οι βιομηχανικές επιχειρήσεις να εστιάσουν στη βιώσιμη ανάπτυξη και στην κυκλική οικονομία, ασκώντας υπεύθυνη επιχειρηματικότητα, μέσα από την υλοποίηση των αρχών της εταιρικής διακυβέρνησης και της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης».

 

Συμπερασματικά, αυτό το σχέδιο είναι ικανό να απελευθερώσει μη παραγωγικά δεσμευμένους ή αδρανείς πόρους της οικονομίας και να μας βγάλει από τον καταστροφικό κύκλο της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής μιζέριας.

Η υλοποίηση αυτού του σχεδίου όμως απαιτεί μία μεταρρυθμιστική, σοβαρή, υπεύθυνη, συνεκτική και αξιόπιστη Κυβέρνηση.

Χαρακτηριστικά τα οποία η σημερινή Κυβέρνηση εγγενώς δεν διαθέτει και προφανώς δεν μπορεί και δεν πρόκειται να αποκτήσει.

TECHNOPOLIS
Innovathens
TECHNOPOLIS
Innovathens
TECHNOPOLIS
Innovathens
TECHNOPOLIS
Innovathens

Αποσπάσματα τοποθέτησης στην εκδήλωση του ΚΕΑΣΜ – «Το τέλος του 3ου Μνημονίου: Μία από τα ίδια ή ποτέ πια τα ίδια;»

Αποσπάσματα τοποθέτησης στην εκδήλωση του Κέντρου Αστικής Μεταρρύθμισης

με θέμα «Το τέλος του 3ου Μνημονίου: Μία από τα ίδια ή ποτέ πια τα ίδια;»

«Η χώρα, σήμερα, είναι «βουτηγμένη» στο οικονομικό τέλμα, την κοινωνική μιζέρια και την εθνική παρακμή.

  • Αδυνατεί να επιτύχει τους αναπτυξιακούς στόχους που η ίδια θέτει.
  • Το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών συρρικνώνεται.
  • Το ιδιωτικό χρέος διαρκώς διογκώνεται.
  • Η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας υποχωρεί.
  • Η ποιότητα των θεσμών διακυβέρνησης υποβαθμίζεται.

Ενώ η κανονικότητα στη χώρα, κανονικότητα που είχε αρχίσει να αποκαθίσταται το 2014, δεν έχει ακόμη επανέλθει.

  • Κεφαλαιακοί περιορισμοί εξακολουθούν να υφίστανται.
  • Νέοι φόροι και πρόσθετες περικοπές στις συντάξεις συνεχίζουν να επιβάλλονται.
  • Οι ευέλικτες μορφές εργασίας διευρύνονται.
  • Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου παραμένουν στάσιμα υψηλές.
  • Καταθέσεις δεν επιστρέφουν – με ουσιαστικό τρόπο – στο τραπεζικό σύστημα.
  • Η εξάρτηση των τραπεζών από τον έκτακτο μηχανισμό ενίσχυσης της ρευστότητας (ELA) εξακολουθεί να υφίσταται.
  • Και η χώρα παραμένει «απούσα» από το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης.

Αυτό είναι το οδυνηρό αποτύπωμα της σημερινής διακυβέρνησης.

Το Κυβερνητικό αποτύπωμα της συνειδητής επιλογής της να υπερφορολογήσει τους πολίτες, της αδυναμίας της να υλοποιήσει διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και της τακτικής της να συρρικνώσει τη ρευστότητα στην πραγματική οικονομία.

Και σαν να μην έφτανε η σημερινή κατάσταση «παραλυτικής στασιμότητας» της οικονομίας, η Κυβέρνηση, όπως ήδη γνωρίζετε:

  • έχει ψηφίσει νέα μέτρα λιτότητας για μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος,
  • έχει δεσμευτεί σε υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα για πολλά χρόνια μετά το 2018,
  • ενώ η υλοποίηση των αναγκαίων παρεμβάσεων για τη ρύθμιση του χρέους όχι μόνο έχει μετατεθεί για μετά το καλοκαίρι, αλλά θα γίνει στο βαθμό που αυτό κριθεί τότε αναγκαίο από τους Θεσμούς και θα συνοδευτεί από κάποιον αυστηρό μηχανισμό επιτήρησης και εποπτείας.

Αντιλαμβάνεται συνεπώς κανείς ότι το αφήγημα περί «καθαρής εξόδου από τα Μνημόνια» δεν είναι παρά ακόμη μία Κυβερνητική αυταπάτη.

Σε κάθε περίπτωση όμως, η χώρα θα πρέπει να διαθέτει χρηματοδοτική επάρκεια και ασφάλεια, με χαμηλό κόστος δανεισμού από τις διεθνείς αγορές και με «δίχτυ προστασίας», χωρίς να επιβαρύνεται η πραγματική οικονομία.

Εάν υπήρχε αξιοπιστία, σοβαρότητα και υπευθυνότητα, εάν είχε υλοποιηθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων, εάν είχαν ήδη αναληφθεί πρωτοβουλίες για τη βελτίωση της βιωσιμότητας του χρέους και εάν η χώρα είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, τότε τα επιτόκια δανεισμού, με δεδομένο το ευνοϊκότερο ευρωπαϊκό περιβάλλον και την υψηλή διαθέσιμη ρευστότητα, θα ήταν χαμηλότερα και λογικά.

Δυστυχώς όμως σήμερα:

1ον. Η Κυβέρνηση προσπαθεί να φτιάξει ταμειακό απόθεμα, «στύβοντας» την πραγματική οικονομία:

  • Χρησιμοποιεί εις βάρος της ρευστότητας τις «κουτσουρεμένες δόσεις» του δανείου.
  • Επιβάλλει εσωτερική στάση πληρωμών.
  • «Σκουπίζει» τα ταμειακά διαθέσιμα των φορέων του Δημοσίου.
  • Υπερφορολογεί νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
  • Προχωρά σε σχετικά ακριβές εκδόσεις χρέους, όταν οι διαθέσιμοι από το πρόγραμμα πόροι, οι οποίοι – με ευθύνη της – δεν αντλούνται, προσφέρονται με πολύ χαμηλότερο επιτόκιο.

2ον. Τα επιτόκια αγορών και τα spreads όχι μόνο εξακολουθούν να είναι πολύ υψηλότερα των άλλων ευρωπαϊκών χωρών, αλλά είναι και πιο ευμετάβλητα.

Απόδειξη; Το πώς κινήθηκαν οι αποδόσεις τις τελευταίες εβδομάδες, για μια σειρά από ενδογενείς και εξωγενείς λόγους (έλλειψη εμπιστοσύνης, εσωτερική και εξωτερική πολιτική αβεβαιότητα, μεγάλες διεθνείς εκδόσεις χρέους, κατεύθυνση νομισματικής πολιτικής κ.α.).

Κοντά σε αυτά τα δεδομένα, η Κυβέρνηση οφείλει να συνεκτιμήσει το γεγονός ότι η διευκολυντική νομισματική πολιτική της ΕΚΤ, τόσο με συμβατικά όσο και μη συμβατικά μέτρα, που βελτίωσαν τις συνθήκες χρηματοδότησης της ευρωπαϊκής οικονομίας, δεν θα συνεχιστούν επί μακρόν.

Ενώ και η χρηματοδότηση των τραπεζών θα πρέπει να είναι διασφαλισμένη, δεδομένου ότι η Ελλάδα απέχει ακόμη αρκετά από το να έχει αποκτήσει επενδυτική πιστοληπτική διαβάθμιση.

Συνεπώς, λαμβάνοντας υπόψη την τρέχουσα κατάσταση της ελληνικής οικονομίας, τις προκλήσεις και τις δεσμεύσεις της χώρας, το ζητούμενο είναι, λίγους μήνες πριν το τέλος του 3ου Μνημονίου, να σχεδιάσουμε, με σύνεση και αυτοπεποίθηση, την επόμενη ημέρα της ελληνικής οικονομίας.

Επόμενη ημέρα που δεν πρέπει να είναι ίδια με τη σημερινή.

Και δεν θα πρέπει να συνιστά επιστροφή στα διαχρονικά λάθη του παρελθόντος.

Επόμενη ημέρα που θα χαρακτηρίζεται από κοινωνική δικαιοσύνη, αποτελεσματικότητα, συνοχή, αξιοπρέπεια και δυναμισμό.

Επόμενη ημέρα που θα έχει ως στόχο την επίτευξη υψηλής και διατηρήσιμης ανάπτυξης, τη δημιουργία νέων ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.

Για το σκοπό αυτό απαιτείται η διαμόρφωση ενός ρεαλιστικού και ολοκληρωμένου σχεδίου, με βασικούς άξονες:

1ος Άξονας: Η αλλαγή του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής.

Είναι επιστημονικά τεκμηριωμένο και ιστορικά επιβεβαιωμένο ότι το μέγεθος της προσαρμογής και το μείγμα της δημοσιονομικής πολιτικής αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες για τη βιωσιμότητά της.

Ενώ η δημοσιονομική προσαρμογή που στηρίζεται, κυρίως, στην αύξηση της φορολογίας των πολιτών, δεν οδηγεί σε διατηρήσιμα αποτελέσματα, επιβαρύνοντας υπέρμετρα την πραγματική οικονομία.

Επιβάλλεται συνεπώς η απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας, καθώς και η σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

2ος Άξονας: Η υλοποίηση ενός συνεκτικού σχεδίου μεταρρυθμίσεων.

Σχέδιο που θα βελτιώνει την διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, διευρύνοντας την παραγωγή διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών και βελτιώνοντας την παραγωγικότητα παραδοσιακών και νέων συντελεστών παραγωγής.

Με την απλοποίηση του αδειοδοτικού και γραφειοκρατικού περιβάλλοντος, τη ριζική βελτίωση του χωροταξικού και πολεοδομικού πλαισίου, τον εξορθολογισμό της νομοθεσίας για τις βιομηχανικές περιοχές, με την ενδυνάμωση του υγιούς ανταγωνισμού στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών, με την υλοποίηση αποκρατικοποιήσεων και την προώθηση εμβληματικών επενδύσεων, με τη βελτίωση της ποιότητας και τη διασφάλιση της ορθής και ανεξάρτητης λειτουργίας των θεσμών και με την αναμόρφωση του ρόλου και τη βελτίωση της λειτουργίας του Κράτους.

3ος Άξονας: Η ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία.

Με την αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων, την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων που διαμορφώθηκε στο χαμηλότερο ύψος της τελευταίας 10ετίας, την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης.

4ος Άξονας: Η υιοθέτηση μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της οικονομίας.

Με τη μετάβαση από μια οικονομία βασισμένη στην κατανάλωση εισαγόμενων προϊόντων, σε μια ανταγωνιστική και εξωστρεφή οικονομία, προσανατολισμένη στις επενδύσεις, στις εξαγωγές και στην αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων κάθε κλάδου.

Καθώς και με την ανάδειξη της παιδείας σε βασικό μοχλό της αναπτυξιακής διαδικασίας».

Ομιλία στην Ολομέλεια κατά τη συζήτηση Επίκαιρης Ερώτησης για τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου | 19.3.2018

Πρωτολογία

Κύριε Υπουργέ,

Θα συμφωνείτε υποθέτω και εσείς ότι η αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς τους ιδιώτες, πέραν της συμβολής της στην εξυγίανση των προϋπολογισμών των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης και στην ενίσχυση της αξιοπιστίας του Δημοσίου, συνιστά βασική πηγή τόνωσης της ρευστότητας στην οικονομία.

 

 

Στο τέλος του 2012, η τότε Κυβέρνηση δημιούργησε το θεσμικό και λειτουργικό πλαίσιο για την σταδιακή εξόφλησή τους. Πλαίσιο που ισχύει και εφαρμόζεται μέχρι και σήμερα.

Το αποτέλεσμα ήταν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου, από περίπου 9,6 δισ. ευρώ στο τέλος του 2012, να μειωθούν, μέσα σε 2 χρόνια, περίπου κατά 6 δισ. ευρώ, βοηθώντας ουσιαστικά στην καταγραφή θετικού ρυθμού οικονομικής μεγέθυνσης – για πρώτη φορά – το 2014.

Δυστυχώς όμως, από τον Ιανουάριο του 2015, η κατάσταση άλλαξε.

Οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Δημοσίου άρχισαν και πάλι να «τραβούν την ανηφόρα», ως αποτέλεσμα – κυρίως – της «εσωτερικής στάσης πληρωμών» που κήρυξε η σημερινή Κυβέρνηση.

Έτσι, παρά το γεγονός ότι έχουν εκταμιευθεί περισσότερα από 5 δισ. ευρώ από δόσεις της δανειακής σύμβασης για την αποπληρωμή τους, αυτές οι οφειλές παραμένουν υψηλές, ξεπερνώντας σήμερα τα 3 δισ. ευρώ.

Συνεπώς, ερωτάστε κε. Υπουργέ:

1ον. Για ποιό λόγο οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου παραμένουν υψηλές παρά τους πρόσθετους δανειακούς και πλέον εθνικούς πόρους που διατίθενται για την αποπληρωμή τους, όταν μάλιστα, σύμφωνα με την Εισηγητική Έκθεση του Προϋπολογισμού σας, «η εξόφλησή τους αποτελεί βασική προτεραιότητα για το Υπουργείο Οικονομικών»;

2ον. Σε τι ύψος ανέρχονται οι νέες οφειλές που δημιουργήθηκαν την τελευταία τριετία;

3ον. Ποιος είναι ο προγραμματισμός για την αποπληρωμή τους εντός του 2018; Πως θα χρηματοδοτηθεί η εξόφλησή τους από δανειακούς και εθνικούς πόρους;

4ον. Πότε εκτιμά το Υπουργείο Οικονομικών ότι θα ολοκληρωθεί η εκκαθάριση των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου;

Σας ευχαριστώ πολύ.

Δευτερολογία

 Κύριε Υπουργέ,

Από την απάντησή σας, καθώς και από πρόσθετα στοιχεία που δεν πρόλαβα να αναπτύξω κατά την πρωτολογία μου, προκύπτουν ορισμένα χρήσιμα συμπεράσματα:

1ο Συμπέρασμα: Η Κυβέρνηση, εξαιτίας τόσο της επιλογής της να συντηρεί την «εσωτερική στάση πληρωμών» όσο και της ανικανότητάς της να απορροφήσει τους διαθέσιμους πόρους, δημιουργεί συνεχώς νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές.

Και σε αυτές πρέπει να προστεθούν και όσες υποχρεώσεις του Δημοσίου δεν καταγράφονται, όπως είναι, σύμφωνα με την Έκθεση Συμμόρφωσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, οι εκκρεμείς επιστροφές φόρων καθώς και αιτήσεις συνταξιοδότησης.

Επιπρόσθετα, όπως επισημαίνει η ίδια Έκθεση, από τους συνολικούς δανειακούς πόρους που μεταβιβάστηκαν για την αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών το 2017, μόνο οι μισοί έφτασαν στους τελικούς δικαιούχους.

Το υπόλοιπο ποσό είτε κόλλησε σε φορείς του Δημοσίου είτε δεν έφτασε στους φορείς.

2ο Συμπέρασμα: Λόγω της Κυβερνητικής καθυστέρησης στην απορρόφηση της χρηματοδότησης του προγράμματος, η διαδικασία αποπληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών έχει διαφοροποιηθεί επί το δυσμενέστερο για τη χώρα μας.

Το Δημόσιο έχει πλέον την υποχρέωση, όπως καταγράφεται – για πρώτη φορά – μετά την 2η αξιολόγηση, να συμβάλει με ίδιους πόρους στην αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών.

Πέρυσι η αναλογία ήταν 1/2 έναντι των δόσεων του δανείου.

Σήμερα αυτή έγινε ακόμη πιο δυσμενής, διαμορφώθηκε στο 50%-50%, επιβαρύνοντας – ακόμη περισσότερο – τους Έλληνες φορολογούμενους.

Υπενθυμίζεται ότι αντίστοιχη, σχετική πρόβλεψη δεν υπήρξε στο 2ο Μνημόνιο.

3ο Συμπέρασμα: Η πλήρης εκκαθάριση των ληξιπρόθεσμων οφειλών έχει παραπεμφθεί στις «αριστερές καλένδες».

Αρχικά, με βάση το 3ο Μνημόνιο, τον Αύγουστο του 2015, η αποπληρωμή τους θα ολοκληρωνόταν έως το τέλος του 2016.

Στη συνέχεια, με βάση το Συμπληρωματικό Μνημόνιο, τον Ιούνιο του 2016, αυτή μετατέθηκε για τον Ιούνιο του 2017.

Και σήμερα, με βάση την Εισηγητική Έκθεση του Κρατικού Προϋπολογισμού, απλώς «αναμένεται η περαιτέρω μείωσή τους εντός του 2018».

Συνεπώς, για ακόμη μία φορά, επιβεβαιώνονται η Κυβερνητική αδυναμία, ανικανότητα και αναποτελεσματικότητα.

Είναι σαφές ότι η σημερινή Κυβέρνηση δεν θέλει, δεν ξέρει και δεν μπορεί να «ρίξει» ρευστότητα στην αγορά.

Στον αντίποδα αυτής της οικονομικά ανορθολογικής Κυβερνητικής πρακτικής, βασικός άξονας της οικονομικής πρότασης της Νέας Δημοκρατίας είναι η ενίσχυση της ρευστότητας στην οικονομία, με την αξιοποίηση των διαθέσιμων ευρωπαϊκών κονδυλίων, με την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων που διαμορφώθηκε – πέρυσι – στο χαμηλότερο επίπεδο της τελευταίας 10ετίας, με την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και με τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης μέσω του τραπεζικού συστήματος.

Σας ευχαριστώ πολύ.

Ομιλία στο Delphi Economic Forum 2018 – “Towards a sustainable debt strategy” | 4.3.2018

Θέλω να ευχαριστήσω τους διοργανωτές του Συνεδρίου, Θεσμού πλέον στη χώρα μας, για την πρόσκληση να συμμετάσχω σε αυτό και να καταθέσω σκέψεις και θέσεις για το ζήτημα του δημοσίου χρέους.

Κυρίες και Κύριοι,

Το πρόβλημα της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους παραμένει κρίσιμης σημασίας για την πορεία της χώρας, παρά την διπλή αναδιάρθρωση και τη βελτίωση του «προφίλ» του από το 2012, την επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων από το 2013 και τα βραχυπρόθεσμα μέτρα ελάφρυνσής του από το 2017.

Σχετικές ανησυχίες καταγράφονται στις τελευταίες εκθέσεις τόσο του ΔΝΤ, όσο και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, παρά τις ευνοϊκότερες παραδοχές της τελευταίας.

Αποδεικνύεται έτσι ότι η δημοσιονομική ισορροπία και οι παρεμβάσεις ελάφρυνσης του χρέους συνιστούν αναγκαίες συνθήκες για την ενίσχυση της βιωσιμότητάς του, δεν αποτελούν όμως, από μόνες τους, και ικανές συνθήκες.

Και αυτό γιατί απαιτείται, συγχρόνως, η επίτευξη και διατήρηση υψηλών ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης.

 

Τι συνέβη όμως τα τελευταία 3 χρόνια και επιβαρύνθηκε σημαντικά η βιωσιμότητα του χρέους, σε σχέση με τις εκτιμήσεις των εταίρων το 2014;

Ουσιαστικά, κυρίως λόγω αυταπάτης και δημιουργικής ασάφειας, «χάθηκε» η αναπτυξιακή δυναμική που τότε είχε διαμορφωθεί.

Και συσσωρεύτηκε ένα κόστος πολλών δεκάδων δισ. ευρώ, όπως οι εταίροι επανέλαβαν και κατά τη διάρκεια του Συνεδρίου.

Είμαστε ως χώρα, σύμφωνα με τις διεθνείς Εκθέσεις, η μοναδική – παγκοσμίως – αρνητική αναπτυξιακή έκπληξη.

Η οικονομία «κατρακύλησε» στην ύφεση το 2015-2016, και παρουσίασε ασθενική – πολύ χαμηλότερη από τις προβλέψεις – μεγέθυνση το 2017, διευρύνοντας το χάσμα με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές οικονομίες.

Και σαν να μην έφτανε αυτό, ο εκτιμώμενος μακροπρόθεσμος ρυθμός μεγέθυνσης, σύμφωνα με συγκρίσιμες μελέτες βιωσιμότητας του ΔΝΤ, συρρικνώθηκε σημαντικά, από το 1,9% στο 1%.

 

Συνεπώς, Κυρίες και Κύριοι, το ζητούμενο σήμερα είναι η επίτευξη διατηρήσιμης οικονομικής ανάπτυξης, ώστε να βελτιωθεί η βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους, να δημιουργηθεί πολύτιμος δημοσιονομικός χώρος και να επιτυγχάνονται – χωρίς πρόσθετα μέτρα λιτότητας – πιο ρεαλιστικοί δημοσιονομικοί στόχοι.

Για την επίτευξη αυτού του στόχου απαιτούνται:

1ον. Η αλλαγή του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής.

Είναι επιστημονικά τεκμηριωμένο και ιστορικά επιβεβαιωμένο ότι το μέγεθος της προσαρμογής και το μείγμα της δημοσιονομικής πολιτικής αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες για τη βιωσιμότητά της.

Και αυτό γιατί συγκριτικά στοιχεία μεταξύ χωρών δείχνουν ότι πολύ υψηλά πλεονάσματα είναι ανέφικτα για μακρές χρονικές περιόδους, ειδικά σε χώρες που βίωσαν βαθιά και παρατεταμένη ύφεση και παρουσιάζουν υψηλό ποσοστό μακροχρόνιας ανεργίας.

Ενώ η δημοσιονομική προσαρμογή που στηρίζεται, κυρίως, στην αύξηση της φορολογίας των πολιτών, δεν οδηγεί σε διατηρήσιμα αποτελέσματα, επιβαρύνοντας υπέρμετρα την πραγματική οικονομία.

Η Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την διαχρονική απώλεια εσόδων από την είσπραξη του ΦΠΑ, δηλαδή το κενό ΦΠΑ, το επιβεβαιώνει.

Επιβάλλεται συνεπώς η απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας, καθώς και η σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

2ον. Η υλοποίηση ενός συνεκτικού σχεδίου μεταρρυθμίσεων, που θα εκτείνεται μετά το 2018.

Σχέδιο που θα βελτιώνει την διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, διευρύνοντας την παραγωγή διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών και βελτιώνοντας την παραγωγικότητα παραδοσιακών και νέων συντελεστών παραγωγής.

Η υλοποίηση αυτού του σχεδίου θα οδηγήσει στην επίτευξη υψηλότερων ρυθμών μεγέθυνσης από τις σημερινές εκτιμήσεις των θεσμών.

Η οποία, με τη σειρά της, θα βελτιώσει τη βιωσιμότητα του χρέους, δίνοντας τη δυνατότητα για σταδιακή μείωση των δημοσιονομικών στόχων, αφού σύμφωνα με τις διεθνείς μελέτες, η αναλογία επίδρασής τους στο χρέος είναι 1,8:1.

Οι πιο ρεαλιστικοί δημοσιονομικοί στόχοι θα επιτυγχάνονται πλέον μέσω της αυτοτροφοδοτούμενης αναπτυξιακής διαδικασίας, χωρίς τη λήψη πρόσθετων μέτρων λιτότητας.

Ενώ παράλληλα, ο δημοσιονομικός χώρος που θα δημιουργηθεί, θα χρησιμοποιηθεί, σταδιακά, για περαιτέρω μειώσεις φόρων και ασφαλιστικών εισφορών.

Προσέξτε, μιλάμε για μία «ρήτρα μεταρρυθμίσεων» διαφορετική από τη «ρήτρα ανάπτυξης» στην οποία έχει συμφωνήσει η Ελληνική Κυβέρνηση, σύμφωνα με την οποία, όσο περισσότερο αυξάνει το εθνικό εισόδημα, τόσο μικρότερη ελάφρυνση χρέους θα απαιτείται από τους εταίρους.

3ον. Η ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία.

Με την αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων, την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης.

Αυτό που χρειάζεται είναι η εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης που θα επαναφέρει καταθέσεις στο τραπεζικό σύστημα και η ορθολογική αντιμετώπιση του υψηλού συσσωρευμένου αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων και ανοιγμάτων.

4ον. Η υλοποίηση, το συντομότερο δυνατόν, ουσιαστικών παρεμβάσεων για την ενίσχυση της βιωσιμότητας του χρέους.

Όπως έχει συμφωνηθεί από το Νοέμβριο του 2012 αλλά μέχρι σήμερα, με ευθύνη και των δανειστών, δεν έχει υλοποιηθεί.

Δυστυχώς βέβαια, με βάση τις αποφάσεις του Eurogroup, οι αναγκαίες αυτές παρεμβάσεις θα υλοποιηθούν μετά τη λήξη του προγράμματος και στο βαθμό που αυτές κριθούν τότε αναγκαίες από τους θεσμούς, εκτιμάται δε ότι θα συνοδευτούν από κάποιον αυστηρό μηχανισμό επιτήρησης και εποπτείας.

Καθιστώντας, μαζί με τα πρόσθετα δημοσιονομικά μέτρα για μετά το 2018, το αφήγημα της Κυβέρνησης περί «καθαρής εξόδου από τα Μνημόνια», άλλη μία αυταπάτη.

Βέβαια, η Κυβέρνηση προσπαθεί, με κάθε τρόπο, να φτιάξει ταμειακό απόθεμα, «στύβοντας» την πραγματική οικονομία.

Χρησιμοποιεί εις βάρος της ρευστότητας τις «κουτσουρεμένες δόσεις» του δανείου, επιβάλλει εσωτερική στάση πληρωμών, υπερφορολογεί νοικοκυριά και επιχειρήσεις, προχωρά σε σχετικά ακριβές εκδόσεις χρέους όταν οι διαθέσιμοι από το πρόγραμμα πόροι, οι οποίοι δεν αντλούνται, προσφέρονται με πολύ χαμηλότερο επιτόκιο.

Επιτόκιο των αγορών και spreads τα οποία όχι μόνο εξακολουθούν να είναι πολύ υψηλότερα των άλλων ευρωπαϊκών χωρών, αλλά είναι και πιο ευμετάβλητα.

Αν υπήρχε αξιοπιστία, σοβαρότητα και υπευθυνότητα, εάν είχε υλοποιηθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων, εάν είχαν αναληφθεί ήδη πρωτοβουλίες για τη βελτίωση της βιωσιμότητας του χρέους και εάν η χώρα είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, τότε τα επιτόκια δανεισμού, με δεδομένο το ευνοϊκότερο ευρωπαϊκό περιβάλλον και την υψηλή διαθέσιμη ρευστότητα, θα ήταν χαμηλότερα και λογικά.

Όλα αυτά όμως απαιτούν μια άλλη μεταρρυθμιστική, σοβαρή, συνεκτική και αξιόπιστη Κυβέρνηση.

Τοποθέτηση στη Βουλή κατά την ενημέρωση από τον Επίτροπο κ. Moscovici | 9.2.2018

 

Κύριε Επίτροπε,

Καλώς ορίσατε, για ακόμη μία φορά, στην Ελλάδα και το Ελληνικό Κοινοβούλιο, προκειμένου να συζητήσουμε για το μέλλον της Ευρώπης.

Ευρώπη η οποία, τα τελευταία χρόνια, βρέθηκε αντιμέτωπη με μία πολυδιάστατη οικονομική, κοινωνική, θεσμική και πολιτική κρίση.

Κρίση που έπληξε, λιγότερο ή περισσότερο, όλα τα κράτη-μέλη της.

Με καθυστερήσεις, συμβιβασμούς και – σε ορισμένες περιπτώσεις – με υψηλό κοινωνικό κόστος, οι Ευρωπαϊκές ηγεσίες κατάφεραν να οδηγήσουν το ευρωπαϊκό οικοδόμημα στην έξοδο από την κρίση.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση όμως εξακολουθεί να αντιμετωπίζει μεγάλες προκλήσεις, όπως είναι η συμπλήρωση της αρχιτεκτονικής της, το δημογραφικό πρόβλημα, η προσφυγική κρίση, η ασφάλεια, η διαχείριση του Brexit, η κατεύθυνση της νομισματικής πολιτικής, οι οικονομικές σχέσεις με άλλες χώρες, ο φορολογικός ανταγωνισμός, η ευστάθεια των χρηματοπιστωτικών οργανισμών, οι τεχνολογικές εξελίξεις και η χρηματοοικονομική καινοτομία.

Η απάντηση στις προκλήσεις πρέπει να είναι περισσότερη και πιο ποιοτική Ευρώπη, με ενισχυμένη την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη.

Με εμβάθυνση και ενδυνάμωση της οικονομικής και νομισματικής ενοποίησης, με καλύτερο οικονομικό συντονισμό, με επαρκή εργαλεία και πόρους για την αντιμετώπιση ανισορροπιών, με κανόνες μακροπρόθεσμης οικονομικής διακυβέρνησης.

Σε αυτή την κατεύθυνση μπορούν να συμβάλλουν:

  • Η ενίσχυση των μηχανισμών μακροοικονομικής εξισορρόπησης, οι οποίοι θα λειτουργούν συμμετρικά για τα κράτη-μέλη.
  • Η υλοποίηση υπεύθυνων δημοσιονομικών πολιτικών, λαμβάνοντας υπόψη τον οικονομικό κύκλο.
  • Η πραγματοποίηση έξυπνων διαρθρωτικών αλλαγών.
  • Η ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης, με την λειτουργία ενός ευρωπαϊκού φορέα εγγύησης καταθέσεων.
  • Η προώθηση της ένωσης των κεφαλαιαγορών, με στόχο τη διεύρυνση των πηγών χρηματοδότησης – κυρίως – των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.
  • Η μετατροπή του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας σε Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο.

Σε αυτή τη συζήτηση για το μέλλον της Ευρώπης, η Ελλάδα πρέπει να είναι δημιουργικά παρούσα και ενεργή.

Χώρα η οποία κατάφερε τα προηγούμενα χρόνια, με τις τεράστιες θυσίες των πολιτών της, και παρά τα ενδογενή και εξωγενή σφάλματα αυτής της περιόδου, να διορθώσει χρόνιες ανισορροπίες, να εξαλείψει τα «δίδυμα ελλείμματα» και να υλοποιήσει σημαντικές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.

Δυστυχώς όμως, την τελευταία τριετία, εξαιτίας πράξεων και παραλείψεων της Κυβέρνησης, που είτε επισημάνθηκαν είτε αγνοήθηκαν από εταίρους και δανειστές, η χώρα παρουσιάζει, ουσιαστικά, οικονομική στασιμότητα.

Αποτελεί την μοναδική, παγκοσμίως, αρνητική αναπτυξιακή έκπληξη.

Ενώ επίσης το ιδιωτικό χρέος διογκώνεται, η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας επιδεινώνεται, η ρευστότητα συρρικνώνεται, οι ευέλικτες μορφές εργασίας διευρύνονται, κεφαλαιακοί περιορισμοί εξακολουθούν να υφίστανται, η χώρα παραμένει απούσα από το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης.

Και όμως, κύριε Επίτροπε, η Ελλάδα διαθέτει αρκετά συγκριτικά πλεονεκτήματα.

Αυτές οι δυνατότητές της θα ευοδωθούν, μόνο εφόσον εφαρμόσουμε εκείνες τις πολιτικές που θα τις αναδείξουν, θα τις διευκολύνουν και θα τις επιβεβαιώσουν, κρατώντας απόσταση από αυταπάτες και ψευδαισθήσεις.

Για το λόγο αυτό απαιτείται ένα συνεκτικό σχέδιο, με βασικούς άξονες:

  • την απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας,
  • τη δρομολόγηση πιο ρεαλιστικών δημοσιονομικών στόχων,
  • τη σταδιακή μείωση της φορολόγησης νοικοκυριών και επιχειρήσεων,
  • την υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών,
  • την ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία και
  • την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της οικονομίας.

Ένα ρεαλιστικό σχέδιο επίτευξης υψηλής και βιώσιμης ανάπτυξης, δημιουργίας ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής.

Κύριε Επίτροπε, η Ελλάδα θέλει και μπορεί να προχωρήσει.

 

2018.2.9 ΔΤ-Τοποθέτηση στην Κοινή Συνεδρίαση Επιτροπών – Pierre Moscovici

Τοποθέτηση στην παρουσίαση του βιβλίου του Σωτήρη Χατζηγάκη | 13.1.2018

Κυρίες και Κύριοι,

Θέλω να ευχαριστήσω τον κ. Χατζηγάκη και το Βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ για την πρόσκληση που μου απηύθυναν να συμμετάσχω στη σημερινή συζήτηση.

Για εμένα, η αποδοχή της πρόσκλησης ήταν πρόκληση και ευκαιρία.

Πρόκληση να ιχνηλατήσω τους προβληματισμούς και τις θέσεις του συγγραφέα, για ιδεολογικά, πολιτικά, ιστορικά, κοινωνικά, αξιακά ζητήματα.

Ευκαιρία να μελετήσω την «μαρτυρία» ενός πολιτικού, μέσα από εμπειρίες και γεγονότα όπως τα έζησε κατά την ιστορική τους εξέλιξη.

Πολιτικό που είχα την τύχη να γνωρίσω στα κοινοβουλευτικά έδρανα στην αρχή της δικής μου πολιτικής σταδιοδρομίας.

Σήμερα αισθάνομαι δικαιωμένος γι’ αυτή την επιλογή μου.

Η ξενάγηση στις σελίδες του βιβλίου είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και χρήσιμη.

Το βιβλίο είναι αποτέλεσμα σκληρής δουλειάς και μεθοδικής εργασίας, εκτεταμένης έρευνας και τεκμηριωμένης ανάλυσης, συμπυκνωμένης γνώσης και εμπειρίας.

Για τους λόγους αυτούς, το βιβλίο πρέπει να αποτελέσει εφαλτήριο για γόνιμη σκέψη και ουσιαστική συζήτηση.

Κυρίες και Κύριοι,

Θα μου επιτρέψετε να σταθώ σε ορισμένες σκέψεις και θέσεις του συγγραφέα που ξετυλίγονται και διατρέχουν τις σελίδες του βιβλίου.

1η Παρατήρηση:

Ο συγγραφέας ορθώς αναφέρεται εκτεταμένα στα δομικά προβλήματα της Ευρώπης.

Ευρώπη η οποία, τα τελευταία χρόνια, έχει βρεθεί αντιμέτωπη με τρεις μεγάλες κρίσεις:

  • Τη θεσμική, με την αποτυχία του σχεδίου για «Σύνταγμα της Ευρώπης».
  • Την οικονομική, με την κρίση του κοινού νομίσματος.
  • Την πολιτική και κοινωνική, με την έκρηξη του προσφυγικού/μεταναστευτικού προβλήματος.

Σ’ αυτές προστέθηκε η έκρηξη της τρομοκρατίας, με τις επιθέσεις μίσους σε Ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.

Η διαχείριση αυτών έκανε την Ευρωπαϊκή Ένωση να δείχνει στα μάτια πολλών αναποτελεσματική.

Ένας γραφειοκρατικός οργανισμός, αδύναμος να δώσει λύσεις στην ανεργία, στην ανέχεια, στην ανασφάλεια.

Με το εγχείρημα της οικονομικής και νομισματικής ενοποίησης, δομικά και θεσμικά, ημιτελές.

Με ένα «χάσμα» ανταγωνιστικότητας, το οποίο αποτυπώνεται σε έναν πλεονασματικό Βορρά και σε έναν ελλειμματικό Νότο.

Με τις ηγεσίες της αδυνατούσες να διαχειριστούν τις συνέπειες της κρίσης, με δογματικές προσεγγίσεις, πρακτικές επιβολής, γεωγραφικούς διαχωρισμούς.

Και με τον φόβο μπροστά στις προκλήσεις, να έχει δημιουργήσει ένα «πολιτικό και κοινωνικό θερμοκήπιο», όπου φύονται λαϊκισμός, μισαλλοδοξία και εθνικισμός.

Για το λόγο αυτό, η συμπλήρωση πρόσφατα 60 ετών από τότε που ξεκίνησε στη Ρώμη η πορεία της ενωμένης Ευρώπης, προσφέρεται για μία αξιολόγηση των μέχρι σήμερα πεπραγμένων, ανάδειξη των σφαλμάτων και των προβλημάτων και αναζήτηση λύσεων.

Η ευρωπαϊκή πορεία είναι μια ιστορία ειρήνης, δημοκρατίας, αλληλεγγύης και ελευθερίας, αλλά και ευημερίας, ισότητας, ευζωίας και βιωσιμότητας.

Η απάντηση συνεπώς πρέπει να είναι η εμβάθυνση και ενδυνάμωση της Ευρώπης.

Για μια Ευρώπη των πολιτών όπως εύστοχα επισημαίνει και ο συγγραφέας, με ενισχυμένη τη δημιουργική αλληλεγγύη.

Η Ελλάδα έχει περισσότερο από ποτέ ανάγκη την Ευρώπη.

Ασφάλεια, ευημερία και Δημοκρατία μπορούν να υπηρετηθούν μόνο εντός της Ευρώπης.

Για τους λόγους αυτούς πρέπει να είμαστε παρόντες και ενεργοί στη συζήτηση για το μέλλον της Ευρώπης.

2η Παρατήρηση:

Ο συγγραφέας αισθάνεται θλίψη όταν επιχειρείται, αβασάνιστα και αποστροφικά, να μεταφερθούν όλα τα δεινά της σημερινής κατάστασης της χώρας στην περίοδο της μεταπολίτευσης.

Είναι γεγονός ότι η σημερινή Κυβερνητική ηγεσία, αφού πέρασε από διάφορα αφηγήματα τα οποία διαδοχικά κατέρρευσαν, προσπαθεί να γαντζωθεί από το τελευταίας κοπής, ότι «επί 40 χρόνια καταστρέψατε την Ελλάδα και τώρα εμείς την βγάζουμε από τα μνημόνια».

Όμως και αυτό το αφήγημα είναι έωλο, και ως προς τα δύο σκέλη του, αφού είναι ανιστόρητο και βρίσκεται σε σύγκρουση με την πραγματικότητα.

Η αλήθεια είναι ότι η Ελλάδα, μετά τον καταστροφικό εμφύλιο πόλεμο, έκανε σημαντικά βήματα προόδου, με τις προσπάθειες πολιτών και πολιτικών.

Μετά δε την μεταπολίτευση διένυσε την καλύτερη περίοδο της ιστορίας της, στο οικονομικό, το κοινωνικό και το πολιτικό πεδίο.

Αύξησε σημαντικά τον εθνικό πλούτο της και βελτίωσε την ευημερία των πολιτών.

Βεβαίως αυτές τις δεκαετίες, υπήρξαν και παραλείψεις, έγιναν και λάθη.

Από άλλες πλευρές λιγότερα, και από άλλες περισσότερα και βαρύτερα.

Όμως κανένας, και οπωσδήποτε η Αριστερά του κ. Τσίπρα, δεν δικαιούται να μηδενίζει τους αγώνες γενεών Ελλήνων πολιτών και πολιτικών και να παριστάνει μόνο τον κριτή.

Όταν το πράττει αφοριστικά, στρεβλώνοντας τις ιστορικές εξελίξεις, τους αδικεί.

3η Παρατήρηση:

Ο συγγραφέας αναφέρεται στα χαρακτηριστικά της παγκόσμιας κρίσης η οποία θα έπληττε τη χώρα, ανεξάρτητα από τις ενδογενείς αδυναμίες μας.

Γιατί όπως εύστοχα παρατηρεί, όταν επέρχεται μια τόσο βαθιά κρίση, τα αίτια που την έχουν προκαλέσει δεν είναι «στιγμιαία».

Έχουν εκκολαφθεί και αναπαραχθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα στο παρελθόν.

Είναι αλήθεια ότι η κρίση ήταν συστημική και μεταδοτική, δημοσιονομική και χρηματοπιστωτική.

Βρήκε το Ευρωπαϊκό οικοδόμημα «ανοχύρωτο», χωρίς μηχανισμούς αντίδρασης και αντιμετώπισής της.

Και την Ελλάδα με ένα αναπτυξιακό υπόδειγμα που χαρακτηρίζονταν από εμφανείς, αλλά και υποβόσκουσες, μακροχρόνιες παθογένειες στο αξιακό, στο θεσμικό, στο πολιτικό, στο κοινωνικό και στο οικονομικό πεδίο.

Η μεταγενέστερη εξέλιξη των γεγονότων είναι, σε όλους, γνωστή.

Η κρίση δανεισμού την άνοιξη του 2010.

Η προσφυγή στο Μηχανισμό Στήριξης, ως αποτέλεσμα και μιας σειράς λανθασμένων πολιτικών επιλογών και χειρισμών της διακυβέρνησης Παπανδρέου.

Και η εφαρμογή ασφυκτικών προγραμμάτων οικονομικής πολιτικής μέχρι και σήμερα.

4η Παρατήρηση:

Εύστοχα υποστηρίζει ο συγγραφέας ότι η λύση του αδιεξόδου είναι η ταχεία και διατηρήσιμη οικονομική ανάπτυξη.

Και αυτή μπορεί να επιτευχθεί στηριζόμενη η χώρα στις αρχές και τις αξίες του κοινωνικού φιλελευθερισμού, της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς, που εξασφαλίζουν τόσο τη μέγιστη οικονομική αποτελεσματικότητα όσο και την κοινωνικά δικαιότερη κατανομή των εισοδημάτων και του παραγόμενου πλούτου.

Η Νέα Δημοκρατία έχει αποδείξει, διαχρονικά, ότι γνωρίζει και μπορεί τον εθνικό πλούτο να τον αυξάνει καλύτερα και να τον μοιράζει δικαιότερα.

Μεταπολιτευτικά, η μέση τιμή των ετήσιων ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης κατά τις περιόδους που άσκησε τη διακυβέρνηση της χώρας ήταν σημαντικά υψηλότερη αυτών που πέτυχαν τα άλλα κόμματα που κυβέρνησαν τη χώρα.

Ενώ πρωταγωνίστησε και στη μείωση της άνισης διανομής του εισοδήματος.

Σήμερα, η επίτευξη ισχυρής και διατηρήσιμης ανάπτυξης πρέπει να στηρίζεται:

  • στην αλλαγή της δημοσιονομικής πολιτικής, μέσα από την απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας και τη σταδιακή μείωση φορολογικών συντελεστών νοικοκυριών και επιχειρήσεων,
  • στην υλοποίηση μεταρρυθμίσεων που θα βελτιώσουν την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας,
  • στην ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία, και
  • στην υιοθέτηση μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, προσανατολισμένη στις ιδιωτικές επενδύσεις και τις εξαγωγές.

Δίνοντας προτεραιότητα στη βελτίωση της ποιότητας και της αποδοτικότητας, τον περιορισμό του κρατικού εναγκαλισμού και την προώθηση της διεθνοποίησης της εκπαίδευσης, της κατάρτισης, της δια βίου μάθησης, της έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης, της καινοτομίας και της επιχειρηματικότητας.

5η Παρατήρηση:

Όπως επισημαίνει και ο συγγραφέας, ο ρόλος ενός σύγχρονου κράτους, οικονομικού, παραγωγικού και κοινωνικού δικαίου, που θα μπορεί να διαφυλάξει και να προαγάγει τις αξίες και την ταυτότητα ενός λαού, είναι κομβικός.

Είναι βέβαια αλήθεια πως το κράτος λειτουργεί συχνά με σοβαρές ατέλειες, μεγάλη ακαμψία, χαμηλή ποιότητα, αναποτελεσματικότητα, και κακή οργάνωση, ενώ διακρίνεται για φαινόμενα διαφθοράς, νεποτισμού και ευνοιοκρατίας.

Αυτό όμως δεν πρέπει να μας κάνει να το ακυρώσουμε.

Ούτε είναι υπεύθυνο «δια πάσα νόσο».

Αντίθετα, αποτελεί παράγοντα συμπληρωματικό της σωστής λειτουργίας του «ιδιωτικού».

Καθημερινά αποδεικνύεται πως οι αστοχίες της αγοράς μόνο με ρυθμιστικά αντίβαρα, που διαθέτουν κυρίως τα κράτη και οι κεντρικοί μηχανισμοί, μπορούν να αποφευχθούν ή να διορθωθούν.

Συνεπώς το ζητούμενο σήμερα είναι να δημιουργηθεί ένα αποτελεσματικό, ευέλικτο, σύγχρονο και παραγωγικό κράτος.

Ένα κράτος, εγγυητής του κοινωνικού συμβολαίου, με την οικοδόμηση μιας ελεύθερης, ανοικτής και δημοκρατικής κοινωνίας.

Ένα κράτος που θα παρεμβαίνει και θα μεριμνά για τη βέλτιστη λειτουργία του μηχανισμού της αγοράς, την εξασφάλιση της μέγιστης οικονομικής αποτελεσματικότητας και την κοινωνικά δικαιότερη κατανομή του πλούτου.

Το μείγμα, βέβαια, αγοράς και κράτους μπορεί να ποικίλλει, ανάλογα με τις περιστάσεις, τις ανάγκες και τις προτιμήσεις της κοινωνίας.

6η Παρατήρηση:

Ο συγγραφέας πιστεύει στις πολιτικές συνεργασίες, συγκλίσεις και συναινέσεις.

Θεωρώ και εγώ ότι η πολιτική και κοινωνική συνεννόηση είναι αναγκαία συνθήκη για την ομαλή και ανοδική πορεία της χώρας.

Όμως πρέπει να χτίζεται διαχρονικά, με όρους ειλικρίνειας και εθνικής ευθύνης.

Δεν μπορεί να επιτευχθεί ευκαιριακά, με «λεόντιες» συμπεριφορές του τύπου «τα κέρδη δικά μου, τις ζημιές τις μοιράζουμε».

Δεν μπορεί να επιτευχθεί με «κουτοπόνηρες» προσπάθειες διάχυσης και μετακύλισης ευθυνών.

Δεν μπορεί να επιτευχθεί με καιροσκοπικές προσεγγίσεις, με επικίνδυνους ακροβατισμούς, με μικροκομματικούς υπολογισμούς.

Η εθνική συνεννόηση απαιτεί, από όλους, αυτογνωσία, αυτοκριτική, ειλικρίνεια προθέσεων, σαφήνεια θέσεων.

Πάνω από όλα απαιτεί αξιοπιστία και εμπιστοσύνη.

Και η εμπιστοσύνη οικοδομείται. Δεν υποκλέπτεται, ούτε εκβιάζεται.

Η Νέα Δημοκρατία, στη μακρά της διαδρομή, έχει αποδείξει ότι τηρεί εθνικά υπεύθυνη στάση.

Δεν κερδοσκοπεί πολιτικά πάνω στα προβλήματα της χώρας και των πολιτών.

Να υπενθυμίσω ενδεικτικά ότι πολύ πρόσφατα, το 2015, όταν η χώρα «τρέκλισε» επικίνδυνα, διασώθηκε χάρη στο υψηλό αίσθημα ευθύνης που επέδειξε η Νέα Δημοκρατία και άλλες μικρές πολιτικές δυνάμεις της σημερινής αντιπολίτευσης.

7η Παρατήρηση:

Ο συγγραφέας ορθώς υποστηρίζει ότι η εποχή μας έχει ανάγκη από «ταγούς» με κατάρτιση, μόρφωση και ήθος.

Από μία «σπονδυλική στήλη» διανοούμενων.

Ποιους όμως διανοούμενους;

Αυτούς που είναι προσδεδεμένοι στο άρμα της αντικειμενικότητας, της εντιμότητας και της ανιδιοτέλειας.

Αυτούς που δεν διακατέχονται από τη λογική της καταγγελίας, της συκοφάντησης και της διαστρέβλωσης της σκέψης των αντιπάλων.

Αυτούς που προβάλλουν τον ορθό λόγο και καθοδηγούν, ορθολογικά, την κοινωνία.

Αυτούς που δεν έχουν κλίση προς έναν ψεύτικο «επαναστατισμό», «εκσυγχρονισμό» και «προοδευτισμό».

Αυτούς που δεν χρησιμοποιούν τη χώρα τους ως case study, όπως έγινε στην Ελλάδα το 2015, για την εμπειρική επαλήθευση επιστημονικών θεωριών.

8η Παρατήρηση:

Τα 3 τελευταία χρόνια, η δημιουργική ασάφεια, οι αυταπάτες, οι αυτοσχεδιασμοί και οι ιδεοληψίες, επέφεραν τεράστιο κόστος στη χώρα και στους πολίτες.

Αυτό καθιστά μεγαλύτερες τις απαιτήσεις των πολιτών από τη Νέα Δημοκρατία.

Αυτό δεν γίνεται για πρώτη φορά.

Πάντα στα δύσκολα, η πολιτική λύση αναζητείται από τη Νέα Δημοκρατία.

Το Κόμμα που ανταποκρίθηκε με επιτυχία, ουσιαστικά και πρωταγωνιστικά, στην ιστορική πρόσκληση και αποστολή.

Οικοδόμησε τη σύγχρονη δημοκρατία.

Σχεδίασε, υλοποίησε και εδραίωσε την ευρωπαϊκή θέση της χώρας.

Αύξησε τον πλούτο της, βελτιώνοντας το βιοτικό επίπεδο και την ευημερία των πολιτών.

Είπε τα μεγάλα «ΝΑΙ» και τα μεγάλα «ΌΧΙ», αποδεικνύοντας ότι μπορεί να υπηρετεί με ευθύνη την πατρίδα και τους πολίτες της.

Η Νέα Δημοκρατία έχει καταγράψει τις περισσότερες και σημαντικότερες επιτυχίες, τα μικρότερα λάθη και τις λιγότερες παραλείψεις συγκριτικά με τους πολιτικούς αντιπάλους της.

Γι’ αυτό, αν και διαχρονικά πολιτεύθηκε μακριά από ψεύδη και λαϊκισμούς, οι πολίτες με την εμπιστοσύνη τους, αθροιστικά, την έχουν αναδείξει ως την πρώτη, ως την πιο ισχυρή πολιτική δύναμη της χώρας.

Ως τον μεγάλο, μόνιμο και σταθερό πυλώνα του ελληνικού πολιτικού συστήματος.

Την αγωνιώδη δε προσπάθεια των πολιτικών αντιπάλων να διαβάλλουν τη Νέα Δημοκρατία, την αντιμετωπίζουμε με λίγες, καθαρές και σταθερές κουβέντες.

Η Νέα Δημοκρατία ήταν, είναι και θα είναι η μεγάλη, πατριωτική, φιλελεύθερη, κοινωνική και ριζοσπαστική πολιτική δύναμη της χώρας.

Με εκτεταμένες και βαθιές ρίζες στις λαϊκές δυνάμεις, τα μικρομεσαία στρώματα και τους νοικοκυραίους που αναφέρει ο κ. Υπουργός.

Η Νέα Δημοκρατία είναι βαθιά δημοκρατική, πολυσυλλεκτική, συνθετική, συνεκτική, ορθολογική, στιβαρή, προσαρμοστική, γνήσια προοδευτική και αντιλαϊκιστική.

Φίλες και Φίλοι,

Συμπερασματικά, η ξενάγηση στις σελίδες του βιβλίου είναι συναρπαστική και χρήσιμη, προσφέροντας μια υπεύθυνη, τεκμηριωμένη και εκτεταμένη ανάγνωση του μακρινού και πρόσφατου παρελθόντος.

Γι’ αυτό το λόγο εύχομαι ολόψυχα το ανά χείρας βιβλίο να βρει την ανταπόκριση που προσδοκά ο συγγραφέας, και να διαβαστεί, να μελετηθεί καλύτερα, από πολλούς, όσο γίνεται περισσότερους…

2018.1.13 ΔΤ-Τοποθέτηση στην παρουσίαση του βιβλίου Χατζηγάκη

Δευτερολογία στην Ολομέλεια κατά τη συζήτηση για τον Κρατικό Προϋπολογισμό 2018 | 19.12.2017

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Ολοκληρώνοντας τη συζήτηση, θέλω να συνοψίσω ορισμένες επισημάνσεις επί του Προϋπολογισμού, τεκμηριωμένα.

 

 

 

Η Κυβέρνηση απέτυχε στην πρόβλεψη για την ανάπτυξη, αφού η οικονομική μεγέθυνση θα διαμορφωθεί 40% χαμηλότερα από το στόχο, διευρύνοντας το χάσμα με την υπόλοιπη Ευρώπη.

Η Κυβέρνηση απέτυχε στην εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, τονίζω, δαπάνες με υψηλό αναπτυξιακό πολλαπλασιαστή.

Η Κυβέρνηση απέτυχε στη μείωση της φοροδιαφυγής, αφού η αύξηση κυρίως των έμμεσων φόρων διεύρυνε την «απώλεια εσόδων από ΦΠΑ», δηλαδή διόγκωσε τη φοροδιαφυγή.

Η Κυβέρνηση απέτυχε να ενισχύσει τη ρευστότητα στην οικονομία, αφού οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου είναι σήμερα 13% υψηλότερες από το τέλος του 2014.

Η Κυβέρνηση απέτυχε να υλοποιήσει σημαντικές διαρθρωτικές αλλαγές, αφού σύμφωνα με Έκθεση του ΟΟΣΑ, ο δείκτης υλοποίησης μεταρρυθμίσεων υποχώρησε κατά 30 ποσοστιαίες μονάδες την τελευταία διετία σε σχέση με την περίοδο 2013-2014.

Η Κυβέρνηση απέτυχε να βελτιώσει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, όπως πρόσφατες εκθέσεις επιβεβαιώνουν.

Η Κυβέρνηση απέτυχε να εντάξει τη χώρα στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης.

Η Κυβέρνηση απέτυχε να άρει πλήρως τους κεφαλαιακούς περιορισμούς.

Η Κυβέρνηση απέτυχε να βγάλει τη χώρα από τα μνημόνια, αφού έχει δεσμευθεί σε μνημονιακές πολιτικές και για μετά το 2018 και σε υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα για πολλά χρόνια.

Είναι αλήθεια όμως ότι η Κυβέρνηση πέτυχε 2 στόχους:

Πέτυχε τον δημοσιονομικό στόχο, και μάλιστα με σημαντική υπέρβαση αυτού.

Αυτή όμως οφείλεται, κυρίως, στην ανελέητη φορολογική και ασφαλιστική επιδρομή επί των πολιτών, στα αναγκαστικά μέτρα είσπραξης σε 1.000.000 συμπατριώτες μας και στη διευρυμένη εσωτερική στάση πληρωμών.

Συρρικνώνοντας το ρυθμό μεγέθυνσης, όπως σας ανέφερε χθες και ο κ. Φίλης, και διογκώνοντας το ιδιωτικό χρέος.

Απόδειξη της εξάντλησης της φοροδοτικής ικανότητας των πολιτών;

Οι συνολικές ληξιπρόθεσμες οφειλές τους προς την εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία ξεπερνούν τα 130 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 50% από το 2014.

Και επίσης η Κυβέρνηση πέτυχε να κάνει τους φτωχούς φτωχότερους και περισσότερους.

Μάλιστα μέσα στο 2018, η περαιτέρω αύξηση των έμμεσων φόρων, η περικοπή του ΕΚΑΣ, η μείωση του επιδόματος θέρμανσης, η μείωση της έκπτωσης φόρου για ιατρικές υπηρεσίες, οι πρόσθετες περικοπές στις συντάξεις και στα οικογενειακά επιδόματα, οι επιπλέον επιβαρύνσεις στις ασφαλιστικές εισφορές, θα διαλύσουν τη μεσαία τάξη, θα μεταφέρουν ακόμη περισσότερα βάρη στους πιο αδύναμους και θα ισοπεδώσουν την κοινωνία.

Συμπερασματικά, πρόκειται για έναν Προϋπολογισμό φοροκεντρικής λιτότητας, αντιαναπτυξιακό, οικονομικά αναποτελεσματικό και κοινωνικά άδικο.

Έναν Προϋπολογισμό στον οποίο αποτυπώνονται τα στρατηγικά, πολιτικά και ιδεολογικά αδιέξοδα της Κυβέρνησης.

Αδιέξοδα που προέρχονται από τις «καραμπινάτες» αντιφάσεις και τις μεγάλες κυβιστήσεις, με την συνεχή υιοθέτηση μνημονιακών πολιτικών, χωρίς κόκκινες γραμμές, χωρίς ηθικές αναστολές, χωρίς ιδεολογικές συντεταγμένες.

Η Νέα Δημοκρατία πιστεύει σε μία άλλη οικονομική πολιτική:

  • με την απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας,
  • με τη σταδιακή μείωση της φορολογίας,
  • με την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων, δίνοντας έμφαση στην συνταγματική αναθεώρηση,
  • με τη βελτίωση της ποιότητας της δημόσιας διοίκησης,
  • με την ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία και
  • με την υιοθέτηση μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της οικονομίας.

Αυτή την πολιτική σύντομα θα εφαρμόσει στη χώρα.

 

ΔT – Δευτερολογία στην Ολομέλεια για Κρατικό Προϋπολογισμό 2018 – 19.12.2017

Ομιλία Χρ. Σταϊκούρα για τον Προϋπολογισμό του 2018 (video) | 18.12.2017

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Συζητούμε τον 3ο Προϋπολογισμό της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

 

Και τον συζητούμε, με ευθύνη της Κυβέρνησης, σε συνθήκες ασφυξίας και μιζέριας στην οικονομία, απογοήτευσης και παραίτησης στην κοινωνία και διχαστικής όξυνσης στην πολιτική.

Η Κυβερνητική ηγεσία, αφού πέρασε από διάφορα αφηγήματα τα οποία διαδοχικά κατέρρευσαν, προσπαθεί να γαντζωθεί από το τελευταίας κοπής, ότι «επί 40 χρόνια καταστρέψατε την Ελλάδα και τώρα εμείς την βγάζουμε από τα μνημόνια».

Όμως και αυτό το αφήγημα είναι έωλο, και ως προς τα δύο σκέλη του, αφού είναι ανιστόρητο και βρίσκεται σε σύγκρουση με την πραγματικότητα.

Η αλήθεια είναι ότι η Ελλάδα, μετά τον καταστροφικό εμφύλιο πόλεμο, έκανε σημαντικά βήματα προόδου, με τις προσπάθειες πολιτών και πολιτικών.

Μετά δε την μεταπολίτευση διένυσε την καλύτερη περίοδο της ιστορίας της, στο οικονομικό, το κοινωνικό και το πολιτικό πεδίο.

Αύξησε σημαντικά τον εθνικό πλούτο της και βελτίωσε την ευημερία των πολιτών.

Κατέλαβε θέση μεταξύ των 30 πιο προηγμένων παγκοσμίως χωρών.

Βεβαίως αυτές τις δεκαετίες, υπήρξαν και παραλείψεις, έγιναν και λάθη.

Από άλλες πλευρές λιγότερα, και από άλλες περισσότερα και βαρύτερα.

Όμως κανένας, και οπωσδήποτε η Αριστερά του κ. Τσίπρα, δεν δικαιούται να μηδενίζει τους αγώνες γενεών Ελλήνων πολιτών και πολιτικών και να παριστάνει μόνο τον κριτή.

Όταν το πράττει αφοριστικά, στρεβλώνοντας τις ιστορικές εξελίξεις, τους αδικεί.

Το δυσάρεστο δε είναι ότι η Κυβέρνηση, αντί να διδαχθεί από τα ιστορικά μας προηγούμενα και από τις εμπειρίες χωρών που κατά τη διάρκεια της παγκόσμιας κρίσης βρέθηκαν – όπως και εμείς – σε δυσχερή θέση, ανάγει, ως πρώτη προτεραιότητα, το στενό πολιτικό συμφέρον της.

Έτσι και στη συζήτηση για τον Προϋπολογισμό, αντί να προσεγγίσει τα ζητήματα με νηφάλιο ορθολογισμό, προσπαθεί από τη μία να παραπλανήσει ρίχνοντας τα βάρη στους άλλους και από την άλλη να ωραιοποιήσει τα πεπραγμένα της ρίχνοντας τη γνωστή «αριστερή χρυσόσκονη».

Όμως η επαναλαμβανόμενη τακτική της, έχει γίνει πλέον αντιληπτή από τους πολίτες.

Η Νέα Δημοκρατία αξιολογώντας τον Προϋπολογισμό υπό το πρίσμα του ιστορικά δικαιωμένου ιδεολογικού και πολιτικού πυρήνα της, αυτόν του κοινωνικού και ριζοσπαστικού φιλελευθερισμού, καταλήγει ότι πρόκειται για έναν Προϋπολογισμό φοροκεντρικής λιτότητας, αντιαναπτυξιακό, οικονομικά αναποτελεσματικό και κοινωνικά άδικο.

Συγκεκριμένα:

1ον. Η Κυβέρνηση απέτυχε στους αναπτυξιακούς στόχους της.

Αρχικά προβλεπόταν ρυθμός μεγέθυνσης 2,7% για το 2017.

Τώρα αυτός έχει «ψαλιδιστεί» στο 1,6%.

Αυτή η «καραμπινάτη αποτυχία» έχει εξήγηση:

Οφείλεται στη συνειδητή επιλογή της Κυβέρνησης να υπερφορολογήσει τους πολίτες, στην αδυναμία υλοποίησης αναπτυξιακών μεταρρυθμίσεων και προσέλκυσης επενδύσεων, στη συρρίκνωση της ρευστότητας.

Επιβεβαιώνεται έτσι ότι η Κυβέρνηση, αφού «κατρακύλησε» την οικονομία και πάλι στην ύφεση την περίοδο 2015-2016, «αγκομαχά» να την οδηγήσει σε ισχνή ανάπτυξη.

2ον. Η υπέρβαση των δημοσιονομικών στόχων, αντί για Κυβερνητικούς πανηγυρισμούς, πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο προβληματισμού.

Και αυτό για 3 λόγους:

Ο πρώτος είναι ότι η υπέρβαση οδήγησε σε μεγάλη συρρίκνωση του ρυθμού μεγέθυνσης, με τεράστιο κόστος για την πραγματική οικονομία.

Ο δεύτερος είναι ότι η υπέρβαση οφείλεται, κυρίως, στην ανελέητη φορολογική και ασφαλιστική επιδρομή, στα αναγκαστικά μέτρα είσπραξης σε 1.000.000 συμπατριώτες μας και στη διευρυμένη εσωτερική στάση πληρωμών.

Και ο τρίτος είναι ότι η υπέρβαση δεν οφείλεται στη συρρίκνωση της φοροδιαφυγής, αφού, ενδεικτικά, σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η αύξηση κυρίως των έμμεσων φόρων την τελευταία διετία αύξησε την «απώλεια εσόδων από ΦΠΑ», δηλαδή διόγκωσε τη φοροδιαφυγή.

3ον. Η Κυβέρνηση επιβάλλει νέα δημοσιονομικά μέτρα το 2018.

Μέτρα τα οποία προσπαθεί να τα «σερβίρει» με «φαντεζί γαρνιτούρες», τιτλοφορώντας τα στον Προϋπολογισμό «διαρθρωτικές παρεμβάσεις».

Πρόκειται όμως για νέα μέτρα λιτότητας ύψους 1,9 δισ. ευρώ, τα οποία σύντομα, μαζί με τις κατασχέσεις περιουσιών και τους πλειστηριασμούς ακινήτων, θα βιώσουν, με πολύ επώδυνο τρόπο, οι πολίτες.

4ον. Η Κυβέρνηση επιβαρύνει περισσότερο τα ασθενέστερα οικονομικά στρώματα.

Μέσα στο 2018, η περαιτέρω αύξηση των έμμεσων φόρων, η περικοπή του ΕΚΑΣ, η μείωση του επιδόματος θέρμανσης, η μείωση της έκπτωσης φόρου για ιατρικές υπηρεσίες, οι πρόσθετες περικοπές στις συντάξεις και στα οικογενειακά επιδόματα, οι επιπλέον επιβαρύνσεις στις ασφαλιστικές εισφορές, θα διαλύσουν τη μεσαία τάξη, θα μεταφέρουν βάρη στους πιο αδύναμους και θα κάνουν τους φτωχούς φτωχότερους και περισσότερους.

5ον. Ο Προϋπολογισμός που συζητάμε δεν θα είναι ο τελευταίος μνημονιακός Προϋπολογισμός.

Και αυτό γιατί η Κυβέρνηση έχει δεσμευθεί σε μνημονιακές πολιτικές και για μετά το 2018.

Σε πρόσθετα μέτρα λιτότητας, ύψους 5,1 δισ. ευρώ, όπως είναι η νέα περικοπή των συντάξεων και η μεγάλη – 2η επί Αριστερής διακυβέρνησης – μείωση του αφορολόγητου.

Καθώς και σε υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, για μακρά περίοδο.

Ενώ η υλοποίηση των αναγκαίων παρεμβάσεων για τη ρύθμιση του χρέους, έχει μετατεθεί για μετά το καλοκαίρι του 2018, εκτιμάται μάλιστα ότι μπορεί να συνοδευτεί από έναν μηχανισμό επιτήρησης και εποπτείας.

Αφήστε δε που η Κυβέρνηση έχει υποθηκεύσει την περιουσία της χώρας για 99 χρόνια.

Είναι συνεπώς προφανές ότι η Κυβερνητική ρητορική περί δήθεν «καθαρής εξόδου από τα μνημόνια» αποτελεί ή ένα ακόμη συνειδητό ψεύδος ή μία ακόμη αυταπάτη.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Τούτων δοθέντων, το ερώτημα είναι τι πρέπει να γίνει ώστε η χώρα να βγει οριστικά και βιώσιμα από το «τούνελ» της κρίσης.

Η Ελλάδα διαθέτει αρκετά συγκριτικά πλεονεκτήματα.

Και κυρίως διαθέτει καλά εκπαιδευμένο και καταρτισμένο ανθρώπινο δυναμικό, έτοιμο να προσφέρει στην προσπάθεια ανάταξης της οικονομίας μας.

Αυτές οι δυνατότητές της θα ευοδωθούν, μόνο εφόσον εφαρμόσουμε εκείνες τις πολιτικές που θα τις αναδείξουν, θα τις διευκολύνουν και θα τις επιβεβαιώσουν.

Και η Νέα Δημοκρατία τις διαθέτει.

Έχει ρεαλιστικό σχέδιο επίτευξης ισχυρής και διατηρήσιμης ανάπτυξης, δημιουργίας ποιοτικών και καλά αμειβόμενων θέσεων εργασίας και ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής.

Βασικοί άξονες αυτού είναι:

1ος άξονας: Η αλλαγή της δημοσιονομικής πολιτικής.

Με απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας.

Με στοχευμένη και σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών, όπως ξεκινήσαμε να κάνουμε το 2013.

Για την υλοποίηση αυτής της πολιτικής, μεταξύ άλλων, θα επιδιωχθεί, μέσα από μια ρήτρα μεταρρυθμίσεων, η επίτευξη υψηλότερων ρυθμών ανάπτυξης σε σχέση με τις σημερινές εκτιμήσεις των θεσμών, οι οποίες είναι πολύ χαμηλότερες από αυτές που κατέγραφαν στις εκθέσεις τους το 2014.

Μερίδιο στην ανάπτυξη θα έχουν όλοι οι Έλληνες πολίτες.

Άλλωστε η Νέα Δημοκρατία έχει αποδείξει ότι γνωρίζει και μπορεί να αυξάνει καλύτερα τον εθνικό πλούτο και να τον μοιράζει δικαιότερα.

Ενδεικτικά, μεταπολιτευτικά, η μέση τιμή των ετήσιων ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης κατά τις περιόδους που άσκησε τη διακυβέρνηση η Νέα Δημοκρατία ήταν σημαντικά υψηλότερη αυτών που πέτυχαν τα άλλα κόμματα που κυβέρνησαν τη χώρα.

Αυτά είναι μετρημένες ιστορικές αλήθειες.

Επανέρχομαι. Η αύξηση του πλούτου θα οδηγήσει στη βελτίωση της βιωσιμότητας του χρέους, και αυτή με τη σειρά της, στη μείωση των δημοσιονομικών στόχων.

Η επίτευξη των νέων, πιο ρεαλιστικών πλεονασμάτων θα επιτυγχάνεται πλέον μέσω της αυτοτροφοδοτούμενης αναπτυξιακής διαδικασίας, χωρίς τη λήψη πρόσθετων μέτρων λιτότητας.

Ενώ παράλληλα ο δημοσιονομικός χώρος που θα δημιουργηθεί, θα χρησιμοποιηθεί, σταδιακά, για περαιτέρω μειώσεις φορολογικών συντελεστών.

2ος άξονας: Η υλοποίηση μεταρρυθμίσεων και αποκρατικοποιήσεων που θα βελτιώσουν την διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.

Με τον εκσυγχρονισμό της λειτουργίας του Κράτους, ώστε αυτό να είναι αποτελεσματικό, σύγχρονο και παραγωγικό, με απλούστερες δομές, σαφείς αρμοδιότητες, ξεκάθαρους κανόνες λειτουργίας και διαδικασίες αξιολόγησης, παντού.

3ος άξονας: Η ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία.

Με την αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων και του Αναπτυξιακού Νόμου, ο οποίος παραμένει ουσιαστικά ανενεργός.

Με την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, οι οποίες έχουν διογκωθεί.

Και με τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης.

Αυτό που χρειάζεται είναι η εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης που θα επαναφέρει καταθέσεις στο τραπεζικό σύστημα και η ορθολογική αντιμετώπιση του υψηλού όγκου μη εξυπηρετούμενων δανείων, συνδυάζοντας την κοινωνική ευαισθησία με την κοινωνική ευθύνη.

4ος άξονας: Η υιοθέτηση μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της οικονομίας, που θα οδηγήσει σε ανασύνθεση του ΑΕΠ.

Στόχος η μετάβαση σε μια ανταγωνιστική και εξωστρεφή οικονομία, προσανατολισμένη στις επενδύσεις, τις εξαγωγές και την αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων κάθε κλάδου.

Δίνοντας προτεραιότητα στη βελτίωση της ποιότητας και της αποδοτικότητας, τον περιορισμό του κρατικού εναγκαλισμού και την προώθηση της διεθνοποίησης της εκπαίδευσης, της κατάρτισης, της δια βίου μάθησης, της έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης, της καινοτομίας και της επιχειρηματικότητας.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Ο συνδυασμός αυτών των πολιτικών θα οδηγήσει τη χώρα στην ουσιαστική έξοδο από την κρίση.

Η υλοποίησή τους όμως απαιτεί μία μεταρρυθμιστική, σοβαρή, υπεύθυνη και αξιόπιστη Κυβέρνηση.

Χαρακτηριστικά τα οποία η σημερινή Κυβέρνηση δεν διαθέτει ούτε πρόκειται να αποκτήσει.

Γι’ αυτό το λόγο οι απαιτήσεις των πολιτών από τη Νέα Δημοκρατία είναι μεγαλύτερες.

Αυτό άλλωστε δεν γίνεται για πρώτη φορά.

Πάντα στα δύσκολα, η πολιτική λύση αναζητείται από τη Νέα Δημοκρατία.

Παράταξη η οποία έχει καταγράψει τις περισσότερες και σημαντικότερες επιτυχίες, τα μικρότερα λάθη και τις λιγότερες παραλείψεις συγκριτικά με τους πολιτικούς αντιπάλους της.

Γι’ αυτό, αν και διαχρονικά πολιτεύθηκε μακριά από ψεύδη και λαϊκισμούς, οι πολίτες με την εμπιστοσύνη τους, αθροιστικά, την έχουν αναδείξει ως την πρώτη, ως την πιο ισχυρή πολιτική δύναμη της χώρας.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Η Νέα Δημοκρατία, ως η πατριωτική, φιλελεύθερη, κοινωνική, λαϊκή, μεταρρυθμιστική, γνήσια προοδευτική και αντιλαϊκιστική πολιτική δύναμη της χώρας, εκφράζοντας μια πλατιά κοινωνική συμμαχία, θα κληθεί να βγάλει τη χώρα από την κρίση.

Είναι έτοιμη και θα τα καταφέρει!

 

 

 

ΔT – Δευτερολογία στην Ολομέλεια για Κρατικό Προϋπολογισμό 2018 – 19.12.2017

TwitterInstagramYoutube