Οικονομία

Τοποθέτηση στη 19η Prodexpo – Φορολογία & Ακίνητη Περιουσία | 1.11.2018

H αξία του κλάδου των ακινήτων είναι ιδαίτερα σημαντική γι αυτό απαιτείται η υλοποίηση ενός συνεκτικού σχεδίου ώστε να καταφέρει ο κλάδος να εξέλθει από τη δύσκολη θέση στην οποία έχει βρεθεί τα τελευταία χρόνια.

Με αυτό τον τρόπο θα αποδώσει ένα «τριπλό μέρισμα» καθώς θα ενισχύσει το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, θα τονώσει τις ιδιωτικές επενδύσεις στην αγορά κατοικίας και θα αυξήσει την αξία των ακινήτων.

Δελτίο Τύπου

Αθήνα, 01.11.2018

Τοποθέτηση στη 19η Prodexpo – Φορολογία & Ακίνητη Περιουσία

Η αγορά ακινήτων συνέβαλε καθοριστικά στους υψηλούς ρυθμούς μεγέθυνσης που παρουσίασε, για πολλά χρόνια, η ελληνική οικονομία.

Είναι όμως και αγορά που δοκιμάστηκε και συνεχίζει να δοκιμάζεται σκληρά από την κρίση, με τη μείωση της οικοδομικής δραστηριότητας, τη συρρίκνωση της ποσοστιαίας συμβολής του κλάδου των κατασκευών στη συνολική ακαθάριστη προστιθέμενη αξία, τη «συμπίεση» της αποτίμησης των ακινήτων στα χαμηλότερα όριά της, το «γκρέμισμα» του ακαθάριστου σχηματισμού κεφαλαίου στις κατοικίες, την εκτόξευση της αποποίησης κληρονομιών, την υπερφορολόγηση εταιρικών επενδυτικών σχημάτων, όπως είναι οι ΑΕΕΑΠ (Ανώνυμες Εταιρείες Επενδύσεων Ακίνητης Περιουσίας).

Αυτή η κατάσταση οφείλει να μας προβληματίσει.

Και αυτό διότι η αξία του ευρύτερου κλάδου είναι σημαντική, καθώς συμβάλλει στη δημιουργία πολλών θέσεων απασχόλησης, εισοδημάτων, τζίρων και φορολογικών εσόδων, διασυνδέεται με δομικούς βιομηχανικούς τομείς, σχετίζεται με πολλά επαγγέλματα, συνεισφέρει στον εκσυγχρονισμό των υποδομών και στην ενδυνάμωση της επενδυτικής ελκυστικότητας και προσελκύει θεσμικά κεφάλαια του εξωτερικού, με μακροχρόνιο ορίζοντα επένδυσης.

Συνεπώς, είναι σημαντικό ο κλάδος, με την υλοποίηση κατάλληλων πολιτικών, να εξέλθει από τη δύσκολη θέση στην οποία έχει βρεθεί τα τελευταία χρόνια.

Μεταξύ άλλων, η πιο χαμηλή, ορθολογική, δίκαιη και σταθερή φορολόγηση της ακίνητης περιουσίας, θα αποδώσει «τριπλό μέρισμα», καθώς θα ενισχύσει το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, θα τονώσει τις ιδιωτικές επενδύσεις στην αγορά κατοικίας και θα αυξήσει την αξία των ακινήτων.

Για το σκοπό αυτό απαιτείται η υλοποίηση ενός συνεκτικού σχεδίου, με βασικούς άξονες:

  • Τη μείωση του ΕΝΦΙΑ – μεσοσταθμικά – κατά 30% μέσα στα δύο πρώτα χρόνια με στόχο τον εξορθολογισμό της φορολόγησης της ακίνητης περιουσίας, στο ύψος περίπου του μέσου όρου των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΟΟΣΑ.
  • Την μελλοντική απόδοση του φόρου ακίνητης περιουσίας στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, με μηχανισμούς δημοσιονομικής εξισορρόπησης, λαμβάνοντας υπόψη τη διεθνή εμπειρία, ώστε να επιτευχθεί πραγματική διοικητική και οικονομική αυτονομία των δήμων, ουσιαστική λογοδοσία των Δημάρχων, συμμετοχή των πολιτών στις τοπικές αποφάσεις, αξιολόγηση της ανταποδοτικότητας του φόρου, αποκέντρωση αρμοδιοτήτων από την κεντρική διοίκηση και αναβάθμιση των παρεχόμενων δημοσίων υπηρεσιών.
  • Την αναστολή του ΦΠΑ στις νέες οικοδομικές δραστηριότητες για τρία χρόνια.
  • Την αναστολή του φόρου υπεραξίας για τρία χρόνια και την επανεξέτασή του από μηδενικής βάσης τον τέταρτο χρόνο.
  • Την παροχή έκπτωσης φόρου ίση με το 40% της δαπάνης που νόμιμα κατέβαλλε ο ιδιοκτήτης για λειτουργική, αισθητική και κυρίως ενεργειακή αναβάθμιση, συντήρηση και αξιοποίηση υφιστάμενων κατοικιών.
  • Την ενίσχυση των φορολογικών κινήτρων – με διαφάνεια, έλεγχο για την πρόληψη του ξεπλύματος μαύρου χρήματος, παρακολούθηση και τήρηση υποχρεώσεων – σε όσους ξένους επιλέξουν την Ελλάδα ως τόπο φορολογικής κατοικίας.
  • Τον επανασχεδιασμό της φορολογικής αντιμετώπισης των ΑΕΕΑΠ, υπό όρους συγκρίσιμους με το αντίστοιχο πλαίσιο των λοιπών ευρωπαϊκών χωρών, παράλληλα με την επαναξιολόγηση του θεσμικού πλαισίου που τις διέπει και την ενεργοποίηση των αμοιβαίων κεφαλαίων ακινήτων, με στόχο τη ροή νέων επενδυτικών κεφαλαίων στη αγορά.

Αυτό το ολοκληρωμένο και ρεαλιστικό σχέδιο, μαζί με άλλες πολιτικές στην κατεύθυνση στοχευμένων μειώσεων φόρων και ασφαλιστικών εισφορών, υλοποίησης διαρθρωτικών αλλαγών και ενίσχυσης της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία, είναι ικανό να απελευθερώσει μη παραγωγικά δεσμευμένους ή αδρανείς πόρους και να μας βγάλει από τον καταστροφικό κύκλο της οικονομικής μιζέριας.

Απαιτείται πολιτική βούληση, σοβαρότητα και αποφασιστικότητα.

Μπορούμε να τα καταφέρουμε, και θα τα καταφέρουμε!

Δήλωση για την παραλυτική στασιμότητα στην οποία βρίσκεται η οικονομία | 1.11.2018

«Οι 8 δείκτες που αποδεικνύουν την παραλυτική στασιμότητα της οικονομίας»

«Υποχώρηση της ανταγωνιστικότητας, επιδείνωση του οικονομικού κλίματος, διόγκωση του ιδιωτικού χρέους, πολλαπλασιασμός των κατασχέσεων και των πλειστηριασμών, εκκρεμείς ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου, συρρίκνωση της οικονομικής ελευθερίας, αδυναμία επιστροφής των καταθέσεων στις Τράπεζες και πιστωτική συρρίκνωση: αυτή είναι η “κανονικότητα” της Κυβέρνησης Τσίπρα».


Πλήρης Δήλωση

«Τα πρόσφατα στοιχεία που είδαν το φως της δημοσιότητας επιβεβαιώνουν ότι η κανονικότητα δεν έχει επιστρέψει στη χώρα. Συγκεκριμένα:

  1. Η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, όπως καταδεικνύουν οι Εκθέσεις του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ και της Παγκόσμιας Τράπεζας, συνεχώς υποχωρεί: χάσαμε 4 και 5 θέσεις αντίστοιχα στον σχετικό δείκτη, σε σχέση με πέρυσι.
  2. Το οικονομικό κλίμα, τους τρεις τελευταίους μήνες, σταθερά επιδεινώνεται: υποχώρησε κατά 4 μονάδες το τελευταίο τρίμηνο.
  3. Το χρέος των πολιτών προς εφορίες και ασφαλιστικά ταμεία, μήνα με τον μήνα, διογκώνεται: αυξήθηκε κατά 60% από το τέλος του 2014.
  4. Οι κατασχέσεις και οι πλειστηριασμοί πολλαπλασιάζονται: έχουν πραγματοποιηθεί 4,85 εκατομμύρια κατασχέσεις, σε πάνω από 1,1 εκατομμύρια πολίτες.
  5. Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου παραμένουν σταθερά υψηλές:  ξεπερνούν τα 3 δισ. ευρώ, και δεν υπάρχουν πλέον δανειακοί πόροι για την αποπληρωμή τους.
  6. Οι θεσμοί διακυβέρνησης υποβαθμίζονται και η οικονομική ελευθερία συρρικνώνεται: υποχώρησε κατά 20 θέσεις σε σχέση με το 2014.
  7. Οι καταθέσεις των ιδιωτών δεν επιστρέφουν με ουσιαστικό τρόπο στο τραπεζικό σύστημα: έχουν χαθεί πάνω 25 δισεκατομμύρια ευρώ από τις αρχές του 2015.
  8. Η πιστωτική συρρίκνωση συνεχίζεται: το υπόλοιπο χρηματατοδότησης έχει μειωθεί κατά 18% από τις αρχές του 2015.

Δυστυχώς, με κύρια ευθύνη της Κυβέρνησης αλλά και μερική ευθύνη των θεσμών, η οικονομία σέρνεται σε μία κατάσταση παραλυτικής στασιμότητας. Απαιτείται πολιτική αλλαγή και η υλοποίηση ενός συνεκτικού και ρεαλιστικού σχεδίου που θα οδηγεί σε υψηλή και διατηρήσιμη ανάπτυξη, σε δημιουργία καλών θέσεων απασχόλησης και σε ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής».

Δελτίο Τύπου για τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Δημοσίου προς ιδιώτες | 25.10.2018

Ο Τομεάρχης Οικονομικών της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Φθιώτιδας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας, αναφορικά με τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Δημοσίου, έκανε την ακόλουθη δήλωη:

«Η Κυβέρνηση απέτυχε να μειώσει, πόσο μάλλον να εκκαθαρίσει τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Δημοσίου».

Πλήρης Δήλωση

«Η ‘Εκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, επιβεβαιώνει την απόλυτη ανικανότητα της Κυβέρνησης να εκκαθαρίσει τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Δημοσίου. Συγκεκριμένα, με βάση τα τελευταία δημοσιοποιημένα στοιχεία της Κυβέρνησης:

1ον . Οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Δημοσίου παραμένουν σταθερά υψηλές. Υπενθυμίζεται ότι στο τέλος του 2012, η προηγούμενη Κυβέρνηση δημιούργησε το θεσμικό και λειτουργικό πλαίσιο για την σταδιακή εξόφλησή τους. Πλαίσιο που ισχύει και εφαρμόζεται, με προσαρμογές, μέχρι και σήμερα. Το αποτέλεσμα ήταν οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Δημοσίου, από περίπου 9,6 δισ. ευρώ στο τέλος του 2012, να μειωθούν θεαματικά μέσα σε 2 χρόνια, και συγκεκριμένα κατά σχεδόν 6 δισ. ευρώ, στα 3,8 δισ. ευρώ. Δυστυχώς όμως, από τον Ιανουάριο του 2015, η κατάσταση άλλαξε. Έτσι, παρά το γεγονός ότι εκταμιεύθηκαν περισσότερα από 7 δισ. ευρώ από δόσεις της δανειακής σύμβασης για την αποπληρωμή τους, οι υποχρεώσεις παραμένουν αδικαιολόγητα υψηλές, ξεπερνώντας σήμερα τα 3 δισ. ευρώ (σχεδόν στο ύψος του 2014). Η Κυβέρνηση απέτυχε να μειώσει τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις.

2ον . Η πλήρης εκκαθάρισή των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων έχει πια παραπεμφθεί στις καλένδες. Και αυτό παρά το γεγονός ότι η αρχική πρόβλεψη για πλήρη αποπληρωμή τους ήταν για το τέλος του 2016. Το χρονικό αυτό όριο μετατέθηκε, εξαιτίας της κυβερνητικής ανικανότητας, αρχικά για τον Ιούνιο του 2017 και στη συνέχεια για τον Αύγουστο του 2018. Μάλιστα, ο Αναπληρωτής Υπουργός Οικονομικών, στις 19 Μαρτίου, “δεσμευόταν ότι το υπόλοιπο των ληξιπρόθεσμων θα έχει μηδενιστεί μέχρι το τέλος του προγράμματος”. Τελικά και αυτή η κυβερνητική διαβεβαίωση διαψεύστηκε. Η Κυβέρνηση απέτυχε να εκκαθαρίσει τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις.

Σημειώνεται, δε, ότι η αποπληρωμή τους πλέον βασίζεται αποκλειστικά στα υπερ-πλεονάσματα (και άρα στην υπερ-φορολόγηση των πολιτών), αφού δεν υπάρχουν πια διαθέσιμοι πόροι από το Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης.

Η μη εκκαθάριση των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του Δημοσίου καταδεικνύει την αναποτελεσματικότητα της Κυβέρνησης και συνιστά μία ακόμη αποτυχία του προγράμματος. Επιβεβαιώνεται για άλλη μια φορά η ανάγκη επείγουσας αλλαγής οικονομικής πολιτικής, ώστε να ενισχυθεί με ρευστότητα η πραγματική οικονομία».

Τοποθέτηση στην Επιτροπή της Βουλής για την Έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου για ληξιπρόθεσμες οφειλές (video) | 24.10.2018

Αποσπάσματα τοποθέτησης στην κοινή συνεδρίαση των Επιτροπών Οικονομικών και Κοινωνικών Υποθέσεων της Βουλής με θέμα την Έκθεση Ελέγχου του Ελεγκτικού Συνεδρίου για τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις


Είναι γνωστό ότι η αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του Δημοσίου προς τους ιδιώτες συμβάλλει στην εξυγίανση των προϋπολογισμών των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, ενισχύει την αξιοπιστία του Δημοσίου και συνιστά βασική πηγή τόνωσης της ρευστότητας στην οικονομία.

Άλλωστε και το Ελεγκτικό Συνέδριο, στην Έκθεση που συζητάμε σήμερα, επισημαίνει ότι «η σώρευση ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων μπορεί να έχει αρνητικές επιδράσεις στην εγχώρια οικονομία και αποτελεί μείζον πρόβλημα του δημοσιονομικού συστήματος της χώρας».

Σε αυτό το πλαίσιο, αντιθέτως απ’ ότι έπραξε η προηγούμενη Κυβέρνηση, η σημερινή Κυβέρνηση έχει αποτύχει στο στόχο εκκαθάρισης αυτών των οφειλών.

Συγκεκριμένα, όπως τα στοιχεία αποτυπώνουν:

1ον: Οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Δημοσίου παραμένουν σταθερά υψηλές.

Υπενθυμίζεται ότι στο τέλος του 2012, η προηγούμενη Κυβέρνηση δημιούργησε το θεσμικό και λειτουργικό πλαίσιο για την σταδιακή εξόφλησή τους.

Πλαίσιο που ισχύει και εφαρμόζεται, με προσαρμογές, μέχρι και σήμερα.

Το αποτέλεσμα ήταν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου, από περίπου 9,6 δισ. ευρώ στο τέλος του 2012, να μειωθούν, μέσα σε 2 χρόνια, περίπου κατά 6 δισ. ευρώ, στα 3,6 δισ. ευρώ, τονώνοντας τη ρευστότητα της οικονομίας και βοηθώντας ουσιαστικά στην καταγραφή θετικού ρυθμού οικονομικής μεγέθυνσης – για πρώτη φορά – το 2014.

Δυστυχώς όμως, από τον Ιανουάριο του 2015, η κατάσταση άλλαξε.

Οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Δημοσίου άρχισαν και πάλι να «τραβούν την ανηφόρα».

Έτσι, παρά το γεγονός ότι εκταμιεύθηκαν περισσότερα από 7 δισ. ευρώ από δόσεις της δανειακής σύμβασης για την αποπληρωμή τους, αυτές οι οφειλές παραμένουν υψηλές, ξεπερνώντας σήμερα τα 3 δισ. ευρώ (σχεδόν στο ύψος του 2014).

Αυτό οφείλεται κατά βάση, πέρα από εγγενείς διαρθρωτικές αδυναμίες στη δημοσιονομική διαχείριση, στην επιλογή της Κυβέρνησης να συντηρεί την «εσωτερική στάση πληρωμών» όσο και στην ανικανότητά της να απορροφήσει τους διαθέσιμους πόρους.

Συνεπώς, 1ο Συμπέρασμα: Η Κυβέρνηση απέτυχε να μειώσει τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις.

2ον: Η πλήρης εκκαθάρισή τους έχει παραπεμφθεί στις «αριστερές καλένδες».

Αρχικά, με βάση το 3ο Μνημόνιο, η αποπληρωμή τους θα ολοκληρωνόταν έως το τέλος του 2016.

Στη συνέχεια, με βάση τις επικαιροποιήσεις του Μνημονίου, αυτή μετατέθηκε για τον Ιούνιο του 2017, κατόπιν για το τέλος του προγράμματος, τον Αύγουστο του 2018, και στη συνέχεια για το τέλος του 2018.

Μάλιστα ο Αναπληρωτής Υπουργός Οικονομικών, στις 19 Μαρτίου, «δεσμευόταν ότι το υπόλοιπο των ληξιπροθέσμων θα έχει μηδενιστεί μέχρι το τέλος του προγράμματος».

Ενώ, παρόμοιες, επαναλαμβανόμενες και ανεκπλήρωτες δεσμεύσεις είχε αναλάβει και η Υπουργός Εργασίας, η οποία δήλωνε ότι «ο σχεδιασμός της Κυβέρνησης για την εκκαθάριση σχεδόν όλου του όγκου των εκκρεμών αιτήσεων συνταξιοδότησης ληξιπρόθεσμων είναι για τον Αύγουστο του 2018».

Τελικά τίποτα από τα παραπάνω δεν ισχύει.

Τουναντίον, το Προσχέδιο του Προϋπολογισμού απλά προβλέπει την περαιτέρω μείωσή τους μέχρι το τέλος του έτους, και φυσικά όχι την πλήρη εκκαθάρισή τους.

Συνεπώς, 2ο Συμπέρασμα: Η Κυβέρνηση απέτυχε να υλοποιήσει τις χρονικές δεσμεύσεις της για πλήρη εκκαθάριση των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων.

3ον: Η αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών βασίζεται πλέον αποκλειστικά στα υπερ-πλεονάσματα και στην υπερ-φορολόγηση των πολιτών.

Υπενθυμίζεται ότι για πρώτη φόρα κατά τη διάρκεια κάποιου προγράμματος, και συγκεκριμένα μετά την 2η αξιολόγηση τον Ιούνιο του 2017, καταγράφηκε η υποχρέωση του Δημοσίου να συμβάλει με ίδιους πόρους στην αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών.

Αρχικά με αναλογία 1/2 έναντι των δόσεων του δανείου, και στη συνέχεια με αναλογία 1/1, επιβαρύνοντας – ακόμη περισσότερο – τους Έλληνες φορολογούμενους.

Αντίστοιχη πρόβλεψη δεν υπήρχε σε προηγούμενο Πρόγραμμα.

Συνεπώς, 3ο Συμπέρασμα: Η Κυβέρνηση απέτυχε να απορροφήσει έγκαιρα και στο σύνολο τους πόρους του Προγράμματος για την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων.

Όλα αυτά επιβεβαιώνουν την Κυβερνητική ανικανότητα και αναποτελεσματικότητα σε ένα ακόμη πεδίο άσκησης οικονομικής πολιτικής.

Κοινή δήλωση σχετικά με την κατάθεση Ερώτησης για τις αποκλίσεις από τους στόχους φορέων Γενικής Κυβέρνησης | 23.10.2018

Η Τομεάρχης Οικονομίας και Ανάπτυξης της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Α’ Αθηνών, κυρία Ντόρα Μπακογιάννη και ο Τομεάρχης Οικονομικών, βουλευτής Φθιώτιδας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας, αναφορικά με τις σημαντικές αποκλίσεις στην επίτευξη στόχων εκτέλεσης προϋπολογισμού φορέων Γενικής Κυβέρνησης, κατέθεσαν σήμερα ερώτηση προς τον Υπουργό Οικονομικών, έκαναν την ακόλουθη κοινή δήλωση:

«Σημαντικές αποκλίσεις στην εκτέλεση του προϋπολογισμού τους παρουσιάζουν ΔΕΚΟ και Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου. Συγκεκριμένα, για το πρώτο εξάμηνο του 2018, 25 από τους 119 φορείς -ποσοστό 21%- που καταθέτουν στοιχεία παρουσιάζουν απόκλιση άνω του 10% σε σχέση με τον στόχο του εξαμήνου. Μεταξύ αυτών είναι Πανεπιστήμια, το ΚΕΕΛΠΝΟ, ο ΕΟΤ, ο ΟΑΣΘ, τα ΕΑΣ ΑΕ και το Ελληνικό Ίδρυμα Έρευνας και Καινοτομίας.

Είναι, δε, εξόχως ανησυχητικό το γεγονός ο εκτροχιασμός που παρατηρείται αποδίδεται σε γενικές και ασαφείς αιτίες αναιρώντας έτσι  το νόημα που έχει η παρακολούθηση εκτέλεσης των προϋπολογισμών τους. Με αυτά ως δεδομένα αλλά και λόγω της σημασίας που έχει η πιστή τήρηση του προϋπολογισμού για να αποφευχθεί η εφαρμογή επιπλέον μέτρων λιτότητας, η Νέα Δημοκρατία θέτει πολύ συγκεκριμένα ερωτήματα σχετικά με τις αποκλίσεις που καταγράφονται:

  1. Ποια είναι αναλυτικά, ανά αποκλίνοντα φορέα, η αιτιολόγηση των παρατηρούμενων αποκλίσεων και ποιες οι παρεμβάσεις/ενέργειες που έχουν αναληφθεί από αυτόν για τη διόρθωσή τους, όπως προβλέπει η νομοθεσία;
  1. Υπάρχουν φορείς που, παρά το γεγονός ότι αποκλίνουν από τη στοχοθεσία, δεν αιτιολογούν επαρκώς τις αποκλίσεις ή/και δεν αναλαμβάνουν την υλοποίηση διορθωτικών παρεμβάσεων;
  2. Ποιες είναι οι ενέργειες του Υπουργείου Οικονομικών για τη διασφάλιση της δημοσιονομικής πειθαρχίας σε φορείς που παρουσιάζουν μη επαρκώς αιτιολογημένες αποκλίσεις από τη στοχοθεσία ή/και δεν αναλαμβάνουν την υλοποίηση διορθωτικών παρεμβάσεων, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία;» 

Μπορείτε να διαβάσετε το κείμενο της Ερώτησης.

Άρθρο στον “Ελεύθερο Τύπο της Κυριακής” – “Κλείνει ένας τετραετής κύκλος αυταπάτης, αναποτελεσματικότητας και ιδεοληψιών” | 21.10.2018

Με αφορμή τη συζήτηση του τελευταίου Προϋπολογισμού της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, είναι μια ευκαιρία να αποσαφηνίσουμε κρίσιμα ερωτήματα για την πορεία της οικονομίας και της χώρας.

Ερώτημα 1ο: Η χώρα βγήκε από το μνημόνιο όπως υποστηρίζει ο ΣΥΡΙΖΑ ή βγήκε από το πρόγραμμα όπως υποστηρίζει η Νέα Δημοκρατία;

Απάντηση: Η χώρα βγήκε τυπικά από το 3ο αχρείαστο πρόγραμμα, στο οποίο την οδήγησαν η ανευθυνότητα και ο τυχοδιωκτισμός του 1ου εξαμήνου του 2015, αλλά δεν έχει βγει ουσιαστικά από το μνημόνιο. Η Κυβέρνηση, σε αντιδιαστολή με τις Κυβερνήσεις άλλων χωρών που βγήκαν από τα μνημόνια, έχει προ-νομοθετήσει μέτρα λιτότητας για τα προσεχή έτη, έχει δεσμεύσει τη χώρα στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια, έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία για έναν αιώνα, έχει συμφωνήσει οι όποιες ρυθμίσεις για το χρέος να υλοποιηθούν υπό αυστηρές προϋποθέσεις και έχει εντάξει τη χώρα σε αυστηρό καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας. Καθεστώς στο οποίο καμία άλλη ευρωπαϊκή χώρα δεν έχει ενταχθεί.

Συνεπώς η χώρα, με αποκλειστική ευθύνη της σημερινής Κυβέρνησης, τελεί ουσιαστικά υπό ένα μη ομολογούμενο νέο μνημόνιο.

Ερώτημα 2ο: Το πρόγραμμα πέτυχε όπως υποστηρίζει ο ΣΥΡΙΖΑ ή απέτυχε όπως υποστηρίζει η Νέα Δημοκρατία;

Απάντηση: Το πρόγραμμα απέτυχε, διότι δεν επιτεύχθηκε ο βασικός στόχος του, που είναι η δημιουργία των προϋποθέσεων για την ασφαλή χρηματοδότηση της χώρας από τις αγορές. Εάν υπήρχε κυβερνητική σοβαρότητα και υπευθυνότητα, εάν είχε υλοποιηθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων, εάν είχαν αναληφθεί έγκαιρα πιο γενναίες αποφάσεις για τη ρύθμιση του χρέους, εάν είχαν αρθεί οι κεφαλαιακοί περιορισμοί και εάν η χώρα είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, τα επιτόκια δανεισμού θα ήταν ήδη χαμηλότερα και λιγότερο ευμετάβλητα.

Δυστυχώς σήμερα η Ελλάδα, για μια σειρά από ενδογενείς και εξωγενείς λόγους, με κύρια ευθύνη της Κυβέρνησης, αλλά και μερίδιο ευθύνης των δανειστών, βρίσκεται εκτός αγορών.

Ερώτημα 3ο: Η δημοσιονομική υπερ-απόδοση είναι θετική όπως υποστηρίζει ο ΣΥΡΙΖΑ ή αρνητική όπως υποστηρίζει η Νέα Δημοκρατία;

Απάντηση: Η υπέρβαση των δημοσιονομικών στόχων οφείλεται στην υπερ-φορολόγηση των πολιτών, στις κατασχέσεις και στην εσωτερική στάση πληρωμών.

Η μέχρι σήμερα εκτέλεση του Προϋπολογισμού επιβεβαιώνει αυτή τη διαπίστωση.

Οι δαπάνες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων υστερούν κατά 1,2 δισ. ευρώ έναντι του στόχου. Μάλιστα η απόκλιση αυτή, μήνα με τον μήνα, διευρύνεται.

Οι πρωτογενείς δαπάνες υστερούν κατά 460 εκατ. ευρώ, με τη χορήγηση πλήθους συντάξεων ακόμη να εκκρεμεί.

Και οι επιστροφές φόρων υστερούν κατά 500 εκατ. ευρώ, στερώντας ρευστότητα από την πραγματική οικονομία.

Το άθροισμα αυτών των σημαντικών αποκλίσεων ισοδυναμεί με την υπέρβαση του στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα.

Το αποτέλεσμα είναι η σημερινή «Κυβέρνηση των φόρων, των κατασχέσεων και των πλειστηριασμών» να διογκώνει το χρέος των πολιτών προς τις εφορίες και τα ασφαλιστικά ταμεία.

Ευθύνες όμως έχουν και οι θεσμοί, που αποδέχθηκαν τέτοιες οικονομικά αναποτελεσματικές και κοινωνικά άδικες πολιτικές.

Ερώτημα 4ο: Οι συντάξεις πρέπει να κοπούν, όπως νομοθέτησε ο ΣΥΡΙΖΑ και ισχυρίζεται ότι επιθυμεί η Νέα Δημοκρατία, ή να μην κοπούν, όπως σταθερά υποστηρίζει, δια πράξεων, η Νέα Δημοκρατία;

Απάντηση: Εδώ ταιριάζει η ρήση «κοίτα ποιος μιλάει»…

Οι συνταξιούχοι ήδη υφίστανται, εξαιτίας επιλογών της σημερινής Κυβέρνησης, μεγάλες μειώσεις στις κύριες και επικουρικές συντάξεις τους. Και έχουν προ-νομοθετηθεί, με ψήφους μόνο της Κυβερνητικής πλειοψηφίας, νέες, αχρείαστες μειώσεις για το 2019, οι οποίες δεν περιλαμβάνονταν στο 3ο Πρόγραμμα, αλλά προστέθηκαν μεταγενέστερα, εξαιτίας της κυβερνητικής αναξιοπιστίας. Η Νέα Δημοκρατία, αυτές, δεν τις ψήφισε. Ανέλαβε μάλιστα νομοθετική πρωτοβουλία να καταργηθούν οι σχετικές διατάξεις που προβλέπουν τις μελλοντικές περικοπές στις συντάξεις. Η Κυβέρνηση, αυτή την πρωτοβουλία, δεν την στήριξε.

Συνεπώς, η θέση της Νέας Δημοκρατίας δεν έχει μεταβληθεί. Και αυτή τη θέση την υποστηρίζει διαρκώς, εντός και εκτός Ελλάδας, σε εταίρους και θεσμούς, σε όλα τα επίπεδα. Οι νέες περικοπές στις συντάξεις, που ψήφισε μόνη της η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, δεν πρέπει να υλοποιηθούν.

Ερώτημα 5ο: Η χώρα ανακάμπτει όπως υποστηρίζει ο ΣΥΡΙΖΑ ή σέρνεται όπως υποστηρίζει η Νέα Δημοκρατία;

Απάντηση: Η οικονομία αναπτύσσεται με αναιμικούς και χαμηλότερους των αρχικών εκτιμήσεων ρυθμούς, με τις επενδύσεις διαρκώς να συρρικνώνονται.

Να υπενθυμίσουμε ότι η σημερινή Κυβέρνηση επέστρεψε την οικονομία στην ύφεση το 2015 και το 2016, απέτυχε παταγωδώς στους αναπτυξιακούς στόχους για το 2017, αναθεώρησε «προς τα κάτω» την εκτίμηση για το 2018 και προβλέπει συρρικνωμένους ρυθμούς μεγέθυνσης μέχρι το 2022. Συνεπώς, η Κυβέρνηση των λαϊκιστικών, πελατειακών και παρασιτικών πρακτικών «σέρνει» την οικονομία σε συνθήκες παράλυσης και στασιμότητας.

Ερώτημα 6ο: Η χώρα έχει επιστρέψει στην κανονικότητα όπως υποστηρίζει ο ΣΥΡΙΖΑ ή όχι όπως υποστηρίζει η Νέα Δημοκρατία;

Απάντηση: Οι ποσοτικοί δείκτες δίνουν την απάντηση. Επί ημερών διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ το ιδιωτικό χρέος έχει διογκωθεί, η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας έχει υποχωρήσει, οι θεσμοί διακυβέρνησης υποβαθμίζονται, η οικονομική ελευθερία συρρικνώνεται, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου δεν εκκαθαρίζονται, το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων συρρικνώνεται, οι καταθέσεις των ιδιωτών δεν επιστρέφουν ουσιαστικά στο τραπεζικό σύστημα, η πιστωτική συρρίκνωση συνεχίζεται, οι κεφαλαιακοί περιορισμοί – που επιβλήθηκαν το 2015 – δεν έχουν ακόμη πλήρως αρθεί, η χώρα δεν συμμετέχει στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, και το κόστος δανεισμού παραμένει υψηλό και ιδιαίτερα ευμετάβλητο.

Συνεπώς, μέχρι σήμερα, επιστροφή στην κανονικότητα δεν υφίσταται. Δυστυχώς για την Κυβέρνηση, η οικονομία δεν σέβεται τις επιθυμίες της.

Ερώτημα 7ο: Το τραπεζικό σύστημα είναι απολύτως θωρακισμένο όπως υποστηρίζει ο ΣΥΡΙΖΑ ή υπάρχουν προκλήσεις που θα πρέπει να αντιμετωπιστούν όπως υποστηρίζει η Νέα Δημοκρατία;

Απάντηση: Tα πιστωτικά ιδρύματα της χώρας μας, τα προηγούμενα χρόνια, εξαιτίας της παγκόσμιας κρίσης, εγχώριων δημοσιονομικών ανισορροπιών αλλά και δικών τους σφαλμάτων, βρέθηκαν σε δύσκολη θέση. Με τη βοήθεια και της πολιτείας άντεξαν, και σταθεροποίησαν την κατάσταση.

Δυστυχώς όμως οι «αυταπάτες» και η «δημιουργική ασάφεια» κόστισαν ακριβά, κλονίζοντας την εμπιστοσύνη αποταμιευτών και επενδυτών. Έτσι, μέσω μιας νέας, αχρείαστης ανακεφαλαιοποίησης, προστέθηκε κόστος στο Δημόσιο, απαξιώθηκαν προηγούμενες αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου, άλλαξε η ιδιοκτησιακή δομή, τροποποιήθηκαν σχέδια αναδιάρθρωσης.

Σήμερα, το τραπεζικό σύστημα βρίσκεται αντιμέτωπο με προκλήσεις, όπως είναι η αποτελεσματική διαχείριση του υψηλού αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων, το πιο απαιτητικό και σύνθετο – σε σχέση με το παρελθόν – εποπτικό και κανονιστικό πλαίσιο λειτουργίας, η επιστροφή – με ουσιαστικό τρόπο – καταθέσεων στο τραπεζικό σύστημα, η αποκατάσταση της πρόσβασης στις αγορές χρήματος και κεφαλαίου, η βελτίωση της οργανικής κερδοφορίας, η ολοκλήρωση των σχεδίων αναδιάρθρωσης, η πλήρης άρση των κεφαλαιακών περιορισμών, ο ψηφιακός μετασχηματισμός.

«Κλειδί» για την αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων είναι η αποκατάσταση της σταθερότητας και η εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης. Σταθερότητα και εμπιστοσύνη που προϋποθέτουν Κυβερνητική αξιοπιστία και σοβαρότητα. Και αυτά επειδή σήμερα αποτελούν «αγαθά σε ανεπάρκεια», θα είναι τα ζητούμενα από την επόμενη Κυβέρνηση.

Ερώτημα 8ο: Η ακολουθούμενη πολιτική είναι μονόδρομος όπως υποστηρίζει ο ΣΥΡΙΖΑ ή υπάρχει άλλος δρόμος όπως υποστηρίζει η Νέα Δημοκρατία;

Απάντηση: Η Νέα Δημοκρατία πιστεύει ότι σε κάθε περίπτωση, ακόμη και για την επίτευξη προκαθορισμένων στόχων, υφίστανται εναλλακτικές προτεραιότητες και διαρθρώσεις βημάτων πολιτικής. Έχει καταρτίσει ένα ρεαλιστικό σχέδιο οικονομικής πολιτικής που οδηγεί σε υψηλή και διατηρήσιμη ανάπτυξη, σε δημιουργία ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και σε ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής. Τις προτεραιότητες αυτού τις έχουμε καταθέσει πρόσφατα στη ΔΕΘ, και είναι γνωστές.

Συμπερασματικά, ο Προϋπολογισμός συνιστά το κύκνειο άσμα της σημερινής διακυβέρνησης. Σφραγίζει το τέλος ενός τετραετούς κύκλου της Ελληνικής οικονομικής ιστορίας που τον χαρακτηρίζει η αυταπάτη, η ανευθυνότητα, ο τυχοδιωκτισμός, η αναποτελεσματικότητα και οι ιδεοληψίες της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ. Κυβέρνηση, που η στοιχειώδης προσαρμογή της στην πραγματικότητα, κόστισε πανάκριβα στη χώρα και τους πολίτες της, ειδικά στα ασθενέστερα εισοδηματικά στρώματα.

Ευτυχώς, αυτός ο κύκλος κλείνει. Και οι Έλληνες πολίτες, με την απόφασή τους στις προσεχείς εκλογές, θα ανοίξουν έναν νέο κύκλο ευθύνης, ρεαλισμού, σοβαρότητας και αποτελεσματικότητας. Έναν κύκλο ανόρθωσης της χώρας και της οικονομίας της. Και αυτόν τον κύκλο θα τον πορευθούν με τη Νέα Δημοκρατία. Εμείς, μαζί με όλους τους πολίτες, θα τα καταφέρουμε.

Δελτίο Τύπου για τα έσοδα του Δημοσίου από εγκληματικές δραστηριότητες σε βάρος του | 21.10.2018

Ο Τομεάρχης Οικονομικών της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Φθιώτιδας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας, έκανε την ακόλουθη δήλωση:

«Τον Δεκέμβριο του 2013, με απόφαση του Υπουργείου Οικονομικών, άνοιξε ειδικός λογαριασμός στην Τράπεζα της Ελλάδος με σκοπό να συγκεντρώνονται σε αυτόν χρηματικά ποσά τα οποία προέρχονταν από εγκληματικές δραστηριότητες κατά του Ελληνικού Δημοσίου.

Κίνητρο για τους δυνάμει καταθέτες ήταν να διεκδικήσουν από τη Δικαιοσύνη καλύτερη αντιμετώπιση στις υποθέσεις που εκκρεμούσαν σε βάρος τους από την παράνομη δραστηριότητά τους. Τον Ιούνιο του 2014, μάλιστα, η τότε Κυβέρνηση, με το Ν. 4270/2014, προέβλεψε τα ανωτέρω ποσά να κατευθύνονται για τη χρηματοδότηση δράσεων που αφορούν την εκπαίδευση, την έρευνα, την υγεία ή την κοινωνική αλληλεγγύη. Αποτέλεσμα αυτής της πρωτοβουλίας, η οποία σημειώνεται ότι ακολουθείται ως συνήθης πρακτική σε πολλές χώρες της Ευρώπης, ήταν, μέχρι το τέλος του 2014, να συγκεντρωθούν 34,3 εκατ. ευρώ (7,5 εκατ. ευρώ το 2013 και 26,8 εκατ. ευρώ το 2014).

Από την ανάληψη της διακυβέρνησης από τους ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και παρά τις συνεχείς κοινοβουλευτικές ερωτήσεις μας (25.10.2016, 15.02.2017, 08.05.2018, 23.07.2018) δεν έχει δοθεί καμία απάντηση από την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Οικονομικών για τα ποσά που ετησίως συγκεντρώνονται στον εν λόγω λογαριασμό. Ούτε πώς αυτά αξιοποιούνται.

Πριν από λίγες μέρες, στη Διαύγεια δημοσιεύθηκε ξαφνικά μια απόφαση του Υπουργείου Οικονομικών, σύμφωνα με την οποία τα εισπραχθέντα ποσά στο συγκεκριμένο λογαριασμό ανέρχονται σε μόλις 24.000 ευρώ για ολόκληρο το 2018!

Και μόνο η σύγκριση των δύο περιόδων αποκαλύπτει τη διαφορά της πολιτικής βούλησης, του σχεδίου και της αποτελεσματικότητας των δύο Κυβερνήσεων στο πεδίο της αξιοποίησης πόρων από την καταπολέμηση της διαφθοράς.

Στον συνεχή αυτό αγώνα, εμείς μέχρι στιγμής έχουμε κερδίσει στη βούληση, το σχέδιο και την αποτελεσματικότητα. Η Κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ κέρδισε μόνο στα λόγια».

Κοινή δήλωση για την πτώση της ανταγωνιστικότητας σύμφωνα με το World Economic Forum | 17.10.2018

Η Τομεάρχης Οικονομίας και Ανάπτυξης της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Α’ Αθηνών, κυρία Ντόρα Μπακογιάννη και ο Τομεάρχης Οικονομικών, βουλευτής Φθιώτιδας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας έκαναν την ακόλουθη κοινή δήλωση:

«Άλλες 4 χώρες ξεπέρασαν την Ελλάδα στην ανταγωνιστικότητα σύμφωνα με την ετήσια έκθεση του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ με αποτέλεσμα η χώρα μας να βρίσκεται πλέον στην “επίζηλη” 57η θέση. Αυτά είναι τα αποτελέσματα της αδιέξοδης πολιτικής των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ που έχει καθηλώσει την ελληνική οικονομία».

Πλήρης Δήλωση

«Σύμφωνα με την ετήσια Έκθεση Ανταγωνιστικότητας του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ για το 2018 που δημοσιεύτηκε σήμερα, η Ελλάδα κατατάσσεται μόλις στην 57η θέση, υποχωρώντας κατά 4 θέσεις σε σχέση με πέρυσι. Αυτό σημαίνει ότι μας ξεπέρασαν ακόμη 4 χώρες που διεκδικούν περισσότερο αξιόπιστα από εμάς επενδύσεις και δημιουργούν θέσεις εργασίας. Ανάμεσα στις αρνητικές επιδόσεις που καταγράφονται, περιλαμβάνονται οι υψηλές φορολογικές και ασφαλιστικές επιβαρύνσεις, η έλλειψη ρευστότητας, η χαμηλή ποιότητα των θεσμών και οι ποικίλες στρεβλώσεις στις αγορές προϊόντων και εργασίας.

Η Έκθεση, δυστυχώς, επιβεβαιώνει αυτά που οι Έλληνες πολίτες ήδη γνωρίζουν. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ καθηλώνει την οικονομία σε μία φθίνουσα στασιμότητα. Χωρίς ολοκληρωμένη εθνική αναπτυξιακή στρατηγική και ελλείψει οποιασδήποτε μεταρρυθμιστικής τόλμης, η κυβέρνηση αδυνατεί να δημιουργήσει τις αναγκαίες θεσμικές και οικονομικές προϋποθέσεις που θα οδηγήσουν τη χώρα στον δρόμο της δυναμικής ανάπτυξης που σήμερα έχει περισσότερη ανάγκη παρά ποτέ.  Για να συμβεί αυτό, χρειάζεται άμεσα πολιτική αλλαγή».

Στον παρακάτω σύνδεσμο η σύνοψη της Έκθεσης για την ελληνική οικονομία.

http://www3.weforum.org/docs/GCR2018/03CountryProfiles/WEF_GCI4_2018_Profile_Greece.pdf

Ομιλία στην Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων για το Προσχέδιο του Προϋπολογισμού 2019 (video) | 17.10.2018

Συζητούμε τον τελευταίο Προϋπολογισμό της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ. Μία Κυβέρνηση της αυτοαποκαλούμενης αριστεράς, η οποία, μετά τους Προϋπολογισμούς της αυταπάτης, των ιδεοληψιών και της σκληρής λιτότητας, τερματίζει με έναν Προϋπολογισμό της καινοτομίας. Και καινοτομεί αφού καταφέρνει και παρουσιάζει δύο σενάρια στη συσκευασία του ενός. Όποιο σενάριο θέλει ο καθένας μπορεί να πάρει. Ο «μπαχτσές» έχει από όλα.

Τα βασικά συμπεράσματα του προσχεδίου είναι:

1ο. Η χώρα βγήκε τυπικά από το 3ο αχρείαστο πρόγραμμα, στο οποίο την οδήγησαν η ανευθυνότητα και ο τυχοδιωκτισμός του 1ου εξαμήνου του 2015, αλλά δεν έχει βγει ουσιαστικά από το μνημόνιο. Η Κυβέρνηση, σε αντιδιαστολή με τις Κυβερνήσεις άλλων χωρών που βγήκαν από τα μνημόνια, τελεί υπό καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας.

2ο. Το πρόγραμμα απέτυχε, διότι δεν επιτεύχθηκε ο βασικός στόχος του, που είναι η δημιουργία των προϋποθέσεων για την ασφαλή χρηματοδότηση της χώρας από τις αγορές. Δυστυχώς σήμερα η Ελλάδα, για μια σειρά από ενδογενείς και εξωγενείς λόγους, με κύρια ευθύνη της Κυβέρνησης, αλλά και μερίδιο ευθύνης των δανειστών, βρίσκεται εκτός αγορών.

3ο. Η υπέρβαση των δημοσιονομικών στόχων οφείλεται στην υπερ-φορολόγηση των πολιτών, στις κατασχέσεις και στην εσωτερική στάση πληρωμών, και έχει οδηγήσει στην αποτυχία επίτευξης των αναπτυξιακών στόχων και στη διόγκωση των οφειλών των πολιτών προς εφορίες και ασφαλιστικά ταμεία. Η Κυβέρνηση των λαϊκιστικών, πελατειακών και παρασιτικών πρακτικών «σέρνει» την οικονομία σε συνθήκες παράλυσης και στασιμότητας.

4ο. Οι συνταξιούχοι ήδη υφίστανται, εξαιτίας επιλογών της σημερινής Κυβέρνησης, μεγάλες μειώσεις στις κύριες και επικουρικές συντάξεις τους. Και έχουν προ-νομοθετηθεί, με ψήφους μόνο της Κυβερνητικής πλειοψηφίας, νέες, αχρείαστες μειώσεις για το 2019, οι οποίες δεν περιλαμβάνονταν στο 3ο Πρόγραμμα, αλλά προστέθηκαν μεταγενέστερα, εξαιτίας της κυβερνητικής αναξιοπιστίας. Η Νέα Δημοκρατία, αυτές, δεν τις ψήφισε. Ανέλαβε μάλιστα νομοθετική πρωτοβουλία να καταργηθούν οι σχετικές διατάξεις που προβλέπουν τις μελλοντικές περικοπές στις συντάξεις. Η Κυβέρνηση, αυτή την πρωτοβουλία, δεν την στήριξε. Συνεπώς, η θέση της Νέας Δημοκρατίας δεν έχει μεταβληθεί. Και αυτή τη θέση την υποστηρίζει διαρκώς, εντός και εκτός Ελλάδας, σε εταίρους και θεσμούς, σε όλα τα επίπεδα. Οι νέες περικοπές στις συντάξεις, που ψήφισε μόνη της η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, δεν πρέπει να υλοποιηθούν.

5ο. Το ιδιωτικό χρέος έχει διογκωθεί, η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας έχει υποχωρήσει, οι θεσμοί διακυβέρνησης υποβαθμίζονται, η οικονομική ελευθερία συρρικνώνεται, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου δεν εκκαθαρίζονται, το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων συρρικνώνεται, οι καταθέσεις των ιδιωτών δεν επιστρέφουν ουσιαστικά στο τραπεζικό σύστημα, η πιστωτική συρρίκνωση συνεχίζεται, οι κεφαλαιακοί περιορισμοί – που επιβλήθηκαν το 2015 – δεν έχουν ακόμη πλήρως αρθεί, η χώρα δεν συμμετέχει στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης και το κόστος δανεισμού παραμένει υψηλό και ιδιαίτερα ευμετάβλητο. Δυστυχώς για την Κυβέρνηση, η οικονομία δεν σέβεται τις επιθυμίες της. Συνεπώς, μέχρι σήμερα, επιστροφή στην κανονικότητα δεν υφίσταται.

6ο. Η Κυβέρνηση, για να «κρύψει» τη δική της ανευθυνότητα, «κατασκευάζει» διαρκώς εχθρούς. Κυβέρνηση η οποία παραμένει οπαδός της ρήσης πως «όταν η πραγματικότητα δεν σέβεται τις επιθυμίες μας, τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα». Συνεπώς, αντί η Κυβέρνηση να επαίρεται, ας αντιληφθεί, έστω και την ύστατη ώρα της αποσύνθεσης του κυνικού θιάσου, ότι ο γιαλός δεν είναι στραβός, αλλά αυτή στραβά αρμενίζει. Θα μου πείτε όμως ότι πολλά πράγματα ζητάμε από μία Κυβέρνηση χωρίς ηθικές αναστολές και ιδεολογικές συντεταγμένες…

7ο. Η Νέα Δημοκρατία πιστεύει ότι σε κάθε περίπτωση, ακόμη και για την επίτευξη προκαθορισμένων στόχων, υφίστανται εναλλακτικές προτεραιότητες και διαρθρώσεις βημάτων πολιτικής. Έχει καταρτίσει ένα ρεαλιστικό σχέδιο οικονομικής πολιτικής που οδηγεί σε υψηλή και διατηρήσιμη ανάπτυξη, σε δημιουργία ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και σε ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής. Σχέδιο με βασικούς άξονες τη σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών νοικοκυριών και επιχειρήσεων, την υλοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που θα βελτιώσουν την παραγωγικότητα της οικονομίας και την ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία. Τις προτεραιότητες τις έχουμε θέσει πρόσφατα στη ΔΕΘ, και είναι γνωστές.

Απλά να επισημάνω επιπρόσθετα, επειδή ξεκίνησε προχθές η νέα θερμαντική περίοδος και το κόστος του πετρελαίου θέρμανσης είναι ιδιαίτερα αυξημένο, ότι απαιτείται η Κυβέρνηση να αποδεχθεί άμεσα την πρόταση της Νέας Δημοκρατίας, τουλάχιστον να διπλασιαστεί το επίδομα θέρμανσης. Θυμίζω ότι η προηγούμενη Κυβέρνηση το παρέδωσε στα 210 εκατ. ευρώ, και η σημερινή αυτοαποκαλούμενη αριστερή Κυβέρνηση το έριξε στα 60 εκατ. ευρώ.

Συμπερασματικά, το Προσχέδιο του Προϋπολογισμού συνιστά το κύκνειο άσμα της σημερινής διακυβέρνησης. Σφραγίζει το τέλος ενός τετραετούς κύκλου της Ελληνικής οικονομικής ιστορίας που τον χαρακτηρίζει η αυταπάτη, η ανευθυνότητα, ο τυχοδιωκτισμός, η αναποτελεσματικότητα και οι ιδεοληψίες της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ. Κυβέρνηση, που η στοιχειώδης προσαρμογή της στην πραγματικότητα, κόστισε πανάκριβα στη χώρα και τους πολίτες της, ειδικά στα ασθενέστερα εισοδηματικά στρώματα.

Ευτυχώς, αυτός ο κύκλος κλείνει. Και οι Έλληνες πολίτες, με την απόφασή τους στις προσεχείς εκλογές, θα ανοίξουν έναν νέο κύκλο ευθύνης, ρεαλισμού, σοβαρότητας και αποτελεσματικότητας. Έναν κύκλο ανόρθωσης της χώρας και της οικονομίας της. Και αυτόν τον κύκλο θα τον πορευθούν με τη Νέα Δημοκρατία. Εμείς, μαζί με όλους τους πολίτες, θα τα καταφέρουμε.

TwitterInstagramYoutube