Συνέντευξη στην εφημερίδα “Άποψη” – “Η χώρα τελεί υπό ένα μη ομολογούμενο Μνημόνιο” | 10.11.2018

Από την ημέρα της εθνικής επετείου παρακολουθούμε τις εξελίξεις στο περιστατικό που σχετίζεται με τον θάνατο του Έλληνα ομογενούς στην Αλβανία. Θα ήθελα την εκτίμησή σας και για τον τρόπο που αντιμετωπίζουν το θέμα τα Τίρανα, αλλά και για τους χειρισμούς της Ελληνικής Κυβέρνησης.

Πρόκειται για ένα πολύ σοβαρό συμβάν, για μία ανθρωποκτονία. Απαιτείται συνεπώς να υπάρχει, από την αλβανικές αρχές, πλήρης ενημέρωση, διερεύνηση των γεγονότων και απόδοση ευθυνών.

Οι αρχικές δημόσιες κρίσεις του Αλβανού Πρωθυπουργού όχι μόνο δεν κινούνταν προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά ήταν και απαράδεκτες. Αντιθέτως, θα έπρεπε, όπως κάνει κάθε ευνομούμενο Κράτος, να διατάξει την πλήρη διερεύνηση, με κάθε αμεροληψία και διαφάνεια, αυτής της υπόθεσης.

Σε ότι αφορά την Ελληνική Κυβέρνηση, το διάβημα ήταν προς την σωστή κατεύθυνση. Αλλά θα πρέπει να διασφαλιστεί ότι κατά τη διαδικασία της έρευνας δεν θα υπάρξει καμία πολιτική παρέμβαση από την αλβανική Κυβέρνηση.

Είναι απαραίτητο να υπάρξει απόλυτη διαλεύκανση αυτής της υπόθεσης.

Ψηλά στην επικαιρότητα είναι, επίσης, η επιστολή που έστειλε ο ΣΥΡΙΖΑ στους αρχηγούς των κομμάτων αναφορικά με τη διαδικασία συνταγματικής αναθεώρησης. Πιστεύετε ότι υπάρχει πεδίο συνεννόησης ώστε να αποκτήσει η χώρα ένα Σύνταγμα που να απαντά στις ανάγκες των καιρών;

Δυστυχώς, με τα μέχρι σήμερα δεδομένα, το αναγκαίο πεδίο συνεννόησης δεν φαίνεται να υφίσταται, αποκλειστικά με κυβερνητική ευθύνη.

Και αυτό διότι έχουμε να κάνουμε με μία Κυβέρνηση η οποία καθημερινά υβρίζει, συκοφαντεί και απειλεί την αντιπολίτευση, εργαλειοποιεί μία κορυφαία κοινοβουλευτική διαδικασία ως επικοινωνιακό αντίβαρο στα συσσωρευμένα αδιέξοδα της πολιτικής της και θέλει να επιβάλλει, συριζοποιώντας τον συνταγματικό χάρτη της χώρας, παρωχημένες ιδεοληψίες (π.χ. διατήρηση απαγόρευσης ίδρυσης μη κρατικών πανεπιστημίων), κουτοπόνηρες κομματικές μεθοδεύσεις (π.χ. απλή αναλογική και δημοψηφίσματα με λαϊκή πρωτοβουλία) και υποκριτικές εξαγγελίες για μικροκομματικούς λόγους (π.χ. απαγόρευση πώλησης νερού και ηλεκτρισμού, ενώ έχει εκχωρήσει τη δημόσια περιουσία της χώρας για 99 χρόνια).

Εμείς, ως Αξιωματική Αντιπολίτευση, αναγνωρίζοντας ότι η χώρα χρειάζεται μία τολμηρή αλλαγή του καταστατικού της χάρτη, ζητούμε, ως ένα πεδίο συνεννόησης, να καταστούν αναθεωρητέα όλα τα αναθεωρήσιμα άρθρα που εισηγούνται Κυβέρνηση και αντιπολίτευση, και να επιλέξουν οι πολίτες την κατεύθυνση των αλλαγών με την ψήφο τους στις επικείμενες εκλογές.

Απόρριψη αυτής της πρότασης συνιστά ομολογία ήττας του ΣΥΡΙΖΑ στις προσεχείς εκλογές.

Στην προοίμιο της ίδιας επιστολής ο πρωθυπουργός κάνει λόγο για «λήξη της περιόδου των Μνημονίων» και για «καθαρή έξοδο» και δεν μπορώ να μην ζητήσω το σχόλιό σας, επικαλούμενος και την ιδιότητά σας ως τομεάρχης Οικονομικών της Νέας Δημοκρατίας…

Δεν μπορούμε να μιλάμε για «καθαρή έξοδο» όταν η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, σε αντιδιαστολή με τις άλλες χώρες που βγήκαν από τα προγράμματα, έχει προ-νομοθετήσει νέα μέτρα λιτότητας για τα προσεχή έτη, έχει δεσμευτεί στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια, έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία για έναν αιώνα, έχει συμφωνήσει οι ρυθμίσεις για το χρέος να υλοποιηθούν υπό αυστηρούς όρους και προϋποθέσεις και έχει αποδεχθεί την ένταξη της χώρας στο πρωτόγνωρα αυστηρό για τα ευρωπαϊκά δεδομένα καθεστώς της ενισχυμένης εποπτείας.

Συνεπώς η χώρα, με αποκλειστική ευθύνη της σημερινής Κυβέρνησης, τελεί ουσιαστικά υπό ένα μη ομολογούμενο νέο μνημόνιο.

Και για να μην ξεχνιόμαστε: από τα 8 χρόνια που η χώρα ήταν σε προγράμματα, τα 4 χρόνια, δηλαδή τα μισά, κυβέρνησαν οι ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ. Και ήταν και αχρείαστα…

Το 3ο πρόγραμμα όμως πέτυχε, όπως υποστηρίζουν ΣΥΡΙΖΑ και ξένοι αξιωματούχοι;

Το πρόγραμμα απέτυχε, διότι δεν επιτεύχθηκε ο βασικός στόχος του, που είναι η δημιουργία των προϋποθέσεων για την ασφαλή χρηματοδότηση της χώρας από τις αγορές.

Εάν υπήρχε κυβερνητική σοβαρότητα και υπευθυνότητα, εάν είχε υλοποιηθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων, εάν είχαν αναληφθεί έγκαιρα πιο γενναίες αποφάσεις για τη ρύθμιση του χρέους, εάν είχαν αρθεί οι κεφαλαιακοί περιορισμοί και εάν η χώρα είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, τα επιτόκια δανεισμού θα ήταν ήδη χαμηλότερα και λιγότερο ευμετάβλητα.

Δυστυχώς σήμερα η Ελλάδα, για μια σειρά από ενδογενείς και εξωγενείς λόγους, με κύρια ευθύνη της Κυβέρνησης, αλλά και μερίδιο ευθύνης των δανειστών, βρίσκεται, επί μακρόν, εκτός αγορών.

Τουλάχιστον όμως η χώρα ανακάμπτει και επιστρέφει η κανονικότητα.

Καταρχήν η οικονομία αναπτύσσεται με αναιμικούς και χαμηλότερους των αρχικών εκτιμήσεων ρυθμούς. Να υπενθυμίσουμε ότι η σημερινή Κυβέρνηση επέστρεψε την οικονομία στην ύφεση το 2015 και το 2016, απέτυχε παταγωδώς στους αναπτυξιακούς στόχους για το 2017, αναθεώρησε «προς τα κάτω» την εκτίμηση για το 2018 (και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για το 2019) και προβλέπει συρρικνωμένους ρυθμούς μεγέθυνσης μέχρι το 2022. Συνεπώς, η Κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ «σέρνει» την οικονομία σε συνθήκες παράλυσης και στασιμότητας.

Επίσης όμως, με βάση και τα πιο πρόσφατα δημοσιευμένα στοιχεία για την πορεία της οικονομίας, το ιδιωτικό χρέος έχει διογκωθεί, η ανταγωνιστικότητα έχει υποχωρήσει, οι θεσμοί διακυβέρνησης υποβαθμίζονται, η οικονομική ελευθερία συρρικνώνεται, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου δεν εκκαθαρίζονται, το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων συρρικνώνεται, οι καταθέσεις των ιδιωτών δεν επιστρέφουν ουσιαστικά στο τραπεζικό σύστημα, η πιστωτική συρρίκνωση συνεχίζεται, οι κεφαλαιακοί περιορισμοί – που επιβλήθηκαν το 2015 – δεν έχουν ακόμη πλήρως αρθεί και το κόστος δανεισμού παραμένει υψηλό και ιδιαίτερα ευμετάβλητο.

Δυστυχώς για την Κυβέρνηση, η οικονομία δεν σέβεται τις επιθυμίες της.

Συνεπώς, μέχρι σήμερα, επιστροφή στην κανονικότητα δεν υφίσταται.

Ευτυχώς όμως, ο προϋπολογισμός που θα συζητήσουμε σε λίγες εβδομάδες στη Βουλή, σφραγίζει το τέλος ενός τετραετούς κύκλου της Ελληνικής οικονομικής ιστορίας που τον χαρακτηρίζει η αυταπάτη, η ανευθυνότητα, ο τυχοδιωκτισμός, η αναποτελεσματικότητα και οι ιδεοληψίες της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

Κυβέρνηση, που η στοιχειώδης προσαρμογή της στην πραγματικότητα, κόστισε πανάκριβα στη χώρα και τους πολίτες της, ειδικά στα ασθενέστερα εισοδηματικά στρώματα.

Και οι Έλληνες πολίτες, με την απόφασή τους στις προσεχείς εκλογές, θα ανοίξουν έναν νέο κύκλο ευθύνης, ρεαλισμού, σοβαρότητας και αποτελεσματικότητας.

Εφόσον η Νέα Δημοκρατία έρθει στην εξουσία, ποιο θα είναι το πρώτο ζήτημα που θα θέσει στους εταίρους ως προς τις μελλοντικές δεσμεύσεις της χώρας;

Καταρχήν θα επιδιώξει να επιτευχθούν – και όχι να υπερκαλυφθούν – οι δημοσιονομικοί στόχοι, με οικονομικά πιο αποτελεσματικό και κοινωνικά πιο δίκαιο τρόπο.

Με στοχευμένες μειώσεις φόρων και ασφαλιστικών εισφορών που θα βελτιώσουν το διαθέσιμο εισόδημα και τη φορολογική συμμόρφωση, με υλοποίηση μεταρρυθμίσεων που θα ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, με ανάληψη πρωτοβουλιών που θα αυξήσουν τη ρευστότητα στην πραγματική οικονομία.

Η άμεση υλοποίηση αυτού του σχεδίου θα οδηγήσει σε υψηλότερους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης, οι οποίοι, με τη σειρά τους, θα βελτιώσουν τη βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους, δίνοντας τη δυνατότητα για σταδιακή αποκλιμάκωση των ήδη υψηλών δημοσιονομικών στόχων, προσθέτοντας «βαθμούς ελευθερίας» για ακόμη μεγαλύτερες μειώσεις φόρων και εισφορών.

Είναι πανθομολογούμενο ότι βρισκόμαστε σε προεκλογική περίοδο. Δεδομένων των όσων διημείφθησαν τις προηγούμενες ημέρες με αφορμή την υπόθεση Παπαντωνίου, θα πάμε στις κάλπες με ατζέντα τη Θέμιδα και υπό καθεστώς ακραίας πόλωσης;

Είναι γεγονός, όπως έχει ήδη αποδειχθεί, ότι η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, χωρίς ιδεολογικές συντεταγμένες και ηθικές αρχές, θα ακολουθήσει το δρόμο του λαϊκισμού, της συκοφαντίας και της συνειδητής όξυνσης, προσπαθώντας να κρατηθεί για λίγο ακόμη στην εξουσία. Επιλογή «ύστατης καταφυγής» για όποιον δεν μπορεί να προσφέρει κάτι ουσιαστικά θετικό στον τόπο.

Όμως, η Κυβέρνηση εκπέμπει, καθημερινά, μία εικόνα αποσύνθεσης και παρακμής, η οποία δεν μπορεί να κρυφτεί ούτε με «αριστερή χρυσόσκονη» μέσα από κάποιες παροχές, ούτε με συνεδριάσεις «κεκλεισμένων των θυρών», ούτε με «λάσπη στον ανεμιστήρα».

Συνεπώς, όσο πιο γρήγορα γίνουν εκλογές, τόσο το καλύτερο για τη χώρα.

Από την άλλη πλευρά, ο καθένας κρίνεται για τις πράξεις και τις παραλείψεις του, και γι’ αυτό υπάρχει η Δικαιοσύνη.

Συνέντευξη στην εφημερίδα Παραπολιτικά – Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ πνέει τα λοίσθια | 3.11.2018

Οι αλληλοκατηγορίες μεταξύ νυν και πρώην Υπουργών της συγκυβέρνησης συνεχίζονται σχεδόν καθημερινά. Μπορεί να αντέξει η Κυβέρνηση μέχρι το Σεπτέμβριο του 2019;

Είναι γεγονός ότι εξακολουθούμε να παρακολουθούμε υπαινιγμούς και αλληλοκατηγορίες, ακόμη και για χρηματισμούς, μεταξύ μελών της σημερινής ετερόκλητης συγκυβέρνησης. Εκπέμπεται έτσι μία εικόνα κυβερνητικής αποσύνθεσης και παρακμής, η οποία δεν μπορεί να κρυφτεί ούτε κεκλεισμένων των θυρών. Με ένα Πρωθυπουργό αδύναμο και άβουλο, να περιορίζεται σε ρόλο απλού θεατή των διαφορετικών κακόγουστων παραστάσεων που ανεβάζει καθημερινά ο «κυβερνητικός θίασος», τον οποίο ο ίδιος έχει δημιουργήσει. Παράλληλα, πυκνώνουν και τα αδιέξοδα της ασκούμενης κυβερνητικής πολιτικής, σε όλα τα επίπεδα της δημόσιας σφαίρας. Είναι συνεπώς σαφές ότι η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ «πνέει τα λοίσθια».

Είναι όμως επίσης γεγονός, όπως έχει ήδη αποδειχθεί, ότι η Κυβέρνηση, χωρίς ιδεολογικές συντεταγμένες και ηθικές αρχές, θα ακολουθήσει το δρόμο του λαϊκισμού, της συκοφαντίας και της συνειδητής όξυνσης, προσπαθώντας να κρατηθεί για λίγο ακόμη στην εξουσία. Επιλογή «ύστατης καταφυγής» για όποιον δεν μπορεί να προσφέρει κάτι ουσιαστικά θετικό στον τόπο.

Συνεπώς, όσο πιο γρήγορα γίνουν εκλογές, τόσο το καλύτερο για τη χώρα.

Η συνταγματική αναθεώρηση απαιτεί ευρεία συναίνεση για να προχωρήσει. Θα την παρέχει η Νέα Δημοκρατία;

Πράγματι, η συνταγματική αναθεώρηση απαιτεί ευρεία συναίνεση.

Αυτή όμως πρέπει να χτίζεται διαχρονικά, με όρους ειλικρίνειας και εθνικής ευθύνης, και όχι ευκαιριακά, με καιροσκοπικές προσεγγίσεις.

Είναι οξύμωρο να αναζητάς συναίνεση από την αντιπολίτευση που καθημερινά υβρίζεις, συκοφαντείς και απειλείς.

Είναι τυχοδιωκτικό να εργαλειοποιείς μία κορυφαία κοινοβουλευτική διαδικασία, ως επικοινωνιακό αντίβαρο στα συσσωρευμένα αδιέξοδα της πολιτικής σου.

Και είναι ανεπίτρεπτο να θέλεις να επιβάλλεις τις παρωχημένες ιδεοληψίες σου, ακόμη και στον συνταγματικό χάρτη της χώρας.

Η θέση της Νέας Δημοκρατίας ήταν και παραμένει ξεκάθαρη: Η χώρα χρειάζεται μία τολμηρή αλλαγή του καταστατικού της χάρτη.

Ζητούμε να καταστούν αναθεωρητέα όλα τα άρθρα που εισηγούνται Κυβέρνηση και Αντιπολίτευση και να επιλέξουν οι πολίτες την κατεύθυνση των αλλαγών, με την ψήφο τους στις επικείμενες εκλογές.

Απόρριψη αυτής της πρότασης συνιστά ομολογία ήττας του ΣΥΡΙΖΑ στις προσεχείς εκλογές.

Στηρίζετε την Κυβέρνηση στην προσπάθεια να ακυρώσει τη νέα περικοπή συντάξεων;

Αυτό είναι αυτονόητο, αφού εμείς ούτε καν τις ψηφίσαμε.

Υπενθυμίζεται ότι οι συνταξιούχοι ήδη υφίστανται, εξαιτίας επιλογών της σημερινής Κυβέρνησης, μεγάλες μειώσεις στις κύριες και επικουρικές συντάξεις τους. Και έχουν προ-νομοθετηθεί, με ψήφους μόνο της Κυβερνητικής πλειοψηφίας, νέες, αχρείαστες μειώσεις για το 2019, οι οποίες δεν περιλαμβάνονταν στο 3ο Πρόγραμμα, αλλά προστέθηκαν μεταγενέστερα, εξαιτίας της Κυβερνητικής αναξιοπιστίας. Η Νέα Δημοκρατία, αυτές, δεν τις ψήφισε. Ανέλαβε μάλιστα νομοθετική πρωτοβουλία να ακυρωθούν οι σχετικές προβλέψεις. Η Κυβέρνηση, αυτή την πρωτοβουλία, δεν την στήριξε.

Συνεπώς, η θέση της Νέας Δημοκρατίας, διαχρονικά, δεν έχει μεταβληθεί. Και αυτή τη θέση την υποστηρίζει διαρκώς και τεκμηριωμένα, εντός και εκτός Ελλάδας, σε εταίρους και θεσμούς, σε όλα τα επίπεδα. Οι νέες περικοπές στις συντάξεις, που ψήφισε μόνη της η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, δεν πρέπει να υλοποιηθούν.

Φταίει η κατάσταση στην Ιταλία που η Ελλάδα δεν μπορεί να βγει στις αγορές, όπως υποστηρίζει ο κ. Τσακαλώτος;

Προφανώς και όχι.

Σαφώς και η κατάσταση στην Ιταλία έχει επηρεάσει το κόστος δανεισμού, όλων των χωρών.

Όμως, τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια αυτής της κρίσης, τα επιτόκια δανεισμού αλλά και οι επιτοκιακές διαφορές (spreads) είναι σταθερά υψηλότερα στη χώρα μας και ιδιαίτερα ευμετάβλητα.

Και αυτό διότι, με κύρια ευθύνη της Κυβέρνησης, αλλά και μερίδιο ευθύνης των θεσμών, όσο ήμασταν στο 3ο, αχρείαστο Πρόγραμμα, δεν δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για την ασφαλή χρηματοδότηση της χώρας από τις διεθνείς αγορές.

Εάν υπήρχε κυβερνητική σοβαρότητα και υπευθυνότητα, εάν είχε ακολουθηθεί μία διαφορετική δημοσιονομική πολιτική, εάν είχε υλοποιηθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων, εάν είχαν αναληφθεί έγκαιρα πιο γενναίες αποφάσεις για τη ρύθμιση του χρέους, εάν είχαν αρθεί οι κεφαλαιακοί περιορισμοί και εάν η χώρα είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, τα επιτόκια δανεισμού θα ήταν ήδη χαμηλότερα και λιγότερο ευάλωτα.

Τελικά, «δεν είναι στραβός ο γιαλός», αλλά «εμείς στραβά αρμενίζουμε».

Εφόσον η Νέα Δημοκρατία έρθει στην εξουσία, ποιο θα είναι το πρώτο ζήτημα που θα θέσει στους εταίρους ως προς τις μελλοντικές δεσμεύσεις της χώρας;

Καταρχήν θα επιδιώξει να επιτευχθούν – και όχι να υπερκαλυφθούν – οι δημοσιονομικοί στόχοι, με οικονομικά πιο αποτελεσματικό και κοινωνικά πιο δίκαιο τρόπο.

Με στοχευμένες μειώσεις φόρων και ασφαλιστικών εισφορών που θα βελτιώσουν το διαθέσιμο εισόδημα και τη φορολογική συμμόρφωση, με υλοποίηση μεταρρυθμίσεων που θα ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, με ανάληψη πρωτοβουλιών που θα αυξήσουν τη ρευστότητα στην πραγματική οικονομία.

Η άμεση υλοποίηση αυτού του σχεδίου θα οδηγήσει σε υψηλότερους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης, οι οποίοι, με τη σειρά τους, θα βελτιώσουν τη βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους, δίνοντας τη δυνατότητα για σταδιακή αποκλιμάκωση των ήδη υψηλών δημοσιονομικών στόχων, προσθέτοντας «βαθμούς ελευθερίας» για ακόμη μεγαλύτερες μειώσεις φόρων και εισφορών.

Εκτιμάτε ότι η Κυβέρνηση θα αφήσει πράγματι φεύγοντας «νάρκες» για την επόμενη ή δεν συμμερίζεστε την άποψη αυτή;

Καταρχήν, η σημερινή Κυβέρνηση θα αφήσει τη χώρα καθηλωμένη σε μία κατάσταση παραλυτικής στασιμότητας, αφού έχει αποτύχει όλα αυτά τα χρόνια στους αναπτυξιακούς στόχους που έχει θέσει.

Με τις πολιτικές της όμως, έχει τοποθετήσει και μία σειρά από «ωρολογιακές βόμβες» στα θεμέλια της οικονομίας. Όπως είναι, ενδεικτικά, οι διογκούμενες οφειλές των ιδιωτών σε εφορίες και ασφαλιστικά ταμεία, το υψηλό συσσωρευμένο απόθεμα μη εξυπηρετούμενων δανείων, η υποχρέωση εκκαθάρισης αποκλειστικά με ίδιους πόρους των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του Δημοσίου, τα προβλήματα βιωσιμότητας σημαντικών φορέων του Δημοσίου, όπως είναι η ΔΕΗ και οι αστικές συγκοινωνίες, η διόγκωση του κράτους χωρίς σχεδιασμό, αποκλειστικά με κομματικά κριτήρια.

Αυτά τα γνωρίζουμε, τα επισημαίνουμε, και προετοιμαζόμαστε να τα αντιμετωπίσουμε.

Άλλωστε, διαχρονικά, στα δύσκολα, η πολιτική λύση πάντα αναζητείται από τη Νέα Δημοκρατία.

Άρθρο στον “Ελεύθερο Τύπο της Κυριακής” – “Κλείνει ένας τετραετής κύκλος αυταπάτης, αναποτελεσματικότητας και ιδεοληψιών” | 21.10.2018

Με αφορμή τη συζήτηση του τελευταίου Προϋπολογισμού της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, είναι μια ευκαιρία να αποσαφηνίσουμε κρίσιμα ερωτήματα για την πορεία της οικονομίας και της χώρας.

Ερώτημα 1ο: Η χώρα βγήκε από το μνημόνιο όπως υποστηρίζει ο ΣΥΡΙΖΑ ή βγήκε από το πρόγραμμα όπως υποστηρίζει η Νέα Δημοκρατία;

Απάντηση: Η χώρα βγήκε τυπικά από το 3ο αχρείαστο πρόγραμμα, στο οποίο την οδήγησαν η ανευθυνότητα και ο τυχοδιωκτισμός του 1ου εξαμήνου του 2015, αλλά δεν έχει βγει ουσιαστικά από το μνημόνιο. Η Κυβέρνηση, σε αντιδιαστολή με τις Κυβερνήσεις άλλων χωρών που βγήκαν από τα μνημόνια, έχει προ-νομοθετήσει μέτρα λιτότητας για τα προσεχή έτη, έχει δεσμεύσει τη χώρα στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια, έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία για έναν αιώνα, έχει συμφωνήσει οι όποιες ρυθμίσεις για το χρέος να υλοποιηθούν υπό αυστηρές προϋποθέσεις και έχει εντάξει τη χώρα σε αυστηρό καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας. Καθεστώς στο οποίο καμία άλλη ευρωπαϊκή χώρα δεν έχει ενταχθεί.

Συνεπώς η χώρα, με αποκλειστική ευθύνη της σημερινής Κυβέρνησης, τελεί ουσιαστικά υπό ένα μη ομολογούμενο νέο μνημόνιο.

Ερώτημα 2ο: Το πρόγραμμα πέτυχε όπως υποστηρίζει ο ΣΥΡΙΖΑ ή απέτυχε όπως υποστηρίζει η Νέα Δημοκρατία;

Απάντηση: Το πρόγραμμα απέτυχε, διότι δεν επιτεύχθηκε ο βασικός στόχος του, που είναι η δημιουργία των προϋποθέσεων για την ασφαλή χρηματοδότηση της χώρας από τις αγορές. Εάν υπήρχε κυβερνητική σοβαρότητα και υπευθυνότητα, εάν είχε υλοποιηθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων, εάν είχαν αναληφθεί έγκαιρα πιο γενναίες αποφάσεις για τη ρύθμιση του χρέους, εάν είχαν αρθεί οι κεφαλαιακοί περιορισμοί και εάν η χώρα είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, τα επιτόκια δανεισμού θα ήταν ήδη χαμηλότερα και λιγότερο ευμετάβλητα.

Δυστυχώς σήμερα η Ελλάδα, για μια σειρά από ενδογενείς και εξωγενείς λόγους, με κύρια ευθύνη της Κυβέρνησης, αλλά και μερίδιο ευθύνης των δανειστών, βρίσκεται εκτός αγορών.

Ερώτημα 3ο: Η δημοσιονομική υπερ-απόδοση είναι θετική όπως υποστηρίζει ο ΣΥΡΙΖΑ ή αρνητική όπως υποστηρίζει η Νέα Δημοκρατία;

Απάντηση: Η υπέρβαση των δημοσιονομικών στόχων οφείλεται στην υπερ-φορολόγηση των πολιτών, στις κατασχέσεις και στην εσωτερική στάση πληρωμών.

Η μέχρι σήμερα εκτέλεση του Προϋπολογισμού επιβεβαιώνει αυτή τη διαπίστωση.

Οι δαπάνες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων υστερούν κατά 1,2 δισ. ευρώ έναντι του στόχου. Μάλιστα η απόκλιση αυτή, μήνα με τον μήνα, διευρύνεται.

Οι πρωτογενείς δαπάνες υστερούν κατά 460 εκατ. ευρώ, με τη χορήγηση πλήθους συντάξεων ακόμη να εκκρεμεί.

Και οι επιστροφές φόρων υστερούν κατά 500 εκατ. ευρώ, στερώντας ρευστότητα από την πραγματική οικονομία.

Το άθροισμα αυτών των σημαντικών αποκλίσεων ισοδυναμεί με την υπέρβαση του στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα.

Το αποτέλεσμα είναι η σημερινή «Κυβέρνηση των φόρων, των κατασχέσεων και των πλειστηριασμών» να διογκώνει το χρέος των πολιτών προς τις εφορίες και τα ασφαλιστικά ταμεία.

Ευθύνες όμως έχουν και οι θεσμοί, που αποδέχθηκαν τέτοιες οικονομικά αναποτελεσματικές και κοινωνικά άδικες πολιτικές.

Ερώτημα 4ο: Οι συντάξεις πρέπει να κοπούν, όπως νομοθέτησε ο ΣΥΡΙΖΑ και ισχυρίζεται ότι επιθυμεί η Νέα Δημοκρατία, ή να μην κοπούν, όπως σταθερά υποστηρίζει, δια πράξεων, η Νέα Δημοκρατία;

Απάντηση: Εδώ ταιριάζει η ρήση «κοίτα ποιος μιλάει»…

Οι συνταξιούχοι ήδη υφίστανται, εξαιτίας επιλογών της σημερινής Κυβέρνησης, μεγάλες μειώσεις στις κύριες και επικουρικές συντάξεις τους. Και έχουν προ-νομοθετηθεί, με ψήφους μόνο της Κυβερνητικής πλειοψηφίας, νέες, αχρείαστες μειώσεις για το 2019, οι οποίες δεν περιλαμβάνονταν στο 3ο Πρόγραμμα, αλλά προστέθηκαν μεταγενέστερα, εξαιτίας της κυβερνητικής αναξιοπιστίας. Η Νέα Δημοκρατία, αυτές, δεν τις ψήφισε. Ανέλαβε μάλιστα νομοθετική πρωτοβουλία να καταργηθούν οι σχετικές διατάξεις που προβλέπουν τις μελλοντικές περικοπές στις συντάξεις. Η Κυβέρνηση, αυτή την πρωτοβουλία, δεν την στήριξε.

Συνεπώς, η θέση της Νέας Δημοκρατίας δεν έχει μεταβληθεί. Και αυτή τη θέση την υποστηρίζει διαρκώς, εντός και εκτός Ελλάδας, σε εταίρους και θεσμούς, σε όλα τα επίπεδα. Οι νέες περικοπές στις συντάξεις, που ψήφισε μόνη της η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, δεν πρέπει να υλοποιηθούν.

Ερώτημα 5ο: Η χώρα ανακάμπτει όπως υποστηρίζει ο ΣΥΡΙΖΑ ή σέρνεται όπως υποστηρίζει η Νέα Δημοκρατία;

Απάντηση: Η οικονομία αναπτύσσεται με αναιμικούς και χαμηλότερους των αρχικών εκτιμήσεων ρυθμούς, με τις επενδύσεις διαρκώς να συρρικνώνονται.

Να υπενθυμίσουμε ότι η σημερινή Κυβέρνηση επέστρεψε την οικονομία στην ύφεση το 2015 και το 2016, απέτυχε παταγωδώς στους αναπτυξιακούς στόχους για το 2017, αναθεώρησε «προς τα κάτω» την εκτίμηση για το 2018 και προβλέπει συρρικνωμένους ρυθμούς μεγέθυνσης μέχρι το 2022. Συνεπώς, η Κυβέρνηση των λαϊκιστικών, πελατειακών και παρασιτικών πρακτικών «σέρνει» την οικονομία σε συνθήκες παράλυσης και στασιμότητας.

Ερώτημα 6ο: Η χώρα έχει επιστρέψει στην κανονικότητα όπως υποστηρίζει ο ΣΥΡΙΖΑ ή όχι όπως υποστηρίζει η Νέα Δημοκρατία;

Απάντηση: Οι ποσοτικοί δείκτες δίνουν την απάντηση. Επί ημερών διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ το ιδιωτικό χρέος έχει διογκωθεί, η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας έχει υποχωρήσει, οι θεσμοί διακυβέρνησης υποβαθμίζονται, η οικονομική ελευθερία συρρικνώνεται, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου δεν εκκαθαρίζονται, το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων συρρικνώνεται, οι καταθέσεις των ιδιωτών δεν επιστρέφουν ουσιαστικά στο τραπεζικό σύστημα, η πιστωτική συρρίκνωση συνεχίζεται, οι κεφαλαιακοί περιορισμοί – που επιβλήθηκαν το 2015 – δεν έχουν ακόμη πλήρως αρθεί, η χώρα δεν συμμετέχει στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, και το κόστος δανεισμού παραμένει υψηλό και ιδιαίτερα ευμετάβλητο.

Συνεπώς, μέχρι σήμερα, επιστροφή στην κανονικότητα δεν υφίσταται. Δυστυχώς για την Κυβέρνηση, η οικονομία δεν σέβεται τις επιθυμίες της.

Ερώτημα 7ο: Το τραπεζικό σύστημα είναι απολύτως θωρακισμένο όπως υποστηρίζει ο ΣΥΡΙΖΑ ή υπάρχουν προκλήσεις που θα πρέπει να αντιμετωπιστούν όπως υποστηρίζει η Νέα Δημοκρατία;

Απάντηση: Tα πιστωτικά ιδρύματα της χώρας μας, τα προηγούμενα χρόνια, εξαιτίας της παγκόσμιας κρίσης, εγχώριων δημοσιονομικών ανισορροπιών αλλά και δικών τους σφαλμάτων, βρέθηκαν σε δύσκολη θέση. Με τη βοήθεια και της πολιτείας άντεξαν, και σταθεροποίησαν την κατάσταση.

Δυστυχώς όμως οι «αυταπάτες» και η «δημιουργική ασάφεια» κόστισαν ακριβά, κλονίζοντας την εμπιστοσύνη αποταμιευτών και επενδυτών. Έτσι, μέσω μιας νέας, αχρείαστης ανακεφαλαιοποίησης, προστέθηκε κόστος στο Δημόσιο, απαξιώθηκαν προηγούμενες αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου, άλλαξε η ιδιοκτησιακή δομή, τροποποιήθηκαν σχέδια αναδιάρθρωσης.

Σήμερα, το τραπεζικό σύστημα βρίσκεται αντιμέτωπο με προκλήσεις, όπως είναι η αποτελεσματική διαχείριση του υψηλού αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων, το πιο απαιτητικό και σύνθετο – σε σχέση με το παρελθόν – εποπτικό και κανονιστικό πλαίσιο λειτουργίας, η επιστροφή – με ουσιαστικό τρόπο – καταθέσεων στο τραπεζικό σύστημα, η αποκατάσταση της πρόσβασης στις αγορές χρήματος και κεφαλαίου, η βελτίωση της οργανικής κερδοφορίας, η ολοκλήρωση των σχεδίων αναδιάρθρωσης, η πλήρης άρση των κεφαλαιακών περιορισμών, ο ψηφιακός μετασχηματισμός.

«Κλειδί» για την αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων είναι η αποκατάσταση της σταθερότητας και η εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης. Σταθερότητα και εμπιστοσύνη που προϋποθέτουν Κυβερνητική αξιοπιστία και σοβαρότητα. Και αυτά επειδή σήμερα αποτελούν «αγαθά σε ανεπάρκεια», θα είναι τα ζητούμενα από την επόμενη Κυβέρνηση.

Ερώτημα 8ο: Η ακολουθούμενη πολιτική είναι μονόδρομος όπως υποστηρίζει ο ΣΥΡΙΖΑ ή υπάρχει άλλος δρόμος όπως υποστηρίζει η Νέα Δημοκρατία;

Απάντηση: Η Νέα Δημοκρατία πιστεύει ότι σε κάθε περίπτωση, ακόμη και για την επίτευξη προκαθορισμένων στόχων, υφίστανται εναλλακτικές προτεραιότητες και διαρθρώσεις βημάτων πολιτικής. Έχει καταρτίσει ένα ρεαλιστικό σχέδιο οικονομικής πολιτικής που οδηγεί σε υψηλή και διατηρήσιμη ανάπτυξη, σε δημιουργία ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και σε ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής. Τις προτεραιότητες αυτού τις έχουμε καταθέσει πρόσφατα στη ΔΕΘ, και είναι γνωστές.

Συμπερασματικά, ο Προϋπολογισμός συνιστά το κύκνειο άσμα της σημερινής διακυβέρνησης. Σφραγίζει το τέλος ενός τετραετούς κύκλου της Ελληνικής οικονομικής ιστορίας που τον χαρακτηρίζει η αυταπάτη, η ανευθυνότητα, ο τυχοδιωκτισμός, η αναποτελεσματικότητα και οι ιδεοληψίες της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ. Κυβέρνηση, που η στοιχειώδης προσαρμογή της στην πραγματικότητα, κόστισε πανάκριβα στη χώρα και τους πολίτες της, ειδικά στα ασθενέστερα εισοδηματικά στρώματα.

Ευτυχώς, αυτός ο κύκλος κλείνει. Και οι Έλληνες πολίτες, με την απόφασή τους στις προσεχείς εκλογές, θα ανοίξουν έναν νέο κύκλο ευθύνης, ρεαλισμού, σοβαρότητας και αποτελεσματικότητας. Έναν κύκλο ανόρθωσης της χώρας και της οικονομίας της. Και αυτόν τον κύκλο θα τον πορευθούν με τη Νέα Δημοκρατία. Εμείς, μαζί με όλους τους πολίτες, θα τα καταφέρουμε.

Συνέντευξη εφ΄όλης της ύλης στο περιοδικό Crash | 15.10.2018

Οκτώ χρόνια μετά το Καστελόριζο του Γ. Παπανδρέου, έχει γίνει πλέον κοινά αποδεκτό ότι η κρίση έφερε τα Μνημόνια και όχι το αντίθετο. Έτσι, σας ρωτάω ευθέως εάν η Κυβέρνηση Καραμανλή είχε και ποια ευθύνη; Τι δεν είχε κάνει σωστά η Κυβέρνηση Καραμανλή μέχρι τότε;

Η Ελλάδα, από τις αρχές της δεκαετίας του ’80, αντιμετώπιζε επιδεινούμενα προβλήματα υψηλών δημοσιονομικών ελλειμμάτων και καθαρών εξαγωγών, αυξητικής δυναμικής του δημοσίου χρέους και χαμηλής ανταγωνιστικότητας. Από τότε, η Ελληνική οικονομία είχε μπει σε τροχιά υποβόσκουσας κρίσης. Οι χρονολογικές σειρές των σχετικών δεικτών της Eurostat, βεβαιώνουν του λόγου το αληθές.

Η πληθώρα των παθογενειών, αξιακών, θεσμικών, δομικών και λειτουργικών, της ελληνικής οικονομίας, κοινωνίας και πολιτικής, έθεσαν τη χώρα σε διαχρονική «επί ξηρού ακμής» πορεία. Οι επόμενες Κυβερνήσεις δεν μπόρεσαν – παρά τις προσπάθειες – να την αλλάξουν ριζικά. Σημειώνω ότι η χώρα, και σήμερα, δεν πληροί όλα τα κριτήρια του Μάαστριχτ, ενώ το 1980 τα πληρούσε.

Ειδικότερα την περίοδο 2008-2009, εν μέσω της πρωτοφανούς παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, η Ελλάδα αντιμετώπισε πρόβλημα όξυνσης των δημοσιονομικών μεγεθών, όπως άλλωστε και οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Σημειώνω ότι εκείνη την περίοδο, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η αύξηση ελλείμματος και χρέους ως ποσοστά του ΑΕΠ ήταν, κατά μέσο όρο, μεγαλύτερη απ’ ότι στην Ελλάδα, με συνεχείς και συχνές αναθεωρήσεις των δημοσιονομικών μεγεθών.

Σε ότι αφορά το 2009, η Νέα Δημοκρατία, κατά τα 2/3 του δημοσιονομικού έτους που κυβέρνησε, έκανε προσπάθειες στο πολιτικό και το οικονομικό πεδίο να «φρενάρει» την κατάσταση. Όμως, πολιτικές, συνδικαλιστικές, κοινωνικές και δημοσιογραφικές δυνάμεις είχαν ακροβολισθεί «στα κεραμίδια» και αρνούνταν την εθνικά αναγκαία συναίνεση.

Συγκεκριμένα, ο κ. Καραμανλής, στις αρχές του 2009, κάλεσε σε συνεννόηση τις πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις για την αντιμετώπιση της κρίσης, αλλά όλοι τους, με πρωταγωνιστή την ηγεσία της τότε Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, αρνήθηκαν την ύπαρξη της παγκόσμιας κρίσης, τορπίλισαν τη συνεννόηση και πολέμησαν λυσσαλέα, εντός και εκτός Βουλής, τα μέτρα που ελήφθησαν για τη δημοσιονομική σταθεροποίηση.

Αντί συνεννόησης, έσυραν τη χώρα σε εκλογές και μάλιστα με την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ να υπόσχεται ότι θα μοιράσει τα «λεφτά» που δήθεν «υπήρχαν». Μάλιστα πρότειναν ως θεραπεία επεκτατική δημοσιονομική πολιτική.

Στη συνέχεια ανέλαβε το ΠΑΣΟΚ, που στο 1/3 του δημοσιονομικού έτους που κυβέρνησε, με πράξεις και παραλείψεις του, μετέτρεψε το υπαρκτό δημοσιονομικό πρόβλημα της χώρας σε κρίση δανεισμού.

Το 2010, όταν ο Γ. Παπανδρέου μας έφερε το πρώτο Μνημόνιο και το ΔΝΤ, πιστεύετε ότι υπήρχε άλλος δρόμος; Πως θα μπορούσαν να μειωθούν τα δανεικά και το πρωτογενές έλλειμμα που το 2009 ήταν 24 δισ. ευρώ το οποίο κατευθυνόταν σε μισθούς και συντάξεις;

Πιστεύω ότι τα πράγματα θα μπορούσαν να γίνουν διαφορετικά.

Θυμίζω ότι η Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ υπό τον κ. Γ. Παπανδρέου, παρέλαβε τα spreads στις 132 μονάδες βάσης και την πιστοληπτική θέση της χώρας στο Α-.

Και από τις αρχές Οκτωβρίου του 2009 διόγκωσε το πρόβλημα της χώρας, αφού, μεταξύ άλλων, ματαίωσε «ώριμες» δημόσιες εισπράξεις εκείνης της χρονιάς, μετέφερε εισπράξεις του 2009 στο 2010 και μετέθεσε πληρωμές του 2010 στο 2009, προχώρησε στην καταβολή επιδόματος αλληλεγγύης, σε αύξηση των δαπανών για οδοιπορικά, λειτουργικές δαπάνες και προμήθειες του Δημοσίου και άφησε στην τύχη τους τα δημόσια έσοδα.

Η αναποφασιστικότητά της στη λήψη μέτρων, τα λανθασμένα μηνύματα στις αγορές, οι παλινωδίες, οι αντιφατικές δηλώσεις, οι ανεύθυνες διαρροές και οι χειρισμοί μέσω της ΕΛΣΤΑΤ (αναταξινομήσεις λογαριασμών κα.) οδήγησαν τη χώρα σε αποσταθεροποίηση, εν μέσω παγκόσμιας θύελλας.

Συνεπώς, ναι, υπήρχε και άλλος δρόμος, που αν είχε ακολουθηθεί έγκαιρα και είχε υπηρετηθεί με συνέπεια θα οδηγούσε τη χώρα στη χειρότερη περίπτωση π.χ. στο «νοσοκομείο» με πυρετό 39 και σχετικά ήπιες «θεραπείες» και όχι κατ’ ευθείαν στην «εντατική» με πυρετό 42 και σε σκληρές «θεραπείες».

Σήμερα λέτε (και σωστά) ότι η χώρα δεν έχει βγει από τα μνημόνια, παρά τους πανηγυρισμούς του ΣΥΡΙΖΑ. Αύριο, όταν θα είστε Κυβέρνηση εσείς, τι μπορείτε να κάνετε; Πως θα βγούμε από το μνημόνιο; Θα ανατρέψετε π.χ. τη συμφωνία δέσμευσης της περιουσίας της χώρας για 99 χρόνια;

Πράγματι, η χώρα σήμερα έχει βγει από το πρόγραμμα, αλλά δεν έχει βγει από τα μνημόνια.

Και αυτό γιατί η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, σε αντιδιαστολή με τις άλλες χώρες που βγήκαν από τα μνημόνια, έχει προνομοθετήσει νέα μέτρα λιτότητας για τα προσεχή έτη, έχει δεσμευτεί στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια, έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία – μέχρι και αρχαιολογικούς χώρους – για έναν αιώνα, έχει συμφωνήσει οι ρυθμίσεις για το χρέος να υλοποιηθούν μελλοντικά και υπό αυστηρούς όρους και προϋποθέσεις και έχει αποδεχθεί την ένταξη της χώρας στο πρωτόγνωρα αυστηρό για τα ευρωπαϊκά δεδομένα καθεστώς της ενισχυμένης εποπτείας.

Η επόμενη Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας υπό τον κ. Μητσοτάκη θα εργαστεί, με αποφασιστικότητα, για την πραγματικά «καθαρή έξοδο» από τα μνημόνια και την ασφαλή χρηματοδότηση της χώρας από τις διεθνείς αγορές. Σήμερα κάτι τέτοιο δεν φαίνεται εφικτό.

Σε ότι αφορά συγκεκριμένες βαριές και πολύχρονες δεσμεύσεις που ανέλαβε η σημερινή Κυβέρνηση, όπως αυτές που κατέγραψα προηγουμένως, θα επιδιώξουμε το καλύτερο για τη χώρα.

Πάγια επωδός της Νέας Δημοκρατίας είναι ότι θα μειώσει τους φόρους. Πως και πότε όμως θα συμβεί; Διότι, όπως πολύ καλά γνωρίζετε, μείωση φόρων σημαίνει μείωση δημοσίων εσόδων.

Κάποιες από τις παρεμβάσεις μας είναι εμπροσθοβαρείς και κάποιες ξεδιπλώνονται σε βάθος τετραετίας. Για παράδειγμα, η μείωση του ΕΝΦΙΑ θα γίνει εντός διετίας, ενώ η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών, σταδιακά, εντός τετραετίας.

Αυτές και οι υπόλοιπες μειώσεις φόρων και ασφαλιστικών εισφορών που έχουμε προτείνει, μπορούν να υλοποιηθούν μέσα από ένα πλέγμα πολιτικών που δεν θα θέτουν σε κίνδυνο την αναγκαία δημοσιονομική πειθαρχία της χώρας.

Καταρχήν, οι χαμηλότεροι φορολογικοί συντελεστές θα βελτιώσουν τη φορολογική συμμόρφωση και θα μειώσουν τα κίνητρα για φοροδιαφυγή. Σχετική μελέτη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Ελλάδα, το επιβεβαιώνει.

Επιπλέον, αν όπως προβλέπει η Κυβέρνηση υπάρχουν μελλοντικά δημοσιονομικά περιθώρια, τότε αυτά θα χρησιμοποιηθούν πιο αποτελεσματικά στην κατεύθυνση των προτεραιοτήτων της δικής μας οικονομικής πρότασης.

Επίσης, οι στόχοι που θέτουμε για την ανάπτυξη, θα αποφέρουν περισσότερα δημόσια έσοδα, άρα θα δημιουργήσουν πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο.

Τέλος, θα υπάρξει ένα πρόγραμμα περιορισμού των κρατικών δαπανών, το οποίο θα στηρίζεται στην αξιολόγηση των δαπανών στο σύνολο της δημόσιας διοίκησης, στην αυστηρή δημοσιονομική πειθαρχία σε όλους τους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, στην ενδυνάμωση της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης, στην ενίσχυση των συμπράξεων του δημόσιου με τον ιδιωτικό τομέα και στην επέκταση της χρήσης ηλεκτρονικών συναλλαγών.

Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ επαίρεται ότι καταφέρνει να έχει πρωτογενές πλεόνασμα και με αυτό ασκεί κοινωνική πολιτική. Η Νέα Δημοκρατία καταγγέλλει ότι είναι πλασματικό. Γιατί το πιστεύετε αυτό;

Η Νέα Δημοκρατία υποστηρίζει, και τα στοιχεία την επιβεβαιώνουν, ότι η υπέρβαση των δημοσιονομικών στόχων για την άσκηση δήθεν κοινωνικής πολιτικής, οφείλεται στην υπερφορολόγηση των πολιτών, στις κατασχέσεις και στην εσωτερική στάση πληρωμών σε αναπτυξιακά κρίσιμους και κοινωνικά ευαίσθητους τομείς.

Το αποτέλεσμα είναι η αδυναμία επίτευξης των αναπτυξιακών στόχων και η διόγκωση του ιδιωτικού χρέους, με τις ληξιπρόθεσμες οφειλές των πολιτών σε εφορίες και ασφαλιστικά ταμεία να είναι σήμερα αυξημένες περίπου κατά 60% σε σχέση με το τέλος του 2014.

Για παράδειγμα, δείτε την εκτέλεση του κρατικού προϋπολογισμού κατά το 1ο οκτάμηνο του 2018.

Οι δαπάνες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων και οι επιστροφές φόρων, πολιτικές που ενισχύουν τη ρευστότητα στην οικονομία, παρουσιάζουν σημαντική αρνητική απόκλιση έναντι του στόχου, ήδη κατά περίπου 1,4 δισ. ευρώ.

Οι πρωτογενείς δαπάνες, και στον τομέα της υγείας, υστερούν κατά 400 εκατ. ευρώ από το στόχο, ενώ υπάρχει μεγάλος αριθμός εκκρεμών συντάξεων.

Όλα αυτά μόνο επιστροφή στην κανονικότητα δεν συνιστούν.

Όταν αναλάβετε την εξουσία και υπάρχει πρωτογενές πλεόνασμα, θα το αξιοποιείτε παρόμοια; Πού θα το κατευθύνετε; Μήπως θα έπρεπε να χρησιμοποιηθεί στην αποπληρωμή του χρέους, ώστε να βγούμε γρηγορότερα από την επιτήρηση και να ανακτήσουμε την εθνική μας κυριαρχία;

Δεν υπάρχει λόγος να υφίσταται υπερπλεόνασμα.

Αντιθέτως, θα πρέπει να επιδιωχθεί να μειωθούν τα υπερβολικά πρωτογενή πλεονάσματα. Πως; Με την επίτευξη υψηλότερων – σε σχέση με τις σημερινές εκτιμήσεις – ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης.

Να θυμίσω μάλιστα ότι είχαμε συμφωνήσει με τους θεσμούς το 2014, σε διπλάσιους – μακροχρονίως – ρυθμούς ανάπτυξης, αλλά δυστυχώς μετά, ακολούθησε η σημερινή καταστροφική διακυβέρνηση.

Συνεπώς, ο στόχος αυτός δεν είναι εύκολος, είναι όμως εφικτός. Απαιτείται πολιτική βούληση, ολοκληρωμένο σχέδιο, αποφασιστικότητα και σοβαρότητα.

Η Νέα Δημοκρατία έχει καταθέσει, και διαρκώς εμπλουτίζει, ένα συνεκτικό σχέδιο που οδηγεί σε αύξηση της ποσότητας και σε βελτίωση της σύνθεσης του πλούτου, χωρίς πρόσθετη εσωτερική υποτίμηση. Οι υψηλότεροι ρυθμοί ανάπτυξης θα βελτιώσουν τη βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους, δίνοντας τη δυνατότητα για σταδιακή αποκλιμάκωση των ήδη υψηλών δημοσιονομικών στόχων, προσθέτοντας «βαθμούς ελευθερίας» για ακόμη μεγαλύτερες μειώσεις φόρων και εισφορών.

Το κόμμα σας και εσείς προσωπικά μιλάτε συνεχώς για την ανάγκη ανάπτυξης και επενδύσεων. Το ίδιο όμως λένε, όλοι. Πως εσείς θα το κάνετε πράξη;

Ας αφήσουμε τις προθέσεις και ας αξιολογήσουμε τα πεπραγμένα.

Η Κυβέρνηση του κ. Τσίπρα επέστρεψε την οικονομία στην ύφεση το 2015 και το 2016, απέτυχε, και μάλιστα σημαντικά, στους αναπτυξιακούς στόχους για το 2017, αναθεώρησε «προς τα κάτω» την εκτίμηση για την ανάπτυξη του 2018 και προβλέπει συρρικνωμένους ρυθμούς μεγέθυνσης μέχρι το 2022.

Συνεπώς, η αλήθεια είναι ότι η Κυβέρνηση του λαϊκιστικού, πελατειακού και παρασιτικού αφηγήματος, «σέρνει» την οικονομία σε μία κατάσταση παραλυτικής στασιμότητας.

Διότι ΣΥΡΙΖΑ και επενδύσεις είναι έννοιες ασύμβατες. Ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου έχει συρρικνωθεί και κινείται σε χαμηλά επίπεδα, οι δαπάνες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων έχουν κατρακυλήσει στο χαμηλότερο ύψος της τελευταίας δεκαετίας, η φορολογία φυσικών και νομικών προσώπων έχει αυξηθεί, οι ασφαλιστικές εισφορές έχουν διογκωθεί, η εγχώρια αποταμίευση είναι αρνητική, η πιστωτική συρρίκνωση διευρύνεται, η αξιοποίηση του ΕΣΠΑ είναι χαμηλή και αργή, διαρθρωτικές αλλαγές δεν υλοποιούνται, ενώ διαρκώς νέα εμπόδια στην υλοποίηση επενδυτικών σχεδίων ανακύπτουν και εμβληματικές αποκρατικοποιήσεις καρκινοβατούν.

Το σχέδιο του κ. Μητσοτάκη εδράζεται πάνω σε 4 άξονες.

Ο πρώτος άξονας αφορά την αλλαγή του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής. Με την απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας και με τη σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Ξεκινώντας από τη φορολόγηση της ακίνητης περιουσίας, τη μείωση της φορολογίας των επιχειρήσεων, τη μείωση του συντελεστή φορολόγησης των μερισμάτων, τα φορολογικά κίνητρα για επενδύσεις σε έρευνα και καινοτομία, την έκπτωση φόρου για εργασίες ενεργειακής και λειτουργικής αναβάθμισης ακινήτων κ.α.

Ο δεύτερος άξονας αφορά την υλοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που θα βελτιώσουν την παραγωγικότητα. Με την ενδυνάμωση του υγιούς ανταγωνισμού στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών, με την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας, με τη δημιουργία ενός αποτελεσματικού, ευέλικτου, σύγχρονου και παραγωγικού κράτους, με την επένδυση στις ενδογενείς πηγές ανάπτυξης, όπως είναι η εκπαίδευση, η έρευνα και η καινοτομία.

Ο τρίτος άξονας αφορά την ενίσχυση της υγιούς επιχειρηματικότητας. Με μία Πολιτεία που θα δημιουργεί ένα ασφαλές και σταθερό περιβάλλον για επενδύσεις, και με επιχειρήσεις οι οποίες θα στοχεύουν στην ικανοποίηση όλων των ενδιαφερομένων μερών, των stakeholders, επιδεικνύοντας αυξημένη εταιρική κοινωνική ευθύνη.

Και ο τέταρτος άξονας αφορά την ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία, με την αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων και των χρηματοδοτικών εργαλείων, την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης.

Για να επιτευχθούν αυτά, πρέπει να κινηθούμε γρήγορα, αποτελεσματικά και ασυμβίβαστα απέναντι στην παραίτηση, στο τέλμα και στην μετριότητα. Μπορούμε να τα καταφέρουμε, και θα τα καταφέρουμε!

Με δεδομένο ότι κατά τη διακυβέρνηση Σαμαρά ο Έλληνας δεν είδε τρομακτικές αλλαγές στη ζωή του, δεν βγήκε η χώρα από τα Μνημόνια, δεν έγιναν μεγάλες επενδύσεις, γιατί να σας πιστέψει τώρα; Πως θα τον πείσετε;

Πραγματικά, τρομακτικές αλλαγές δεν επήλθαν, ούτε θα ήταν άλλωστε εφικτό να αποτυπωθούν μέσα σε 2,5 χρόνια.

Η αλήθεια όμως είναι ότι η Κυβέρνηση του κ. Σαμαρά παρέλαβε την οικονομία σε βαθιά ύφεση και με σημαντικό πρωτογενές έλλειμμα, και την παρέδωσε με θετικό ρυθμό οικονομικής μεγέθυνσης και με πρωτογενή – επί δύο χρόνια – πλεονάσματα.

Πλήρωσε μεγάλο μέρος των οφειλών του δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα, προχώρησε στις πρώτες και μοναδικές μέχρι σήμερα μειώσεις φορολογικών συντελεστών (ΦΠΑ στην εστίαση, ΕΦΚ στο πετρέλαιο θέρμανσης, έκτακτη εισφορά αλληλεγγύης, ασφαλιστικές εισφορές κ.α.) και διένειμε κοινωνικό μέρισμα, με εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια.

Συνεπώς, η κατάσταση της οικονομίας είχε σταθεροποιηθεί και οι πολίτες άρχιζαν να βλέπουν μικρές, αλλά συνεχείς βελτιώσεις στην καθημερινότητά τους.

Και τα καλύτερα θα έρχονταν, αν ο ΣΥΡΙΖΑ δεν οδηγούσε τη χώρα σε εκλογές και στην καταστροφική διαπραγμάτευση του 1ου εξαμήνου του 2015.

Ο κ. Μητσοτάκης λέει πως θα περάσει τον ΕΝΦΙΑ στους Δήμους, αυτό όμως γεννάει ερωτήματα. Πως και από πού θα αντικατασταθούν τα έσοδα στον Προϋπολογισμό; Πως με τη μεταβίβαση θα προκύψει μείωση; Και μήπως όχι μόνο αποτελεί υπεκφυγή, αλλά προδικάζει νέα επιβάρυνση – αφού στο παρελθόν είχαμε «δει το έργο» τον ΦΜΑΠ, που έγινε ΤΑΠ, ο οποίος έμεινε στους Δήμους και στην συνέχεια επανήλθε ο ΦΜΑΠ, που μετά από πολλά «βαφτίσια» έγινε ΕΝΦΙΑ;

Καταρχήν ο ΕΝΦΙΑ, και πριν μεταφερθεί στους δήμους, θα μειωθεί κατά 30% στα δύο πρώτα χρόνια διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας.

Στη συνέχεια, από το 2021, η επιβολή του φόρου θα γίνεται από το Υπουργείο Οικονομικών, αυτός θα συνεχίζει να εισπράττεται από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, θα πιστώνεται όμως κατευθείαν σε κάθε δήμο.

Οι δήμοι θα μπορούν να καθορίζουν τον ΕΝΦΙΑ, μέσα σε ένα εύρος που θα ορίζει το κράτος, ενώ θα υπάρχει ένας μηχανισμός δημοσιονομικής εξισορρόπησης που θα μεταφέρει πόρους προς τους φτωχότερους δήμους, ώστε κανένας δήμος να μην λαμβάνει τελικά λιγότερους πόρους απ’ όσους σήμερα παίρνει.

Με τη μεγάλη αυτή μεταρρύθμιση, η οποία εφαρμόζεται σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες – όπως είναι η Γαλλία, η Ιταλία, η Ιρλανδία, η Εσθονία, η Πολωνία και όλες τις σκανδιναβικές χώρες, επιτυγχάνεται πραγματική διοικητική και οικονομική αυτονομία των δήμων, ουσιαστική λογοδοσία των Δημάρχων, συμμετοχή των πολιτών στις τοπικές αποφάσεις, αποκέντρωση αρμοδιοτήτων από την κεντρική διοίκηση και αναβάθμιση των παρεχόμενων δημοσίων υπηρεσιών, ενώ ικανοποιείται και ένα πάγιο αίτημα της τοπικής αυτοδιοίκησης.

Ως Αντιπολίτευση, διατείνεσθε ότι δεν χρειάζεται νέα μείωση των συντάξεων. Αύριο όμως, ως Κυβέρνηση, τι θα κάνετε όταν το προτείνει – επιβάλλει – και η Τρόικα;

Οι συνταξιούχοι ήδη υφίστανται, εξαιτίας επιλογών της σημερινής Κυβέρνησης, μεγάλες μειώσεις στις κύριες και επικουρικές συντάξεις τους.

Και προβλέπονται νέες, αχρείαστες μειώσεις για το 2019, ψηφισμένες μόνο από την κυβερνητική πλειοψηφία, οι οποίες δεν περιλαμβάνονταν στο 3ο Μνημόνιο, αλλά προστέθηκαν μεταγενέστερα, ως αποτέλεσμα της ανικανότητας της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

Η Νέα Δημοκρατία αυτές δεν τις ψήφισε. Μάλιστα ανέλαβε νομοθετική πρωτοβουλία να καταργηθούν οι σχετικές διατάξεις που προβλέπουν τις μελλοντικές περικοπές στις συντάξεις. Η Κυβέρνηση, αυτή την πρωτοβουλία, δεν την στήριξε.

Έκτοτε, η θέση της Νέας Δημοκρατίας δεν έχει μεταβληθεί. Με βάση τον προβλεπόμενο δημοσιονομικό χώρο και την προτεινόμενη ασφαλιστική μεταρρύθμιση, θα επιδιώξουμε ο νόμος της Κυβέρνησης να μην υλοποιηθεί.

Η Νέα Δημοκρατία είναι υπέρ της αναμόρφωσης του ασφαλιστικού συστήματος, με βάση τους τρεις πυλώνες. Ωστόσο, στο παρελθόν, είδαμε ασφαλιστικά ταμεία να «κουρεύονται» τα αποθεματικά τους, να χάνουν λεφτά στο χρηματιστήριο, να κατηγορούνται διοικήσεις για καταχρήσεις. Όσο για τις ιδιωτικές ασφαλιστικές, κάποιες άφησαν χιλιάδες ασφαλισμένους στα …κρύα του λουτρού, γιατί χρεοκόπησαν. Πως μπορεί λοιπόν ο σημερινός εργαζόμενος να είναι σίγουρος ότι αύριο θα πάρει σύνταξη;

Πράγματι, η Νέα Δημοκρατία προτείνει ένα ολοκληρωμένο σύστημα τριών πυλώνων, με κεντρική στόχευση τη σταδιακή και σε βάθος χρόνου μείωση κατά 25% των ασφαλιστικών εισφορών μισθωτών και ελεύθερων επαγγελματιών, αυξάνοντας έτσι το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών, μειώνοντας το κόστος των επιχειρήσεων και οδηγώντας στη δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης.

Το σύστημα αυτό εφαρμόζεται, με διάφορες παραλλαγές, σε πολλές ανεπτυγμένες χώρες, από την Σουηδία και την Ολλανδία, μέχρι το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Νέα Ζηλανδία, ενώ αποτελεί και θεμελιώδη επιλογή της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο πρώτος και βασικός πυλώνας του συστήματος θα εδράζεται στον ΕΦΚΑ και θα είναι, όπως και σήμερα, υποχρεωτικός, δημόσιος, καθολικός και αναδιανεμητικός.

Ο δεύτερος πυλώνας, θα αφορά τους νέους ασφαλισμένους και μόνο το μέρος της σημερινής επικουρικής σύνταξης, με το δικαίωμα σε αυτούς να επιλέξουν μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού συνταξιοδοτικού ταμείου, το οποίο βέβαια θα τελεί υπό αυστηρό κρατικό έλεγχο και εποπτεία, όπως γίνεται πλέον, σε αντιδιαστολή με το παρελθόν στο οποίο αναφερθήκατε, από την Τράπεζα της Ελλάδας.

Ο δε τρίτος πυλώνας θα είναι συμπληρωματικός και θα αφορά, όπως και σήμερα, την ιδιωτική ασφάλιση.

Με την εφαρμογή αυτού του συστήματος θα διασφαλίζεται, για μεν του σημερινούς συνταξιούχους ότι δεν θα υπάρξει καμία μείωση στο μέλλον, δείχνοντας το επιβαλλόμενο σεβασμό – σε αντιδιαστολή με την Κυβέρνηση – και στους συνταξιούχους άνω των 70 ετών, ενώ για τους σημερινούς εργαζόμενους ότι θα λάβουν σύνταξη, μειώνοντας παράλληλα το δυσβάσταχτο βάρος των ασφαλιστικών εισφορών.

Να σας επαναλάβω και το παράδειγμα του κ. Μητσοτάκη: ένας νέος με μηνιαίο μισθό περίπου 1.200 ευρώ στον εργασιακό βίο των 40 ετών, με μια συντηρητική απόδοση 3%, θα έχει σωρεύσει στον «κουμπαρά» του περίπου 84.000 ευρώ. Το ποσό αυτό αρκεί για να του αποδώσει μηνιαία σύνταξη περίπου 500 ευρώ, μόνο από τον δεύτερο πυλώνα. Σ’ αυτόν προστίθεται τόσο η εθνική σύνταξη (384 ευρώ/μήνα) όσο και το αναλογικό μέρος των εισφορών του στον πρώτο πυλώνα.

Αντιλαμβάνεστε συνεπώς ότι ο νέος εργαζόμενος θα είναι σε πολύ καλύτερη θέση απ’ ότι σήμερα.

Η Νέα Δημοκρατία διαφωνεί με την συμφωνία των Πρεσπών διότι μένει το αγκάθι της γλώσσας και της ταυτότητας. Εάν οι Σκοπιανοί είχαν αποδεχτεί ως γλώσσα τη «Βορειομακεδονική» και ως ταυτότητα την «Βορειομακεδονική», η Νέα Δημοκρατία θα συμφωνούσε; Πιστεύετε ότι αυτό θα ήταν προς το συμφέρον της χώρας μας ή όχι;

Η Νέα Δημοκρατία θεωρεί ότι η συμφωνία των Πρεσπών είναι ετεροβαρής.

Είναι εθνικά επιζήμια, αφού αναγνωρίζει «μακεδονική» ταυτότητα και «μακεδονική» γλώσσα στους Σκοπιανούς.

Με τη συμφωνία αυτή, οι γείτονες, αυτοαποκαλούνται, προκλητικά «Μακεδόνες». Είναι κάτι που ζητούσαν από το 2008, αλλά καμιά Ελληνική Κυβέρνηση δεν το δεχόταν.

Ο κ. Τσίπρας, εδώ και καιρό, στοχεύει στο μεσαίο χώρο, και με τον τελευταίο ανασχηματισμό προσπαθεί να το αναδείξει με συγκεκριμένα πρόσωπα. Φοβάστε στη Νέα Δημοκρατία ότι αυτό μπορεί να έχει εκλογικό αντίκτυπο, στοιχίζοντας στο κόμμα σας ακόμη και την αυτοδυναμία;

Ο κ. Τσίπρας δεν μπορεί να υπηρετήσει τον μεσαίο χώρο, ούτε με τις πολιτικές του, ούτε με τις βουτιές στο παρελθόν, ούτε με τη συκοφαντία, την όξυνση και τον διχαστικό λόγο.

Και προφανώς ούτε με έναν ανασχηματισμό στον οποίο ανασύρονται κάποια πρόσωπα από το παρελθόν, από αυτό που ο κ. Τσίπρας, κατά τα άλλα, υποστηρίζει ότι εκπροσωπεί το «παλαιό πολιτικό σύστημα» της χώρας.

Συνεπώς, δεν υφίσταται εκλογικός αντίκτυπος.

Ο ΣΥΡΙΖΑ κατηγορεί τη Νέα Δημοκρατία ότι σήμερα έχει κάνει στροφή προς την ακροδεξιά και τον νεοφιλελευθερισμό. Κάποιοι μάλιστα στις τάξεις της Κυβέρνησης θεωρούν ότι είναι διάδοχοι του Καραμανλισμού. Εσείς αισθάνεστε ακροδεξιός και νεοφιλελεύθερος;

Ο ΣΥΡΙΖΑ «βαπτίζει» τα πράγματα αυθαίρετα και κατά το συμφέρον του. Λέει δε όλα όσα αναφέρατε αφού εφαρμόζει τις πιο ακραία νεοφιλελεύθερες πολιτικές.

Η Νέα Δημοκρατία έχει ιστορία και πεπραγμένα τα οποία τιμούμε.

Αποτελεί την παράταξη που ίδρυσε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και οι συνεργάτες του και είναι, έως και σήμερα, η μεγάλη πατριωτική, λαϊκή, φιλελεύθερη, κοινωνική και ριζοσπαστική πολιτική δύναμη της χώρας.

Είναι διαχρονικά βαθιά δημοκρατική, γνήσια προοδευτική και αντιλαϊκιστική.

Όλα τα άλλα που διαχέονται περί διαδόχων του Καραμανλισμού στις τάξεις της Κυβέρνησης, στερούνται παντελώς ίχνους σοβαρότητας.

Υπογραμμίζω ότι το φορτίο του Καραμανλισμού είναι πολύ βαρύ για να το σηκώσει και να το περιφέρει ο οιοσδήποτε κατά βούληση.

Δεξιά της Νέας Δημοκρατίας δημιουργούνται τελευταία διάφοροι πολιτικοί σχηματισμοί. Σας ανησυχεί αυτό το φαινόμενο, καθώς μια μερίδα ψηφοφόρων θα απευθυνθεί και σε αυτά τα κόμματα;

Με τα χαρακτηριστικά της παράταξης που σας ανέπτυξα, ουσιαστικός χώρος για τέτοιους πολιτικούς σχηματισμούς δεν υφίσταται.

Πολλοί πιστεύουν ότι η συγκυβέρνηση με το ΠΑΣΟΚ, επί Σαμαρά, κόστισε στη Νέα Δημοκρατία. Τώρα που ο κ. Μητσοτάκης λέει ότι θα βάλει στα ψηφοδέλτια και στη συνέχεια στην Κυβέρνηση αριστερούς, δεν ανησυχείτε πως θα το υποδεχθεί η βάση του κόμματος;

Η συγκυβέρνηση με το ΠΑΣΟΚ ήταν συνέπεια του εκλογικού αποτελέσματος.

Η χώρα έπρεπε να κυβερνηθεί και να μην σέρνεται σε συνεχείς εκλογικές αναμετρήσεις. Και αυτό έγινε, και μάλιστα θα έλεγα με σχετική επιτυχία.

Προφανώς, κατά τη διάρκεια αυτής της συνεργασίας, οι ιδεολογικοπολιτικές συντεταγμένες της παράταξής μας δεν άλλαξαν.

Σε ότι αφορά το σήμερα, οποιοσδήποτε πολίτης ή πολιτικός αποδέχεται το ιδεολογικό πλαίσιο και σέβεται την ιστορία της Νέας Δημοκρατίας, μπορεί να ενταχθεί και να συνεχίσει την πολιτική δράση του μέσα από τις τάξεις της.

Οι πολίτες μας αξιολογούν διαρκώς όλες και όλους. Έχουν το τελικό λόγο.

 

Μετά τις προσεχείς εκλογές, εάν η Νέας Δημοκρατίας δεν έχει αυτοδυναμία θα μπορούσε να συνεργαστεί με τους ΑΝΕΛ;

Επί αυτού του θέματος έχει τοποθετηθεί με ξεκάθαρο τρόπο, αρνητικά, ο Πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας κ. Μητσοτάκης.

Πάντως δεν βλέπω να έχει βάση το ερώτημά σας.

Τόσο γιατί η αυτοδυναμία είναι ένας απολύτως εφικτός στόχος, όσο και γιατί οι «πολιτικές ακροβασίες» των ΑΝΕΛ δεν φαίνεται να τους καθιστούν, μελλοντικά, κοινοβουλευτικό κόμμα.

Πολλοί πιστεύουν ότι το 2015 η Νέα Δημοκρατία έχασε τις εκλογές λόγω ΕΝΦΙΑ καθώς  «χτυπήθηκε» περαιτέρω η μεσαία τάξη, που είναι η βάση της. Συμμερίζεστε αυτή την άποψη;

Καταρχήν σας θυμίζω ότι η Νέα Δημοκρατία, τότε, πήρε ένα αρκετά υψηλό ποσοστό για κόμμα που στην κυβερνητική θητεία του είχε εφαρμόσει μνημονιακές πολιτικές.

Πράγματι όμως έχασε τις εκλογές, και αυτό μπορεί να αποδοθεί σε πολλούς παράγοντες.

Ο βασικότερος είναι η ανεύθυνη και λαϊκιστική Αξιωματική Αντιπολίτευση εκείνης της περιόδου, που έταζε τα πάντα στους πάντες (θυμίζω ενδεικτικά τις δηλώσεις του κ. Τσίπρα ότι «ο ΕΝΦΙΑ δεν διορθώνεται αλλά καταργείται»).

Καθώς επίσης και στο γεγονός ότι την περίοδο 2012-2014 υλοποιήθηκε μία κρίσιμη μάζα αναγκαίων για τη χώρα μεταρρυθμίσεων, που όμως «ξεβόλεψε» κατεστημένα συμφέροντα.

Ένας ακόμη λόγος, ήταν και ο ΕΝΦΙΑ. Κι αυτό γιατί, παρά το γεγονός ότι αποτελούσε την πρώτη ολοκληρωμένη προσπάθεια φορολόγησης της ακίνητης περιουσίας, με διεύρυνση της φορολογικής βάσης και μείωση του συνολικού ύψους κατά 500 εκατ. ευρώ σε σχέση με το «χαράτσι» της ΔΕΗ που παραλάβαμε από την προηγούμενη Κυβέρνηση, υπήρξαν τελικά αστοχίες και ατέλειες, παρατηρήθηκαν αδυναμίες, εμφανίστηκαν στρεβλώσεις και αποκλίσεις από την πραγματικότητα στην εφαρμογή του.

Πρόσφατα, ο γερμανικός τύπος, αναφερόμενος στις Ελληνικές τράπεζες και στα προβλήματά τους, ευθέως έκανε λόγο για το φόβο bail in, δηλαδή για κούρεμα καταθέσεων και την πιθανότητα κρατικοποίησής τους. Φοβάστε ότι αυτή είναι μια πιθανή εξέλιξη;

Η κατάσταση στο τραπεζικό σύστημα σταθεροποιήθηκε σταδιακά και, μέχρι  το 2014, αποκαταστάθηκε η εμπιστοσύνη σε αυτό.

Δυστυχώς, η κατάσταση αυτή άλλαξε το 2015. Η «υπερήφανη διαπραγμάτευση» του 1ου εξαμήνου του 2015, με τους λανθασμένους και ανερμάτιστους χειρισμούς της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, έφερε το τραπεζικό σύστημα αντιμέτωπο με μεγάλους κινδύνους, οδήγησε σε μεγάλη εκροή καταθέσεων και σε ραγδαία αύξηση των «κόκκινων δανείων», δηλαδή σε διόγκωση του ιδιωτικού χρέους των πολιτών και προς τις τράπεζες. Κίνδυνοι που διογκώθηκαν μετά την τραπεζική αργία και τους κεφαλαιακούς περιορισμούς. Και κατέστησαν αναγκαία την εκ νέου, την τρίτη κατά σειρά, ανακεφαλαιοποίηση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος.

Μια αχρείαστη ανακεφαλαιοποίηση η οποία προσέθεσε νέο κόστος στο Δημόσιο, στους παλαιούς επενδυτές και μετόχους, μικρούς και μεγάλους, Έλληνες και ξένους, άλλαξε την ιδιοκτησιακή δομή των τραπεζών, συρρίκνωσε την ελληνική ιδιωτική συμμετοχή και σχεδόν εκμηδένισε την αξία του χαρτοφυλακίου του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.

Σήμερα, απαιτείται να επιστρέψουν με συστηματικό τρόπο καταθέσεις στο τραπεζικό σύστημα, να ενισχυθεί ουσιαστικά η οργανική κερδοφορία των τραπεζών, να συρρικνωθούν με ικανοποιητικό ρυθμό τα «κόκκινα δάνεια», να αρθούν πλήρως οι κεφαλαιακοί περιορισμοί και να αποκλιμακωθεί το κόστος δανεισμού της χώρας, άρα και των τραπεζών, προκειμένου το τραπεζικό σύστημα να επιτελέσει το ρόλο του με επάρκεια και ασφάλεια.

Όλα αυτά συνιστούν προτεραιότητες για την επόμενη Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας.

Συνέντευξη Χρ. Σταϊκούρα στην εφημερίδα “Φιλελεύθερος” | 21.9.2018

 “Η χώρα είναι έξω από το πρόγραμμα, μέσα σε μνημόνιο, έξω από τις αγορές”

 

Οι επόμενες εκλογές, οψέποτε κι αν αυτές διεξαχθούν, θεωρούνται από τις κρισιμότερες στη μεταπολιτευτική ιστορία. Ποια είναι η βασική διακύβευση;

Καταρχήν, η χώρα έχει ήδη μπει σε μία άτυπη προεκλογική περίοδο. Όσο πιο σύντομα αυτή ολοκληρωθεί τόσο το καλύτερο, καθώς η Κυβέρνηση αποδεικνύει καθημερινά, σε όλα τα πεδία της δημόσιας σφαίρας, την ανεπάρκειά της.

Το βασικό δίλημμα των εκλογών θα είναι ποιός πολιτικός αρχηγός και ποιό πολιτικό κόμμα διαθέτουν το ρεαλιστικό σχέδιο να βγάλουν, με «καθαρό τρόπο», την οικονομία από τα μνημόνια και τη χώρα από την κρίση.

Και ο κ. Μητσοτάκης, στην ΔΕΘ, μίλησε ειλικρινά, υπεύθυνα και ενωτικά, συγκροτημένα και τεκμηριωμένα, με μέτρο και μετριοπάθεια, επιδεικνύοντας στιβαρότητα και αποφασιστικότητα, αποφεύγοντας έωλες υποσχέσεις και ανεδαφικές δεσμεύσεις, αποδεικνύοντας ότι έχει όραμα για τη χώρα, το οποίο και θα υλοποιήσει, γιατί διαθέτει πολιτική βούληση και σχέδιο.

Αρκετά η χώρα πλήρωσε τις «αυταπάτες», τη «δημιουργική ασάφεια», τον τυχοδιωκτισμό και την ανευθυνότητα της σημερινής Κυβέρνησης.

Μπορούμε να τα καταφέρουμε, και θα τα καταφέρουμε.

Γιατί αμφισβητείτε την «καθαρή έξοδο» από τα μνημόνια, όταν Κυβέρνηση και εταίροι αναφέρονται σε αυτήν;

Διότι η αλήθεια είναι, όπως την αποτυπώνουν και οι θεσμοί, ότι η χώρα ολοκλήρωσε, τυπικά, το 3ο αχρείαστο πρόγραμμα, το οποίο προέκυψε μετά την καταστροφική διαπραγμάτευση του 1ου εξαμήνου του 2015, η οποία, σύμφωνα και πάλι με τους θεσμούς, κόστισε στη χώρα έως 200 δισ. ευρώ.

Αντιθέτως, δεν υπήρξε «καθαρή έξοδος» από τα μνημόνια, αφού η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, σε αντιδιαστολή με τις άλλες χώρες που βγήκαν από τα μνημόνια, έχει ήδη νομοθετήσει πρόσθετα μέτρα λιτότητας για τα προσεχή έτη, έχει δεσμευτεί στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια, έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία για έναν αιώνα, έχει συμφωνήσει οι ρυθμίσεις για το χρέος να υλοποιηθούν υπό αυστηρές προϋποθέσεις και έχει αποδεχθεί την ένταξη της χώρας στο καθεστώς της ενισχυμένης εποπτείας.

Συνεπώς, σήμερα, η χώρα είναι εκτός προγράμματος και εκτός αγορών, έχοντας αναλάβει βαριές και πολύχρονες δεσμεύσεις.

Κάποια στιγμή όμως, όπως είπε και ο Πρωθυπουργός, θα βγούμε στις αγορές.

Κε. Κώνστα, ο βασικός στόχος του προγράμματος ήταν να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για τη ασφαλή χρηματοδότηση της χώρας από τις αγορές.

Δυστυχώς, σήμερα, η Ελλάδα βρίσκεται εκτός αγορών, αφού το κόστος δανεισμού είναι υψηλό και ιδιαίτερα ευμετάβλητο.

Εάν υπήρχε κυβερνητική σοβαρότητα και υπευθυνότητα, εάν είχε υλοποιηθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων, εάν είχαν αναληφθεί έγκαιρα πιο γενναίες αποφάσεις για τη ρύθμιση του χρέους, εάν είχαν αρθεί οι κεφαλαιακοί περιορισμοί και εάν η χώρα είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, τα επιτόκια δανεισμού θα ήταν ήδη χαμηλότερα.

Αυτό όμως, με αποκλειστική ευθύνη του κ. Τσίπρα, δεν έγινε.

Υπάρχει όμως, όπως είπε και ο Πρωθυπουργός, το «μαξιλαράκι ασφαλείας», γιατί θα πρέπει να ανησυχούμε;

Πράγματι, υφίσταται ταμειακό απόθεμα. Αυτό όμως δημιουργήθηκε «στραγγαλίζοντας» την πραγματική οικονομία, αφού η Κυβέρνηση χρησιμοποίησε τις «κουτσουρεμένες δόσεις» του δανείου, υπερφορολόγησε τους πολίτες, κήρυξε εσωτερική στάση πληρωμών και κατέφυγε σε υπέρμετρο και σχετικά ακριβό εσωτερικό δανεισμό, αντί να διεκδικήσει τους αναξιοποίητους και χαμηλού κόστους πόρους από τη δανειακή σύμβαση, ύψους 24 δισ. ευρώ.

Επίσης όμως, η χρήση του αποθέματος θα στείλει ανησυχητικό μήνυμα στις αγορές, αυξάνοντας τα ήδη υψηλά επιτόκια, συμπαρασύροντας προς τα πάνω, ακόμη περισσότερο, το κόστος δανεισμού επιχειρήσεων και τραπεζών.

Συνεπώς, αυτές οι αναφορές δείχνουν άγνοια της πραγματικότητας και είναι επικίνδυνες για τη χώρα. 

Γιατί όμως, εκτός της εξόδου στις αγορές, υποστηρίζετε ότι το πρόγραμμα απέτυχε, όταν οι δημοσιονομικοί στόχοι επιτυγχάνονται;

Διότι, ενδεικτικά, το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών έχει συρρικνωθεί, οι οφειλές τους προς εφορίες και ασφαλιστικά ταμεία έχουν διογκωθεί, οι οφειλές του Δημοσίου παραμένουν υψηλές, το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων υποεκτελείται, η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας έχει υποχωρήσει, κεφαλαιακοί περιορισμοί εξακολουθούν να υφίστανται και η ποιότητα των θεσμών διακυβέρνησης έχει υποβαθμιστεί.

Και ναι, πράγματι, οι δημοσιονομικοί στόχοι υπερκαλύπτονται, αυτό όμως οφείλεται, στην υπερ-φορολόγηση των πολιτών, στα αναγκαστικά μέτρα είσπραξης και στη στέρηση πόρων από αναπτυξιακά κρίσιμους και κοινωνικά ευαίσθητους τομείς. Το δε αποτέλεσμα είναι η διόγκωση του ιδιωτικού χρέους και η αδυναμία επίτευξης των αναπτυξιακών στόχων.

Αποδεικνύεται έτσι ότι η «Κυβέρνηση των φόρων, των κατασχέσεων και των πλειστηριασμών» δεν μπορεί να οδηγήσει τη χώρα πίσω στην κανονικότητα.

Η βασική επιχειρηματολογία της Κυβέρνησης επικεντρώνεται στην ύπαρξη «δύο διαφορετικών κόσμων»: της «νεοφιλελεύθερης» Νέας Δημοκρατίας – στην οποία μάλιστα, συνυπάρχουν και «ακροδεξιά στοιχεία» – από τη μια και τις δυνάμεις «της δημοκρατίας και της προόδου» από την άλλη. Τι απαντάτε;

Τα λένε αυτά όσοι έχουν εφαρμόσει τις πιο ακραία νεοφιλελεύθερες πολιτικές, και διαθέτουν στους κόλπους τους στοιχεία που ισχυρίζονται ότι δήθεν βρίσκονται στην Αξιωματική Αντιπολίτευση. «Αιδώς Αργείοι»!

Η Νέα Δημοκρατία αποτελεί τη μεγάλη πατριωτική, λαϊκή, φιλελεύθερη, κοινωνική και ριζοσπαστική πολιτική δύναμη της χώρας. Παραμένει βαθιά δημοκρατική, γνήσια προοδευτική και αντιλαϊκιστική.

Αντιθέτως, αυτοί που ισχυρίζονται – λεκτικά – ότι αντιπροσωπεύουν τις δυνάμεις «της δημοκρατίας και της προόδου», έχουν αποδειχθεί – στην πράξη – οι δυνάμεις «του λαϊκισμού, του τυχοδιωκτισμού και του αυταρχισμού».

Συνέντευξη Χρ. Σταϊκούρα στην ιστοσελίδα “Newpost.gr” | 17.9.2018

 “Πού θα βρούμε τα λεφτά για τις προτάσεις του Κ. Μητσοτάκη”

Τελικά έχουμε το «τέλος των μνημονίων» που υποστήριξε στη ΔΕΘ ο κ. Τσίπρας ή το «τέλος του προγράμματος» που υποστήριξε ο κ. Μητσοτάκης;

Έχουμε την ολοκλήρωση του 3ου προγράμματος, αλλά τη συνέχιση των μνημονιακών πολιτικών. Και αυτό διότι η Κυβέρνηση έχει ήδη προνομοθετήσει πρόσθετα μέτρα λιτότητας για τα προσεχή έτη, έχει δεσμευτεί στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια, έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία για έναν αιώνα, έχει συμφωνήσει οι ρυθμίσεις για το χρέος να υλοποιηθούν μελλοντικά και υπό αυστηρούς όρους και προϋποθέσεις, και έχει αποδεχθεί την ένταξη της χώρας στο πρωτόγνωρα αυστηρό για τα ευρωπαϊκά δεδομένα καθεστώς της ενισχυμένης εποπτείας. Συνεπώς, με ευθύνη της Κυβέρνησης του κ. Τσίπρα, είμαστε σε μεταπρογραμματική και όχι σε μεταμνημονιακή περίοδο.

Και επειδή άκουσα τον Πρωθυπουργό να υποστηρίζει ότι τάχα μας έβγαλε από τα μνημόνια μετά από 8 χρόνια κρίσης, να θυμίσω απλά ότι τα μισά από αυτά κυβερνά ο ίδιος, το δε 3ο πρόγραμμα θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί, αν δεν είχαν προηγηθεί οι εκλογές του 2015, και μετέπειτα η «δημιουργική ασάφεια», οι «αυταπάτες» και οι ιδεοληψίες της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, οι οποίες κόστισαν στη χώρα, σύμφωνα με δηλώσεις κορυφαίων ευρωπαίων αξιωματούχων, μέχρι 200 δισ. ευρώ.

Τουλάχιστον το 3ο πρόγραμμα πέτυχε;

Ο στόχος του προγράμματος είναι να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για τη ασφαλή χρηματοδότηση της χώρας από τις διεθνείς αγορές. Δυστυχώς σήμερα, η Ελλάδα βρίσκεται εκτός αγορών, με το κόστος δανεισμού να είναι υψηλό και ιδιαίτερα ευμετάβλητο.

Εάν υπήρχε κυβερνητική σοβαρότητα και υπευθυνότητα, εάν είχε υλοποιηθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων και ιδιωτικοποιήσεων, εάν είχαν αναληφθεί έγκαιρα πιο γενναίες αποφάσεις για τη ρύθμιση του χρέους, εάν είχαν αρθεί οι κεφαλαιακοί περιορισμοί, εάν η χώρα είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, με δεδομένη την υψηλή διεθνώς διαθέσιμη ρευστότητα, τα επιτόκια δανεισμού θα ήταν ήδη χαμηλότερα και λιγότερο ευμετάβλητα. Όλα αυτά όμως, με ευθύνη αποκλειστικά της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, δεν έγιναν.

Την ίδια στιγμή, το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών έχει συρρικνωθεί, το ιδιωτικό χρέος προς εφορίες και ασφαλιστικά ταμεία έχει διογκωθεί, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου παραμένουν υψηλές, το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων υποεκτελείται, η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας έχει υποχωρήσει, η ποιότητα των θεσμών διακυβέρνησης έχει υποβαθμιστεί και η χώρα αδυνατεί να επιτύχει υψηλούς και διατηρήσιμους ρυθμούς ανάπτυξης.

Συνεπώς, το 3ο πρόγραμμα απέτυχε.

 

Ο κ. Μητσοτάκης με την ομιλία του στη ΔΕΘ παρουσίασε το όραμα της ΝΔ για την επόμενη μέρα της χώρας. Μπορείτε να μας πείτε ποιοί είναι οι βασικοί στόχοι του σχεδίου;

Εν αντιθέσει με τον κ. Τσίπρα που δεν έχει κανένα όραμα και σχέδιο για τη χώρα και κινείται με τη λογική «όπου φυσάει ο άνεμος», ο κ. Μητσοτάκης κατέθεσε ένα ολοκληρωμένο, τεκμηριωμένο και συνεκτικό σχέδιο, στο πλαίσιο του ρεαλισμού και του μέτρου, μακριά από έωλες υποσχέσεις και ανεδαφικές δεσμεύσεις.

Σχέδιο με βασικούς στόχους μία κοινωνία που δίνει ευκαιρίες προόδου και ευημερίας σε όλους, μία οικονομία παραγωγική, ψηφιακή, καινοτόμο που θα προσελκύει επενδύσεις σε υγιείς βάσεις, ένα κράτος λειτουργικό και αποτελεσματικό, μία παιδεία που προετοιμάζει το μέλλον και παρακολουθεί την οικονομία, μία κυβέρνηση που αντιμετωπίζει το κράτος δικαίου και την ασφάλεια ως προϋποθέσεις της Δημοκρατίας και μία χώρα που θα μετέχει στη διαμόρφωση του μέλλοντος της Ευρώπης, συνδυάζοντας εθνικές προτεραιότητες, κοινοτικές ευθύνες και συμμαχικές αναγκαιότητες.

Ειδικότερα στο πεδίο της οικονομίας;

Στόχος του σχεδίου στο πεδίο της οικονομίας είναι η επίτευξη υψηλής και διατηρήσιμης ανάπτυξης, η δημιουργία ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και η ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.

Αυτό μπορεί να γίνει με την αύξηση της ποσότητας και τη βελτίωση της σύνθεσης του πλούτου της χώρας, χωρίς πρόσθετη εσωτερική υποτίμηση, με ενίσχυση των εξαγωγών και των εταιρικών επενδύσεων.

Βασικοί άξονες αυτού του σχεδίου είναι η αλλαγή του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής στην κατεύθυνση στοχευμένων μειώσεων φόρων και ασφαλιστικών εισφορών, η υλοποίηση ενός συνεκτικού προγράμματος μεταρρυθμίσεων που θα βελτιώσει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και η ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία.

 

Που θα βρεθούν τα λεφτά για τις μειώσεις φόρων που προτείνετε;

Από πολλές, διαφορετικές πηγές.

Καταρχήν, από ένα πρόγραμμα περιορισμού των κρατικών δαπανών χωρίς να υποβαθμιστεί η ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών, το οποίο μπορεί να προσεγγίσει περίπου τα 2 δισ. ευρώ την επόμενη διετία. Αυτό θα στηρίζεται, κυρίως, στην αξιολόγηση των δαπανών στο σύνολο της δημόσιας διοίκησης, στην αυστηρή δημοσιονομική πειθαρχία σε όλους τους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, στην αυστηρότερη αναλογία προσλήψεων/αποχωρήσεων στο Δημόσιο για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα (1:5), στην ενδυνάμωση της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης, στην ενίσχυση των συμπράξεων του δημόσιου με τον ιδιωτικό τομέα.

Επιπλέον, η επέκταση της χρήσης ηλεκτρονικών συναλλαγών, θα διευρύνει τη φορολογική βάση, θα αυξήσει τα δημόσια έσοδα και θα δημιουργήσει δημοσιονομικό χώρο. Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του ΙΟΒΕ, εάν η Ελλάδα έφτανε, το 2017, το μέσο επίπεδο χρήσης καρτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα ετήσια έσοδα από ΦΠΑ θα ήταν υψηλότερα κατά 21% (3,3 δισ. ευρώ), ενώ αν έφθανε το επίπεδο της Πορτογαλίας, θα ήταν αυξημένα κατά 54% (8,5 δισ. ευρώ).

Επιπρόσθετα, οι χαμηλότεροι φορολογικοί συντελεστές θα βελτιώσουν τη φορολογική συμμόρφωση και θα μειώσουν τα κίνητρα για φοροδιαφυγή. Ενδεικτικά αναφέρω ότι σύμφωνα με μελέτη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το «κενό ΦΠΑ», δηλαδή η «απώλεια εσόδων από την είσπραξη ΦΠΑ», διαμορφώθηκε στο χαμηλότερο σημείο των προγραμματικών περιόδων το 2014, όταν μειώθηκαν από την προηγούμενη Κυβέρνηση συγκεκριμένοι φορολογικοί συντελεστές (π.χ. ΦΠΑ στην εστίαση, ΕΦΚ στο πετρέλαιο θέρμανσης, ασφαλιστικές εισφορές κ.α.) και η οικονομία «γύρισε» σε θετικό πρόσημο.

Επίσης, οι φιλόδοξοι αλλά ρεαλιστικοί στόχοι που θέτουμε για την ανάπτυξη, θα αποφέρουν περισσότερα δημόσια έσοδα, άρα θα δημιουργήσουν, μέσω μιας αυτοτροφοδοτούμενης διαδικασίας, επιπλέον δημοσιονομικό χώρο, μέσω και της σταδιακής – μεσο-μακροπρόθεσμα – μείωσης των στόχων για τα πρωτογενή αποτελέσματα. Και αυτοί οι ρυθμοί οικονομικής μεγέθυνσης είναι εφικτοί, αφού σε αυτούς είχαμε συμφωνήσει το 2014, πριν αναλάβουν τη διακυβέρνηση της χώρας οι ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ. Η επίτευξη αυτού του στόχου θα προσθέσει «βαθμούς ελευθερίας» για ακόμη μεγαλύτερες μειώσεις φορολογικών συντελεστών και ασφαλιστικών εισφορών.

Τέλος, αν όπως προβλέπει η Κυβέρνηση υπάρχει μελλοντικά δημοσιονομικός χώρος εξαιτίας της επίτευξης υπερπλεονασμάτων λόγω της υπερφορολόγησης των πολιτών, τότε αυτός θα χρησιμοποιηθεί πιο αποτελεσματικά στην κατεύθυνση των προτεραιοτήτων της δικής μας οικονομικής πρότασης.

Ας έρθουμε τώρα στο θέμα που απασχολεί ολόκληρη την κοινωνία και αναφέρθηκε και ο κ. Μητσοτάκης στην ομιλία του. Ποια είναι η συγκεκριμένη πρόταση της ΝΔ για το ασφαλιστικό; Έχει δίκιο η Κυβέρνηση που σας κατηγορεί ότι προσπαθείτε να εκχωρήσετε το ασφαλιστικό σύστημα στις ιδιωτικές εταιρείες;

Ο κ. Μητσοτάκης εξήγγειλε την κατάργηση του νόμου της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, διότι αυτός έχει δημιουργήσει ένα άδικο και μη ανταποδοτικό σύστημα, το οποίο αντιστρατεύεται την ανάπτυξη, έχει αρνητικές επιπτώσεις στην απασχόληση και αποθαρρύνει το πιο παραγωγικό κομμάτι της κοινωνίας.

Η Νέα Δημοκρατία προτείνει ένα ολοκληρωμένο σύστημα τριών πυλώνων, με κεντρική στόχευση τη σταδιακή και σε βάθος χρόνου μείωση έως και 25% των ασφαλιστικών εισφορών μισθωτών και ελεύθερων επαγγελματιών, αυξάνοντας έτσι το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών και μειώνοντας το κόστος των επιχειρήσεων, οδηγώντας στη δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης.

Το σύστημα αυτό, σε αντίθεση με την διαστρέβλωση που επιχειρείται από κάποιους, εφαρμόζεται, σε διάφορες παραλλαγές, σε πάρα πολλές ανεπτυγμένες χώρες, από την Σουηδία και την Ολλανδία, μέχρι το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Νέα Ζηλανδία, ενώ αποτελεί και θεμελιώδη επιλογή της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο πρώτος και βασικός πυλώνας του συστήματος θα εδράζεται στον ΕΦΚΑ και θα είναι, όπως και σήμερα, υποχρεωτικός, δημόσιος, καθολικός και αναδιανεμητικός.

Ο δεύτερος πυλώνας, θα αφορά τους νέους ασφαλισμένους και μόνο το μέρος της σημερινής επικουρικής σύνταξης, με το δικαίωμα σε αυτούς να επιλέξουν μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού συνταξιοδοτικού ταμείου, το οποίο βέβαια θα τελεί υπό αυστηρό κρατικό έλεγχο και εποπτεία.

Ο δε τρίτος πυλώνας θα είναι συμπληρωματικός και θα αφορά, όπως και σήμερα, την ιδιωτική ασφάλιση.

Με την εφαρμογή αυτού του συστήματος θα διασφαλίζεται, για μεν του σημερινούς συνταξιούχους ότι δεν θα υπάρξει καμία μείωση στο μέλλον, ενώ για τους σημερινούς εργαζόμενους ότι θα λάβουν σύνταξη, μειώνοντας παράλληλα το δυσβάσταχτο βάρος των ασφαλιστικών εισφορών.

Δυστυχώς όμως, η Κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, η οποία προχώρησε σε 21 περικοπές συντάξεων και αυξήσεις ασφαλιστικών εισφορών, και ο Πρωθυπουργός της απόλυτης έλλειψης ευαισθησίας στους συνταξιούχους άνω των 70 ετών, συνεχίζουν, στον πανικό τους, να διασπείρουν ψέματα.

Αναμενόμενο, αφού «ο πνιγμένος από τα μαλλιά του πιάνεται».

Αναφέρατε, ως άξονα του σχεδίου σας, την ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία. Μπορείτε να γίνετε περισσότερο αναλυτικός;

Δυστυχώς, εξαιτίας της ανικανότητας και της αναποτελεσματικότητας της σημερινής Κυβέρνησης, η πραγματική οικονομία έχει «στεγνώσει».

Η Νέα Δημοκρατία, ως επόμενη Κυβέρνηση, θέτει την ενίσχυση της ρευστότητας ως μία προτεραιότητα, με την αξιοποίηση των διαθέσιμων ευρωπαϊκών κονδυλίων και των χρηματοδοτικών εργαλείων, με την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, με την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, με την άρση των κεφαλαιακών περιορισμών και με τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης. Αυτό που χρειάζεται είναι η εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης που θα επαναφέρει καταθέσεις στο τραπεζικό σύστημα και η ορθολογική αντιμετώπιση του υψηλού συσσωρευμένου αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων, όμως με κοινωνική ευθύνη και ευαισθησία.

Συνέντευξη στον Γιώργο Ευθυμίου

newpost.gr

Συνέντευξη Χρ. Σταϊκούρα στην “Εφημερίδα των Συντακτών” | 15.9.2018

 

“Η Κυβέρνηση ακολουθεί συνειδητά τον δρόμο του λαϊκισμού και του διχασμού”

 

Στη ΔΕΘ ο Αλέξης Τσίπρας ανάμεσα σε άλλα μέτρα εξήγγειλε ελαφρύνσεις φόρων και εισφορών. Παρότι όμως και η Νέα Δημοκρατία φαίνεται ότι υποστηρίζει ότι πρέπει να παρθούν μέτρα σε αυτήν την κατεύθυνση, τελικά αντιμετώπισε τις εξαγγελίες αυτές με σκληρή κριτική. Δεν υπάρχει περιθώριο σύγκλισης τουλάχιστον για μέτρα που ανακουφίζουν την ελληνική κοινωνία;

Είναι θετικό για τη χώρα ότι ο κ. Τσίπρας, έστω και με καθυστέρηση, φαίνεται να υιοθετεί κάποια στοιχεία των δικών μας προτάσεων για μειώσεις φόρων και ασφαλιστικών εισφορών, αφού πρώτα οδήγησε σε φτωχοποίηση την κοινωνία.

Οι προτάσεις του όμως είναι ασαφείς, κάποιες είναι άτολμες, άλλες εκτείνονται σε βάθος χρόνου, ενώ είναι και αποσπασματικές, αφού δεν εντάσσονται σε μία συνολική οικονομική πρόταση, όπως αυτή που έχει καταθέσει η Νέα Δημοκρατία, επίτευξης υψηλής και διατηρήσιμης ανάπτυξης και δημιουργίας καλών θέσεων απασχόλησης.

Για τους λόγους αυτούς, η σημερινή Κυβέρνηση θα μείνει στην πολιτική ζωή του τόπου ως «πολιτική ανεμοδούρα» και ο κ. Τσίπρας ως ο «Πρωθυπουργός των φόρων, των κατασχέσεων και των πλειστηριασμών».

Σε κάθε περίπτωση, θα περιμένουμε να δούμε και να αξιολογήσουμε τις νομοθετικές πρωτοβουλίες.

Ο κ. Μητσοτάκης εξήγγειλε για το ασφαλιστικό την κατάργηση του νόμου Κατρούγκαλου και την αντικατάστασή του με το σύστημα των τριών πυλώνων. Αλλά το σύστημα αυτό έχει κατηγορηθεί ως επιτομή του νεοφιλελευθερισμού, επειδή ουσιαστικά ιδιωτικοποιεί το μεγαλύτερο μέρος της ασφάλισης και θεωρείται ότι εφαρμόστηκε πιλοτικά στη Χιλή του δικτάτορα Πινοσέτ με καταστροφικά αποτελέσματα. Τι απαντάτε; 

Ο κ. Μητσοτάκης εξήγγειλε την κατάργηση του νόμου της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, διότι έχει δημιουργήσει ένα άδικο και μη ανταποδοτικό σύστημα, το οποίο αντιστρατεύεται την ανάπτυξη, έχει αρνητικές επιπτώσεις στην απασχόληση και αποθαρρύνει το παραγωγικό κομμάτι της κοινωνίας.

Η Νέα Δημοκρατία θα προτείνει ένα ολοκληρωμένο σύστημα τριών πυλώνων, με κεντρική στόχευση τη σταδιακή και σε βάθος χρόνου μείωση έως και 25% των ασφαλιστικών εισφορών μισθωτών και ελεύθερων επαγγελματιών, αυξάνοντας έτσι το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών και μειώνοντας το μη-μισθολογικό κόστος των επιχειρήσεων.

Το σύστημα αυτό, σε αντίθεση με την διαστρέβλωση που επιχειρείται από κάποιους, εφαρμόζεται, σε διάφορες παραλλαγές, σε πάρα πολλές ανεπτυγμένες χώρες, από την Σουηδία και την Ολλανδία, μέχρι το Ηνωμένο Βασίλειο, τον Καναδά και τη Νέα Ζηλανδία, ενώ αποτελεί και θεμελιώδη επιλογή της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο πρώτος και βασικός πυλώνας του συστήματος θα εδράζεται στον ΕΦΚΑ και θα είναι, όπως και σήμερα, υποχρεωτικός, δημόσιος, καθολικός και αναδιανεμητικός.

Ο δεύτερος πυλώνας, σε αντίθεση με τη σαχλή προπαγάνδα ορισμένων, θα αφορά τους νέους ασφαλισμένους και μόνο το μέρος της σημερινής επικουρικής σύνταξης, με το δικαίωμα σε αυτούς να επιλέξουν μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού συνταξιοδοτικού ταμείου, το οποίο βέβαια θα τελεί υπό αυστηρό κρατικό έλεγχο και εποπτεία.

Ο δε τρίτος πυλώνας θα είναι συμπληρωματικός και θα αφορά, όπως και σήμερα, την ιδιωτική ασφάλιση.

Με την εφαρμογή αυτού του συστήματος θα διασφαλίζεται, για μεν του σημερινούς συνταξιούχους ότι δεν θα υπάρξει καμία μείωση στο μέλλον, ενώ για τους σημερινούς εργαζόμενους ότι θα πάρουν σύνταξη, μειώνοντας παράλληλα το δυσβάσταχτο βάρος των ασφαλιστικών εισφορών.

Δυστυχώς όμως, η Κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, που προχώρησε σε 21 περικοπές συντάξεων και αυξήσεις ασφαλιστικών εισφορών, και ο Πρωθυπουργός της απόλυτης έλλειψης ευαισθησίας όταν αναφέρεται στους «συνταξιούχους άνω των 70 ετών», συνεχίζουν να διασπείρουν ψέματα, αφού αυτά συνιστούν το πολιτικό DNA τους.

Η Νέα Δημοκρατία σήμερα θεωρεί ότι ήταν λάθος η κατ’ επανάληψη διατυπωθείσα επίσημη θέση της στο Μακεδονικό, υπέρ μια σύνθετης ονομασίας με γεωγραφικό προσδιορισμό;

Η Νέα Δημοκρατία θεωρεί ότι είναι λάθος η παραχώρηση της «μακεδονικής» γλώσσας και της «μακεδονικής» ταυτότητας στα Σκόπια, κάτι που αποδέχθηκε η σημερινή Κυβέρνηση και απέρριπταν όλες οι προηγούμενες, στοιχείο που συνιστά βασικό και διαχρονικό συστατικό της επίσημης θέσης της.

Γι’ αυτό πιστεύει ότι πρόκειται για μία κακή και εθνικά επιζήμια συμφωνία, η οποία δημιουργεί ήδη αρνητικά για τη χώρα μας τετελεσμένα.

Ας μην προσπαθεί συνεπώς ο ΣΥΡΙΖΑ να κάνει μαθήματα πατριωτισμού και επί του ονοματολογικού, ειδικά όταν σειρά επώνυμων στελεχών του, ακόμη και στην κρίσιμη φάση του 2008, προέτρεπαν να δοθεί στη γείτονα χώρα «σκέτα» η ονομασία Μακεδονία.

Την παραμονή του τελευταίου συλλαλητηρίου στη Θεσσαλονίκη ο κ. Μητσοτάκης για πρώτη φορά μίλησε για ακραία στοιχεία στα συλλαλητήρια για το Μακεδονικό, διαχωρίζοντας τον εθνικισμό από τον πατριωτισμό. Τελικά όμως τα ακραία στοιχεία είναι αυτά που επικράτησαν στη συγκέντρωση. Η Νέα Δημοκρατία καλύπτει πολιτικά το συλλαλητήριο και τα στελέχη της που συμμετείχαν;  

Οι πολίτες, στα συλλαλητήρια, με τη μαζική συμμετοχή τους, εξέφρασαν τις πατριωτικές ευαισθησίες τους και έστειλαν μήνυμα στην Κυβέρνηση, η οποία αντιμετωπίζει το Σκοπιανό ζήτημα επιπόλαια και διχαστικά, ότι δεν την εμπιστεύονται.

Το μήνυμα των πολιτών είναι τόσο ηχηρό, που μία υπεύθυνη Κυβέρνηση δεν θα έπρεπε να το αγνοήσει.

Γιατί η μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών στα συλλαλητήρια έχουν γνήσιο πατριωτισμό και όχι ακραίο εθνικισμό.

Και είναι μεγάλο λάθος κάποιοι να ταυτίζουν αυτές τις ευαισθησίες με ορισμένες ακραίες αντιδράσεις. Γιατί ο γνήσιος πατριωτισμός δεν ταυτίζεται με τον ακραίο εθνικισμό.

Και ο κ. Τσίπρας, τέτοια ακραία στοιχεία, μάλλον στους κόλπους της Κυβέρνησής του θα βρει!

Κατηγορείτε την Κυβέρνηση ότι πολώνει το πολιτικό κλίμα και ότι δημιουργεί διχαστικές συνθήκες. Για την κατάσταση αυτή η Νέα Δημοκρατία είναι άμοιρη ευθυνών; Στελέχη της αποκαλούν την κυβέρνηση συμμορία και τον πρωθυπουργό συμμορίτη, απειλούν να γδάρουν υπουργούς, υποστηρίζουν ότι ο Αλ. Τσίπρας έχει υπόγειες σχέσεις με την τρομοκρατία και άλλα πολλά. Είναι αυτά πολιτική κριτική;

Πράγματι κατηγορούμε την Κυβέρνηση ότι, χωρίς ιδεολογικές συντεταγμένες και ηθικές αρχές, ακολουθεί το δρόμο του λαϊκισμού, της συκοφαντίας, της συνειδητής όξυνσης, του διχασμού και δημιουργεί τεχνητό πολιτικό περιβάλλον τοξικότητας, προσπαθώντας να κρατηθεί για λίγο ακόμη στην εξουσία. Κυβερνητικές επιλογές «ύστατης καταφυγής» για κάποιον που δεν έχει προσφέρει κάτι ουσιαστικά θετικό στον τόπο και δεν διαθέτει όραμα για τη χώρα.

Αυτό τον λόγο πλέον το εξάγει, ο ίδιος ο Πρωθυπουργός, και στο Ευρωκοινοβούλιο.

Ας μην εξισώνουμε συνεπώς κανείς αυτή την κεντρική στρατηγική επιλογή που εκπορεύεται από τον ίδιο τον Πρωθυπουργό, με μεμονωμένες φωνές που ακούγονται στα άλλα κόμματα.

Γιατί αποδεικνύει ο κ. Τσίπρας, ότι και ως Πρωθυπουργός, λειτουργεί ως ακραία αντιπολίτευση. Η οποία τελικά του ταιριάζει περισσότερο…

Συνέντευξη Χρ. Σταϊκούρα στην εφημερίδα “Κυριακάτικη Kontra News” | 2.9.2018

“Κατώτερος των περιστάσεων ο ανασχηματισμός, χωρίς στίγμα, όραμα και πρόσημο”

 

Γιατί αμφισβητείτε την καθαρή έξοδο; Πού το στηρίζετε και πώς αξιολογείτε τις αλλαγές στην καθημερινότητα του πολίτη;

Δεν είναι θέμα αμφισβήτησης μιας νέας κυβερνητικής αυταπάτης, αλλά ζήτημα αποτύπωσης της πραγματικότητας.

Δεν μπορούμε να μιλάμε για καθαρή έξοδο από τα προγράμματα όταν η Κυβέρνηση, σε αντιδιαστολή με τις άλλες χώρες που εξήλθαν με ουσιαστικό τρόπο από τα μνημόνια, έχει προ-νομοθετήσει νέα μέτρα λιτότητας για τα προσεχή έτη, έχει δεσμευτεί στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια, έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία για έναν αιώνα, έχει συμφωνήσει οι ρυθμίσεις για το χρέος να υλοποιηθούν υπό όρους και προϋποθέσεις και έχει αποδεχθεί την ένταξη της χώρας σε καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας, το οποίο για πρώτη φορά ενεργοποιείται σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Συνεπώς, δεν θα υπάρξει καμία ουσιαστική αλλαγή, το προσεχές διάστημα, στην καθημερινότητα του πολίτη: το διαθέσιμο εισόδημά του θα συνεχίσει να φθίνει, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του προς την εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία θα συνεχίσουν να διογκώνονται, οι κατασχέσεις και οι πλειστηριασμοί θα πολλαπλασιάζονται.

Η χώρα, όσο παραμένει η σημερινή Κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, θα συνεχίσει να ζει τη δική της «Οδύσσεια».

Υπάρχουν λάθη από την Κυβέρνηση που εσείς θα τα χειριζόσασταν αλλιώς;

Η Κυβέρνηση έχει κάνει πολλά και μεγάλα λάθη, σε όλα τα πεδία της δημόσιας σφαίρας, όπως είναι, ενδεικτικά, σε αυτά της ασφάλειας των πολιτών, της εξωτερικής πολιτικής, της διαχείρισης του προσφυγικού και μεταναστευτικού προβλήματος, της αντιμετώπισης έκτακτων καταστάσεων, με πιο πρόσφατη τις πυρκαγιές στην Αττική.

Στο πεδίο της οικονομίας, θα επισημάνω τρία σημαντικά λάθη που εμείς, ως Νέα Δημοκρατία, θα τα χειριζόμασταν διαφορετικά, και το αποδείξαμε αυτό πρόσφατα.

Πρώτον, το μίγμα δημοσιονομικής πολιτικής που εφάρμοσε η σημερινή Κυβέρνηση, αντίστοιχο του 1ου μνημονίου, με την υπερ-φορολόγηση νοικοκυριών και επιχειρήσεων, έχει αποδειχθεί αναπτυξιακά αναποτελεσματικό και κοινωνικά άδικο.

Δεύτερον, η κυβερνητική ανικανότητα υλοποίησης ενός συνεκτικού σχεδίου μεταρρυθμίσεων, έχει οδηγήσει σε υποχώρηση την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.

Και τρίτον, η κυβερνητική αδυναμία εκτέλεσης του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων και αποπληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, έχει στερήσει ρευστότητα από την πραγματική οικονομία.

Αυτά τα λάθη, μαζί με τη «δημιουργική ασάφεια» και τις ιδεοληψίες της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, κόστισαν πολύ ακριβά στη χώρα, έως 200 δισ. ευρώ, όπως επανειλημμένως έχουν υποστηρίξει οι δανειστές μας.

Πιστεύετε ότι η Κυβέρνηση θα πετύχει τη μη περικοπή των συντάξεων; Η Νέα Δημοκρατία θα την ψηφίσει;

Οι συνταξιούχοι ήδη υφίστανται, εξαιτίας επιλογών της σημερινής Κυβέρνησης, μεγάλες μειώσεις στις κύριες και επικουρικές συντάξεις τους. Και προβλέπονται νέες, αχρείαστες μειώσεις για το 2019, ψηφισμένες μόνο από την κυβερνητική πλειοψηφία, οι οποίες δεν περιλαμβάνονταν στο 3ο Μνημόνιο, αλλά προστέθηκαν μεταγενέστερα, ως αποτέλεσμα της ανικανότητας και της ανευθυνότητας της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

Η Νέα Δημοκρατία αυτές δεν τις ψήφισε. Μάλιστα ανέλαβε νομοθετική πρωτοβουλία να καταργηθούν οι σχετικές διατάξεις που προβλέπουν τις μελλοντικές περικοπές στις συντάξεις. Η Κυβέρνηση, αυτή την πρωτοβουλία, δεν την στήριξε. Συνεπώς, ας αφήσει στην άκρη την πολιτική υποκρισία. Σε κάθε περίπτωση, αναμένουμε. Η θέση της Νέας Δημοκρατίας δεν έχει μεταβληθεί.

Τι θα κάνετε και με την αύξηση του κατώτατου μισθού;

H Νέα Δημοκρατία έχει ταχθεί υπέρ της κατάργησης του υποκατώτατου μισθού που αφορά τους νέους και δημιουργεί εργαζομένους δύο ταχυτήτων.

Όσον αφορά τον κατώτατο μισθό, είμαστε υπέρ της αύξησης μετά από συνεννόηση των κοινωνικών εταίρων, όπως ακριβώς προβλέπει ο νόμος 4172/2013, που η προηγούμενη Κυβέρνηση ψήφισε και ο ΣΥΡΙΖΑ, τότε, καταψήφιζε, κατήγγειλε και δεσμεύονταν να καταργήσει.

Περιμένετε εκλογές μέσα στο 2018; Δεν σας ανησυχούν οι υποσχέσεις και οι παροχές του πρωθυπουργού; 

Έχουμε ήδη μπει σε προεκλογική περίοδο. Όσο πιο σύντομα αυτή ολοκληρωθεί, τόσο το καλύτερο για τη χώρα. Διότι η σημερινή Κυβέρνηση αποδεικνύει καθημερινά, όλο και πιο εμφατικά, ότι δεν μπορεί να προσφέρει κάτι ουσιαστικά θετικό στην πατρίδα.

Είναι βέβαια γεγονός ότι θα προσπαθήσει, χωρίς ηθικές αναστολές και ιδεολογικές συντεταγμένες, με συνεχείς πολιτικές μεταμφιέσεις, επιδεικνύοντας καιροσκοπική εσωτερική συνοχή, δημιουργώντας πολιτικό περιβάλλον τοξικότητας, αναπτύσσοντας διχαστικό λόγο, καλλιεργώντας κλίμα παροχολογίας, χωρίς όραμα για τη χώρα, να μείνει για λίγο ακόμη στην εξουσία.

Οι πολίτες όμως δεν είναι «εξαγοράσιμοι», αφού βιώνουν στην καθημερινότητά τους τη μεγάλη συρρίκνωση του διαθέσιμου εισοδήματός τους. Και η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, με μόνη συγκολλητική ουσία τον τυχοδιωκτισμό, θα μείνει στην ιστορία ως πολιτική ανεμοδούρα.

Πώς σχολιάζετε τον ανασχηματισμό με πρόσωπα και από τη Νέα Δημοκρατία και από το ΠΑΣΟΚ;

Καταρχήν, πρόκειται για την πολυπληθέστερη μεταπολιτευτικά Κυβέρνηση της χώρας, απόδειξη της επιθυμίας του Πρωθυπουργού να κρατήσει ισορροπίες και να εξυπηρετήσει κομματικά συμφέροντα, εις βάρος της Κυβερνητικής λειτουργικότητας και αποτελεσματικότητας.

Κάποια από τα πρόσωπα που την απαρτίζουν παραμένουν στις ίδιες κυβερνητικές θέσεις που εφάρμοσαν καταστροφικές πολιτικές τα προηγούμενα χρόνια, κάποια άλλα ανακυκλώνονται και κάποια άλλα ανασύρονται από το παρελθόν, από αυτό το παρελθόν που ο κ. Τσίπρας, κατά τα άλλα, υποστηρίζει ότι εκπροσωπεί το «παλαιό πολιτικό σύστημα» της χώρας.

Συνεπώς, είναι ένας ανασχηματισμός κατώτερος των περιστάσεων και των προκλήσεων, χωρίς στίγμα, όραμα και πρόσημο, από έναν Πρωθυπουργό που οδηγεί τη χώρα στην επόμενη ημέρα χωρίς πυξίδα.

Συνέντευξη στο ΑΠΕ-ΜΠΕ – «Ο πρωθυπουργός διακατέχεται από «πολιτική αμνησία» | 26.8.2018

Τελικά ο κ. Τσίπρας τα κατάφερε. Και γραβάτα έβαλε και διάγγελμα έκανε. Εσείς τι λέτε;

Ο κ. Τσίπρας προσπαθεί, χωρίς ηθικές αναστολές και ιδεολογικές συντεταγμένες, χωρίς ίχνος αυτοκριτικής, με συνεχείς πολιτικές μεταμφιέσεις και επικοινωνιακές φιέστες, καλλιεργώντας πολιτικό περιβάλλον τοξικότητας, αναπτύσσοντας διχαστικό λόγο, χωρίς όραμα για τη χώρα, να «γαντζωθεί» όσο μπορεί περισσότερο στην εξουσία. Στο διάγγελμά του, όμως, ο πρωθυπουργός «ξέχασε» να πει ότι παρέλαβε τη χώρα λίγο πριν την καθαρή έξοδο από τα προγράμματα, όπως επιβεβαιώνουν πλέον και Ευρωπαίοι αξιωματούχοι, και μετά την καταστροφική διαπραγμάτευση του πρώτου εξαμήνου του 2015, με τις «αυταπάτες», τη «δημιουργική ασάφεια», τους τυχοδιωκτισμούς και τις ιδεοληψίες, τη φόρτωσε με ένα αχρείαστο, βαρύ 3ο μνημόνιο. Το αποτέλεσμα ήταν η «γραβάτα» του κ. Τσίπρα να έχει κοστίσει στους πολίτες 14,5 δισ. ευρώ νέα μέτρα λιτότητας. Ο πρωθυπουργός διακατέχεται από «πολιτική αμνησία», οι πολίτες όμως δεν είναι αμνήμονες.

Θεωρείτε, δηλαδή, ότι στο δρόμο προς τις επόμενες εκλογές θα υπάρχει κλίμα σύγκρουσης;

Η Νέα Δημοκρατία, όπως έχει τονίσει και ο πρόεδρός της κ. Μητσοτάκης, δεν πρόκειται να ακολουθήσει το δρόμο της συκοφαντίας και του διχασμού. Δεν πρόκειται να είναι επισπεύδουσα, αλλά θα απαντά με στιβαρότητα και στοιχεία σε κάθε επίθεση. Εξάλλου, όπως το πρόσφατο παρελθόν απέδειξε, αυτοί που επικαλέστηκαν «ηθικά πλεονεκτήματα» βρέθηκαν από κατήγοροι, απολογούμενοι. Γενικότερα, θεωρώ ότι η πολιτική και κοινωνική συνεννόηση είναι αναγκαία συνθήκη για την ομαλή πορεία της χώρας. Αυτή όμως πρέπει να χτίζεται με όρους ειλικρίνειας και εθνικής ευθύνης και απαιτεί αυτογνωσία, αυτοκριτική, ειλικρίνεια προθέσεων και σαφήνεια θέσεων, αξιοπιστία και εμπιστοσύνη. Όλα αυτά αποτελούν για τη σημερινή κυβέρνηση «αγαθά εν ανεπαρκεία».

Για τον κ. Τσίπρα η «Ιθάκη» αποτελεί τον «πολυπόθητο προορισμό» της χώρας. Εσείς πώς θα τη χαρακτηρίζατε;

Η «Ιθάκη» του κ. Τσίπρα είναι ψεύτικη, ακριβή και αβέβαιη.

Είναι ψεύτικη, αφού δεν έχουμε καθαρή έξοδο από τα μνημόνια. Σε αντιδιαστολή με τις άλλες χώρες που εξήλθαν με ουσιαστικό και όχι τυπικό τρόπο από τα προγράμματα, η κυβέρνηση έχει προ-νομοθετήσει νέα μέτρα λιτότητας για τα προσεχή έτη, έχει δεσμευτεί στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια, έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία για έναν αιώνα, έχει συμφωνήσει οι ρυθμίσεις για το χρέος να υλοποιηθούν υπό όρους και προϋποθέσεις και έχει αποδεχθεί την ένταξη της χώρας σε καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας, το οποίο για πρώτη φορά ενεργοποιείται σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Είναι ακριβή, γιατί όπως οι Ευρωπαίοι εταίροι έχουν αναφέρει, κόστισε στη χώρα έως 200 δισ. ευρώ.

Και είναι και αβέβαιη, διότι η χώρα, με ευθύνη της σημερινής κυβέρνησης, δεν έχει δημιουργήσει τις αναγκαίες συνθήκες για την επαρκή, σταθερή και με χαμηλό κόστος δανεισμού χρηματοδότησή της από τις διεθνείς αγορές.

Επομένως η χώρα όχι μόνο δεν έχει φτάσει στην πραγματική της «Ιθάκη» αλλά συνεχίζει να ζει στα χέρια του κ. Τσίπρα τη δική της «Οδύσσεια».

Η κυβέρνηση όμως απαντά ότι για τις δανειακές ανάγκες του Δημοσίου έχει δημιουργήσει ένα «μαξιλάρι ασφαλείας» το οποίο θα χρησιμοποιήσει για να τις καλύψει αν χρειαστεί. Δεν το θεωρείτε αυτό σωστό;

Εμείς υποστηρίξαμε ότι αυτό θα μπορούσε να δημιουργηθεί, κυρίως, από τους αναξιοποίητους πόρους της δανειακής σύμβασης, χαμηλού κόστους δανεισμού, ύψους 24 δισ. ευρώ. Η κυβέρνηση αυτό δεν το επιδίωξε. Αντιθέτως, επέλεξε να δημιουργήσει ταμειακό απόθεμα χρησιμοποιώντας εις βάρος της ρευστότητας τις «κουτσουρεμένες δόσεις» του δανείου, επιβάλλοντας εσωτερική στάση πληρωμών, υπερφορολογώντας νοικοκυριά και επιχειρήσεις, προσφεύγοντας σε εκτεταμένο εσωτερικό δανεισμό και προχωρώντας σε σχετικά ακριβές εκδόσεις χρέους. Με λίγα λόγια, επέλεξε να χτίσει το «μαξιλάρι ασφαλείας» «στραγγαλίζοντας» την πραγματική οικονομία.

Και κάτι ακόμη: το υψηλό κόστος δανεισμού της χώρας μπορεί τους επόμενους μήνες να καλύπτεται από το ταμειακό απόθεμα, αλλά αυτό συμπαρασύρει τα επιτόκια δανεισμού επιχειρήσεων και τραπεζών, με τις τελευταίες να μην έχουν πλέον και τη διακριτική μεταχείριση του προγράμματος (waiver), με κόστος για την ελληνική οικονομία.

Η χώρα, με την έξοδο από το πρόγραμμα, επέστρεψε στην κανονικότητα;

Κύριε Κοτταρίδη, η κατάσταση σε θεμελιώδη μεγέθη της οικονομίας, παρά την βελτίωση της τελευταίας διετίας, μετά βίας προσεγγίζει το επίπεδο του 2014. Η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας έχει υποχωρήσει, η ποιότητα των θεσμών διακυβέρνησης έχει υποβαθμιστεί, το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών έχει συρρικνωθεί, κεφαλαιακοί περιορισμοί συνεχίζουν να υφίστανται, καταθέσεις δεν έχουν επιστρέψει με ουσιαστικό τρόπο στο τραπεζικό σύστημα, το ιδιωτικό χρέος των πολιτών προς εφορίες και ασφαλιστικά ταμεία έχει διογκωθεί, και η χώρα αδυνατεί να επιτύχει υψηλούς και διατηρήσιμους ρυθμούς ανάπτυξης. Υπενθυμίζεται ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ επανέφερε την οικονομία στην ύφεση το 2015 και το 2016, απέτυχε -και μάλιστα σημαντικά- στους αναπτυξιακούς στόχους για το 2017, αναθεώρησε «προς τα κάτω» την εκτίμηση για την ανάπτυξη του 2018 και προβλέπει συρρικνωμένους ρυθμούς μεγέθυνσης μέχρι το 2022. Όλα αυτά δεν συνάδουν με μία κατάσταση επιστροφής στην κανονικότητα, αλλά μάλλον με μία κατάσταση «παραλυτικής στασιμότητας».

Με αυτά τα δεδομένα, πώς εσείς θα προχωρήσετε στην μείωση της υπερφορολόγησης που έχετε υποσχεθεί;

Αρχικά, μεταξύ άλλων, επιτυγχάνοντας τις δεσμευτικές οροφές δαπανών, μη διογκώνοντας το δημόσιο τομέα και διευρύνοντας τη φορολογική βάση, με την καθολική χρήση ηλεκτρονικών συναλλαγών. Και μεταγενέστερα, με την υλοποίηση ενός ολοκληρωμένου σχεδίου αύξησης της ποσότητας και βελτίωσης της σύνθεσης του πλούτου της χώρας, χωρίς πρόσθετη εσωτερική υποτίμηση, το οποίο θα οδηγήσει στην επίτευξη υψηλότερων ρυθμών μεγέθυνσης της οικονομίας. Αυτή, με τη σειρά της, θα ενισχύσει τη βιωσιμότητα του χρέους, δίνοντας τη δυνατότητα για σταδιακή αποκλιμάκωση των υψηλών δημοσιονομικών στόχων, προσθέτοντας «βαθμούς ελευθερίας» για ακόμη μεγαλύτερες μειώσεις φορολογικών συντελεστών και ασφαλιστικών εισφορών.

Γενικά όμως, για να μειώσει μία κυβέρνηση τους φόρους, θα πρέπει και να το πιστεύει. Η σημερινή κυβέρνηση, ακόμη και στο δήθεν ολιστικό σχέδιο ανάπτυξης το οποίο είναι πρόχειρο και φτωχό, υποστηρίζει ότι η φορολογία των πολιτών δεν είναι υψηλή.

Εμείς έχουμε διαφορετική ιδεολογική προσέγγιση. Και ξεκινήσαμε να το αποδεικνύουμε το 2014, όταν μειώθηκαν φορολογικοί συντελεστές (π.χ. ΦΠΑ στη εστίαση, ΕΦΚ στο πετρέλαιο θέρμανσης, ασφαλιστικές εισφορές κ.ά.), χωρίς να προβλέπεται κάτι τέτοιο στο 2ο Μνημόνιο.

ΑΠΕ-ΜΠΕ

Συνέντευξη στην ιστοσελίδα “Liberal.gr” – “Σε παραλυτική στασιμότητα η οικονομία”

Ελάχιστα 24ωρα πριν την έξοδο από το 3ο πρόγραμμα, σας δίνει η Ελλάδα την εντύπωση οικονομίας που βγαίνει από το έπος των μνημονίων; 

Έξοδος από τα μνημόνια δεν υφίσταται, αφού οι πολιτικές λιτότητας συνεχίζουν και «αυγατίζουν» τα επόμενα έτη, οι δημοσιονομικοί στόχοι παραμένουν ιδιαίτερα υψηλοί για πολλά χρόνια, η δημόσια περιουσία είναι δεσμευμένη για πολλές δεκαετίες, η ρύθμιση του χρέους τελεί υπό αυστηρές προϋποθέσεις και η χώρα εισέρχεται σε καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας, πρωτόγνωρα αυστηρό για τα ευρωπαϊκά δεδομένα.

Έξοδος από το πρόγραμμα υφίσταται, θα πρέπει όμως να είχε διασφαλισθεί η επαρκής, φθηνή και διαρκής χρηματοδότηση της χώρας από τις διεθνείς αγορές. Και δυστυχώς, κάτι τέτοιο σήμερα δεν υφίσταται.

Κοιτάζοντας τη πορεία του ελληνικού 10ετούς ομολόγου τον τελευταίο μήνα, είναι η 2η χειρότερη στην Ευρωζώνη, μετά το Ιταλικό. To ρωτώ με αφορμή και τον προ ημερών ισχυρισμό του κ. Τσακαλώτου ότι «τα προβλήματα της Τουρκίας δεν επηρεάζουν την καθαρή έξοδο». Τι βλέπουν οι αγορές και δεν μας εμπιστεύονται;

Το κόστος δανεισμού της χώρας, και ιδιαίτερα οι επιτοκιακές διαφορές από τις άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες (spreads), ήταν, με αποκλειστική ευθύνη της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, ιδιαίτερα υψηλά και ευμετάβλητα και πριν τα προβλήματα στην Τουρκία.

Η άμεση όμως επίδραση της οικονομικής κρίσης στη γείτονα χώρα, στον τρόπο που αντιμετωπίζουν την Ελλάδα οι διεθνείς αγορές, επιβεβαιώνει ότι δεν έχουν δημιουργηθεί οι συνθήκες για τη διασφάλιση χαμηλού κόστους δανεισμού.

Με αποτέλεσμα η χώρα μας να αποδεικνύεται εξαιρετικά ευάλωτη σε εξωτερικούς κλυδωνισμούς.
Εάν η Κυβέρνηση είχε υλοποιήσει ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων και ιδιωτικοποιήσεων, εάν είχε εξαλείψει τους κεφαλαιακούς περιορισμούς, εάν είχαν ληφθεί έγκαιρα γενναίες αποφάσεις για τη ρύθμιση του χρέους, εάν είχε ενταχθεί η Ελλάδα στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, τότε, με δεδομένη και την υψηλή διεθνώς διαθέσιμη ρευστότητα, τα επιτόκια δανεισμού θα ήταν ήδη χαμηλότερα και λιγότερο ευμετάβλητα.

Η χώρα χρειάζεται μια σοβαρή και αξιόπιστη Κυβέρνηση, με βούληση και σχέδιο, που θα υλοποιήσει με αποφασιστικότητα όλες τις μεταρρυθμίσεις που είναι αναγκαίες για την ανάταξη της χώρας. Με απλά λόγια, χρειάζεται επειγόντως πολιτική αλλαγή.

Βλέπετε εμπάσει περιπτώσει, κάποιες έστω ενδείξεις δυναμισμού της ελληνικής οικονομίας, όπως είχε συμβεί σε Πορτογαλία, Κύπρο, Ιρλανδία, κατά τη χρονιά εξόδου από τα δικά τους μνημόνια ;

Δυναμισμός σημαίνει υψηλή και διατηρήσιμη ανάπτυξη.

Όμως, η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, με ευθύνη της, επανέφερε την οικονομία στην ύφεση το 2015 και το 2016, απέτυχε, και μάλιστα σημαντικά, στους αναπτυξιακούς στόχους για το 2017, αναθεώρησε «προς τα κάτω» την εκτίμηση για την ανάπτυξη του 2018 και προβλέπει συρρικνωμένους ρυθμούς μεγέθυνσης μέχρι το 2022. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2022 προβλέπεται χαμηλότερος ρυθμός ανάπτυξης από το 2018!

Η ελληνική οικονομία, δυστυχώς, παρακολουθεί από τη θέση του ουραγού την αναπτυξιακή πορεία των εταίρων. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι ουσιαστικά δεν υφίσταται αναπτυξιακό σχέδιο. Το σχέδιο που κατέθεσε η Κυβέρνηση είναι πρόχειρο και πτωχό, αφού αποτελεί μία γενικόλογη «έκθεση ιδεών», χωρίς ποσοτικοποιημένους στόχους και συγκεκριμένες πολιτικές.

Συνεπώς η χώρα βρίσκεται σε μία κατάσταση παραλυτικής στασιμότητας και η οικονομία της λιμνάζουσα, συνεχίζει την «επί ξηρού ακμής» πορεία της.

Ενόψει ΔΕΘ υπάρχει ο φόβος ενός μπαράζ παροχολογίας από πλευράς Κυβέρνησης. Το φοβάστε, και τι επίπτωση θα έχει για τους επενδυτές, στους οποίους ποντάρει τόσο πολλά η Κυβέρνηση;

Οι επενδυτές ζητούν σταθερότητα, αξιοπιστία, εμπιστοσύνη, σοβαρότητα και υπευθυνότητα. Και χωρίς τις παροχολογίες, τα spreads παραμένουν υψηλά, διότι αυτά τα συστατικά αποτελούν «είδη εν ανεπαρκεία» για τη σημερινή Κυβέρνηση.

Σε ότι αφορά το τι θα πράξει η Κυβέρνηση, δεν θα με εκπλήξει το οτιδήποτε, προκειμένου να «γαντζωθεί» για λίγο ακόμη στην εξουσία.

Οι πολίτες όμως δεν «τσιμπούν» και δεν είναι «εξαγοράσιμοι», αφού βιώνουν στην καθημερινότητά τους τη μεγάλη συρρίκνωση του διαθέσιμου εισοδήματός του επί της σημερινής διακυβέρνησης.

Που απέτυχαν τελικά τα μνημόνια; Τι φταίει και σήμερα, τουλάχιστον σε επίπεδο παραγωγής, βρισκόμαστε εκεί που ήμασταν το 2014 ;

Από την εφαρμογή των μνημονίων μπορούμε να εξάγουμε ορισμένα πολύ βασικά συμπεράσματα. Ενδεικτικά:

  • Η δημοσιονομική προσαρμογή αποτελεί βασικό πυλώνα βιωσιμότητας των δημόσιων οικονομικών και προϋπόθεση για τη διατηρήσιμη ανάπτυξη.
  • Η δημοσιονομική πειθαρχία θα πρέπει να συμβαδίζει με την υλοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Οι μεταρρυθμίσεις όμως, για να είναι οικονομικά αποτελεσματικές και κοινωνικά αποδεκτές, θα πρέπει να διακρίνονται από συνοχή και να έχουν αλληλουχία.
  • Το μείγμα της δημοσιονομικής προσαρμογής που στηρίζεται, κυρίως, στο σκέλος των δαπανών, είναι καθοριστικό για τη διατηρησιμότητά της.
  • Κανένα πρόγραμμα οικονομικής πολιτικής δεν είναι άκαμπτο και ανελαστικό. Όλα τα προγράμματα εμπεριέχουν δυνητικούς βαθμούς ευελιξίας, το πόσοι όμως αυτοί είναι και το πώς θα χρησιμοποιηθούν εξαρτάται από την αξιοπιστία και την αποτελεσματικότητα της εκάστοτε Κυβέρνησης.

Σήμερα, κρίνοντας εκ του αποτελέσματος, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι στο 2ο Πρόγραμμα, το 2012, διορθώθηκαν πολλά από τα λάθη του 1ου Μνημονίου. Επιμηκύνθηκε η περίοδος προσαρμογής, τροποποιήθηκε το μείγμα της δημοσιονομικής πολιτικής, μειώθηκε το ύψος και βελτιώθηκε το «προφίλ» του δημοσίου χρέους, αποπληρώθηκε το μεγαλύτερο μέρος των οφειλών του Δημοσίου, πραγματοποιήθηκαν σημαντικές διαρθρωτικές αλλαγές, υλοποιήθηκαν οι πρώτες, και μοναδικές μέχρι σήμερα, μειώσεις φορολογικών συντελεστών.

Το αποτέλεσμα ήταν τελικά η κατάσταση, το 2014, να έχει σταθεροποιηθεί. Και η χώρα να παρουσιάζει, μετά από 6 συνεχή έτη ύφεσης, θετικό και με δυναμική ρυθμό οικονομικής μεγέθυνσης.

Δυστυχώς όμως, αντί η χώρα να επιταχύνει στηριζόμενη στις ευνοϊκές συνθήκες και προοπτικές που είχαν τότε δημιουργηθεί, οπισθοχώρησε. Αποτέλεσε, τα τελευταία 3,5 χρόνια, τη μοναδική, παγκοσμίως, «αρνητική αναπτυξιακή έκπληξη». Μπήκε στη δίνη νέων, αχρείαστων μνημονίων, πολλά δισεκατομμύρια ευρώ νέα μέτρα λιτότητας, κυρίως νέοι φόροι, ελήφθησαν, το κατά μέσο όρο διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών συρρικνώθηκε σημαντικά, το ληξιπρόθεσμο χρέος τους σε εφορίες και ασφαλιστικά ταμεία διογκώθηκε, ενώ οι τράπεζες χρειάστηκαν μια νέα ανακεφαλαιοποίηση, μετά την οποία το Δημόσιο έχασε ιδιοκτησία και κεφάλαια.

Συνεπώς, σήμερα, είναι καλό να αφήσουμε στην άκρη τις «αυταπάτες» που τόσο κόστισαν στη χώρα τα τελευταία χρόνια, και να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις «φυγής προς τα εμπρός».

Η Νέα Δημοκρατία, σε αυτή την κατεύθυνση, έχει καταθέσει, και διαρκώς εμπλουτίζει, ένα συνεκτικό και τεκμηριωμένο σχέδιο, με βασικούς άξονες την αλλαγή του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής, την υλοποίηση ενός συνεκτικού σχεδίου μεταρρυθμίσεων που θα βελτιώσει τη διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και τη ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία, με στόχο την επίτευξη υψηλής και διατηρήσιμης ανάπτυξης, τη δημιουργία ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.

 

liberal.gr

TwitterInstagramYoutube