Οικονομία

Συνέντευξη στην εφημερίδα “Αγορά” – “Όσο η Κυβέρνηση καθυστερεί, ο λογαριασμός ανεβαίνει”

Η Τρόικα επέστρεψε με πέντε μεγάλα ανοικτά μέτωπα. Παρακολουθώντας τις διαφωνίες ΔΝΤ και Κομισιόν, εκτιμάτε οτι μπορεί να κλείσει η αξιολόγηση με ήπια μέτρα ή θα χρειαστούν μεγάλες υπερβάσεις;

Η αξιολόγηση θα έπρεπε να είχε κλείσει από το Νοέμβριο του 2015.

Εξαιτίας όμως, κυρίως, της Κυβερνητικής αναβλητικότητας και των παλινωδιών της, αυτό δεν έγινε.

Και σήμερα η ολοκλήρωσή της μετατίθεται, στην καλύτερη περίπτωση, για τον επόμενο μήνα.

Στο μεταξύ, η κατάσταση στην οικονομία έχει επιδεινωθεί, επιβαρύνοντας, ακόμη περισσότερο, το «πακέτο» των μέτρων που θα πρέπει η Ελληνική Κυβέρνηση να λάβει.

Οι καθυστερήσεις και η αβελτηρία πληρώνονται ακριβά.

Και αυτό κατέστη ευδιάκριτο το 2015.

Θα υπάρξει δημοσιονομικό κενό; Θα χρειαστούν νέα δημοσιονομικά μέτρα;

Όλες οι πλευρές, ακόμη και η Ελληνική, συμφωνούν ότι θα υπάρξει δημοσιονομικό κενό και θα απαιτηθούν νέα μέτρα.

Το ζητούμενο είναι το ύψος τους.

Είναι ήδη γνωστό ότι νέα μέτρα θα υπάρξουν εφέτος, κυρίως στο φορολογικό και στο ασφαλιστικό πεδίο, τα οποία ακόμη δεν έχουν ψηφιστεί.

Αλλά και πρόσθετα μέτρα, ύψους τουλάχιστον 2 δισ. ευρώ θα υπάρξουν για την περίοδο 2017-2018, τα οποία ακόμη δεν έχουν προσδιορισθεί.

Και εκτιμώ ότι θα απαιτηθούν και άλλα, όσο η οικονομία «περιπλανάται βυθιζόμενη».

Δυστυχώς, αυτό είναι το οδυνηρό «δημοσιονομικό αποτύπωμα» της αριστερής διακυβέρνησης.

Η Κυβέρνηση όμως πέτυχε οι δημοσιονομικοί στόχοι είναι χαμηλότεροι σε σχέση με αυτούς του προηγούμενου Μνημονίου…

«Να σε κάψω Γιάννη, να σ’ αλείψω λάδι», λέει η λαϊκή παροιμία.

Ποιά η ωφέλεια των χαμηλότερων στόχων, όταν αυτοί συνοδεύονται από πολλαπλάσια, σε σχέση με το προηγούμενο Μνημόνιο, μέτρα λόγω του ότι η οικονομία έχει επιστρέψει και θα παραμείνει σε ύφεση;

Ενδεικτικά, η απώλεια 13 δισ. ευρώ πλούτου (ΑΕΠ) την περίοδο 2015-2016, έχει οδηγήσει σε πρόσθετα μέτρα ύψους περίπου 6 δισ. ευρώ, προκειμένου να επιτευχθεί οριακή δημοσιονομική σταθερότητα.

Αυτό δεν θα το έλεγε κανείς και επιτυχία…

Όμως η Κυβέρνηση αλλά και ο Γιάννης Στουρνάρας υποστηρίζουν ότι η οικονομία θα επιστρέψει σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης το 2ο εξάμηνο του 2016. Βλέπετε στοιχεία στην οικονομία που να επιτρέπουν αυτή την αισιοδοξία;

Καταρχάς, όλοι αποδέχονται ότι η οικονομία επέστρεψε στην ύφεση το 2015 και θα παραμείνει σε – μάλιστα βαθύτερη – ύφεση το 2016.

Πράγματι, υπάρχουν κάποιες εκτιμήσεις ότι, ενδεχομένως, κάποιο ή κάποια τρίμηνα του 2016 μπορεί να έχουν θετικό πρόσημο.

Αυτές όμως οι εκτιμήσεις περιλαμβάνουν ορισμένες προϋποθέσεις: ταχεία ολοκλήρωση της αξιολόγησης, αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, αλλαγή μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής, υλοποίηση αποκρατικοποιήσεων, περαιτέρω ενίσχυση της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους, εμπέδωση κλίματος πολιτικής, οικονομικής, επενδυτικής και κοινωνικής σταθερότητας.

Δυστυχώς όμως η Κυβέρνηση, αυτές τις προϋποθέσεις δεν τις διαμορφώνει.

Ελπίζω να το πράξει άμεσα…

Συζητείται έντονα το τελευταίο διάστημα και το σενάριο της αξιολόγησης σε «δόσεις». Θα είχε οφέλη μια τέτοια επιλογή;

Η αξιολόγηση πρέπει να ολοκληρωθεί το ταχύτερο δυνατόν και κατά τον καλύτερο για την Ελληνική πλευρά τρόπο.

Όσο καθυστερεί, τόσο η ύφεση θα βαθαίνει, η εσωτερική στάση πληρωμών θα διευρύνεται και ο «λογαριασμός» θα ανεβαίνει.

Όμως, αν η ολοκλήρωση της αξιολόγησης δεν καταστεί άμεσα εφικτή, το «σπάσιμό» της εξασφαλίζει «μικρές ανάσες» στην οικονομία, σε αντίθεση με την «ασφυξία» που βιώσαμε το 2015.

Ωστόσο απαιτείται προσοχή, καθώς το «μαρτύριο της σταγόνας» πολλές φορές συνοδεύεται και από πολλαπλάσια προαπαιτούμενα.

Ακούγοντας τις δηλώσεις Ντάισελμπλουμ για το χρέος, τι συμπέρασμα βγάλατε; Θα ξεκινήσει η συζήτηση παράλληλα με την αξιολόγηση; Αυτή τη φορά το εννοούν ή θα ξεχάσουν την υποχρέωσή τους, όπως έκαναν με την αντίστοιχη δέσμευση του 2012;

Μετά το 2012, έγινε μια σημαντική αναδιάρθρωση του χρέους, τόσο στο ύψος όσο και στο «προφίλ» του (επιτόκια, τόκοι, διάρκεια ζωής).

Δεν υπήρξε όμως ακόμη μεγαλύτερη, παρά τη «μακροχρόνια υπόσχεση» των δανειστών, όπως υποστήριξε και ο κ. Ντάισελμπλουμ.

Παράλληλα, η βιωσιμότητα του χρέους, με ευθύνη της σημερινής Κυβέρνησης, επιβαρύνθηκε το 2015.

Καθίσταται συνεπώς αναγκαία η άμεση έναρξη, παράλληλα με την αξιολόγηση, της συζήτησης για μια νέα αναδιάρθρωση του χρέους.

Ελπίζω, αυτή τη φορά, οι εταίροι να τηρήσουν τη δέσμευσή τους.

Και η Κυβέρνηση, η οποία μετά τις «τζάμπα παλληκαριές» θεωρεί ως επιτυχία την εφαρμογή ρυθμίσεων που συζητούνται από το 2012, να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για την υλοποίησή της.

Τελικά συναινείτε ή κατηγορείτε την Κυβέρνηση στη διαχείριση του προσφυγικού – μεταναστευτικού προβλήματος;  

Το ένα δεν αναιρεί το άλλο.

Η Κυβέρνηση, επί μακρόν, εξέπεμπε λάθος μηνύματα, επέδειξε αργά αντανακλαστικά, αμηχανία και επιπολαιότητα, ανέλαβε τεράστιες δεσμεύσεις και αδιαφόρησε για την εφαρμογή τους, απομονώθηκε και αποδείχθηκε ανίκανη να εφαρμόσει σχέδιο άμεσης αντιμετώπισης της έκτακτης κατάστασης.

Σήμερα όμως, δεν είναι ώρα για απόδοση ευθυνών.

Απαιτείται στάση εθνικής ευθύνης, ώστε να μειωθεί η ζημιά που προήλθε από την ανερμάτιστη διακυβέρνηση της Αριστεράς, και σε αυτό το πεδίο.

Και αυτό πράττουμε, τόσο εντός όσο και εκτός Ελλάδος.

Βεβαίως, είναι αλήθεια ότι η Ευρώπη, όπως και με την οικονομική κρίση, βρέθηκε απροετοίμαστη, χωρίς σχέδιο και στρατηγική, με εθνικές επιδιώξεις και μονομερείς ενέργειες να αναπτύσσονται στους κόλπους της.

Η αδυναμία δε της τελευταίας Συνόδου Κορυφής να καταλήξει σε συγκεκριμένες αποφάσεις, αφήνει την Ελλάδα «μετέωρη».

Άρθρο στην ιστοσελίδα “Liberal.gr” – “8 αλήθειες για το δημόσιο χρέος και τη βιωσιμότητά του”

Το πρόβλημα της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους παραμένει κρίσιμης σημασίας για την οικονομία και την πορεία της χώρας.

Γι’ αυτό το λόγο, αλλά εξαιτίας και της συζήτησης που θα ανοίξει και πάλι για τη βελτίωση της βιωσιμότητας του χρέους, είναι σκόπιμο να ειπωθούν ορισμένες αλήθειες για την αριθμητική και τη δυναμική του τα τελευταία χρόνια.

1η. Η αυξητική δυναμική του χρέους «φρέναρε» με τη διπλή αναδιάρθρωση του 2012.

Όπως καταγράφει και η «Προκαταρκτική Ανάλυση Βιωσιμότητας του Χρέους για την Ελλάδα», της 25ης Ιουνίου 2015, την οποία η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ κατέθεσε στη Βουλή: «Το PSI οδήγησε σε μείωση του δημοσίου χρέους κατά περίπου 100 δισ. ευρώ τον Μάρτιο του 2012 (52% του τότε ΑΕΠ)».

Ενώ, με την επαναγορά, το Δεκέμβριο του 2012, το χρέος μειώθηκε περαιτέρω κατά περίπου 32 δισ. ευρώ.   

2η. Εκτός όμως από το ύψος, και το «προφίλ» του χρέους, μετά το 2012, έχει αισθητά βελτιωθεί.

Όπως επισημαίνει η προαναφερόμενη Έκθεση: «Η Ελλάδα έχει ήδη ωφεληθεί από μια σειρά μέτρων για τη μείωση του χρέους. Οι όροι σχετικά με το Greek Loan Facility έχουν αναθεωρηθεί τρεις φορές (επέκταση της περιόδου χάριτος και των ωριμάνσεων, μείωση των επιτοκίων). Και οι όροι του EFSF τροποποιήθηκαν το 2012 (επέκταση ωριμάνσεων, κατάργηση χρεώσεων και αναβολή πληρωμών τόκων)».  

Όλα αυτά τα επιβεβαιώνει ο Προϋπολογισμός της Κυβέρνησης της Αριστεράς. Ενδεικτικά:

α) Το 2014, η μέση σταθμική υπολειπόμενη φυσική διάρκεια του δημοσίου χρέους ήταν τα 16,2 έτη. Το 2011, η διάρκεια ήταν 6,3 έτη.

β) Το 2014, οι τόκοι ανέρχονταν στα 5,5 δισ. ευρώ. Το 2011, ήταν στα 16,1 δισ. ευρώ.

γ) Το 2014, το μέσο σταθμικό επιτόκιο ήταν λίγο πάνω από το 2%. Το 2011, ήταν 4%.

3η. Αυτές τις θετικές παρεμβάσεις (σημεία 1 και 2) τις έχει αποδεχθεί και ο Πρωθυπουργός κ. Τσίπρας, προσυπογράφοντας την απόφαση της 12ης Ιουλίου 2015, σύμφωνα με την οποία: «Η Σύνοδος Κορυφής για το Ευρώ υπενθυμίζει ότι τα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης έχουν θεσπίσει κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών μία αξιοσημείωτη δέσμη μέτρων προς υποστήριξη της βιωσιμότητας του χρέους της Ελλάδας, η οποία εξομάλυνε την πορεία εξυπηρέτησης του χρέους της Ελλάδας και μείωσε το κόστος σημαντικά».

Συνεπώς, πως η Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι «ανοίγει για πρώτη φορά το ζήτημα του χρέους», όταν η ίδια υποστηρίζει ότι έχει ενισχυθεί σημαντικά η βιωσιμότητά του κατά το παρελθόν;

Οι ανακρίβειες και τα ψεύδη αποτελούν δομικό στοιχείο της Αριστερής Κυβέρνησης.

4η. Επιπλέον, το Eurogroup του Νοεμβρίου του 2012, συμφώνησε να εξετάσει, υπό προϋποθέσεις, επιπλέον παρεμβάσεις προκειμένου να ενισχυθεί περαιτέρω η βιωσιμότητα του χρέους (απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 2012).

Τα Eurogroup της 5ης Μαΐου 2014 και της 20ης Φεβρουαρίου 2015 επιβεβαίωσαν τη δέσμευση σε αυτό το πλαίσιο.

Είναι αλήθεια ότι οι δανειστές δεν υλοποίησαν τη «μακροχρόνια υπόσχεσή» τους, όπως υποστήριξε κατά το τελευταίο Eurogroup και ο κ. Ντάισελμπλουμ, παρά το γεγονός ότι η χώρα επέτυχε πρωτογενή πλεονάσματα τόσο το 2013 (και μάλιστα πολύ υψηλότερο από το στόχο) όσο και το 2014 (και εντός στόχου μέχρι το Νοέμβριο του 2014).

5η. Το χρέος ανήλθε στα 317 δισ. ευρώ ή στο 178,6% του ΑΕΠ το 2014, από 356 δισ. ευρώ ή 172% του ΑΕΠ το 2011.

Δηλαδή, ενώ ως απόλυτο μέγεθος μειώθηκε κατά περίπου 40 δισ. ευρώ, ως ποσοστό του ΑΕΠ αυξήθηκε κατά περίπου 7 ποσοστιαίες μονάδες.

Ο κύριος επιβαρυντικός παράγοντας για την αύξηση του χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ, την περίοδο 2011-2014, είναι η διαφορά μεταξύ επιτοκίου και ρυθμού μεταβολής του ονομαστικού ΑΕΠ, η οποία συνέβαλλε σωρευτικά κατά 60,4 ποσοστιαίες μονάδες (βλέπετε Έκθεση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, Φεβρουάριος 2016).

Συγκριτικά, η επιβάρυνση από τα πρωτογενή αποτελέσματα την ίδια περίοδο ανήλθε στις 14,7 ποσοστιαίες μονάδες.

Συνεπώς, η συρρίκνωση του ονομαστικού ΑΕΠ ήταν αυτή που συνέβαλλε καθοριστικά στην αύξηση του χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ.

6η. Η βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους επιδεινώθηκε ραγδαία μετά τις εκλογές του Ιανουαρίου 2015.

Όπως καταγράφει και η Έκθεση του ΔΝΤ, της 25ης Ιουνίου 2015, «οι βασικοί παράγοντες που οδήγησαν τους τελευταίους μήνες στην επιδείνωση της Ανάλυσης Βιωσιμότητας Χρέους είναι η μείωση της οικονομικής ανάπτυξης, η αναθεωρημένη πορεία του πρωτογενούς ισοζυγίου, τα χαμηλότερα έσοδα από τις αποκρατικοποιήσεις και πιθανές επιπρόσθετες οικονομικές ανάγκες του τραπεζικού συστήματος».

Και επιβεβαιώθηκαν, μεταγενέστερα, από αντίστοιχες Εκθέσεις ([IMF, “GREECE: Preliminary Draft Budget Sustainability Analysis”, 26.6.2015], [IMF, “GREECE: An update of IMF staff’s preliminary public debt sustainability analysis”, 14.7.2015] και [European Commission, “Greece – Request for stability support in the form of an ESM loan”, 10.7.2015]).

Όλα αυτά ανέκυψαν, ως γνωστό, μέσα στο 2015.

Αυτό το κόστος φέρει αποκλειστικά τη σφραγίδα της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ.

7η. Ο λόγος χρέος προς ΑΕΠ δεν αποτελεί από μόνος του επαρκές κριτήριο αξιολόγησης της βιωσιμότητας του χρέους, ούτε και υπάρχει ένα γενικά αποδεκτό όριο βιωσιμότητας (για παράδειγμα η Αργεντινή χρεοκόπησε με δημόσιο χρέος περίπου στο 60% του ΑΕΠ, ενώ η Ιαπωνία συνεχίζει να έχει διατηρήσιμο χρέος, παρότι αυτό υπερβαίνει το 200% του ΑΕΠ).

Διεθνείς οργανισμοί, όπως το ΔΝΤ, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η ΕΚΤ, εξετάζουν συμπληρωματικά ένα ευρύτερο φάσμα δεικτών, όπως είναι το ύψος των ετήσιων χρηματοδοτικών αναγκών, το οποίο ενσωματώνει τα χαρακτηριστικά του «προφίλ» του χρέους, θέτοντας ενδεικτικά όρια βασισμένα στη διεθνή εμπειρία, προκρίνοντας, μέχρι σήμερα, ως όριο ασφαλείας το 15% του ΑΕΠ (βλέπετε Ενδιάμεση Έκθεση Νομισματικής Πολιτικής της Τράπεζας της Ελλάδος, Δεκέμβριος 2015).

Το ποσοστό αυτό στη χώρα μας έχει διαμορφωθεί περίπου στο 12% και εκτιμάται μέχρι 15% του ΑΕΠ για τα προσεχή χρόνια (η Ιταλία πληρώνει 21% του ΑΕΠ, η Ισπανία 19% του ΑΕΠ, η Γαλλία 15% του ΑΕΠ).

Σύμφωνα όμως με εκτιμήσεις, η τήρηση του ορίου του 15% του ΑΕΠ, με την ενσωμάτωση πρόσφατων προβλέψεων για τα μακροοικονομικά μεγέθη της χώρας, απόρροια των πράξεων και παραλείψεων της Αριστερής διακυβέρνησης, δεν φαίνεται ρεαλιστική λίγο πριν τα μέσα της επόμενης δεκαετίας.

8η. Συνεπώς, είναι αναγκαία η λήψη πρόσθετων παραμετρικών μέτρων για την ενίσχυση της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους.

Η απόφαση κατά τη Σύνοδο Κορυφής, της 12ης Ιουλίου 2015, επιβεβαιώνει την απόφαση του Νοεμβρίου του 2012.

Συγκεκριμένα,  αναφέρει ότι «σύμφωνα με το πνεύμα της δήλωσης της Ευρωομάδας του Νοεμβρίου του 2012, η Ευρωομάδα παραμένει έτοιμη να εξετάσει, εάν χρειαστεί, πιθανά πρόσθετα μέτρα (πιθανή παράταση των περιόδων χάριτος και αποπληρωμής), για να εξασφαλιστεί ότι οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες παραμένουν σε βιώσιμο επίπεδο».

Και προσθέτει: «Η Σύνοδος Κορυφής για το Ευρώ τονίζει ότι δεν μπορούν να αναληφθούν απομειώσεις της ονομαστικής αξίας του χρέους».

Η Κυβέρνηση που, επί χρόνια, καλλιεργούσε ψευδαισθήσεις με «τζάμπα παλληκαριές» για τη λύση του προβλήματος του δημόσιου χρέους, τώρα προσγειώνεται στην πραγματικότητα και θεωρεί ως επιτυχία την εφαρμογή ρυθμίσεων που συζητούνται από τα τέλη του 2012.

Αυτό που χρειάζεται πλέον είναι η Κυβέρνηση να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις που θα συντελέσουν στην έναρξη της συζήτησης για τη νέα αναδιάρθρωση του χρέους και οι δανειστές να τηρήσουν τις μακροχρόνιες δεσμεύσεις τους.

Ομιλία στην Επιτροπή Ισολογισμού-Απολογισμού για τις Εκθέσεις του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Συζητούμε σήμερα, με μεγάλη καθυστέρηση, στην Επιτροπή Ισολογισμού-Απολογισμού,

σε συνθήκες ασφυξίας στην οικονομία,

αγωνίας στην κοινωνία και

αναταράξεων στο πεδίο της πολιτικής,

τις 3 τελευταίες τριμηνιαίες Εκθέσεις του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους για το 2015.

Εκθέσεις οι οποίες καλύπτουν χρονικά το μεγαλύτερο μέρος της μέχρι σήμερα διακυβέρνησης της χώρας από την Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

Και ουσιαστικά, συνιστούν έναν «απολογισμό» των πεπραγμένων της Κυβέρνησης.

Για λόγους συστηματικής αξιολόγησης, το 2015 μπορεί να διαχωριστεί σε 2 υποπεριόδους.

Η πρώτη αφορά το διάστημα μέχρι την υπογραφή του 3ου Μνημονίου.

Και η δεύτερη το διάστημα από την υπογραφή του μέχρι το τέλος του 2015.

Την πρώτη περίοδο, και μέχρι την υπογραφή του Μνημονίου, η Κυβέρνηση:

  • Στηρίχθηκε σε εσφαλμένες θεμελιώδεις υποθέσεις.

Υποθέσεις όπως ότι οι απόψεις της θα γίνουν άμεσα και πλήρως αποδεκτές από τους εταίρους και δανειστές ή ότι θα έχουμε οικονομική ενίσχυση από άλλες χώρες.

Τις υποθέσεις αυτές, τις απέρριψε η πραγματικότητα.

  • Αγνόησε και αδιαφόρησε για τους Ευρωπαϊκούς κανόνες διαπραγμάτευσης, με αποτέλεσμα, εσφαλμένα, να θεωρεί ότι όσο περνάει ο χρόνος, οι εταίροι θα υποχωρούν.
  • Παρασύρθηκε από δογματισμούς, εμμονές, μαξιμαλιστική ρητορική, ευθύγραμμες απλοποιητικές προσεγγίσεις.

Όπως επισημαίνει και η 2η Έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού, «η Κυβέρνηση συντηρούσε ανεδαφικές προσδοκίες».

  • Συζητούσε ακατάπαυστα, στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, καλλιεργώντας περιβάλλον «δημιουργικής ασάφειας».
  • Χρησιμοποίησε τη χώρα ως case study για την εμπειρική επαλήθευση επιστημονικής θεωρίας.
  • Κατανάλωσε σημαντικό διαπραγματευτικό κεφάλαιο και χρόνο σε θέματα διαδικαστικά και επουσιώδη, δίνοντας έμφαση στην επικοινωνία και όχι στην ουσία.
  • Κινήθηκε στη λογική της εσκεμμένης «πολιτικής διαπραγμάτευσης».

Υποτίμησε την τεχνοκρατική διαπραγμάτευση, για να αποφύγει την αλήθεια των αριθμών, η οποία, με το πέρασμα των μηνών, γινόταν όλο και πιο ζοφερή.

  • Προχώρησε στη διεξαγωγή ενός δημοψηφίσματος, μιας εσφαλμένης επιλογής τόσο ως προς το περιεχόμενό της όσο και ως προς το χρόνο πραγματοποίησης, με αποτέλεσμα αυτή η θεωρητικά κορυφαία πολιτική διαδικασία να απαξιωθεί τελείως, να κλείσουν οι τράπεζες και να επιβληθούν κεφαλαιακοί έλεγχοι, να κλονιστεί και να καταστεί θολός – στην πολιτική συνείδηση των Ευρωπαίων πολιτών – ο Ευρωπαϊκός προσανατολισμός της χώρας μας.

Η 2η τριμηνιαία Έκθεση του Γραφείου Πρϋπολογισμού του Κράτους, επιβεβαιώνει τις ανησυχίες και τους προβληματισμούς για αυτή τη διαπραγματευτική τακτική της Κυβέρνησης και για την πορεία της Ελληνικής οικονομίας κατά την πρώτη περίοδο διακυβέρνησης της Αριστεράς, μέχρι την υπογραφή του Μνημονίου.

Έτσι, το αποτέλεσμα όλων αυτών των πράξεων και παραλείψεων της Κυβέρνησης ήταν, μέρα με την ημέρα, η κατάσταση να επιβαρύνεται.

Η χώρα πέρασε από τις προβληματικές συνθήκες των τελευταίων ετών σε συνθήκες υψηλού κινδύνου.

Βρέθηκε με πιεστικές και διαρκώς αυξανόμενες χρηματοδοτικές ανάγκες και με διευρυνόμενο δημοσιονομικό κενό.

Σε συνθήκες ύφεσης και χρηματοπιστωτικής ασφυξίας, με κλειστές τράπεζες.

Χωρίς Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης, χωρίς χρόνο, χωρίς συμμάχους, χωρίς αξιοπιστία.

Σ’ αυτό το περιβάλλον, η Κυβέρνηση, μέσα από ένα καθοδικό σπιράλ διαρκών αναδιπλώσεων, κατέληξε, με τους εταίρους και δανειστές, στην υπογραφή του 3ου Μνημονίου.

Αποτέλεσμα επώδυνο.

Πιο επώδυνο από αυτό που θα μπορούσε να επιτευχθεί πριν τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος, και πολύ πιο επώδυνο από αυτό που θα μπορούσε να επιτευχθεί πριν από ορισμένους μήνες, στις αρχές του 2015.

Αποτέλεσμα του οποίου την «ιδιοκτησία» έχει η Ελληνική Κυβέρνηση.

«Ιδιοκτησία» για την οποία, επί μήνες, πανηγύριζε.

Όμως, ακόμα κι έτσι, η χώρα πήρε απλώς μια «ανάσα».

Και αυτό απεδείχθη τους επόμενους μήνες.

Κατά την δεύτερη περίοδο, από την υπογραφή του 3ου Μνημονίου μέχρι το τέλος του 2015.

Περίοδος κατά την οποία οι Κυβερνητικές επιδόσεις, σε όλα τα πεδία της πολιτικής, είναι εξαιρετικά αρνητικές.

Με πιο σημαντικό το γεγονός ότι η Κυβέρνηση δυσκολεύεται, κυρίως με δική της ευθύνη, να ολοκληρώσει την αξιολόγηση.

Αξιολόγηση που θα έπρεπε να είχε κλείσει από τον περυσινό Νοέμβριο.

Αλλά και το γεγονός ότι η Κυβέρνηση επιδεικνύει αξιοζήλευτη σπουδή στη λήψη υφεσιακών μέτρων, όπως είναι η αύξηση των φόρων και η περικοπή των συντάξεων και η μείωση των κοινωνικών επιδομάτων, ενώ από την άλλη καθυστερεί αδικαιολόγητα την προώθηση των αποκρατικοποιήσεων και την υλοποίηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων.

Ορθώς, συνεπώς, το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους, στην 4η Έκθεση, επισημαίνει ότι «χωρίς μεταρρυθμίσεις που δημιουργούν ένα ευνοϊκό κλίμα για την υγιή επιχειρηματικότητα και δεν συσκοτίζονται από αμφίσημες δηλώσεις και αντιφατικές πρακτικές, η χώρα θα εγκλωβιστεί σε συσταλτικά μέτρα δημοσιονομικής πολιτικής, που θα εντείνουν την ύφεση».

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Αυτό τον πρώτο χρόνο της Αριστερής διακυβέρνησης, όπως σε διάφορα σημεία επισημαίνουν και οι Εκθέσεις του Γραφείου Προϋπολογισμού, κατέρρευσαν μύθοι και ψευδαισθήσεις.

Μύθοι που είχαν δημιουργηθεί και ψευδαισθήσεις που είχαν καλλιεργηθεί, τόσο προεκλογικά όσο και μετεκλογικά, από τα Κόμματα που στηρίζουν τη σημερινή Κυβέρνηση.

Ενδεικτικά, υπενθυμίζω:

  • Υποστήριζαν ότι τα προηγούμενα Μνημόνια θα τα ακύρωναν με ένα Νόμο και ένα Άρθρο.

Σήμερα, έχουν υπογράψει ένα νέο, ιδιαίτερα βαρύ 3ο Μνημόνιο.

  • Υποστήριζαν ότι η προηγούμενη Κυβέρνηση δεν διαπραγματευόταν.

Σήμερα αντιλαμβάνονται τις πραγματικές δυσκολίες της διαπραγμάτευσης.

  • Υποστήριζαν ότι μέσω της ανακεφαλαιοποίησης, χαρίζονταν χρήματα στους τραπεζίτες.

Σήμερα υλοποίησαν την 3η, και με τους χειρότερους όρους, ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών.

  • Υποστήριζαν ότι μέσω των αποκρατικοποιήσεων, δημόσια περιουσία και πόροι θα μεταβιβάζονταν στη «μαύρη τρύπα» του δημοσίου χρέους.

Σήμερα, όπως αποτυπώνεται και στην Εισηγητική Έκθεση του Κρατικού Προϋπολογισμού για το 2016, η Κυβέρνηση αναφέρεται στα «πολλαπλά οφέλη» των αποκρατικοποιήσεων για την Ελληνική οικονομία, με πρώτο μάλιστα στην καταγραφή, «την άμεση μείωση του δημοσίου χρέους».

  • Υποστήριζαν ότι το χρέος είναι επονείδιστο και πρέπει να «κουρευτεί».

Σήμερα, με βάση την απόφαση της Συνόδου Κορυφής για το Ευρώ, της 12ης Ιουλίου 2015, το «κούρεμα» έχει αποκλειστεί ενώ επαναδιατυπώθηκε η δέσμευση των εταίρων για παραμετρικές αλλαγές, που ισχύει από το τέλος του 2012.

Κάτι που επιβεβαίωσε και η χθεσινή συνεδρίαση του Eurogroup.

Η Κυβέρνηση προσγειώθηκε, και σε αυτό το πεδίο, στην πραγματικότητα και θεωρεί ως επιτυχία την εφαρμογή ρυθμίσεων που συζητούνται από τότε.

  • Υποστήριζαν ότι το Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης είναι πλήρες και κοστολογημένο, περιλαμβάνοντας γενναιόδωρες παροχές ύψους 11 δισ. ευρώ.

Σήμερα, έχουν προχωρήσει ή θα προχωρήσουν στη λήψη νέων δημοσιονομικών μέτρων λιτότητας, ύψους περίπου 6 δισ. ευρώ για την περίοδο 2015-2016.

  • Υποστήριζαν ότι θα διαθέσουν 2 δισ. ευρώ, από την πρώτη χρονιά, για την ανθρωπιστική κρίση.

Κατά την 1η περίοδο του 2015, το ποσό έπεσε στα 200 εκατ. ευρώ.

Και τελικά διατέθηκαν μόλις 108 εκατ. ευρώ.

Δεν κατέρρευσαν όμως μόνο μύθοι και ψευδαισθήσεις.

Δυστυχώς, οι ιδεοληψίες, η αβελτηρία, η κακή διαπραγμάτευση, οι παλινωδίες και η αναποτελεσματικότητα της Κυβέρνησης της Αριστεράς επέφεραν τεράστιο, μετρήσιμο κόστος στη χώρα και στην οικονομία.

Όπως καταγράφεται και στις Εκθέσεις του Γραφείου Προϋπολογισμού.

Ενδεικτικά, το 2015:

  • Η οικονομία επέστρεψε στην ύφεση.
  • Η τάση αποκλιμάκωσης της ανεργίας συρρικνώθηκε.
  • Η δημόσια οικονομία κινείται σε οριακές καταστάσεις.
  • Η πραγματική οικονομία, λόγω και των κεφαλαιακών περιορισμών, επιβαρύνθηκε.
  • Οι επιχειρηματικές προσδοκίες και η καταναλωτική εμπιστοσύνη επιδεινώθηκαν.
  • Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα, αλλά και του ιδιωτικού τομέα προς το Δημόσιο, διογκώθηκαν.
  • Οι καταθέσεις νοικοκυριών και επιχειρήσεων υποχώρησαν.
  • Η φτώχεια διογκώθηκε και το διαθέσιμο εισόδημα συρρικνώθηκε.

Τονίζεται, σύμφωνα και με την Έκθεση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, ότι η σχετική φτώχεια αυξήθηκε κατά 8% το 2015, ενώ είχε μειωθεί κατά 7% το 2014.

Ενώ, μετά από 4 συναπτά έτη µέτρων λιτότητας, το 2014 ήταν το πρώτο έτος δηµοσιονοµικής χαλάρωσης και το διαθέσιµο εισόδηµα των νοικοκυριών αυξήθηκε κατά 1,2%, σε αντίθεση με το 2015 όπου φαίνεται να υπάρχει υποχώρηση του διαθέσιμου εισοδήματος.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Το ερώτημα που τίθεται, συνεπώς, σήμερα είναι: «τι πρέπει να γίνει από εδώ και μπρος» για να σταθεροποιηθεί και πάλι η κατάσταση και να μπει η χώρα σε τροχιά βιώσιμης ανάπτυξης;

Κατά την άποψή μου, η Κυβέρνηση οφείλει να κινηθεί γρήγορα, συνεκτικά και αποτελεσματικά, σε παράλληλους άξονες.

Αυτοί είναι:

  • Η ταχεία ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης.
  • Η αλλαγή του μίγματος της δημοσιονομικής πολιτικής.
  • Η αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα.
  • Η πραγματοποίηση περισσότερων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών, η υλοποίηση αποκρατικοποιήσεων και η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας.
  • Η ενδυνάμωση του συστήματος κοινωνικής πρόνοιας με την εφαρμογή, σε εθνικό επίπεδο, του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος.
  • Η περαιτέρω ενίσχυση της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους, με ρεαλιστικούς τρόπους και ισοδύναμες τεχνικές.

Ακόμη, όμως, και εάν αυτές οι προτεραιότητες υλοποιηθούν, σε περίπου ένα χρόνο από σήμερα, η οικονομία θα βρεθεί εκεί που ήταν το 2014.

Δηλαδή, με καλές προϋποθέσεις, η χώρα θα έχει καταγράψει περισσότερα από 2 χαμένα χρόνια και πρόσθετες, μεγάλες θυσίες για τους Έλληνες πολίτες.

Δυστυχώς όμως, αυτές οι προϋποθέσεις, σήμερα, δεν υφίστανται και το χειρότερο είναι ότι η Κυβέρνηση δεν δείχνει ικανή να τις διαμορφώσει.

Συνέντευξη στην εκπομπή “Studio 3” της ΕΡΤ (03.03.2016)

Μπορείτε να δείτε την εκπομπή εδώ (από 00:56:00 έως 01:19:00).

Κοινή δήλωση σχετικά με τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις Δημοσίου προς ιδιώτες

Ο Συντονιστής Οικονομικών Υποθέσεων της Νέας Δημοκρατίας, Βουλευτής Φθιώτιδας κ. Χρήστος Σταϊκούρας και ο Υπεύθυνος του Τομέα Δημοσιονομικής Πολιτικής Γ.Λ.Κ., Βουλευτής Κορινθίας κ. Χρίστος Δήμας, για την εξέλιξη των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του Δημοσίου προς  τους ιδιώτες, έκαναν την ακόλουθη κοινή δήλωση:
«Οι πολίτες βρίσκονται στο “ίδιο έργο θεατές”: Οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Δημοσίου, επί της Αριστερής διακυβέρνησης, συνεχίζουν να “τραβούν την ανηφόρα”.
Συγκεκριμένα, αυτές ανήλθαν περίπου στα 4,8 δις ευρώ στο τέλος Ιανουαρίου του 2016, αυξημένες κατά 125.000.000 ευρώ από το τέλος του 2015 και κατά 1,7 δις ευρώ από το τέλος του 2014.
Υπενθυμίζεται ότι οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις μειώθηκαν κατά περίπου 6 δις ευρώ την περίοδο 2013 – 2014, ενισχύοντας, ουσιαστικά, τη ρευστότητα στην οικονομία.
Συνεπώς, για μια ακόμη φορά, η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, χωρίς προσανατολισμό και σχέδιο, “ανεβάζει το ίδιο έργο”: δήθεν σκληρή διαπραγμάτευση, καθυστέρηση στην αξιολόγηση (η οποία θα έπρεπε να είχε κλείσει το 2015), εσωτερική στάση πληρωμών.
Το αποτέλεσμα; Συρρίκνωση της ρευστότητας, “ασφυξία” σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις, επιστροφή της οικονομίας στην ύφεση».

Ομιλία στην Ολομέλεια κατά τη συζήτηση του Σχεδίου Νόμου του Υπουργείου Οικονομικών για την εγγύηση των καταθέσεων

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Συζητούμε σήμερα το Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Οικονομικών για τα συστήματα εγγύησης των καταθέσεων, με το οποίο ενσωματώνεται στην εθνική έννομη τάξη σχετική Ευρωπαϊκή Οδηγία.

Ωστόσο, υπάρχει ένα οξύμωρο σχήμα στην όλη διαδικασία.

Η Κυβέρνηση που οδήγησε την οικονομία να παλινδρομεί βυθιζόμενη,

η Κυβέρνηση που επέβαλε την τραπεζική αργία και τους κεφαλαιακούς περιορισμούς στο τραπεζικό σύστημα,

η Κυβέρνηση που προκάλεσε, με τις πράξεις και παραλείψεις της, τη μεγαλύτερη ετήσια εκροή καταθέσεων από την αρχή της κρίσης,

η Κυβέρνηση που κατέστησε αναγκαία την πρόσφατη ανακεφαλαιοποίηση των πιστωτικών ιδρυμάτων,

η Κυβέρνηση, που μετά την περιπλάνηση στο χώρο των ψευδαισθήσεων, στέκεται με αμηχανία μπροστά στα προβλήματα,

η Κυβέρνηση που αδυνατεί, και με δική της ευθύνη, να κλείσει την πρώτη αξιολόγηση, η οποία θα έπρεπε να είχε κλείσει πριν 4-5 μήνες,

αυτή η Κυβέρνηση είναι σήμερα υποχρεωμένη να νομοθετήσει για την εγγύηση των καταθέσεων.

Πραγματικά, ορισμένες φορές η μοίρα παίζει περίεργα παιχνίδια…

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Είναι γνωστό ότι οι Ευρωπαϊκές οικονομίες, από τα μέσα του 2008, βρέθηκαν στη δίνη μιας μεγάλης, παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, την οποία, στη χώρα μας, οι ηγεσίες των Κομμάτων της τότε Αντιπολίτευσης καμώνονταν ότι δεν την έβλεπαν.

Στην Ελλάδα, τα πιστωτικά ιδρύματα, λόγω αυτής της συστημικής κρίσης, των δημοσιονομικών προβλημάτων της χώρας και δικών τους κακών επιλογών, βρέθηκαν αντιμέτωπα με μεγάλες προκλήσεις.

Προκλήσεις με δυσμενείς συνέπειες στη ρευστότητα και στη φερεγγυότητά τους.

Έτσι κατέστη αναγκαία η διαμόρφωση πλαισίου για την ενίσχυση της σταθερότητας και της εμπιστοσύνης στο τραπεζικό σύστημα.

Από το 2008, από την τότε Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, ξεκίνησε, με μεθοδικό και διορατικό τρόπο, η διαμόρφωση αυτού του πλαισίου.

Βασικό συστατικό του αποτέλεσε η ανάγκη ενίσχυσης της εγγύησης των καταθέσεων.

Αυτό έγινε με το Ν. 3714/2008, σύμφωνα με τον οποίο, το ανώτατο όριο εγγύησης καταθέσεων – ως αποζημίωση για το σύνολο των καλυπτόμενων καταθέσεων – αυξήθηκε από τις 20.000 στις 100.000 ευρώ.

Σημειώνω ότι η Ελλάδα και η Ιρλανδία ήταν, τότε, οι πρώτες Ευρωπαϊκές χώρες που προχώρησαν σ’ αυτή την πρωτοβουλία.

Στη συνέχεια, στις αρχές του 2009, ιδρύθηκε, με το Ν. 3746/2009, το Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων και Επενδύσεων (ΤΕΚΕ), εκσυγχρονίζοντας το νομικό πλαίσιο καταβολής αποζημίωσης σε καταθέτες και επενδυτές πιστωτικών ιδρυμάτων.

Αυτό το θεσμικό πλαίσιο που δημιουργήθηκε έγκαιρα στη χώρα μας, ενισχύθηκε από τις πρωτοβουλίες, σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, για την Τραπεζική Ένωση.

Πρωτοβουλίες που πήραν νομοθετική μορφή, κυρίως επί Ελληνικής Προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το 1ο εξάμηνο του 2014, όταν και ολοκληρώθηκε ένας σημαντικός αριθμός φακέλων στον τομέα της αγοράς χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, οι οποίοι αποσκοπούσαν στην ενίσχυση της ασφάλειας και διαφάνειας του χρηματοπιστωτικού συστήματος, στη θωράκιση της

σταθερότητας των χρηματοπιστωτικών αγορών και στην προστασία των δικαιωμάτων των ιδιωτών επενδυτών και καταναλωτών.

Μεταξύ αυτών των φακέλων ήταν και η Οδηγία για τα συστήματα εγγύησης καταθέσεων, που ενσωματώνεται στο σχέδιο νόμου που σήμερα συζητάμε.

Σχέδιο νόμου που προβλέπει βελτιωμένη, ευρύτερη και σαφέστερη πρόσβαση στην κάλυψη των καταθέσεων, συντομότερες προθεσμίες καταβολής της αποζημίωσης, καλύτερη και ταυτόσημη για όλους τους καταθέτες ενημέρωση από τα πιστωτικά ιδρύματα, αυστηρές απαιτήσεις χρηματοδότησης και ρητή αναγνώριση της δυνατότητας των καταθετών να ασκούν αγωγή κατά του ΤΕΚΕ για την εξασφάλιση των δικαιωμάτων τους.

Όλες αυτές τις πρωτοβουλίες, του 2008, του 2009, του 2011, του 2014, η Αριστερά, από τα έδρανα της Αντιπολίτευσης, τις είχε στηλιτεύσει και απορρίψει.

Σήμερα, όλα αυτά, ευτυχώς, «πάνε περίπατο».

Και τα Κόμματα της Κυβερνητικής πλειοψηφίας αποδέχονται, διά της ψήφισης του Νομοσχεδίου, το εσφαλμένο της κριτικής τους κατά το απώτερο παρελθόν και το οξύμωρο των πεπραγμένων τους κατά τον τελευταίο χρόνο.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Θα κλείσω την τοποθέτησή μου με 2 επισημάνσεις:

1η Επισήμανση: Παρά τα σημαντικά βήματα που πραγματοποιήθηκαν μέχρι σήμερα για την ολοκλήρωση των βασικών πυλώνων της Τραπεζικής Ένωσης, ειδικότερα αυτών της εποπτείας και εξυγίανσης των πιστωτικών ιδρυμάτων, είναι σημαντικό το εγχείρημα να ολοκληρωθεί σύντομα, με την θέσπιση, σε συνέχεια της εναρμόνισης των σχετικών καθεστώτων, ενός Ευρωπαϊκού/Κοινοτικού φορέα για την εγγύηση των καταθέσεων, αρχικώς συμπληρωματικά με τα εθνικά συστήματα και σε τελική μορφή με έναν υγιώς αμοιβαιοποιημένο μηχανισμό.

2η Επισήμανση: Οι πρωτοβουλίες που πρέπει να αναλαμβάνονται θα πρέπει να αποσκοπούν τόσο στη μείωση του κινδύνου όσο και στο διαμοιρασμό του κινδύνου.

Άλλωστε, αυτές αποτελούν και βασικές έννοιες της χρηματοοικονομικής.

Οι δύο πρώτοι πυλώνες της Τραπεζικής Ένωσης αποσκοπούν στη μείωση του κινδύνου και έχει ήδη υπάρξει σημαντική πρόοδος ως προς αυτό.

Συγκεκριμένα:

  • Έχουν αναγνωρισθεί και περιορισθεί οι εθνικές διακριτικές ευχέρειες στην εφαρμογή του εποπτικού πλαισίου.
  • Έχει περάσει η εποπτεία σε υπερεθνικό επίπεδο.
  • Έχει διεξαχθεί, για πολλές τράπεζες, και θα ακολουθήσει εφέτος και για τις υπόλοιπες, αξιολόγηση της ποιότητας του χαρτοφυλακίου τους.
  • Έχει επιβληθεί η υποχρέωση διατήρησης σε υψηλό επίπεδο του δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας.

Προφανώς, η περαιτέρω μείωση του κινδύνου που αντιμετωπίζουν τα πιστωτικά ιδρύματα είναι θεμιτή, στο πλαίσιο της διασφάλισης της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.

Ωστόσο, είναι κάτι που δεν μπορεί να εξαλειφθεί, γιατί η ίδια η φύση των τραπεζικών εργασιών σχετίζεται με την ανάληψη κινδύνων, διαφορετικά δεν θα υπήρχε κερδοφορία.

Σε κάθε περίπτωση, η μείωση του κινδύνου θα πρέπει να «συμβαδίζει» με πρωτοβουλίες για το διαμοιρασμό του.

Αντιλαμβάνομαι τη θέση κάποιων Ευρωπαϊκών χωρών με αντίθετη άποψη.

Η Ευρώπη όμως δεν αντέχει Τραπεζική Ένωση «a la carte».

Συνέντευξη στο ραδιοφωνικό σταθμό “ΣΚΑΪ 100,3” και στο δημοσιογράφο Παύλο Τσίμα

Μπορείτε να ακούσετε τη συνέντευξη εδώ.

Δελτίο Τύπου | 10+1 προτάσεις της Νέας Δημοκρατίας για τα αγροτικά ζητήματα

Ύστερα από σχετική δέσμευση του Προέδρου της Νέας Δημοκρατίας κ. Κυριάκου Μητσοτάκη, σε πρόσφατη συνάντησή τους, δόθηκαν σήμερα στους εκπροσώπους των αγροτών οι προτάσεις του Κόμματος για τα αγροτικά ζητήματα.

Τις προτάσεις ανέπτυξαν – και παρέδωσαν εγγράφως – στην αντιπροσωπεία των αγροτών ο αναπληρωτής Γραμματέας της Πολιτικής Επιτροπής της Νέας Δημοκρατίας κ. Λευτέρης Αυγενάκης, ο Συντονιστής Οικονομικών Υποθέσεων, Βουλευτής Φθιώτιδας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας, η Συντονίστρια Παραγωγής και Εμπορίου, Βουλευτής Α’ Αθηνών, κυρία Όλγα Κεφαλογιάννη, ο Συντονιστής κοινωνικών Υποθέσεων, Βουλευτής Καβάλας, κ. Νίκος Παναγιωτόπουλος, ο Υπεύθυνος του Τομέα Φορολογικής Πολιτικής, βουλευτής Ημαθίας, κ. Απόστολος Βεσυρόπουλος ο Υπεύθυνος του Τομέα Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Βουλευτής Κοζάνης, κ. Γιώργος Κασαπίδης και ο Υπεύθυνος του Τομέα Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, Βουλευτής Επικρατείας, κ. Βασίλης Οικονόμου.

Οι βασικές προτάσεις της Νέας Δημοκρατίας για τα αγροτικά ζητήματα προβλέπουν:

  1. Τη διατήρηση της αυτονομίας του Ο.Γ.Α. στο πλαίσιο της πρότασής μας για 3 Ασφαλιστικά Ταμεία (μισθωτών, ελευθέρων επαγγελματιών-αυτοαπασχολουμένων και αγροτών).
  2. Τη διατήρηση του συντελεστή φόρου εισοδήματος στο 13%. Άλλωστε το δημοσιονομικό όφελος που προβλέπεται στον Κρατικό Προϋπολογισμό 2016 είναι της τάξης των μόλις 32.100.000 ευρώ, υποπολλαπλάσιο δηλαδή της ζημίας που έχει ήδη προκληθεί στην ελληνική οικονομία από τις κινητοποιήσεις των αγροτών.
  3. Το στενότερο ορισμό των κατ’ επάγγελμα αγροτών, εντός των ορίων που θέτει το κοινοτικό κεκτημένο.
  4. Την επανεξέταση των συντελεστών Φ.Π.Α., όταν το επιτρέψουν οι δημοσιονομικές συνθήκες, στο πλαίσιο γενικότερης αναμόρφωσης του Φ.Π.Α..
  5. Την ταχύτερη καταβολή ενισχύσεων και αποζημιώσεων μέσα από την απλούστευση διαδικασιών.
  6. Προτεραιότητά ακόμα είναι η ταχύτερη επιστροφή Φ.Π.Α. στους αγρότες, μέσα από τη ριζική απλούστευση των διαδικασιών και τη μείωση της γραφειοκρατίας .
  7. Την ενίσχυση των εσόδων του Ο.Γ.Α. με την εφαρμογή των συμψηφισμών οφειλομένων εισφορών με τις κοινοτικές επιδοτήσεις, ώστε να αποτραπεί η υπέρμετρη αύξηση των εισφορών.
  8. Την απλούστευση των διαδικασιών, τη μείωση του απαιτούμενου χρόνου και τη μείωση του διοικητικού κόστους για την πρόσκληση αλλοδαπών εργατών γης και την καταβολή του εργόσημου που μειώνει το φορολογητέο εισόδημα των αγροτών και επιφέρει έσοδα στο ασφαλιστικό σύστημα.
  9. Η Νέα Δημοκρατία, θα προχωρήσει στον πλήρη διαχωρισμό μεταξύ συντάξεων και πρόνοιας, εν συνεχεία θα επιδιώξει, με όλα τα διαθέσιμα μέσα και κυρίως τη συμβολή των φορέων των ίδιων των ασφαλισμένων αγροτών, να μειωθούν αισθητά οι απώλειες των ασφαλιστικών εισφορών. Αν συμβούν τα παραπάνω τότε μειώνεται ο κίνδυνος λελογισμένης αύξησης των εισφορών.
  10. Τη θέσπιση προαιρετικής παρακράτησης των ασφαλιστικών εισφορών από την καταβολή των αγροτικών ενισχύσεων/επιδοτήσεων, ώστε να διευκολύνεται η ταμειακή ρευστότητα των αγροτών και να εξασφαλίζεται η είσπραξη των εισφορών από τον Ο.Γ.Α..
  11. Τέλος, η ενεργοποίηση Εθνικού Συμβουλίου Αγροτικής Πολιτικής για την εκπόνηση και υλοποίηση εθνικής στρατηγικής στον πρωτογενή τομέα, η οποία θα εδράζεται στα συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας και στα αναπτυξιακά προγράμματα του ΕΣΠΑ και του αναπτυξιακού νόμου θεωρείται απαραίτητη.

Σημειώνεται ότι οι παραπάνω προτάσεις δεν εξαντλούν, αλλά αποτελούν μέρος του προγράμματος της Νέας Δημοκρατίας για την αγροτική πολιτική, που θα ανακοινωθεί σύντομα.

Η Νέα Δημοκρατία θεωρεί ότι θεμελιώδης επιδίωξη στο κοινωνικό Κράτος δικαίου είναι οι πολίτες να συνεισφέρουν ανάλογα με τις δυνάμεις τους στα φορολογικά βάρη.

Η ανερμάτιστη και ανεύθυνη πολιτική της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ επιδείνωσε την κατάσταση στην οικονομία. Η συμμετοχή όλων στη δημοσιονομική προσαρμογή είναι αναγκαία.

Η Νέα Δημοκρατία έχει ιστορικούς δεσμούς με τους ανθρώπους του πρωτογενούς τομέα και σήμερα πρωτοστατεί στην αξιοποίησή τους για την επανεκκίνηση της οικονομίας μας και είναι σε διαρκή διάλογο μαζί τους.

Δήλωση σχετικά την κατάθεση Επίκαιρης Επερώτησης για την εξέλιξη του Προγράμματος Αποκρατικοποιήσεων και Αξιοποίησης της Περιουσίας του Δημοσίου

Με θέμα την εξέλιξη του προγράμματος αποκρατικοποιήσεων και αξιοποίησης της περιουσίας του Δημοσίου, 47 Βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας κατέθεσαν Επίκαιρη Επερώτηση προς τον Υπουργό Οικονομικών.

Με αφορμή την Επίκαιρη Επερώτηση, ο Συντονιστής  Οικονομικών Υποθέσεων της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Φθιώτιδος, κ. Χρήστος Σταϊκούρας έκανε την ακόλουθη δήλωση:

«Η Νέα Δημοκρατία θεωρεί καθοριστικής σημασίας την επιτάχυνση των αποκρατικοποιήσεων και την αξιοποίηση της περιουσίας του Δημοσίου.

Και αυτό γιατί οι αποκρατικοποιήσεις, μπορούν να συμβάλουν στην εισαγωγή τεχνογνωσίας, στον εκσυγχρονισμό και στην αύξηση της αποτελεσματικότητας των επιχειρήσεων, στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και στην ενίσχυση της εξωστρέφειας της οικονομίας, στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας.

Παράλληλα, μπορούν να έχουν και ταμειακά οφέλη, συντελώντας στον περιορισμό των δανειακών αναγκών του Δημοσίου και, τελικά, στη μείωση του δημοσίου χρέους.

Τις αλήθειες αυτές αναγνώρισε, τουλάχιστον λεκτικά, και η Κυβέρνηση, αφού – σε αντίθεση με όσα για χρόνια υποστήριζε ο ΣΥΡΙΖΑ – στον αριστερό προϋπολογισμό της αναφέρεται στα ‘’πολλαπλά οφέλη” των αποκρατικοποιήσεων για την Ελληνική οικονομία, καταγράφοντας μάλιστα πρώτο “την άμεση μείωση του δημοσίου χρέους” (Εισηγητική Έκθεση Προϋπολογισμού 2016, σελ. 141).

Δυστυχώς, όμως, τα πεπραγμένα της Κυβέρνησης, παρά τις όποιες προσπάθειες του ΤΑΙΠΕΔ, είναι φτωχά.

Ταυτόχρονα εγείρονται ερωτήματα από τις συνεχείς, δημόσιες αντιπαραθέσεις και αντεγκλήσεις Υπουργών με το ΤΑΙΠΕΔ, από εμπόδια που θέτουν, από αντιφατικές δηλώσεις Υπουργών, αλλά και από δημόσιες τοποθετήσεις διοικήσεων εταιρειών που εντάσσονται στο πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων.

Η Κυβέρνηση οφείλει, επιτέλους, να αφήσει στην άκρη – και σε αυτό το πεδίο – τις ιδεοληψίες, τις αντιφάσεις, τις παλινωδίες, την πολυγλωσσία, την αβελτηρία».

Ομιλία στο Συνέδριο Delphi Economic Forum στην ενότητα «Creating an Efficient Banking System for a Modern Economy»

Κυρίες και Κύριοι,

Θέλω να ευχαριστήσω τους διοργανωτές του Συνεδρίου για την πρόσκληση που μου απηύθυναν να παραστώ και να καταθέσω ορισμένες σκέψεις για τις προκλήσεις και τις προοπτικές του τραπεζικού συστήματος στη χώρα μας.

Κυρίες και Κύριοι,

Η εύρυθμη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος, ιδιαίτερα σε τραπεζοκεντρικές χώρες όπως είναι η Ελλάδα, αποτελεί προϋπόθεση για τη βιώσιμη ανάπτυξη και την αποτελεσματική κατανομή των οικονομικών πόρων.

Τα πιστωτικά ιδρύματα της χώρας, τα τελευταία χρόνια, εξαιτίας της παγκόσμιας κρίσης, της εγχώριας δημοσιονομικής ανισορροπίας αλλά και δικών τους σφαλμάτων, βρέθηκαν αντιμέτωπα με μεγάλες και διευρυνόμενες προκλήσεις.

Προκλήσεις που απέρρεαν:

  • Από την επιβράδυνση του ρυθμού οικονομικής μεγέθυνσης της Ελληνικής οικονομίας.
  • Από τη συρρίκνωση του ρυθμού πιστωτικής επέκτασης, με τον περιορισμό τόσο της ζήτησης όσο και της προσφοράς τραπεζικών πιστώσεων.
  • Από τη χειροτέρευση της ποιότητας του δανειακού χαρτοφυλακίου των πιστωτικών ιδρυμάτων.
  • Από την έντονη και συνεχή εκροή καταθέσεων από το παθητικό τους.
  • Από την αναγκαιότητα οι τράπεζες να προσφέρουν, συστηματικά, «ενέσεις» ρευστότητας στο Ελληνικό Δημόσιο, καλύπτοντας εκδόσεις βραχυπρόθεσμου χρέους.
  • Από τις επιπτώσεις της αναδιάρθρωσης του δημοσίου χρέους, που άσκησε πιέσεις στα μεγέθη των πιστωτικών ιδρυμάτων.
  • Από τις συνεχείς υποβαθμίσεις της πιστοληπτικής αξιολόγησης των τραπεζών, αποτέλεσμα των αντίστοιχων υποβαθμίσεων της χώρας.
  • Από τον αποκλεισμό των πιστωτικών ιδρυμάτων από τις διεθνείς αγορές άντλησης κεφαλαίων.

Προκλήσεις που ήρθαν να προστεθούν σε σοβαρές αδυναμίες της κατεστημένης εγχώριας και διεθνούς αρχιτεκτονικής του χρηματοοικονομικού συστήματος, όπως είναι η υπερβολική μόχλευση, η ασύδοτη πιστωτική επέκταση, οι αδύναμοι μηχανισμοί εταιρικής διακυβέρνησης, τα υπεραισιόδοξα μοντέλα αποτίμησης κινδύνων, η ανεπαρκής διαφάνεια καινοτόμων προϊόντων, οι αναξιόπιστες εκτιμήσεις των οργανισμών αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας, η προ-κυκλικότητα των λογιστικών συστημάτων και των μεθόδων υπολογισμού κεφαλαιακής επάρκειας.

Όλες αυτές οι προκλήσεις είχαν ορατές και δυσμενείς επιπτώσεις στη ρευστότητα, στην αποδοτικότητα, στην αποτελεσματικότητα και στην ποιότητα του χαρτοφυλακίου των Ελληνικών πιστωτικών ιδρυμάτων.

Επιπτώσεις που κατέστησαν αναγκαία τη διαμόρφωση πλαισίου στήριξής τους με σκοπό την ενίσχυση της σταθερότητας και εμπιστοσύνης στο τραπεζικό σύστημα.

Πλαίσιο, τόσο για τη θεσμική θωράκιση όσο και για την ενίσχυση της ρευστότητας του τραπεζικού συστήματος, που ξεκίνησε να δημιουργείται έγκαιρα, το 2008, με μεθοδικό, διορατικό και συστηματικό τρόπο, όταν ακόμη η Ευρώπη ήταν «ανοχύρωτη», χωρίς μηχανισμούς αντίδρασης και αντιμετώπισης της κρίσης.

Ενδεικτικά:

  • Θεσπίστηκε, το 2008, ένα «πακέτο» κεφαλαιακής ενίσχυσης και χορήγησης εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου προς τα πιστωτικά ιδρύματα, ύψους, αρχικά, 28 δισ. ευρώ. Αυτό το «πακέτο» αποτελεί, ακόμη και σήμερα, σημαντικό εργαλείο στήριξης του τραπεζικού συστήματος. Ενώ «έχει «προσφέρει» στον Κρατικό Προϋπολογισμό, μέσω μερισμάτων και προμηθειών, έσοδα περίπου 4 δισ. ευρώ.
  • Ενισχύθηκε, το 2008, το καθεστώς εγγύησης καταθέσεων, με το ανώτατο όριο να αυξάνεται στις 100.000 ευρώ, από τις 20.000.
  • Καλύφθηκαν οι βραχυχρόνιες ανάγκες ρευστότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων μέσω της παροχής έκτακτης ενίσχυσης του τραπεζικού συστήματος.
  • Ενδυναμώθηκε το Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων και Επενδύσεων, συστάθηκε το Συμβούλιο Συστημικής Ευστάθειας και ιδρύθηκε το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.
  • Διαμορφώθηκε θεσμικό πλαίσιο για την εξυγίανση των πιστωτικών ιδρυμάτων.
  • Εξασφαλίστηκαν επαρκείς πόροι για την ανακεφαλαιοποίηση του τραπεζικού συστήματος.

Το αποτέλεσμα τόσο αυτών των πρωτοβουλιών όσο και της δημοσιονομικής ισορροπίας της χώρας ήταν, το 2014, το τραπεζικό σύστημα να σταθεροποιηθεί.

Οι τράπεζες:

  • επανέκτησαν μέρος των καταθέσεων,
  • πραγματοποίησαν επιτυχείς αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου και εξέδωσαν ομολογιακούς τίτλους,
  • μηδένισαν την εξάρτησή τους από το μηχανισμό παροχής έκτακτης ρευστότητας,
  • ενώ μειώθηκε και η ροή των νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Δυστυχώς, η κατάσταση αυτή άλλαξε ριζικά το 2015.

Κατά την εκτίμησή μου, η Κυβέρνηση, εξαιτίας ανερμάτιστων χειρισμών στο πεδίο της οικονομίας, «έφερε» το τραπεζικό σύστημα αντιμέτωπο με νέους κινδύνους.

Κίνδυνοι που διογκώθηκαν μετά την τραπεζική αργία και τους κεφαλαιακούς περιορισμούς.

Και αυτό γιατί, μεταξύ άλλων:

  • Οι καταθέσεις παρουσίασαν τη μεγαλύτερη εκροή από την αρχή της κρίσης.
  • Η ποιότητα του ενεργητικού των τραπεζών επιδεινώθηκε.
  • Η αξία των τραπεζικών μετοχών «κατέρρευσε».
  • Η χρηματοδότηση του τραπεζικού συστήματος στηρίχθηκε, σχεδόν αποκλειστικά, στον μηχανισμό παροχής έκτακτης ρευστότητας.
  • Η οργανική κερδοφορία των τραπεζών παρέμεινε χαμηλή λόγω, κυρίως, του αυξημένου κόστους άντλησης κεφαλαίων.
  • Τα υπόλοιπα κεφάλαια του ΤΧΣ επεστράφησαν στο Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.

Σε αυτές τις νέες, εγχώριες, προκλήσεις, που επιδιώχθηκε να «απαντηθούν» μέσα από τη νέα ανακεφαλαιοποίηση του τραπεζικού συστήματος και τα καινούργια σχέδια αναδιάρθρωσης των πιστωτικών ιδρυμάτων που οδηγούν σε απώλεια της εξωστρέφειας, σε συρρίκνωση δικτύου και σε απολύσεις, έρχονται να προστεθούν προκλήσεις που αντιμετωπίζει σήμερα, στο σύνολό του, το Ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα.

Όπως είναι:

  • Οι ανησυχίες για επιβράδυνση των ρυθμών ανάπτυξης στην Ευρωπαϊκή και την παγκόσμια οικονομία.
  • Σημαντικά διαρθρωτικά προβλήματα, όπως είναι η ανεπαρκής δαπάνη για επενδύσεις, ο χαμηλός ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας και το υψηλό δημόσιο και ιδιωτικό χρέος.
  • Η έκθεση σε συγκεκριμένες οικονομίες ή κλάδους, όπως είναι, αντίστοιχα, οι αναδυόμενες οικονομίες ή οι πρώτες ύλες.
  • Το υψηλό απόθεμα μη εξυπηρετούμενων δανείων σε αρκετές χώρες, κυρίως, του Ευρωπαϊκού Νότου.
  • Η αναιμική κερδοφορία αρκετών πιστωτικών ιδρυμάτων που οφείλεται, κυρίως, στο χαμηλό επίπεδο των επιτοκίων.
  • Οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι, οι περιφερειακές συγκρούσεις, οι πολιτικές αβεβαιότητες, η ενδεχόμενη έξοδος του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση, η διαρκής απειλή της τρομοκρατίας, τα μεγάλα και διογκούμενα προσφυγικά ρεύματα που συρρέουν στην Ευρώπη.

Κυρίες και Κύριοι,

Ποιές συνεπώς πρέπει να είναι οι απαντήσεις της Πολιτείας και των πιστωτικών ιδρυμάτων σε αυτές τις εγχώριες και Ευρωπαϊκές προκλήσεις;

1η. Η επίτευξη πολιτικής σταθερότητας και η αποκατάσταση κλίματος εμπιστοσύνης.

Σταθερότητα και εμπιστοσύνη που προϋποθέτουν, βέβαια, αξιοπιστία.

2η. Η ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης του Προγράμματος.

Αυτή, μαζί με την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης, εκτιμάται ότι μπορούν να συμβάλλουν στη σταδιακή επάνοδο κάποιων καταθέσεων στο τραπεζικό σύστημα, να οδηγήσουν στην επανένταξη των Ελληνικών τίτλων στις αποδεκτές από το Ευρωσύστημα εξασφαλίσεις και να καταστήσουν δυνατή τη συμμετοχή των Ελληνικών κρατικών ομολόγων στο πρόγραμμα αγοράς τίτλων της ΕΚΤ.

3η. Η επίτευξη – και πάλι – δημοσιονομικής ισορροπίας, η επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων, η υλοποίηση ιδιωτικοποιήσεων και η αξιοποίηση της ακίνητης κρατικής περιουσίας, η ενίσχυση της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους.

Αυτά θα απελευθερώσουν πόρους και θα βελτιώσουν το κλίμα, με πολλαπλές θετικές επιδράσεις: νέες επενδύσεις, προσέλκυση ξένων επενδύσεων, επιστροφή καταθέσεων στο τραπεζικό σύστημα.

4η. Η αντιμετώπιση του υψηλού συσσωρευμένου αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Αυτή, μαζί με την ολοκλήρωση της ανακεφαλαιοποίησης, εκτιμάται ότι θα συμβάλλει στην άρση των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων, θα βελτιώσει τη ρευστότητα και θα εξομαλύνει τις συνθήκες δανεισμού.

Η επίλυση του προβλήματος σχετίζεται άμεσα με την ικανότητα των ίδιων των τραπεζών να διαχειρισθούν αποτελεσματικά τα δάνεια σε καθυστέρηση.

Η επίλυση του προβλήματος σχετίζεται όμως και με τη βελτίωση του μακροοικονομικού περιβάλλοντος.

Φυσικά, η επιτάχυνση των διαδικασιών πτώχευσης, η αναμόρφωση του θεσμικού πλαισίου αφερεγγυότητας και η δυνατότητα εξωδικαστικού συμβιβασμού αναμένεται να έχουν θετικές επιδράσεις στη διαχείριση και το ποσοστό ανάκτησης των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

5η. Η προώθηση της Τραπεζικής Ένωσης, η οποία αναμένεται να ενισχύσει την εμπιστοσύνη των διεθνών αγορών στο Ελληνικό τραπεζικό σύστημα.

Έχουν γίνει σημαντικά βήματα στην κατεύθυνση εποπτείας και εξυγίανσης των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Είναι σημαντικό το εγχείρημα να ολοκληρωθεί σύντομα, με την θέσπιση κοινοτικού φορέα για την εγγύηση των καταθέσεων.

Αυτές, κατά την άποψή μου, είναι οι άμεσες προτεραιότητες ώστε το τραπεζικό σύστημα να επιτελέσει, και πάλι, τον κύριο διαμεσολαβητικό του ρόλο, ενισχύοντας την προσπάθεια βιώσιμης ανάπτυξης της Ελληνικής οικονομίας.

TwitterInstagramYoutube