
Μπορείτε να ακούσετε τη συνέντευξη εδώ.
Η χώρα, το 2014, μετά από 6 χρόνια βαθιάς και παρατεταμένης ύφεσης, επέστρεψε σε θετικό ρυθμό μεγέθυνσης, υψηλότερο και από τις εκτιμήσεις.
Ενώ προβλεπόταν να είναι ακόμη υψηλότερος το 2015, υπερβαίνοντας το 2,5%.
Δυστυχώς όμως, σήμερα, η επίτευξη αυτού του στόχου δεν φαίνεται εφικτή.
Η χώρα κινδυνεύει να «βουτήξει» και πάλι στην ύφεση.
Η αβελτηρία, η πολυγλωσσία, η «δημιουργική ασάφεια» και οι παλινωδίες της Κυβέρνησης αποδεικνύονται, καθημερινά, επιζήμιες για τη χώρα και τους πολίτες της.
Η αβεβαιότητα βαθαίνει και επεκτείνεται.
Και οι προβληματισμοί πολλαπλασιάζονται, για τη λειτουργία του Κράτους, για την ασφάλεια, για την παράνομη μετανάστευση, για τα εθνικά μας θέματα, για τη λειτουργία των θεσμών.
Και η «ομίχλη της ανασφάλειας» έχει καλύψει το πεδίο της οικονομίας.
Συμπερασματικά, από εβδομάδα σε εβδομάδα, η κατάσταση χειροτερεύει και τα αδιέξοδα πολλαπλασιάζονται.
Με αποτέλεσμα, οι αναπτυξιακές προοπτικές της Ελληνικής οικονομίας να μην είναι ευοίωνες.
Την ίδια περίοδο μάλιστα που, σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, οι ρυθμοί οικονομικής μεγέθυνσης βελτιώνονται και το κόστος δανεισμού συρρικνώνεται, εξαιτίας του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης και της εξαιρετικά διευκολυντικής νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ, που επενεργούν προς την κατεύθυνση της βελτίωσης των συνθηκών χρηματοδότησης.
Εξελίξεις, στις οποίες δεν μπορεί να συμμετάσχει η χώρα μας.
Επιβάλλεται, συνεπώς, η Κυβέρνηση να επιδείξει υπευθυνότητα και ρεαλισμό, να αφήσει στην άκρη την «επικοινωνιακή διαχείριση» των προβλημάτων και να κινηθεί γρήγορα, πριν η κατάσταση γίνει μη αναστρέψιμη.
Να υλοποιήσει, άμεσα, τις δεσμεύσεις που η ίδια έχει αναλάβει μέσω της συμφωνίας της 20ης Φεβρουαρίου.
Και να συγκρουστεί με τις ιδεοληψίες της, όχι με τους εταίρους.
Άλλωστε, η πορεία της χώρας εντός της Ευρωζώνης, και η αναζήτηση εφικτών λύσεων εντός του Ευρωπαϊκού πλαισίου, πρέπει να γίνεται λόγω και έργω.
Λύσεις, που πρέπει να αποτελούν αναπόσπαστα τμήματα μιας ολοκληρωμένης και συνεκτικής στρατηγικής, με στόχο την επίτευξη δυναμικής και βιώσιμης ανάπτυξης, με κοινωνική συνοχή.
Βασικοί άξονες αυτής της στρατηγικής πρέπει να είναι:
1ος. Η διασφάλιση της σταθεροποίησης των δημόσιων οικονομικών, μέσω της εφαρμογής αλλά και ενίσχυσης των ήδη θεσπισμένων κανόνων και πρακτικών χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης και πειθαρχίας. Δυστυχώς, όμως, η δημόσια οικονομία παρουσιάζει τριγμούς αποσταθεροποίησης.
2ος. Η πραγματοποίηση, ακόμη περισσότερων, διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών.
3ος. Η βελτίωση της «ποιότητας» των δημόσιων οικονομικών. Αυτό θα επιτευχθεί με την αύξηση της αποτελεσματικότητας των πόρων και με την ενίσχυση, σταδιακά, των δαπανών που έχουν υψηλό πολλαπλασιαστή και απόδοση, προάγουν την οικονομική ανάπτυξη και δημιουργούν υψηλή κοινωνική ανταποδοτικότητα. Είναι προφανές, ότι η κατάργηση των μεταρρυθμίσεων στο χώρο της εκπαίδευσης, που είχαν περάσει τα τελευταία χρόνια με τη μέγιστη πολιτική συναίνεση, θα αποτελέσει αναπτυξιακή τροχοπέδη.
4ος. Η ταχύτερη και εμπροσθοβαρής υλοποίηση επενδυτικών σχεδίων μέσω της ορθολογικής αξιοποίησης των διαθέσιμων πόρων του ΕΣΠΑ και του ΠΔΕ. Είναι προφανές, ότι η συγκράτηση των δαπανών του ΠΔΕ, κατά το 1ο τρίμηνο του έτους, προκειμένου να καλυφθεί μέρος των ταμειακών αναγκών, περιορίζει τις προοπτικές ανάκαμψης της οικονομίας.
5ος. Η αξιοποίηση των ανταγωνιστικών μας πλεονεκτημάτων. Του τουρισμού, της ναυτιλίας, αλλά και της αγροτικής παραγωγής. Αλλά και η ανάδειξη της σημασίας της γεωστρατηγικής θέσης της χώρας.
6ος. Η εξασφάλιση ομαλής χρηματοδότησης της οικονομίας και η αποτελεσματική διαχείριση των δανείων σε καθυστέρηση. Δυστυχώς, σήμερα, οι τράπεζες δέχονται έντονες πιέσεις, τόσο στο παθητικό τους όσο και στο ενεργητικό τους. Και η χρηματοδότηση μέσω του έκτακτου μηχανισμού παροχής ρευστότητας (ELA), με βάση τους κανόνες του Ευρωσυστήματος, αναγκαστικά συνεπάγεται σημαντικά υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης για τα πιστωτικά ιδρύματα. Ενώ, αυτή η χρηματοδότηση δεν καταλήγει στον ιδιωτικό τομέα, αλλά κατευθύνεται για την αναπλήρωση των κενών ρευστότητας από την απόσυρση των ταμειακών διαθεσίμων φορέων της Γενικής Κυβέρνησης και για την αγορά εντόκων γραμματίων του Δημοσίου, το οποίο ουσιαστικά απορροφά όλη τη ρευστότητα.
7ος. Η εντατικότερη υλοποίηση του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων και αξιοποίησης της περιουσίας του Δημοσίου. Δυστυχώς όμως, οι Κυβερνητικές αμφισημίες και η πολυγλωσσία επί του θέματος, οδηγούν πολλές επενδύσεις είτε στην ακύρωση είτε στην «κατάψυξη». Με αποτέλεσμα, οι δείκτες οικονομικού κλίματος και επιχειρηματικών προσδοκιών να επιδεινώνονται, χάνοντας τη θετική δυναμική που είχαν αποκτήσει την προηγούμενη διετία.
8ος. Η δημιουργία ενός δίκαιου, αποτελεσματικού και σύγχρονου Κράτους. Αφού επιτεύχθησαν οι αναγκαίοι ποσοτικοί στόχοι για τη μείωση του αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων και της μισθολογικής δαπάνης, οφείλουμε να περάσουμε στην εκπλήρωση των κρίσιμων ποιοτικών μεταρρυθμίσεων. Προς αυτή την κατεύθυνση, η προηγούμενη Κυβέρνηση ξεκίνησε την υλοποίηση μιας ολοκληρωμένης προσπάθειας βελτίωσης της λειτουργίας και αποκατάστασης του κύρους της δημόσιας διοίκησης. Δυστυχώς, και σε αυτό το πεδίο, μέσα από σχετική νομοθετική πρωτοβουλία, η Κυβέρνηση απεργάζεται την πλήρη αποδόμηση όσων είχαν τεθεί σε εφαρμογή, οδηγώντας στην οπισθοδρόμηση, στην παράδοση και στη διολίσθηση της δημόσιας διοίκησης στα «συντεχνιακά συμφέροντα», σε βάρος των πολιτών.
9ος. Η σταδιακή μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Αυτό θα επιτευχθεί με τη διασφάλιση περιβάλλοντος δημοσιονομικής και φορολογικής σταθερότητας και με την ένταξη του «αφανούς» τμήματος της οικονομίας στο «εμφανές» πεδίο της, επιτυγχάνοντας τη φορολόγησή του.
10ος. Η περαιτέρω ενίσχυση της μακροχρόνιας βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους. Το «προφίλ» του έχει ήδη βελτιωθεί. Η μέση διάρκειά του έχει χρονικά υπερδιπλασιασθεί, το μέσο επιτόκιό του έχει μειωθεί, οι δαπάνες για τόκους έχουν υποχωρήσει. Είναι, όμως, επίσης, αλήθεια ότι, εφόσον τηρούμε τις δεσμεύσεις μας, οι εταίροι και δανειστές μας υποχρεούνται να αναλάβουν, σύντομα, συγκεκριμένες πρωτοβουλίες για την περαιτέρω ενίσχυση της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους.
Ρεαλιστικές λύσεις, εφικτές τεχνικές, ισοδύναμοι τρόποι υπάρχουν. Και σε αυτό συμφωνεί, πλέον, και η σημερινή Κυβέρνηση.
Θα μπορούσε να παραπεμφθεί ακόμη και σε Προανακριτική η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ, όπως είπε ο Πρόεδρος της ΝΔ στη συζήτηση για την Εξεταστική;
Αυτή η αναφορά του κ. Προέδρου αφορά το ενδεχόμενο η Κυβέρνηση να οδηγήσει τη χώρα σε χρεοκοπία και εκτός Ευρωζώνης.
Εύχομαι και ελπίζω η εξέλιξη αυτή να μην προκύψει.
Το ΠΑΣΟΚ καταγγέλλει την Κυβέρνηση Καραμανλή ότι στην πραγματικότητα αυτή οδήγησε στο Μνημόνιο το 2010. Τι απαντάτε;
Είναι γεγονός ότι η παγκόσμια οικονομική κρίση, που ξέσπασε στις ΗΠΑ το 2007, αποσταθεροποίησε, λιγότερο ή περισσότερο, δημοσιονομικά όλες τις χώρες. Βεβαίως και τη δική μας από τα τέλη του 2008.
Το ΠΑΣΟΚ, κατά τη διάρκεια της κρίσης, με λανθασμένες πράξεις και παραλείψεις, επιβάρυνε τη δύσκολη κατάσταση και ενέταξε τη χώρα στο μηχανισμό στήριξης.
Η αγωνιώδης και «τραβηγμένη από τα μαλλιά» προσπάθειά του να χρεώσει στην Κυβέρνηση Καραμανλή την κρίση και την ένταξη στο Μηχανισμό Στήριξης και το Μνημόνιο, στερείται αντικειμενικής βάσης. Οι πολίτες στην πορεία, πέραν αυτών, κατανόησαν ότι οι υποβόσκουσες παθογένειες έχουν τις ρίζες τους στις μακρές θητείες του ΠΑΣΟΚ, από τη δεκαετία του ‘80, στη διακυβέρνηση της χώρας.
Άλλωστε, οι πολίτες σε διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις αποδοκίμασαν την πολιτική λογική και πρακτική του ΠΑΣΟΚ.
Το θέμα της ένταξης της χώρας στον τριμερή Μηχανισμό Στήριξης ελπίζω ότι θα φωτισθεί πλήρως στο πλαίσιο των εργασιών της Επιτροπής που δρομολόγησε με την απόφασή της η εθνική αντιπροσωπεία.
Ο Κώστας Καραμανλής δεν είχε καμία ευθύνη;
O κ. Καραμανλής, με το ήθος, την ειλικρίνεια και το πολιτικό θάρρος που τον χαρακτηρίζει, δεν αρνήθηκε ότι κατά τη θητεία των Κυβερνήσεών του υπήρξαν «παραλείψεις» και έγιναν και «λάθη».
Όμως, εκείνο που τελικά μετρά για τη χώρα και τους πολίτες είναι το αλγεβρικό άθροισμα των πεπραγμένων.
Και σήμερα είναι απολύτως σαφές ότι αυτό το άθροισμα των πεπραγμένων του κ. Καραμανλή ως Πρωθυπουργού, υπήρξε ιδιαίτερα θετικό.
Μην ξεχνάμε ότι οι πολίτες τον εξέλεξαν με υψηλά ποσοστά, δύο συνεχόμενες φορές Πρωθυπουργό. Μάλιστα, μετά την επικοινωνιακή καταιγίδα της περιόδου 2009-2010, βαθμιαία, οι συντριπτικά περισσότεροι πολίτες κατανόησαν τις εξελίξεις.
Αποκατέστησαν την αλήθεια και έχουν δώσει στην πολιτική τους συνείδηση, διακεκριμένη θέση στον κ. Καραμανλή.
Ο κ. Βαρουφάκης δεσμεύτηκε στην κα. Λαγκάρντ ότι η Κυβέρνηση θα πληρώσει τις υποχρεώσεις της στο ΔΝΤ και τώρα και στη συνέχεια. Λεφτά υπάρχουν για να το κάνει;
Η Κυβέρνηση ορθώς έχει δεσμευθεί, ότι η χώρα θα είναι συνεπής στις υποχρεώσεις της προς τους δανειστές.
Για να γίνει βέβαια αυτό, θα πρέπει να ασκεί αποτελεσματική δημοσιονομική διαχείριση, να λαμβάνει τις δόσεις από τους εταίρους και να μπορεί να βγαίνει στις αγορές για μεσο-μακροπρόθεσμο δανεισμό.
Αυτές οι προϋποθέσεις σήμερα δεν έχουν διασφαλιστεί.
Με αποτέλεσμα η Κυβέρνηση να έχει κηρύξει μερική εσωτερική στάση πληρωμών και να έχει «σκουπίσει» τα ταμειακά διαθέσιμα των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης.
Και αυτό έχει μεγάλο κόστος για την πραγματική οικονομία.
Παραμένει ανοιχτός ο κίνδυνος για ένα πιστωτικό γεγονός;
Οφείλουμε όλοι μας, στο βαθμό που μας αναλογεί, να εργασθούμε ώστε να αποφύγουμε ένα τέτοιο ενδεχόμενο.
Υποθέτω ότι η ηγεσία της Κυβέρνησης γνωρίζει ότι αυτό το ενδεχόμενο θα ήταν καταστροφικό για την μακροχρόνια πορεία της χώρας.
Έρχεται τρίτο Μνημόνιο;
Τους δύο τελευταίους μήνες, η οικονομία διολισθαίνει και πάλι προς την ύφεση, η δημόσια οικονομία παρουσιάζει τριγμούς αποσταθεροποίησης, οι αποκρατικοποιήσεις δεν προχωρούν, η απόσταση από την επιστροφή στις αγορές μεγαλώνει.
Συνεπώς, το χρηματοδοτικό κενό διευρύνεται.
Για να καλυφθεί αυτό, ακόμη και αν υλοποιηθεί – όπως άλλωστε πρέπει – η απόφαση του Νοεμβρίου του 2012 για την περαιτέρω ενίσχυση της βιωσιμότητας του χρέους, θα απαιτηθεί νέος δανεισμός από τους εταίρους.
Αυτός θα συνοδεύεται από μία νέα συμφωνία. Η νέα συμφωνία θα έχει όρους, προϋποθέσεις και επιτήρηση. Όπως και αν ονομαστεί, Μνημόνιο θα είναι…
Η Κυβέρνηση Τσίπρα δεν έκανε τίποτε καλό;
Από θέση αρχής δεν μηδενίζω τις καλές προθέσεις, τις προσπάθειες και τα καλά αποτελέσματα των πολιτικών «αντιπάλων».
Συγκεκριμένα, η ενσωμάτωση στη συμφωνία, δυνητικά, χαμηλότερου δημοσιονομικού στόχου για εφέτος, άσχετα αν αυτό καθίσταται πλέον αναπόφευκτο λόγω της πορείας της οικονομίας τους τελευταίους μήνες και παρά το γεγονός ότι αυτό τελικά θα αποφασισθεί από την «Τρόικα», είναι μια θετική εξέλιξη.
Όμως, εκείνο που μετρά, είναι τα συνολικά πεπραγμένα της Κυβέρνησης.
Κατά τη δική μου αξιολόγηση μέχρι σήμερα δεν έχει καλές επιδόσεις.
Επιδίδεται σε μεγάλες δόσεις «επικοινωνιακής διαχείρισης» των προβλημάτων, παρουσιάζει εσωτερικές αντιφάσεις, παλινωδεί και αυτοσχεδιάζει, μετακυλύει ευθύνες, ακροβατεί μεταξύ «έντιμου ή επώδυνου συμβιβασμού» και «ρήξης».
Θα πρότεινα ως άμεση προτεραιότητα τη «ρήξη» με παλιές ιδεοληψίες.
Οικουμενική Κυβέρνηση βλέπετε; Και αν ναι υπό ποιές προϋποθέσεις;
Η Κυβέρνηση έχει νωπή λαϊκή εντολή, προκειμένου να επιτύχει καλύτερη διαπραγμάτευση με τους εταίρους και να δώσει καλύτερες λύσεις στα προβλήματα εντός της Ευρωζώνης.
Οφείλει να την αξιοποιήσει με σοβαρότητα και ευθύνη.
Θα κρίνεται διαρκώς από το έργο και τα αποτελέσματα στο πραγματικό πεδίο.
Η διατύπωση προσωπικών θέσεων επί ερωτημάτων αυτού του περιεχομένου, πέραν αυτών που διατυπώνουν τα κόμματα διά των ηγεσιών τους, θολώνει την ατμόσφαιρα και δεν προσφέρει στην ομαλή πορεία της χώρας.
Μέτωπο με ΠΑΣΟΚ και Ποτάμι να κάνει η ΝΔ;
Η χώρα έχει ανάγκη από πολιτική ομαλότητα, κοινωνική ηρεμία, οικονομική ασφάλεια και σταθερότητα.
Αυτά υπηρετεί και σε αυτά επιδιώκει να συμβάλλει η ΝΔ.
Η παράταξή μας, στην πάνω από 40 χρόνια πορεία της, έχει αποδείξει ότι θέτει ως καθοριστικό κριτήριο των πολιτικών επιλογών της το μακροχρόνιο συμφέρον της χώρας.
Συνεπώς, είναι ανοικτή σε συνεργασίες με πολιτικές δυνάμεις που έχουν συγκλίνοντες στρατηγικούς στόχους για τη χώρα και τα επί μέρους συστήματά της.

Μπορείτε να ακούσετε τη συνέντευξη εδώ.
O Βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας και πρώην Υπουργός, Χρήστος Σταϊκούρας, μίλησε στον Real Fm 97,8 και την εκπομπή του Νίκου Χατζηνικολάου, για τη νέα λίστα μεταρρυθμίσεων της κυβέρνησης, σημειώνοντας μεταξύ άλλων ότι «ήδη η κυβέρνηση έχει πάρει υφεσιακά μέτρα».
«Εύχομαι το ταχύτερο δυνατό να υπάρξει συμφωνία με τους εταίρους. Είναι πάρα πολύ σημαντικό αυτό για την ελληνική οικονομία, για την πραγματική οικονομία και για το μέλλον της. Η δημιουργική ασάφεια έχει αποδειχθεί ότι δεν έχει βοηθήσει τη χώρα, ούτε καν η συμφωνία της 20ης Φεβρουαρίου, διότι πολύ απλά, εκεί συμφωνήσαμε η δόση να δοθεί στο σύνολό της στο τέλος της αξιολόγησης και τώρα η κυβέρνηση αντιλαμβάνεται ποιες είναι οι άμεσες, οι πιεστικές ταμειακές δεσμεύσεις της χώρας, με αποτέλεσμα να έχει κηρύξει μια εσωτερική στάση πληρωμών που υπερβαίνει μέχρι σήμερα το 1,5 εκατ. ευρώ», σχολίασε αρχικά ο κ. Σταϊκούρας και συνέχισε:
«Αποδέχεται η κυβέρνηση τον μνημονιακό στόχο του 3% για πρωτογενές πλεόνασμα, όταν μέχρι πρόσφατα υποστήριζε ότι δεν χρειάζεται αυτό, όσο και ότι δεν είναι εφικτό. Ξαφνικά προέκυψαν πόροι για να επιτευχθεί το 3%. Αυτό προέκυψε γιατί κατά την εκτίμησή μου περιλαμβάνει πολύ αισιόδοξες εκτιμήσεις σε μια σειρά από παρεμβάσεις. Σε ορισμένα μέτρα, οι αριθμοί είναι υπερεκτιμημένοι. Σε ορισμένα άλλα μέτρα, περιλαμβάνει ασάφειες και παραπέμπει σε τεχνικές συζητήσεις. Δεν έχει καμία αναφορά συγκεκριμένη σε αποκρατικοποιήσεις ή σε συγκεκριμένες καταργήσεις φοροαπαλαγών, δεν περιλαμβάνει μια σειρά από δεσμεύσεις της κυβέρνησης που έχουν πρόσφατα αναληφθεί, όπως τα μέτρα για το ΦΠΑ, ούτε για το συνταξιοδοτικό. Έχει δεσμευθεί να προχωρήσει τη μεταρρύθμιση για το ΦΠΑ εντός τετραμήνου, μεταβάλλοντας συντελεστές, περιορίζοντας εξαιρέσεις και καταργώντας φορολογικές ελαφρύνσεις. Ή για παράδειγμα, έχει δεσμευθεί να καταργήσει φόρους υπέρ τρίτων, έχει δεσμευθεί να συνεχίσει τις πολιτικές της προηγούμενης κυβέρνησης για τον εκσυγχρονισμό του συνταξιοδοτικού συστήματος. Αυτά δεν περικλείονται σε αυτή τη λίστα, η οποία λίστα είναι μια πρώτη λίστα, προκειμένου να εκταμιευτεί ένα μέρος από τη δόση που εκκρεμεί μέχρι το τέλος της αξιολόγησης».
«Αυτά τα μέτρα συμφωνία για την απόδοση όλης της δόσης δεν θα είναι εφικτή. Της τμηματικής καταβολής, αναμένω να αξιολογηθεί», πρόσθεσε.
Σε σχέση με τα μέτρα, ο κ. Σταϊκούρας είπε:
«Ήδη η κυβέρνηση έχει πάρει δύο υφεσιακά μέτρα. Το ένα μάλιστα, μέσα από το πρώτο της νομοσχέδιο που αφορά το 26% χαράτσι σε τριγωνικές συναλλαγές που γίνονται σε συγκεκριμένες χώρες και 2ον έχει στην ουσία, ενεργοποιήσει το μεγαλύτερο υφεσιακό μέτρο που είναι 1,5 δισεκατομμύριο, μη απόδοση δαπανών, στον ιδιωτικό τομέα. Κοινώς, στάση πληρωμών. Αυτό και αν είναι υφεσιακό μέτρο. Και μέσα στη λίστα περιλαμβάνονται μια σειρά από νεφελώδης παρεμβάσεις. Αύξηση των συντελεστών του φόρου εισοδήματος και συμπίεσης του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών, μέσω της κατάργησης φοροαπαλαγών και εκπτώσεων».
«Το ότι το ένα έτος, έγινε τρείς μήνες (αναφερόμενος στις τριγωνικές συναλλαγές) και θα πρέπει ο κάθε επιχειρηματίας να αποδείξει ότι είναι νόμιμος, αυτό είναι μεγάλο θέμα. Που θα βρεθούν τα χρήματα για να πληρώσει ο επιχειρηματίας στην αρχή, όταν ακόμα και το τραπεζικό σύστημα έχει στερέψει από ρευστότητα; Στο e-mail του κ. Βαρουφάκη, περιλαμβάνονται μέτρα, νεφελώδη προς το παρών, για τις τραπεζικές συναλλαγές. Από τις 24 κατηγορίες μεταρρυθμίσεων, 14 ήταν και στο e-mail του κ. Χαρδούβελη», είπε ακόμα ο κ. Σταϊκούρας.
«Ανησυχώ γιατί αυτή η κυβέρνηση δεν έχει αποδείξει ότι έχει ενιαία γραμμή και κυρίως δεν λειτουργεί με τους ρυθμούς που θα έπρεπε να λειτουργήσει μια κυβέρνηση. Δεν κυβερνά. Έχουμε δει αντιφατικές προσεγγίσεις από υπουργός, από στελέχη ή μέλη του υπουργικού συμβουλίου του ίδιου του υπουργείου. Δεν έχουμε δει τις συγκεκριμένες παρεμβάσεις που υποτίθεται ότι ήταν έτοιμες, αφού η κυβέρνηση είχε ένα ολοκληρωμένο και κοστολογημένο πρόγραμμα προ των εκλογών. Ανησυχώ όσο εξακολουθούν να υπάρχουν οι ασάφειες στην άσκηση πολιτικής από την κυβέρνηση».
Κυρίες και Κύριοι,
Θέλω να ευχαριστήσω τους διοργανωτές του σημερινού Συνεδρίου για την τιμητική πρόσκληση να παραστώ στην έναρξή του και να καταθέσω σκέψεις και απόψεις για την αναπτυξιακή προοπτική της Ελληνικής οικονομίας.
Υπάρχει όμως αναπτυξιακή προοπτική;
Που ήμασταν; Που βρισκόμαστε; Τι πρέπει να κάνουμε;
Κυρίες και Κύριοι,
Όπως γνωρίζετε, οι Ευρωπαϊκές οικονομίες, από το 2008, «χτυπήθηκαν» έντονα από την παγκόσμια κρίση.
Η Ελλάδα επλήγη άμεσα και περισσότερο.
Αφού εμφάνιζε και τις μεγαλύτερες, διαχρονικά, ενδογενείς αδυναμίες.
Με αποτέλεσμα, η οικονομία της να λειτουργεί, περισσότερο ή λιγότερο ανά περίοδο, σε συνθήκες ασταθούς ισορροπίας.
Και με ένα αναπτυξιακό υπόδειγμα που χαρακτηρίζονταν από εμφανείς αλλά και υποβόσκουσες, μακροχρόνιες παθογένειες στο αξιακό, στο θεσμικό, στο πολιτικό, στο κοινωνικό και στο οικονομικό πεδίο.
Η μεταγενέστερη εξέλιξη των γεγονότων στη χώρα είναι γνωστή.
Η κρίση δανεισμού, η προσφυγή της χώρας στο Μηχανισμό Στήριξης ως αποτέλεσμα και μιας σειράς λανθασμένων πολιτικών επιλογών της τότε περιόδου, η εφαρμογή ενός Προγράμματος Οικονομικής Πολιτικής, του ίδιου Προγράμματος από το 2010 μέχρι και σήμερα.
Πρόγραμμα ασφυκτικό και ανελαστικό.
Πρόγραμμα το οποίο απαιτεί βίαιη και εμπροσθοβαρή δημοσιονομική προσαρμογή και πλήθος δύσκολων, αλλά σε πολλές περιπτώσεις αναγκαίων διαρθρωτικών παρεμβάσεων.
Πρόγραμμα το οποίο, παρά τα λάθη στο περιεχόμενό του στο μίγμα της δημοσιονομικής πολιτικής και την αβελτηρία στην εφαρμογή του στο σκέλος των διαρθρωτικών αλλαγών, κατέγραψε, στο τέλος του 2014, θετικά και μετρήσιμα αποτελέσματα.
Πράγματι, η χώρα, το 2014, μετά από 6 συναπτά έτη βαθιάς και παρατεταμένης ύφεσης, επέστρεψε σε θετικό ρυθμό οικονομικής μεγέθυνσης, υψηλότερο και από τις εκτιμήσεις, στο +0,8%.
Και η προοπτική ήταν η οικονομία της να μεγεθυνθεί σε ποσοστό άνω του 2,5% το 2015.
Σε αυτό συνέκλιναν όλες οι προβλέψεις των εταίρων, των διεθνών οίκων, της Τράπεζας της Ελλάδος, της Ελληνικής Κυβέρνησης.
Είναι όμως εφικτή η επίτευξη αυτού του στόχου σήμερα;
Δυστυχώς όχι.
Η παρατεταμένη αβεβαιότητα, η αστάθεια και η «δημιουργική ασάφεια» έχουν οδηγήσει την οικονομία σε μια νέα φάση επιδείνωσης.
Συμπερασματικά, η ανάκαμψη της οικονομίας κινδυνεύει.
Σ’ αυτό συγκλίνουν οι πάντες, εντός και εκτός χώρας.
Ενδεικτικά, ο Οίκος Fitch, που πρόσφατα υποβάθμισε την Ελλάδα, προχώρησε σε μείωση των εκτιμήσεων για το 2015: 2,5% έλεγε το Δεκέμβριο, 1,5% τον Ιανουάριο και 0,5% λέει τώρα. Με ρίσκο να μειωθεί και άλλο.
Συνεπώς, στην παρούσα φάση, δυστυχώς, οι αναπτυξιακές προοπτικές της οικονομίας δεν είναι ευοίωνες.
Και αυτό γιατί η Κυβέρνηση έχει αναλώσει πολύτιμο χρόνο και διαπραγματευτικό κεφάλαιο σε ασκήσεις επικοινωνιακής, και μόνο, πολιτικής και σε παίγνια με σύμβολα, συμβολισμούς και λέξεις.
Προκειμένου να δικαιολογήσει τις παλινωδίες, τις ασυνέπειες, την αβελτηρία, την απουσία σχεδίου.
Καλούμε συνεπώς την Κυβέρνηση να επιδείξει υπευθυνότητα και ρεαλισμό.
Και να προχωρήσει, άμεσα, όπως και η ίδια έχει δεσμευθεί, στην υλοποίηση των Ευρωπαϊκών αποφάσεων της 20ης Φεβρουαρίου.
Ώστε να σταθεροποιηθεί, το συντομότερο δυνατόν, η κατάσταση.
Και αυτή η σταθεροποίηση να μετατραπεί, μέσα από μια ολοκληρωμένη στρατηγική που είχε ήδη ξεκινήσει, σε δυναμική και βιώσιμη ανάπτυξη, με κοινωνική συνοχή, εντός της Ευρωζώνης.
Βασικοί άξονες αυτής της στρατηγικής πρέπει να είναι:
1ος. Η πραγματοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, κυρίως με την ενδυνάμωση του ανταγωνισμού στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών και με την άρση των εμποδίων στη λειτουργία της οικονομίας.
Μεταρρυθμίσεις, που θα βοηθήσουν τη διατήρηση ή/και δημιουργία νέων εξωστρεφών και ανταγωνιστικών εγχώριων επιχειρήσεων και την προσέλκυση ξένων άμεσων επενδύσεων.
2ος. Η βελτίωση της «ποιότητας» των δημόσιων οικονομικών.
Και αυτό θα επιτευχθεί με την αύξηση της αποτελεσματικότητας των πόρων και με την ενίσχυση, σταδιακά, των δαπανών που έχουν υψηλό πολλαπλασιαστή και απόδοση, προάγουν την οικονομική ανάπτυξη και δημιουργούν υψηλή κοινωνική ανταποδοτικότητα.
Αυτός ο προσανατολισμός των δημόσιων δαπανών συνάδει και με τη θεωρία της ενδογενούς ανάπτυξης, σύμφωνα με την οποία παράγοντες όπως η εκπαίδευση, η έρευνα και η καινοτομία δημιουργούν τις προϋποθέσεις για μια ισχυρή αναπτυξιακή δυναμική.
3ος. Η ταχύτερη και εμπροσθοβαρής υλοποίηση επενδυτικών σχεδίων από πόρους του ΕΣΠΑ και της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων.
Καθώς και η ορθολογική αξιοποίηση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων.
4ος. Η εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης.
Είναι γεγονός ότι η εύρυθμη λειτουργία του τραπεζικού τομέα, ιδιαίτερα σε τραπεζοκεντρικές χώρες όπως είναι η Ελλάδα, αποτελεί προϋπόθεση για τη βιώσιμη ανάπτυξη και την αποτελεσματική κατανομή των οικονομικών πόρων.
Το Ελληνικό τραπεζικό σύστημα, τα τελευταία χρόνια, βρέθηκε αντιμέτωπο με πολλές, μεγάλες και διευρυνόμενες προκλήσεις.
Αυτές είχαν ορατές και δυσμενείς επιπτώσεις στη ρευστότητα, στην αποδοτικότητα, στην αποτελεσματικότητα και στην ποιότητα του χαρτοφυλακίου των Ελληνικών πιστωτικών ιδρυμάτων.
Για το λόγο αυτό, στόχος της προηγούμενης Κυβέρνησης ήταν να τεθούν οι βάσεις για τη δημιουργία ενός ισχυρού, αποτελεσματικού, βιώσιμου και σταθερού τραπεζικού συστήματος, ώστε να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη καταθετών και επενδυτών και να αποφευχθεί ευρεία συστημική αποσταθεροποίηση.
Σ’ αυτό το πλαίσιο:
Οι στόχοι που είχαν τεθεί επιτεύχθησαν.
Το τραπεζικό σύστημα ανακεφαλαιοποιήθηκε και αναδιατάχθηκε επιτυχώς και η εμπιστοσύνη σε αυτό ενισχύθηκε.
Δυστυχώς όμως, σήμερα, το Ελληνικό τραπεζικό σύστημα βρίσκεται αντιμέτωπο, και πάλι, με νέες προκλήσεις.
Και αυτό είναι φυσικό, γιατί επηρεάζεται και επηρεάζει την πραγματική οικονομία.
5ος. Η εντατικότερη υλοποίηση του προγράμματος αποκρατικοποιήσεων και αξιοποίησης της περιουσίας του Δημοσίου.
Η αξιοποίηση αυτή είναι επωφελής για τη χώρα, καθώς βραχυπρόθεσμα αυξάνονται τα έσοδα του Δημοσίου, ενώ μεσο-μακροπρόθεσμα δημιουργείται πλούτος στην Ελληνική οικονομία, μέσω της αύξησης των επενδύσεων και της δημιουργίας νέων θέσεων απασχόλησης.
6ος. Η δημιουργία ενός δίκαιου, αποτελεσματικού και σύγχρονου κράτους.
Αφού επιτεύχθησαν οι αναγκαίοι στόχοι για τη μείωση του αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων και της μισθολογικής τους δαπάνης, οφείλουμε να περάσουμε στην εκπλήρωση των κρίσιμων ποιοτικών μεταρρυθμίσεων, με προτεραιότητα στην πάταξη της γραφειοκρατίας και στην αξιολόγηση.
7ος. Η μεγιστοποίηση των διαθέσιμων χρηματοδοτικών πόρων και η άντληση κεφαλαίων από εναλλακτικές, πλην τραπεζικού δανεισμού, πηγές χρηματοδότησης.
Σε αυτή την κατεύθυνση, η προηγούμενη Κυβέρνηση, στην προσπάθεια της να ενισχύσει τον ρόλο που διαδραματίζει η Ελληνική Κεφαλαιαγορά, προχώρησε στις αναγκαίες παρεμβάσεις για τη διαμόρφωση του κατάλληλου θεσμικού πλαισίου για την προσέλκυση επενδύσεων, μέσω των νέων επενδυτικών εργαλείων και της ενσωμάτωσης, στο Εθνικό Δίκαιο, των Οδηγιών για τις συλλογικές επενδύσεις.
8ος. Η σταδιακή μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης.
Αυτό θα επιτευχθεί με τη διασφάλιση περιβάλλοντος δημοσιονομικής σταθερότητας και με την ένταξη του «αφανούς» τμήματος της οικονομίας στο «εμφανές» πεδίο της, επιτυγχάνοντας τη φορολόγησή του.
9ος. Η περαιτέρω ενίσχυση της μακροχρόνιας βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους.
Η αλήθεια είναι ότι το δημόσιο χρέος, εδώ και δεκαετίες, είχε πολύ ισχυρή αυξητική δυναμική.
Αλήθεια, επίσης, είναι ότι ο ρυθμός αύξησής του αρχίζει να περιορίζεται, η μέση υπολειπόμενη φυσική διάρκειά του έχει χρονικά επεκταθεί και οι δαπάνες εξυπηρέτησής του έχουν αισθητά μειωθεί.
Είναι όμως επίσης αλήθεια ότι η επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων της χώρας υποχρεώνει τους εταίρους και δανειστές μας να αναλάβουν, σύντομα, συγκεκριμένες πρωτοβουλίες για την περαιτέρω ενίσχυση της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους.
Ρεαλιστικές λύσεις, εφικτές τεχνικές, ισοδύναμοι τρόποι υπάρχουν.
Και σε αυτό συμφωνεί πλέον και η σημερινή Κυβέρνηση.
Κυρίες και Κύριοι,
Κατά την εκτίμησή μου, αυτός είναι ο ορθός δρόμος που πρέπει να ακολουθήσουμε.
Για το λόγο αυτό είναι εθνική ανάγκη να διαφυλαχθούν όλα όσα έχουν επιτευχθεί, με τόσο μεγάλο κόπο και κόστος.
Εμείς, ως Αξιωματική Αντιπολίτευση, στην περίπτωση αναζήτησης καλών λύσεων για τη χώρα και τους πολίτες, θα είμαστε δημιουργικά σαφείς.
Θα στηρίζουμε κάθε προσπάθεια που στοχεύει στη ρεαλιστική, σταθερή, ομαλή και ανοδική πορεία της χώρας, εντός της Ευρωζώνης.
Άλλωστε, όπως σταθερά υποστηρίζω, η προσπάθεια με στόχο τη συγκρότηση μιας ισχυρής Ελλάδας, η οποία θα λειτουργεί με αξιοπρέπεια στην Ευρωπαϊκή και την παγκόσμια σκηνή, πρέπει να είναι συνεχής και συλλογική.
Κυρίες και Κύριοι,
Θέλω να ευχαριστήσω τους διοργανωτές του Συνεδρίου για την πρόσκληση που μου απηύθυναν να παραστώ και να καταθέσω σκέψεις για την τρέχουσα οικονομική κατάσταση της χώρας, ιδιαίτερα του τραπεζικού συστήματος.
Κυρίες και Κύριοι,
Γνωρίζετε ότι οι Ευρωπαϊκές οικονομίες, από το 2008, «χτυπήθηκαν» έντονα από την παγκόσμια κρίση.
Κρίση δημοσιονομική και χρηματοπιστωτική.
Κρίση μεταδοτική, από τον χρηματοπιστωτικό προς το δημοσιονομικό τομέα, ή αντίστροφα.
Κρίση η οποία ανέδειξε τις ατέλειες και τις υστερήσεις του Ευρωπαϊκού οικοδομήματος.
Αφού το βρήκε «ανοχύρωτο». Χωρίς μηχανισμούς αντίστασης και αντίδρασης, ελέγχου και εποπτείας.
Με το εγχείρημα της οικονομικής και νομισματικής ενοποίησης, δομικά και θεσμικά, ημιτελές.
Και με την Ελλάδα, να πλήττεται άμεσα και περισσότερο.
Αφού είχε τις μεγαλύτερες, διαχρονικά, ενδογενείς αδυναμίες.
Με αποτέλεσμα, η οικονομία της να λειτουργεί, περισσότερο ή λιγότερο ανά περίοδο, σε συνθήκες ασταθούς ισορροπίας.
Και με ένα αναπτυξιακό υπόδειγμα που χαρακτηρίζονταν από εμφανείς αλλά και υποβόσκουσες, μακροχρόνιες παθογένειες στο αξιακό, στο θεσμικό, στο πολιτικό, στο κοινωνικό και στο οικονομικό πεδίο.
Η μεταγενέστερη εξέλιξη των γεγονότων στη χώρα μας είναι γνωστή.
Η κρίση δανεισμού, η προσφυγή της χώρας στο Μηχανισμό Στήριξης ως αποτέλεσμα και μιας σειράς λανθασμένων πολιτικών επιλογών της τότε περιόδου, η εφαρμογή ενός Προγράμματος Οικονομικής Πολιτικής, του ίδιου Προγράμματος από το 2010 μέχρι και σήμερα.
Πρόγραμμα ασφυκτικό και ανελαστικό.
Πρόγραμμα το οποίο απαιτεί βίαιη και εμπροσθοβαρή δημοσιονομική προσαρμογή και πλήθος δύσκολων, αλλά σε πολλές περιπτώσεις αναγκαίων διαρθρωτικών παρεμβάσεων.
Πρόγραμμα το οποίο, παρά τα οποία λάθη στο περιεχόμενό του στο μίγμα της δημοσιονομικής πολιτικής και την αβελτηρία στην εφαρμογή του στο σκέλος των διαρθρωτικών αλλαγών, κατέγραψε, στο τέλος του 2014, θετικά και μετρήσιμα αποτελέσματα.
Αποτελέσματα τα οποία αναγνωρίζονται τόσο διεθνώς όσο και εντός της χώρας.
Και τα οποία είναι προϊόν συλλογικής και σκληρής δουλειάς.
Και, κυρίως, των μεγάλων θυσιών των Ελλήνων πολιτών.
Κυρίες και Κύριοι,
Θέλω να σταθώ ιδιαίτερα στο τελευταίο.
Και αυτό όχι μόνο γιατί αποτελεί το θέμα του Συνεδρίου.
Αλλά και γιατί η εύρυθμη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος, ιδιαίτερα σε τραπεζοκεντρικές χώρες όπως είναι η Ελλάδα, αποτελεί προϋπόθεση για τη βιώσιμη ανάπτυξη και την αποτελεσματική κατανομή των οικονομικών πόρων.
Τα πιστωτικά ιδρύματα της χώρας, τα τελευταία χρόνια, βρέθηκαν αντιμέτωπα με πολλές, μεγάλες και διευρυνόμενες προκλήσεις.
Προκλήσεις που απέρρεαν:
Όλες αυτές οι προκλήσεις είχαν ορατές και δυσμενείς επιπτώσεις στη ρευστότητα, στην αποδοτικότητα, στην αποτελεσματικότητα και στην ποιότητα του χαρτοφυλακίου των Ελληνικών πιστωτικών ιδρυμάτων.
Για το λόγο αυτό, στόχος της προηγούμενης Κυβέρνησης ήταν να τεθούν οι βάσεις για τη δημιουργία ενός ισχυρού, αποτελεσματικού, βιώσιμου και σταθερού τραπεζικού συστήματος, ώστε να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη καταθετών και επενδυτών και να αποφευχθεί ευρεία συστημική αποσταθεροποίηση.
Σ’ αυτό το πλαίσιο:
Οι στόχοι που είχαν τεθεί επιτεύχθησαν.
Το τραπεζικό σύστημα ανακεφαλαιοποιήθηκε και αναδιατάχθηκε επιτυχώς και η εμπιστοσύνη σε αυτό ενισχύθηκε.
Απόδειξη αυτών, ενδεικτικά, μέχρι το τέλος του 2014, αποτελεί:
1ον. Η σταθεροποίηση των καταθέσεων, μετά το καλοκαίρι του 2012. Σ’ αυτό βοήθησε η διατήρηση του κλίματος εμπιστοσύνης και η άνοδος των συναλλαγών στο πλαίσιο της σταδιακής ανάκαμψης της οικονομίας.
2ον. Το γεγονός ότι οι 4 συστημικές τράπεζες, εντός του 1ου εξαμήνου του 2014, είχαν άνετη πρόσβαση στη διατραπεζική χρηματοδότηση και προέβησαν στην έκδοση τραπεζικών ομολόγων – χωρίς εξασφαλίσεις – στις διεθνείς αγορές, αντλώντας σημαντική ρευστότητα και μηδενίζοντας, παράλληλα, την προσφυγή τους στον Έκτακτο Μηχανισμό Ρευστότητας.
3ον. Η κάλυψη, σχεδόν εξ’ ολοκλήρου, από ξένα επενδυτικά κεφάλαια και θεσμικούς επενδυτές, των αυξήσεων μετοχικού κεφαλαίου των ιδρυμάτων.
4ον. Η ταχεία προώθηση της εφαρμογής των σχεδίων αναδιάρθρωσης των τραπεζών που έχουν εγκριθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Αυτή η βελτίωση επιβεβαιώθηκε και από τα αποτελέσματα της άσκησης Συνολικής Αξιολόγησης που διενεργήθηκε από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Τραπεζική Αρχή.
Δυστυχώς όμως, σήμερα, το Ελληνικό τραπεζικό σύστημα βρίσκεται αντιμέτωπο, και πάλι, με νέες προκλήσεις.
Και αυτό είναι φυσικό, γιατί επηρεάζεται και επηρεάζει την πραγματική οικονομία.
Πραγματική οικονομία η οποία, κυρίως λόγω της παρατεταμένης αβεβαιότητας και των συνεχιζόμενων Κυβερνητικών παλινωδιών, έχει μπει, το τελευταίο τρίμηνο, σε νέα φάση επιδείνωσης:
Ενώ η χώρα δεν μπορεί, με τα σημερινά δεδομένα, να συμμετάσχει στο πρόγραμμα «ποσοτικής χαλάρωσης» της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Όλα αυτά συνθέτουν πάλι ένα βαρύ περιβάλλον, με κόστος για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις και με αντίκτυπο, άμεσο και έμμεσο, στο τραπεζικό σύστημα.
Αντίκτυπο που σχετίζεται και με την απροθυμία εκ μέρους των ξένων επενδυτών να ανανεώσουν διατραπεζικά δάνεια και repos με Ελληνικές τράπεζες, αλλά και με την περαιτέρω σημαντική εκροή καταθέσεων λόγω της μείωσης της εμπιστοσύνης των καταθετών.
Καταθέσεις που έχουν διαμορφωθεί στο χαμηλότερο ύψος της τελευταίας δεκαετίας, σύμφωνα με τα στοιχεία του Φεβρουαρίου που δημοσιοποιήθηκαν χθες.
Ταυτόχρονα, η απόφαση της ΕΚΤ, λόγω μη διαφαινόμενης προοπτικής για ολοκλήρωση της αξιολόγησης του Προγράμματος Οικονομικής Πολιτικής, να άρει την εξαίρεση χρεογράφων που έχει εκδώσει ή εγγυηθεί το Ελληνικό Δημόσιο από τις προϋποθέσεις ελάχιστης πιστωτικής διαβάθμισης για την αποδοχή τους ως εξασφαλίσεων κατά τις πράξεις νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος, επιδείνωσε περαιτέρω τις συνθήκες ρευστότητας των τραπεζών.
Πλέον, οι τράπεζες εξαρτώνται σε σημαντικό βαθμό από το Έκτακτο Μηχανισμό ρευστότητας, με αρκετά υψηλότερο κόστος.
Ενώ η πρακτική της Κυβέρνησης να χρησιμοποιεί τα διαθέσιμα στις εμπορικές τράπεζες φορέων της Γενικής Κυβέρνησης προκειμένου να καλύψει τις πιεστικές ταμειακές ανάγκες της χώρας, χειροτερεύει την κατάσταση.
Το αποτέλεσμα είναι, αυτές οι πιέσεις στο παθητικό των τραπεζών, να έχουν άμεση επίπτωση στο ενεργητικό τους.
Καθώς η έλλειψη και το υψηλό κόστος άντλησης ρευστότητας επηρεάζει τη διαθεσιμότητα κεφαλαίων προς τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, ενώ το υψηλό κόστος χρηματοδότησης μετακυλίεται, στο σύνολό του ή εν μέρει, στους δανειολήπτες.
Κυρίες και Κύριοι,
Πέραν του προβλήματος της ρευστότητας, η άλλη μεγάλη πρόκληση που αντιμετωπίζει το τραπεζικό σύστημα έχει να κάνει με το δυσθεώρητο ύψος των μη-εξυπηρετούμενων δανείων.
Το γεγονός αυτό παραμένει σαφώς ένα από τα βασικότερα αίτια για την αδυναμία ουσιαστικής πιστωτικής επέκτασης.
Έχει σημασία να τονίσουμε 4 παραμέτρους όσον αφορά στο πρόβλημα αυτό:
1ον. Η επίλυση του προβλήματος σχετίζεται άμεσα με την ικανότητα των ίδιων των τραπεζών να διαχειρισθούν αποτελεσματικά τα δάνεια σε καθυστέρηση.
Σ’ αυτό το πεδίο θεσπίστηκε και τέθηκε σε ισχύ ο Κώδικας Δεοντολογίας για τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων ιδιωτικών οφειλών, με τον οποίο εγκαθιδρύθηκε μηχανισμός επίλυσης του μη εξυπηρετούμενου ιδιωτικού χρέους με βάση τις βέλτιστες διεθνείς πρακτικές.
2ον. Η επίλυση του προβλήματος σχετίζεται όμως και με τη βελτίωση του μακροοικονομικού περιβάλλοντος.
Με την παγίωση θετικών, σημαντικών και διατηρήσιμων ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης, η οποία θα δημιουργήσει μια αυτοτροφοδοτούμενη διαδικασία μείωσης των προβληματικών δανείων καθώς θα βελτιώνονται οι δυνατότητες αποπληρωμής από νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Δυστυχώς, η αναμενόμενη επιβράδυνση των ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης, θα έχει ως αποτέλεσμα, πιθανότατα, τη δημιουργία πρόσθετων «κόκκινων» δανείων.
Ήδη, τους 2 πρώτους μήνες του έτους, παρατηρήθηκε επιτάχυνση της εμφάνισης νέων καθυστερήσεων, έναντι αποκλιμάκωσης τα τελευταία τρίμηνα του 2014.
3ον. Κομβικής σημασίας είναι και η σταθερότητα ως προς την άσκηση πολιτικής προκειμένου να αποφεύγονται φαινόμενα ηθικού κινδύνου (moral hazard).
Δηλαδή δεν θα πρέπει να δημιουργούνται κίνητρα για αθέτηση οφειλών στους δανειολήπτες που έχουν δυνατότητα να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους.
Μέρος όμως της προαναφερθείσας εμφάνισης νέων καθυστερήσεων εκτιμάται ότι προέρχεται από την εμφάνιση των λεγόμενων «στρατηγικών κακοπληρωτών», λόγω προσδοκιών που είχαν δημιουργηθεί για διαγραφή χρεών.
4ον. Τέλος, οι ρυθμίσεις επιχειρηματικών δανείων θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη και τη βιωσιμότητα των επιχειρησιακών σχεδίων.
Κι αυτό, ώστε να μη δεσμεύονται πόροι σε επιχειρήσεις που δεν έχουν καμία προοπτική επιβίωσης, καθώς έτσι περιορίζεται η χρηματοδότηση προς υγιείς επιχειρήσεις που μπορούν να συνδράμουν στην οικονομική ανάπτυξη και την αύξηση της απασχόλησης.
Στο πλαίσιο αυτό εντάχθηκε ο Ν. 4307/2014, με τον οποίο παρασχέθηκαν κίνητρα για τη ρύθμιση χρεών μικρών επιχειρήσεων και επαγγελματιών και προβλέφθηκαν έκτακτες διαδικασίες ρύθμισης οφειλών επιχειρήσεων.
Κυρίες και Κύριοι,
Αυτές οι προκλήσεις επιτάσσουν την ανάγκη συνετής και διορατικής διαχείρισης της κατάστασης από την Πολιτεία, η οποία οφείλει να λαμβάνει πρωτοβουλίες για την ενίσχυση της ροής των πιστώσεων στην αγορά και την αναθέρμανση της οικονομίας.
Δυστυχώς, στην παρούσα φάση, οι προοπτικές αυτές δεν είναι θετικές.
Και αυτό γιατί η Κυβέρνηση έχει αναλώσει πολύτιμο χρόνο και διαπραγματευτικό κεφάλαιο σε ασκήσεις επικοινωνιακής, και μόνο, πολιτικής και σε παίγνια με σύμβολα, συμβολισμούς και λέξεις.
Προκειμένου να δικαιολογήσει, στο εσωτερικό του κυβερνητικού συνασπισμού, τις παλινωδίες, τις ασυνέπειες, την αβελτηρία, την απουσία σχεδίου.
Καλούμε συνεπώς την Κυβέρνηση να επιδείξει υπευθυνότητα, σύνεση και ρεαλισμό.
Και να περάσει, επιτέλους, από τη «δημιουργική ασάφεια» στη σαφήνεια της πραγματικότητας.
Γιατί αυτό που προέχει είναι να προχωρήσει, άμεσα, στην υλοποίηση των Ευρωπαϊκών αποφάσεων της 20ης Φεβρουαρίου.
Έστω και αν σήμερα διαπιστώνει ότι έκανε λάθος που συμφώνησε στην επιστροφή του συνόλου των ομολόγων στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και στη χορήγηση της δόσης, ακόμη και του τμήματος της επιστροφής κερδών από τη διακράτηση Ελληνικών ομολόγων, στο τέλος της αξιολόγησης του τρέχοντος Προγράμματος.
Όσο δε οι υφιστάμενες στη συμφωνία ασάφειες, καταστούν εν πορεία σαφείς και ποσοτικά συγκεκριμένες, τότε πλέον θα πέσουν και τα τελευταία «φύλλα συκής» και θα αποκαλυφθεί όλη η αλήθεια.
Εμείς πάντως, ως Αξιωματική Αντιπολίτευση, στην περίπτωση αναζήτησης καλών λύσεων για τη χώρα και τους πολίτες, θα είμαστε δημιουργικά σαφείς.
Η άρνηση σε όλα και η «δημιουργική ασάφεια», αποτέλεσε πρακτική άλλων.
Καθιστώ συνεπώς σαφές, για ακόμη μία φορά, ότι στηρίζουμε κάθε προσπάθεια που στοχεύει στη ρεαλιστική, σταθερή, ομαλή και ανοδική πορεία της χώρας, εντός της ευρωζώνης.
Άλλωστε η προσπάθεια με στόχο τη συγκρότηση μιας ισχυρής Ελλάδας, η οποία θα λειτουργεί με αξιοπρέπεια στην Ευρωπαϊκή και την παγκόσμια σκηνή, πρέπει να είναι συνεχής και συλλογική.