«Η ελληνική κυβέρνηση συμφώνησε σε όλα στο Eurogroup και έχει προσυπογράψει την απόφαση, δήλωσε ο βουλευτής της ΝΔ, Χρήστος Σταϊκούρας, μιλώντας στο Πρώτο Πρόγραμμα και στους Ευαγγελία Μπαλτατζή και Ξενοφώντα Ζηκίδη.
«Η ελληνική κυβέρνηση συμφώνησε σε όλα στο Eurogroup και έχει προσυπογράψει την απόφαση, δήλωσε ο βουλευτής της ΝΔ, Χρήστος Σταϊκούρας, μιλώντας στο Πρώτο Πρόγραμμα και στους Ευαγγελία Μπαλτατζή και Ξενοφώντα Ζηκίδη.
«Όπου ακούς πολλά κεράσια, κράτα μικρό καλάθι», λέει ο λαός μας.
Και αυτό ισχύει απολύτως για τις κυβερνητικές θριαμβολογίες σχετικά με την τελευταία απόφαση του Eurogroup για τη χώρα μας.
Σύμφωνα με την απόφαση, την οποία συνυπέγραψε και η ελληνική πλευρά:
1ον. Η 2η αξιολόγηση δεν έκλεισε, παρά τις περί του αντιθέτου συνεχείς διαβεβαιώσεις της Κυβέρνησης.
Έτσι, ένα σημαντικό χρονικό «ορόσημο» χάθηκε, η αβεβαιότητα διατηρείται, η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης καθυστερεί, ο λογαριασμός των μέτρων «ανεβαίνει», η αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου αναβάλλεται, η ένταξη στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, που θα έπρεπε να είχε γίνει από το Μάρτιο του 2015, μετατίθεται.
2ον. Καταγράφεται δημοσιονομικό κενό για το 2018, το οποίο θα πρέπει να καλυφθεί με νέα, επώδυνα μέτρα λιτότητας, πέραν αυτών που ήδη έχει πάρει η σημερινή Κυβέρνηση, ύψους 9 δισ. ευρώ μέχρι σήμερα.
3ον. Επιβεβαιώνεται ότι οι δημοσιονομικοί στόχοι θα παραμείνουν υψηλοί, στο 3,5% του ΑΕΠ, για αρκετά χρόνια μετά το 2018.
Η Κυβέρνηση, μάλιστα, δεσμεύτηκε στην επίτευξη αυτών των στόχων, με την εφαρμογή νέων διαρθρωτικών μέτρων και τη μονιμοποίηση της χρήσης του δημοσιονομικού «κόφτη».
Δεσμεύτηκε συνεπώς σε μόνιμους μηχανισμούς εποπτείας της ελληνικής οικονομίας, πέραν της ολοκλήρωσης του 3ου Μνημονίου, οδηγώντας ουσιαστικά τη χώρα σε ένα 4ο Μνημόνιο.
Έτσι όμως στραγγαλίζεται η οικονομία και φεύγουν οι επενδύσεις από τον τόπο.
4ον. Τα βραχυπρόθεσμα μέτρα που αποφασίστηκαν για το χρέος, τα οποία έρχονται να καλύψουν μόνο μέρος του κόστους που επέφεραν οι ανερμάτιστοι χειρισμοί της σημερινής Κυβέρνησης, αν και κινούνται προς τη θετική κατεύθυνση, είναι λίγα, θα έχουν θετική επίπτωση σε βάθος χρόνου, δεν συνδυάζονται με μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων, αλλά αντιθέτως συνοδεύονται από βαρύ τίμημα για τους πολίτες, με πρόσθετα μέτρα λιτότητας.
Συγκεκριμένα, με τη συγκεκριμένη δέσμη παρεμβάσεων προβλέπεται:
α) σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, μέχρι τουλάχιστον το 2022, να υπάρξει επιβάρυνση της βιωσιμότητας του χρέους λόγω της αύξησης των επιτοκίων (άρα και των τόκων εξυπηρέτησης του χρέους),
β) στη συνέχεια και μέχρι το 2030, να υπάρξει οριακή βελτίωση της βιωσιμότητας του χρέους (το χρέος, το 2030, εκτιμάται ότι θα μειωθεί κατά μόλις 2,5% του ΑΕΠ σε έναν λόγο χρέος/ΑΕΠ = 131%!), και
γ) ακολούθως, σε μεγάλο βάθος χρόνου και μετά το 2040, να υπάρξει μερική βελτίωση των δεικτών του χρέους και των χρηματοδοτικών αναγκών ως προς το ΑΕΠ.
Και όλα αυτά προϋποθέτουν την πλήρη επίτευξη των, για πολλά χρόνια, υψηλών δημοσιονομικών στόχων.
Ενώ τα όποια αναγκαία μεσο-μακροπρόθεσμα μέτρα παραπέμπονται για το 2018, μετά την ολοκλήρωση του τρέχοντος προγράμματος, γι’ αυτό και απουσιάζει η οποιαδήποτε αναφορά σε αυτά στο κείμενο συμπερασμάτων.
Συνεπώς, αυτές οι παρεμβάσεις στο χρέος δεν έχουν καμία σχέση με τη διπλή αναδιάρθρωση του 2012, η οποία οδήγησε σε σημαντική απομείωση του χρέους τόσο σε ονομαστική όσο και σε παρούσα αξία.
Και σε μείωση κατά 50% των δαπανών για τόκους εξυπηρέτησης του χρέους, τόσο ως απόλυτο αριθμό όσο και ως ποσοστό του ΑΕΠ.
Ούτε φυσικά αυτές οι παρεμβάσεις έχουν οποιαδήποτε σχέση με τις Κυβερνητικές υποσχέσεις περί «διαγραφής» και «κουρέματος» του χρέους.
Συμπερασματικά, η Κυβέρνηση, για ακόμη μία φορά, «έβαλε τον πήχυ ψηλά και πέρασε από κάτω».
Αυτό είναι το οδυνηρό αποτέλεσμα της αναξιοπιστίας και της ανεπάρκειάς της.
Μπορείτε να ακούσετε τη συνέντευξη εδώ:
Μπορείτε να ακούσετε τη συνέντευξη εδώ:
Αθήνα, 2 Δεκεμβρίου 2016
“Προϋπολογισμός “φοροκεντρικής λιτότητας”: Έναν επιπλέον ΕΝΦΙΑ θα πληρώσουν οι πολίτες το 2017”
Ο Τομεάρχης Οικονομικών της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Φθιώτιδας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας, ενόψει της συζήτησης για τον Προϋπολογισμό του 2017, έκανε την ακόλουθη δήλωση:
«Ο Προϋπολογισμός αναδεικνύει το τεράστιο κόστος της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ για την οικονομία και την κοινωνία.
Το 2016, το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών συρρικνώθηκε.
Η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας επιδεινώθηκε.
Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου διογκώθηκαν.
Τα “λουκέτα” στην αγορά πολλαπλασιάστηκαν.
Το βιοτικό επίπεδο των πολιτών έπεσε.
Η οικονομία βρίσκεται σήμερα σε χαμηλότερο σημείο και με ασθενέστερη δυναμική από τον Ιανουάριο του 2015.
Η σημερινή Κυβέρνηση μας πήγε πολλά χρόνια πίσω.
Σε ό,τι αφορά το 2017, το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών θα συρρικνωθεί ακόμη περισσότερο.
Και αυτό γιατί η Κυβέρνηση επιβάλλει νέους, πρόσθετους φόρους και περικοπές στις συντάξεις και στα κοινωνικά επιδόματα, ύψους 2,6 δισ. ευρώ, δηλαδή άλλον έναν ΕΝΦΙΑ.
Είναι ένας μη ρεαλιστικός Προϋπολογισμός “φοροκεντρικής λιτότητας”.
Η αλλαγή οικονομικής πολιτικής είναι απολύτως αναγκαία.
Χρειαζόμαστε ένα ορθολογικό μείγμα οικονομικής αποτελεσματικότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης.
Η υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών και η αλλαγή της δημοσιονομικής πολιτικής, με σταδιακή μείωση της φορολόγησης των πολιτών, είναι επιβεβλημένη.
Αυτό όμως προϋποθέτει νέα, αξιόπιστη, μεταρρυθμιστική Κυβέρνηση που θα πει την αλήθεια στον ελληνικό λαό και θα σταματήσει την καθοδική πορεία της χώρας».
Tο κόστος διεξαγωγής των εκλογών είναι πολύ μικρότερο από το κόστος αποχώρησης αυτής της κυβέρνησης δήλωσε στον realfm 97,8 και την εκπομπή του Νίκου Χατζηνικολάου, ο τομεάρχης οικονομικών της ΝΔ.
Συγκεκριμένα, ο Χρήστος Σταϊκούρας απαντώντας στο ερώτημα γιατί η ΝΔ δεν μπαίνει στην ουσία της διαπραγμάτευσης, αλλά επιμένει στο αίτημα διεξαγωγής πρόωρων εκλογών είπε:
«Έχουμε μπει στην ουσία της συμφωνίας. Έχουμε πει ότι θα πρέπει να ολοκληρωθεί το συντομότερο δυνατόν η αξιολόγηση κατά τον βέλτιστο για τα ελληνικά συμφέροντα τρόπο. Έχουμε προτείνει συγκεκριμένες κατευθύνσεις για τη βελτίωση της βιωσιμότητας του χρέους.
Έχουμε τοποθετηθεί, εντός Βουλής, για νομοσχέδια τα οποία φέρνει η κυβέρνηση.
Αρνητικά όταν πρόκειται για δημοσιονομική πολιτική, γιατί εκεί αυτό μεταφράζεται σε αύξηση φόρων που είναι επιλογή της κυβέρνησης και σε αυτό διαφωνούμε.
Θετικά όμως σε διαρθρωτικές αλλαγές, όπως είναι για παράδειγμα η εργαλειοθήκη του ΟΟΣΑ που για τον ΣΥΡΙΖΑ ήταν το “σχοινί στο οποίο θα κρεμαστούμε” και προχθές πέρασε αρκετές τέτοιες διατάξεις τις οποίες και υπερψηφίσαμε».
Αθήνα, 29.11.2016
Δελτίο Τύπου
Ομιλία στην Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων κατά τη συζήτηση του Κρατικού Προϋπολογισμού 2017
Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,
Ο Προϋπολογισμός αναδεικνύει το τεράστιο κόστος του κυβερνητικού μορφώματος ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, για την οικονομία και την κοινωνία.
Το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών εξακολουθεί να συρρικνώνεται.
Το επιχειρηματικό περιβάλλον υπονομεύεται.
Το βιοτικό επίπεδο όλων των πολιτών πέφτει.
Συγκεκριμένα, όπως αναγνωρίζουν και οι συντάκτες του Προϋπολογισμού, το 2016:
Συμπερασματικά, 2 χρόνια χάθηκαν για την ελληνική οικονομία.
Και σήμερα η οικονομία βρίσκεται σε χαμηλότερο σημείο και με ασθενέστερη δυναμική σε σχέση με αυτή που παρέλαβε η Κυβέρνηση τον Ιανουάριο του 2015.
Σε ότι αφορά το 2017, ορισμένες επισημάνσεις:
1η Επισήμανση: Η πρόβλεψη της Κυβέρνησης για ανάπτυξη 2,7% το 2017, αν και θεμιτή, δεν είναι ρεαλιστική.
Γιατί όμως;
1ον. Η Κυβέρνηση προβλέπει σημαντική αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης.
Αυτό είναι εξαιρετικά αισιόδοξο σε μία χρονιά κατά την οποία θα συρρικνωθεί ακόμη περισσότερο το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών.
Και αυτό γιατί επιβάλλονται νέοι άμεσοι και έμμεσοι φόροι και περικοπές στις συντάξεις και την κοινωνική προστασία, ύψους περίπου 2,6 δισ. ευρώ.
2ον. Η Κυβέρνηση προβλέπει μεγάλη αύξηση των επενδύσεων.
Κι αυτό όμως είναι εξαιρετικά αισιόδοξο.
Η ιδιωτική οικονομία θα συνεχίσει να «στραγγαλίζεται» από την υπερφορολόγηση που αποτελεί επιλογή της Κυβέρνησης, τη «στάση πληρωμών» και την έλλειψη ρευστότητας.
Ενώ, η υλοποίηση των διαρθρωτικών αλλαγών, προσκρούει στην αναβλητικότητα και στις ιδεοληπτικές εμμονές των κυβερνώντων.
Και σ’ αυτούς τους προβληματισμούς δεν συμπεριλαμβάνονται μια σειρά από ενδογενείς και εξωγενείς αβεβαιότητες, πολλές από τις οποίες περιγράφονται στον Προϋπολογισμό, και οι οποίες ενισχύουν τους καθοδικούς κινδύνους για την πορεία της ελληνικής οικονομίας.
Συμπερασματικά, η πρόβλεψη της Κυβέρνησης αποτελεί «ευσεβή πόθο» της.
Ακόμη όμως και αν αποδεχθούμε τις αισιόδοξες εκτιμήσεις της Κυβέρνησης, η απώλεια πλούτου σε σχέση με τις αρχικές προβλέψεις του Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος είναι 26 δισ. ευρώ.
Αυτό είναι το οδυνηρό «αποτύπωμα» της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.
Και μια ακόμη παρατήρηση για την μεγέθυνση της οικονομίας:
Η Κυβέρνηση «πανηγυρίζει» για την αύξηση του ΑΕΠ το 3ο τρίμηνο του έτους, σε ετήσια βάση.
Λησμονεί όμως ή αποκρύπτει το γεγονός ότι το ΑΕΠ του 3ου τριμήνου του 2016, ως απόλυτος αριθμός, συγκρίνεται με την χειρότερη επίδοση της χώρας (3ο τρίμηνο του 2015) από το 1999, λόγω της αβεβαιότητας του περυσινού καλοκαιριού και των κεφαλαιακών περιορισμών που η σημερινή Κυβέρνηση επέβαλε.
Λησμονεί επίσης ή αποκρύπτει το γεγονός ότι το ΑΕΠ του 3ου τριμήνου του 2016 είναι χαμηλότερο από αυτό της αντίστοιχης περιόδου του 2014.
Συνεπώς, η αλήθεια είναι ότι η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ παρέλαβε την οικονομία στον «1ο όροφο», την έριξε στο «υπόγειο», και σήμερα πανηγυρίζει που προσπαθεί να την ανεβάσει τουλάχιστον στο «ισόγειο».
2η Επισήμανση: Η δημοσιονομική στρατηγική της Κυβέρνησης, με την επιβολή μέτρων ύψους 9 δισ. ευρώ, η οποία καθοδηγείται από μια ιδεοληπτική εμμονή «φοροκεντρικής λιτότητας» όπως την αποκαλεί το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, δεν θα αποφέρει τα προσδοκώμενα από την ίδια αποτελέσματα.
Μία αναδρομή στους απολογισμούς των «μνημονιακών» Προϋπολογισμών το επιβεβαιώνει.
Συγκεκριμένα:
Θυμίζουμε ότι εκείνη τη χρονιά, η οικονομία σταθεροποιήθηκε, επιτυγχάνοντας για πρώτη – και μοναδική μέχρι σήμερα φορά από την αρχή της κρίσης – θετικό ρυθμό οικονομικής μεγέθυνσης, ενώ η τότε Κυβέρνηση προχώρησε και σε στοχευμένες – για πρώτη και μοναδική φορά μέχρι σήμερα – μειώσεις φορολογικών συντελεστών.
3η Επισήμανση: Εκτός της επιβολής νέων φόρων, η σύνθεση των φορολογικών εσόδων επιβαρύνει ιδιαίτερα τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα.
Και αυτό γιατί το ποσοστό των έμμεσων φόρων στα συνολικά φορολογικά έσοδα είναι το υψηλότερο από το 2011.
Και σταθερά διευρύνεται επί της σημερινής διακυβέρνησης.
Έμμεσοι φόροι που δεν συμβάλλουν στην αναδιανομή του εισοδήματος προς όφελος των χαμηλών εισοδημάτων.
Αυτή είναι η δήθεν «κοινωνική ευαισθησία» της σημερινής Κυβέρνησης.
4η Επισήμανση: Παρά την αγωνιώδη προσπάθεια της Κυβέρνησης να εξωραΐσει την κατάσταση, υφίστανται πολλές «ωρολογιακές βόμβες» στα θεμέλια της Ελληνικής οικονομίας, όπως είναι:
5η Επισήμανση: Οι δαπάνες για μισθούς, συντάξεις, ασφάλιση, περίθαλψη και κοινωνική προστασία μειώνονται κατά 500 εκατ. ευρώ το 2017, και διαμορφώνονται περίπου στα 32,5 δισ. ευρώ, παρά την «κυβερνητική διαφήμιση» για την πλήρη εφαρμογή του Κοινωνικού Εισοδήματος Αλληλεγγύης.
Με λίγα λόγια, η Κυβέρνηση «τα παίρνει από τη μία τσέπη», με την περικοπή των συντάξεων και του ΕΚΑΣ και την αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών, για να «τα δώσει από την άλλη».
Και πάλι όμως, δεν τα δίνει όλα.
6η Επισήμανση: Η Κυβέρνηση διόγκωσε τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου, ενώ επιδεικνύει ανικανότητα και αναποτελεσματικότητα στην αποπληρωμή τους.
Υπενθυμίζουμε ότι σήμερα, με αποκλειστική ευθύνη της Κυβέρνησης, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου έχουν αυξηθεί κατά 62% από τις αρχές του 2015.
Ενώ η Κυβέρνηση όχι μόνο αδυνατεί να διοχετεύσει τους διαθέσιμους πόρους στην αγορά, αλλά δημιουργεί και νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές.
Κυβερνητική αδράνεια, ανικανότητα, αναποτελεσματικότητα!
7η Επισήμανση: Το δημόσιο χρέος αυξάνεται.
Ενώ η χώρα δεν συμμετέχει, με ευθύνη της σημερινής Κυβέρνησης, στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης που ξεκίνησε η ΕΚΤ, τον Μάρτιο του 2015.
Βέβαια το προφίλ του χρέους έχει βελτιωθεί, από τις πρωτοβουλίες που αναλήφθησαν μετά το 2012.
Έτσι, όπως ομολογεί και η ίδια η Κυβέρνηση, οι δαπάνες για τόκους μειώθηκαν στο μισό μετά το 2012, τόσο ως απόλυτος αριθμός όσο και ως ποσοστό του ΑΕΠ.
Συμπερασματικά, ο «φοροκεντρικός» Προϋπολογισμός του 2017 δεν σηματοδοτεί ένα ορθολογικό μείγμα οικονομικής αποτελεσματικότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης.
Η αλλαγή οικονομικής πολιτικής έχει καταστεί απολύτως αναγκαία.
Η εμπροσθοβαρής υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών και η αλλαγή της δημοσιονομικής πολιτικής, στην κατεύθυνση σταδιακής μείωσης της φορολόγησης των πολιτών, είναι επιβεβλημένη.
Αυτό όμως προϋποθέτει νέα διακυβέρνηση, με νέα πολιτική φιλοσοφία.
Μια μεταρρυθμιστική Κυβέρνηση, η οποία θα σπάσει το καταστροφικό καθοδικό σπιράλ που οδηγεί όλο και βαθύτερα στο οικονομικό τέλμα και την κοινωνική μιζέρια.
2016-11-29 ΔΤ – Ομιλία Επιτροπή Οικ. Υποθέσεων – Κρατικός ΠΥ 2017
Αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών: «Μνημείο» κυβερνητικής ανικανότητας και αναποτελεσματικότητας
Η αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς ιδιώτες αποτελεί βασική πηγή ενίσχυσης της ρευστότητας στην οικονομία και ουσιαστικό μηχανισμό τόνωσης της οικονομικής δραστηριότητας.
Αυτό απεδείχθη την περίοδο 2013-2014 όταν και ετέθησαν οι βάσεις για τη μείωσή τους, με τη νομοθέτηση και υλοποίηση ενός συνεκτικού και αποτελεσματικού προγράμματος αποπληρωμής των οφειλών, το οποίο ακόμη και η σημερινή Κυβέρνηση επικαλείται στον εφετινό Προϋπολογισμό της.
Το αποτέλεσμα ήταν, στο τέλος του 2014, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές να έχουν μειωθεί, καθαρά, κατά 6 δισ. ευρώ και η οικονομία να παρουσιάζει μεγέθυνση, για πρώτη φορά από την έναρξη της κρίσης.
Δυστυχώς, η κατάσταση αυτή, από τις αρχές του 2015, ανετράπη.
Οι οφειλές «τράβηξαν», και πάλι, «την ανηφόρα», ενώ συνεχίζουν να δημιουργούνται και καινούργιες.
Οι δεσμεύσεις δε της Κυβέρνησης για την αποπληρωμή τους, αποδεικνύονται «αριστερές πομφόλυγες».
Συγκεκριμένα:
1η. Με βάση το 3ο Μνημόνιο (Αύγουστος 2015), η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ θα έπρεπε να προχωρήσει στην εκκαθάριση του συνόλου των ληξιπρόθεσμων οφειλών έως το τέλος του 2016.
Αυτό δεν έγινε εξαιτίας της δήθεν «γενναίας» διαπραγμάτευσης και της πολύμηνης καθυστέρησης ολοκλήρωσης της 1ης αξιολόγησης, με ευθύνη της σημερινής Κυβέρνησης.
Το αποτέλεσμα ήταν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου να «εκτοξευθούν» στα 7,2 δισ. ευρώ τον Ιούνιο του 2016, αυξημένες κατά 89% από το Δεκέμβριο του 2014.
2η. Με βάση το Συμπληρωματικό Μνημόνιο (Ιούνιος 2016), η αποπληρωμή του συνόλου των ληξιπρόθεσμων οφειλών μετατέθηκε για τον Ιούνιο του 2017.
Πράγματι, από τον Ιούλιο του 2016, ξεκίνησε η σταδιακή αποπληρωμή τους.
Όμως, αυτή γίνεται με «ρυθμούς χελώνας», με λιγότερους σε σχέση με τον προγραμματισμό πόρους για την αποπληρωμή τους (-2,3 δισ. ευρώ) και με την Κυβέρνηση να δημιουργεί και νέες οφειλές.
Το αποτέλεσμα ήταν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου να παραμένουν υψηλές και να έχουν διαμορφωθεί στα 6,2 δισ. ευρώ το Σεπτέμβριο του 2016.
Δηλαδή, μέσα στο τελευταίο τρίμηνο, οι οφειλές μειώθηκαν κατά 1 δισ. ευρώ, αν και διοχετεύθηκαν πόροι ύψους περίπου 1,8 δισ. ευρώ.
Γιατί υπήρξε αυτή η απόκλιση; Επειδή την ίδια περίοδο δημιουργήθηκαν νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές ύψους περίπου 850 εκατ. ευρώ!
Πρόκειται για «μνημείο» Κυβερνητικής ανικανότητας, αναποτελεσματικότητας και αβελτηρίας.
3η. Σήμερα, φαίνεται ότι η αποπληρωμή των οφειλών, μέσω ασαφών «αριστερής κοπής» δεσμεύσεων, μετατίθεται για ακόμη αργότερα, πιθανόν και για μετά το 2017.
Προσδοκώντας τουλάχιστον το 2017 να φτάσουν στο επίπεδο του 2014.
Επιβεβαιώνεται έτσι, και στο πεδίο της αποπληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, ότι η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ παρέλαβε την οικονομία στον «1ο όροφο», την έριξε στο «υπόγειο», και σήμερα πανηγυρίζει που προσπαθεί να την ανεβάσει στο «ισόγειο».
Μπορείτε να ακούσετε τη συνέντευξη εδώ:
Αθήνα, 25.11.2016
Δελτίο Τύπου
Ομιλία στο 1Ο Συνέδριο του ΣΕΠΑΚ – Θεματική ενότητα: «Ο ρόλος των φορέων του κλάδου και των σχετικών υπουργείων στην αναστροφή της κρίσης και τον εκσυγχρονισμό των κατασκευών»
Κυρίες και Κύριοι,
Αισθάνομαι την ανάγκη να ευχαριστήσω το Σύνδεσμο Επιχειρήσεων για την Ποιότητα και την Ανάπτυξη των Κατασκευών για την πρόσκλησή του να συμμετάσχω στο σημερινό, 1ο Συνέδριό του.
Μία πρωτοβουλία σημαντική για τον τομέα των κατασκευών και επίκαιρη για τον κλάδο της αγοράς ακινήτων.
Κλάδος που συνέβαλε καθοριστικά στους υψηλούς ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης που παρουσίασε, επί σειρά ετών, η ελληνική οικονομία.
Κλάδος όμως που δοκιμάστηκε σκληρά και εξακολουθεί να δοκιμάζεται έντονα από την κρίση.
Εμφανίζοντας καθοδική πορεία, που συνεχίζεται και φέτος.
Αποτέλεσμα;
Πέρα όμως από αυτά τα ποσοτικά χαρακτηριστικά, υπάρχουν εγγενείς αδυναμίες και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του κλάδου, τα οποία εμποδίζουν την ανάπτυξη ορθολογικών επενδυτικών πολιτικών στο χώρο.
Ενδεικτικά:
Αυτή η κατάσταση οφείλει να μας προβληματίσει. Και να μας κινητοποιήσει.
Και αυτό διότι η αξία του ευρύτερου κατασκευαστικού κλάδου για την ελληνική οικονομία είναι σημαντική.
Κυρίες και Κύριοι,
Είναι συνεπώς σημαντικό, να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις, όπως αναφέρει και ο τίτλος της θεματικής ενότητας, ώστε «να αναστραφεί η κρίση και να εκσυγχρονιστεί ο κλάδος των κατασκευών».
Ιδιαίτερα σήμερα που η οικονομία βρίσκεται σε χαμηλότερο σημείο και με ασθενέστερη δυναμική σε σχέση με αυτή που παρέλαβε η Κυβέρνηση τον Ιανουάριο του 2015.
Βασικές προϋποθέσεις είναι:
1η. Η εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης και αξιοπιστίας.
Αυτά, με τη σημερινή Κυβέρνηση, αποτελούν είδος «εν ανεπαρκεία».
Ακόμη μάλιστα και αν φτάσουμε σε ότι αφορά κάποιους μακροοικονομικού δείκτες, κάποια στιγμή μέσα στο 2017, εκεί που ήμασταν το 2014, οι πολίτες θα είναι φτωχότεροι, τα νοικοκυριά θα έχουν χαμηλότερο εισόδημα, πολλές επιχειρήσεις θα έχουν βάλει «λουκέτο» ή θα έχουν «μεταναστεύσει», η «εσωτερική στάση πληρωμών» θα εξακολουθήσει να υφίσταται, η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας θα έχει συρρικνωθεί.
2η. Η αλλαγή του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής.
Με τη σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών, συμπεριλαμβανομένου και του φόρου ακίνητης περιουσίας.
Φορολόγηση της ακίνητης περιουσίας που αν και θεωρείται – παγκοσμίως – ορθή πολιτική επιλογή, εντούτοις στην περίπτωση της χώρας μας είναι υπερβολική.
Και αυτό γιατί η Ελλάδα, με τους πρόσθετους φόρους της σημερινής Κυβέρνησης, κατέχει την υψηλότερη θέση στη σχέση φορολογίας ακίνητης περιουσίας προς το ΑΕΠ.
Ενώ, σύμφωνα και με το τελευταίο βιβλίο των κ. Γιαννίτση και Ζωγραφάκη, «τα τμήματα με τα χαμηλότερα εισοδήματα έχουν δυσανάλογα μεγαλύτερο μερίδιο στην περιουσία, όμως η εισοδηματική τους κατάσταση δεν επιτρέπει μια ικανοποιητική ανταπόκριση στην πληρωμή του φόρου περιουσίας».
Στόχος συνεπώς πρέπει να είναι η πιο χαμηλή, ορθολογική, δίκαιη και σταθερή φορολόγηση της ακίνητης περιουσίας.
3η. Η εξομάλυνση των αντικειμενικών αξιών και η εναρμόνισή τους με τα πραγματικά δεδομένα της τρέχουσας αγοράς.
Έτσι θα αποφεύγεται, κατά το δυνατόν, η φορολόγηση πλασματικής φορολογητέας ύλης.
4η. Η διαμόρφωση της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Περιουσίας ως κεντρικού φορέα άσκησης της κυβερνητικής πολιτικής για την ορθολογική διαχείριση και τη στοχευμένη αξιοποίηση της περιουσίας του Δημοσίου.
Θα μπορούσε να μετονομαστεί σε Γενική Γραμματεία Ακίνητης Περιουσίας, με βασικούς πυλώνες αρμοδιοτήτων:
α) την καταγραφή, την προστασία και την αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου,
β) την προάσπιση της διαφάνειας στη λειτουργία του νέου Υπερταμείου Αποκρατικοποιήσεων σε θέματα που σχετίζονται με την ακίνητη περιουσία,
γ) τη διαχείριση του προγράμματος στέγασης του δημόσιου τομέα,
δ) τον εκσυγχρονισμό και την απλοποίηση των διαδικασιών και του θεσμικού πλαισίου, και τέλος
δ) την παρακολούθηση και τον συντονισμό της λειτουργίας της ελληνικής αγοράς ακινήτων και των αναπτυξιακών κατασκευαστικών έργων.
5η. Ειδικά σε ότι αφορά την οργάνωση και παρακολούθηση της λειτουργίας της ελληνικής αγοράς ακινήτων, θα μπορούσαν να αξιολογηθούν και να υιοθετηθούν, μαζί με την ολοκλήρωση του Μητρώου Ακίνητης Περιουσίας και την πλήρη εφαρμογή των ψηφιακών υπηρεσιών, οι ακόλουθες προτάσεις:
Με αυτές τις σκέψεις λοιπόν, θέλω να σας ευχαριστήσω για την πρόσκληση και να ευχηθώ κάθε επιτυχία στις εργασίες του Συνεδρίου σας.