Τραπεζικό Σύστημα

Δελτίο Τύπου σχετικά με την Τράπεζα Αττικής με αφορμή διαρροές της Κυβέρνησης | 20.9.2016

Αθήνα, 20 Σεπτεμβρίου 2016

 

 

«Σκιές και ερωτηματικά πάνω στο τραπεζικό μας σύστημα  δεν μπορούν να υπάρχουν»

 

 

Ο Συντονιστής Οικονομικών Υποθέσεων της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Φθιώτιδας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας, με αφορμή τις διαρροές από κύκλους της αντιπροεδρίας της Κυβέρνησης και δηλώσεις μελών του Υπουργικού Συμβουλίου, έκανε την ακόλουθη δήλωση:

«Με ανησυχία παρακολουθούμε όλα όσα έρχονται, σταδιακά, στο φως της δημοσιότητας, αναφορικά με τον τρόπο λειτουργίας και διοίκησης της Τράπεζας Αττικής, ιδιαίτερα το τελευταίο χρονικό διάστημα.

Συγκεκριμένα, με βάση δημοσιεύματα τα οποία δεν έχουν διαψευσθεί και πρόσφατα δημοσιευμένα στοιχεία της Τράπεζας Αττικής φαίνεται ότι:

  • Το σύστημα εταιρικής διακυβέρνησης και διαχείρισης κινδύνων της Τράπεζας παρουσίαζε σοβαρές αδυναμίες.
  • Η Τράπεζα αύξησε την έκθεσή της σε πιστωτικό κίνδυνο, προς συγκεκριμένους δανειολήπτες που φέρονται να έχουν προνομιακή σχέση με την Κυβέρνηση, σε μια περίοδο όπου παρατηρείται απομόχλευση στο πιστωτικό σύστημα.
  • Αυτή η πιστωτική επέκταση πραγματοποιήθηκε με “χαλαρά” πιστοδοτικά κριτήρια και παρά το γεγονός ότι η Τράπεζα παρουσίασε απώλεια καταθέσεων και σταθερή αύξηση της χρηματοδότησης μέσω του έκτακτου μηχανισμού ρευστότητας (ELA).
  • Μάλιστα, φαίνεται να είναι η μόνη από τις τράπεζες που πραγματοποίησαν αύξηση μετοχικού κεφαλαίου τον περασμένο Δεκέμβριο, και η οποία δεν κατάφερε να μειώσει την εξάρτησή της από τον έκτακτο μηχανισμό ρευστότητας, καθώς μεγάλο μέρος της αύξησης μετοχικού κεφαλαίου χρηματοδοτήθηκε από καταθέσεις του βασικού μετόχου της Τράπεζας.
  • Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια ανέρχονται σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα, αρκετά υψηλότερα από το μέσο όρο της αγοράς και, ενδεχομένως, να αυξηθούν περαιτέρω, λαμβάνοντας υπόψη την πρόσφατη πιστωτική επέκταση με κριτήρια αμφιβόλου αυστηρότητας.

Αυτά έρχονται να συμπληρώσουν την προβληματική διαδικασία ανακεφαλαιοποίησης της Τράπεζας Αττικής.

Διαδικασία η οποία, αν και δεν έχει πλήρως ολοκληρωθεί, χαρακτηρίζεται ήδη από παραλείψεις και σκιές (π.χ. τιμή αύξησης μετοχικού κεφαλαίου, συμμετοχή ΔΕΚΟ και ασφαλιστικών φορέων κ.α.) για τις οποίες υπάρχουν τεράστιες κυβερνητικές ευθύνες.

Ευθύνες τις οποίες έχουμε επισημάνει και αναδείξει, τόσο με Επίκαιρη Επερώτηση όσο και με Ερώτηση στη Βουλή, από τον περασμένο Φεβρουάριο.

Όλα αυτά θα πρέπει να ελεγχθούν.

Σκιές και ερωτηματικά πάνω στο τραπεζικό μας σύστημα δεν μπορούν να υπάρχουν.

Γνώμονας θα πρέπει να είναι η χρηματοπιστωτική σταθερότητα και η διασφάλιση των αποταμιευτών.

Για τη Νέα Δημοκρατία, προσπάθειες συσκότισης και παραπλάνησης, πρακτικές λειτουργίας με μη τραπεζικά κριτήρια και “αριστεροί οραματισμοί” επιστροφής του τραπεζικού συστήματος σε άλλες εποχές, δεν γίνονται αποδεκτές».

2016-09-20 ΔΤ για Τράπεζα Αττικής

Κοινή δήλωση με Κ. Καραμανλή σχετικά με τις εξελίξεις στην Τράπεζα Αττικής | 8.9.2016

Αθήνα, 8 Σεπτεμβρίου 2016

 

Ο Συντονιστής Οικονομικών Υποθέσεων της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Φθιώτιδας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας και ο Υπεύθυνος του Τομέα Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Σερρών, κ. Κώστας Καραμανλής, για τις εξελίξεις στην Τράπεζα Αττικής, έκαναν την ακόλουθη κοινή δήλωση:

«Η Νέα Δημοκρατία έγκαιρα, με συνεχείς κοινοβουλευτικές παρεμβάσεις, είχε επισημάνει και τεκμηριώσει την προβληματική διαδικασία ανακεφαλαιοποίησης της Τράπεζας Αττικής.

Διαδικασία η οποία, αν και δεν έχει πλήρως ολοκληρωθεί, χαρακτηρίζεται ήδη από παραλείψεις και σκιές (π.χ. τιμή αύξησης μετοχικού κεφαλαίου, συμμετοχή ΔΕΚΟ και ασφαλιστικών φορέων, κ.α.), για τις οποίες υπάρχουν τεράστιες κυβερνητικές ευθύνες.

Όπως ευθύνες υπάρχουν τόσο για την καθυστέρηση υλοποίησης των δεσμεύσεων που έχει αναλάβει η τράπεζα έναντι των εποπτικών αρχών όσο και για τις επιλογές της νέας διοίκησης της τράπεζας.

Για τη Νέα Δημοκρατία, τέτοιες πρακτικές και επιλογές δεν γίνονται αποδεκτές».

2016-09-08 ΔΤ Κοινή Δήλωση με Καραμανλή για Τρ.Αττικής

Ερώτηση για τη μεταφορά χρηματικών διαθεσίμων του ΕΟΠΥΥ σε Συνεταιριστικές Τράπεζες | 7.9.2016

Αθήνα, 7 Σεπτεμβρίου 2016

 

«Ο κύριος Πολάκης “ξαναχτυπά”»

 

Ο Συντονιστής Κοινωνικών Υποθέσεων της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Καβάλας, κ. Νίκος Παναγιωτόπουλος και ο Συντονιστής Οικονομικών Υποθέσεων της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Φθιώτιδας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας κατέθεσαν Ερώτηση στη Βουλή προς τους Υπουργούς Οικονομικών και Υγείας, σχετικά με την έγγραφη αξίωση του Υπουργού Αναπληρωτή Υγείας να μεταφέρει ο ΕΟΠΥΥ χρηματικά του διαθέσιμα σε Συνεταιριστικές Τράπεζες.

Για το θέμα αυτό, έκαναν την ακόλουθη δήλωση:

«Αφού τακτοποίησε όλες τις εκκρεμότητες και τα προβλήματα στο υπό κατάρρευση Εθνικό Σύστημα Υγείας, ο “ευρηματικός” Υπουργός Αναπληρωτής Υγείας κ. Πολάκης επιχειρεί τώρα να ελέγξει τη διαχείριση των χρηματικών διαθεσίμων του ΕΟΠΥΥ.

Ζητάμε εξηγήσεις από τους αρμόδιους Υπουργούς σχετικά με την έγγραφη αξίωση του Υπουργού Αναπληρωτή Υγείας να μεταφέρει ο ΕΟΠΥΥ χρηματικά του διαθέσιμα σε Συνεταιριστικές Τράπεζες κατά παράβαση της σχετικής σύμβασης του Οργανισμού για την ανάθεση της διαχείρισης των χρηματικών διαθεσίμων του σε χρηματοπιστωτικό ίδρυμα που βρίσκεται σε ισχύ.

Η άνευ προηγουμένου αυτή προτροπή προς το Δ.Σ. του Οργανισμού δεν είναι μόνο αυθαίρετη και άσχετη ως προς την παραγωγή κοινωνικής πολιτικής που περιέργως επικαλείται ο κ. Πολάκης.

Στην ουσία είναι προτροπή προς το Δ.Σ. του ΕΟΠΥΥ για διάπραξη παράνομης πράξης και εύλογα προξενεί πολλά ερωτηματικά ως προς τη σκοπιμότητά της.

Το θεσμικό πλαίσιο σχετικά με την ανάθεση διαχείρισης διαθεσίμων Οργανισμών, όπως ο ΕΟΠΥΥ, σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα είναι σαφές και αυστηρό. Προβλέπει, μεταξύ άλλων, τη λήψη απόφασης μόνον μετά από διενέργεια Δημόσιου Διεθνούς Ανοιχτού Διαγωνισμού.

Και ασφαλώς δεν εξαρτάται από τις προσωπικές επιθυμίες του εκάστοτε Υπουργού, πολιτικού προϊσταμένου του Οργανισμού.

Γι’ αυτό και το τελευταίο ατόπημα του κ. Πολάκη αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο. Έχει να κάνει με την ολοκληρωτική αντίληψη που τον διακατέχει ως προς την εξουσία και τη διαχείρισή της:

Αφού είναι εξουσία μπορεί να κάνει ό,τι θέλει, χωρίς να δίνει λογαριασμό σε κανένα, χωρίς να σέβεται κανόνες δικαίου, χωρίς να τηρεί διαδικασίες, χωρίς να υπολογίζει νομικά κατοχυρωμένες δεσμεύσεις.

Τον καλούμε να μην επιμείνει σε αυτό το βαρύτατο θεσμικό του ατόπημα.

Επίσης, του συνιστούμε, αντί να ασχολείται με τη μεταφορά των χρηματικών πόρων του Οργανισμού σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα της αρεσκείας του, να ασχοληθεί με τα πραγματικά προβλήματα του ΕΟΠΥΥ, οι γιατροί του οποίου πραγματοποιούν, εδώ και ημέρες, επίσχεση εργασίας, λόγω μη καταβολής δεδουλευμένων.

Η άσκηση κοινωνικής πολιτικής δια της μεταφοράς χρηματικών διαθεσίμων του ΕΟΠΥΥ σε Συνεταιριστικές Τράπεζες της αρεσκείας του δεν είναι παρά μια ακόμα φτηνή δικαιολογία για τα αδιέξοδα της διαχειριστικής του ανεπάρκειας».

2016-09-07 ΔΤ Με Παναγιωτόπουλο για Πολάκη

2016-09-07 ΔΤ Με Παναγιωτόπουλο για Πολάκη [έγγραφο_α]

2016-09-07 ΔΤ Με Παναγιωτόπουλο για Πολάκη [έγγραφο_β]

Ερώτηση

Τεράστιο κόστος στο τραπεζικό σύστημα από τα λάθη και τις παραλείψεις της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ | 1.8.2016

     Αθήνα, 1η Αυγούστου 2016

 

«Τα λάθη και οι παραλείψεις της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, το πρώτο εξάμηνο του 2015, προκάλεσαν τεράστιο κόστος στο τραπεζικό σύστημα»

 

 

«Η δημοσιοποίηση της Ετήσιας Οικονομικής Έκθεσης του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (Τ.Χ.Σ.), επιβεβαιώνει την κριτική που ασκεί η Νέα Δημοκρατία για τα λάθη και τις παραλείψεις της Κυβέρνησης, ιδιαίτερα κατά το πρώτο εξάμηνο του 2015, που επέφεραν τεράστιο κόστος στο τραπεζικό σύστημα και ενισχύει την πρωτοβουλία της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης για τη σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής για τα πεπραγμένα εκείνης της περιόδου.

 Ενδεικτικά, η Έκθεση επιβεβαιώνει ότι:

1ον: Εξαιτίας της ανερμάτιστης διακυβέρνησης του πρώτου εξαμήνου του 2015, από τη μία πλευρά επιστράφησαν αδιάθετα ομόλογα ονομαστικής αξίας περίπου 11 δις ευρώ στο Τ.Χ.Σ. και από την άλλη “σκουπίστηκε” το μεγαλύτερο μέρος των ταμειακών διαθεσίμων του Ταμείου.

2ον: Η προμήθεια που κατέβαλαν στο Τ.Χ.Σ. οι τράπεζες που έλαβαν κεφαλαιακή ενίσχυση με βάση νόμο του 2008, ύψους 555.000.000 ευρώ, πρωτοβουλία της προηγούμενης Κυβέρνησης το Δεκέμβριο του 2012 παρά τις περί του αντιθέτου προβλέψεις τότε του ΣΥΡΙΖΑ (ότι δήθεν “χαρίζουμε χρήματα στους τραπεζίτες”…), “σκουπίστηκε” και αυτή.

3ον: Η συμμετοχή του Δημοσίου στο τραπεζικό σύστημα συρρικνώθηκε δραματικά. Μετά την τελευταία ανακεφαλαιοποίηση, “υπογραφής” ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, τα ποσοστά συμμετοχής του Ταμείου στις συστημικές τράπεζες διαμορφώθηκαν στο 11,01% στην Alpha στις 31/12/2015 (από 66,24% στις 31/12/2014), στο 2,38% στην Eurobank (από 35,41%), στο 40,39% στην E.T.E. (από 57,24%) και στο 26,42% στην Πειραιώς (από 66,93%).

4ον: Οι τιμές των τραπεζικών μετοχών κατέρρευσαν. Η εύλογη αξία του χαρτοφυλακίου του Ταμείου με βάση τις τιμές κλεισίματος στις 31/12/2015 ανήλθε σε 2,38 δις ευρώ, από 11,62 δις ευρώ στις 31/12/2014, παρουσιάζοντας πτώση της τάξεως του 80%!

Συμπερασματικά, γι’ αυτούς αλλά και για πολλούς άλλους πρόσθετους λόγους (π.χ. απώλεια περιουσιακών στοιχείων των τραπεζών στο εξωτερικό, αλλαγή ιδιοκτησιακής δομής των τραπεζών, απαξίωση προηγούμενων αυξήσεων μετοχικού κεφαλαίου κ.α.), το αποτέλεσμα της “αριστερής” ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών είναι εξαιρετικά δυσμενές για τη χώρα, τους φορολογούμενους, τους μετόχους και τους εργαζόμενους.

Η Νέα Δημοκρατία, με ευθύνη, όπως πάντα, θα αναζητήσει, θα διερευνήσει και θα αναδείξει τις μεγάλες ευθύνες της σημερινής Κυβέρνησης γι’ αυτήν την καταστροφική εξέλιξη».

 

2016-08-01 ΔΤ Τεράστιο Κόστος στον τραπεζικό τομέα

Ερώτηση σχετικά με την πώληση του μετοχικού κεφαλαίου της ΑΤΕ Ασφαλιστικής

Ερώτηση
προς το Υπουργείο Οικονομικών

 

Αθήνα, 29 Ιουλίου 2016

 

Θέμα: Πώληση του μετοχικού κεφαλαίου της ΑΤΕ Ασφαλιστικής

Σύμφωνα με Δελτίο Τύπου της Τράπεζας Πειραιώς, της 14ης Αυγούστου 2014, η Τράπεζα προχώρησε «σε συμφωνία για την πώληση του 100% του μετοχικού κεφαλαίου της ΑΤΕ Ασφαλιστικής στην ERGO Insurance Group, θυγατρική της Munich Re».
Αρκετούς μήνες αργότερα, και σύμφωνα με επιστολή της Τράπεζας Πειραιώς, της 8ης Ιανουαρίου 2016, «η συναλλαγή βρίσκεται στο τελικό στάδιο ολοκλήρωσης, αλλά λόγω του μεγάλου διαδραμόντος χρόνου και της μεταβολής που επήλθε στα οικονομικά μεγέθη και τις προοπτικές της πωλούμενης εταιρείας μεταξύ υπογραφής και μεταβίβασης, οι συμβαλλόμενοι θα πρέπει να επικαιροποιήσουν ορισμένα συμβατικά σημεία πριν καταστεί δυνατή η οριστική μεταβίβαση των μετοχών της ΑΤΕ Ασφαλιστικής.

Εάν οι αλλαγές που απαιτούνται αποκλίνουν σημαντικά από τα όσα προβλέπει η ήδη υπογραφείσα σύμβαση πώλησης, τότε οι τροποποιήσεις θα τεθούν εκ νέου υπ’ όψιν του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ) για την έγκρισή του, πριν γίνουν αποδεκτές από την Τράπεζα.»
Όμως, σύμφωνα με πληροφορίες, στα τέλη Μαϊου 2016, τροποποιήθηκε η σύμβαση του 2014.
Και έτσι, σύμφωνα με σχετική ενημέρωση και επιστολή του Πανελλήνιου Συλλόγου Εργαζομένων Αγροτικής ΑΕΕΓΑ, της 8ης Ιουλίου 2016, δόθηκε έγκριση, στις 5 Ιουλίου 2016, από την επιτροπή έγκρισης τραπεζικών συναλλαγών, για τη μεταφορά αποθεματικού της εταιρίας, συνολικού ύψους περίπου 480 εκατ. ευρώ, σε νέο θεματοφύλακα στο εξωτερικό, την HSBC Γερμανίας.
Συνεπώς,

ΕΡΩΤΑΤΑΙ
ο. κ. Υπουργός:

1ον. Υπήρξε πράγματι τροποποίηση της σύμβασης του Αυγούστου του 2014; Αν ναι, ποιες οι διαφορές με την παλιά σύμβαση; Να κατατεθεί η παλαιά και η (πιθανότατα) νέα σύμβαση.
2ον. Αν υπήρξε όντως τροποποίηση της σύμβασης, το περιεχόμενό της αποτελεί «σημαντική απόκλιση από τα όσα προβλέπει η ήδη υπογραφείσα σύμβαση πώλησης»; Αν όχι, γιατί; Αν ναι, έχει τεθεί η νέα σύμβαση υπ’ όψιν και έχει εγκριθεί από το ΤΧΣ; Παρακαλώ, να γίνει η σχετική κατάθεση εγγράφων.

Ο Ερωτών Βουλευτής

Χρήστος Σταϊκούρας

 

2016-07-29 ΔΤ Ερώτηση- Πώληση του ΜΚ της ΑΤΕ Ασφαλιστικής

Ερώτηση

Η Ερώτηση δεν απαντήθηκε από τον Υπουργό Οικονομικών.

Ομιλία στο 2ο Banking Forum | «Towards an efficient banking system: strategies, plans, perspectives»

Κυρίες και Κύριοι,

Ευχαριστώ τους διοργανωτές του Συνεδρίου για την πρόσκληση που μου απηύθυναν και τους συγχαίρω για τη δημιουργική πρωτοβουλία τους σε ένα περιβάλλον γενικευμένης αμηχανίας και κατήφειας.

Θα καταθέσω, συνοπτικά, τις θέσεις μου για την κατάσταση του τραπεζικού συστήματος, τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει και τις προοπτικές του.

Κυρίες και Κύριοι,

Είναι γεγονός ότι η εύρυθμη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος, ιδιαίτερα σε τραπεζοκεντρικές χώρες όπως είναι η Ελλάδα, αποτελεί προϋπόθεση για τη βιώσιμη ανάπτυξη και την αποτελεσματική κατανομή των – σε κάθε περίπτωση –  περιορισμένων οικονομικών πόρων.

Είναι, επίσης, γεγονός ότι τα πιστωτικά ιδρύματα της χώρας μας, τα τελευταία χρόνια, εξαιτίας της παγκόσμιας κρίσης, εγχώριων δημοσιονομικών ανισορροπιών αλλά και δικών τους σφαλμάτων, κυρίως στο σκέλος των χορηγήσεων, βρέθηκαν αντιμέτωπα με μεγάλες και διευρυνόμενες προκλήσεις.

Προκλήσεις, που απέρρεαν:

  • Από την επιβράδυνση του ρυθμού οικονομικής μεγέθυνσης της Ελληνικής οικονομίας.
  • Από τη συρρίκνωση του ρυθμού πιστωτικής επέκτασης, με τον περιορισμό τόσο της ζήτησης όσο και της προσφοράς τραπεζικών πιστώσεων.
  • Από τη χειροτέρευση της ποιότητας του δανειακού χαρτοφυλακίου τους.
  • Από την έντονη και συνεχή εκροή καταθέσεων.
  • Από την αναγκαιότητα να προσφέρουν, συστηματικά, «ενέσεις» ρευστότητας στο Ελληνικό Δημόσιο, συμμετέχοντας στην κάλυψη εκδόσεων βραχυπρόθεσμου χρέους.
  • Από τις επιπτώσεις της αναδιάρθρωσης του δημοσίου χρέους, που άσκησε πιέσεις στα μεγέθη και στους ισολογισμούς των πιστωτικών ιδρυμάτων.
  • Από τις συνεχείς υποβαθμίσεις της πιστοληπτικής τους αξιολόγησης, ως αποτέλεσμα αντίστοιχων υποβαθμίσεων της χώρας.
  • Από τον αποκλεισμό τους από τις διεθνείς αγορές άντλησης κεφαλαίων.

Οι προκλήσεις αυτές ήρθαν να προστεθούν στις σοβαρές, διαχρονικές, αδυναμίες της εγχώριας και διεθνούς αρχιτεκτονικής του χρηματοοικονομικού συστήματος.

Αδυναμίες, όπως ήταν η υπερβολική μόχλευση, η υπέρμετρη πιστωτική επέκταση, οι ανεπαρκείς δομές εταιρικής διακυβέρνησης, τα υπεραισιόδοξα μοντέλα αποτίμησης κινδύνων, η περιορισμένη διαφάνεια καινοτόμων προϊόντων, οι αναξιόπιστες εκτιμήσεις των οργανισμών αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας, η προ-κυκλικότητα των λογιστικών συστημάτων και των μεθόδων υπολογισμού κεφαλαιακής επάρκειας.

Όλες αυτές οι προκλήσεις και οι αδυναμίες είχαν ορατές και δυσμενείς επιπτώσεις στη ρευστότητα, στην αποδοτικότητα, στην αποτελεσματικότητα, στην ποιότητα του δανειακού χαρτοφυλακίου και στην κεφαλαιακή επάρκεια των Ελληνικών πιστωτικών ιδρυμάτων.

Επιπτώσεις που κατέστησαν αναγκαία τη διαμόρφωση πλαισίου στήριξής τους, με σκοπό την ενίσχυση της σταθερότητας του τραπεζικού συστήματος και τη διασφάλιση της εμπιστοσύνης σε αυτό.

Πλαίσιο που ξεκίνησε να δημιουργείται έγκαιρα, από το 2008, με διορατικό και συστηματικό τρόπο, όταν ακόμη η Ευρώπη ήταν «ανοχύρωτη», χωρίς μηχανισμούς αντίδρασης και αντιμετώπισης των κινδύνων διάχυσης της κρίσης.

Ενδεικτικά:

  • Θεσπίστηκε, το 2008, ένα «πακέτο» κεφαλαιακής ενίσχυσης και χορήγησης εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου προς τα πιστωτικά ιδρύματα, ύψους, αρχικά, 28 δισ. ευρώ.

Αυτό το «πακέτο» αποτελεί, ακόμη και σήμερα, σημαντικό εργαλείο στήριξης του τραπεζικού συστήματος.

Ενώ, έχει συνεισφέρει στον Κρατικό Προϋπολογισμό, μέσω μερισμάτων και προμηθειών, έσοδα ύψους περίπου 4 δισ. ευρώ.

  • Ενισχύθηκε, το 2008, το καθεστώς εγγύησης καταθέσεων, με το ανώτατο όριο να αυξάνεται στις 100.000 ευρώ, από τις 20.000.
  • Καλύφθηκαν οι βραχυχρόνιες ανάγκες ρευστότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων μέσω της παροχής στα πιστωτικά ιδρύματα έκτακτης ενίσχυσης σε ρευστότητα.
  • Ενδυναμώθηκε το Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων και Επενδύσεων, συστάθηκε το Συμβούλιο Συστημικής Ευστάθειας και ιδρύθηκε το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.
  • Διαμορφώθηκε θεσμικό πλαίσιο για την εξυγίανση των πιστωτικών ιδρυμάτων.
  • Εξασφαλίστηκαν επαρκείς πόροι για την ανακεφαλαιοποίηση του τραπεζικού συστήματος.

Αποτέλεσμα αυτών των πρωτοβουλιών αλλά και της επίτευξης δημοσιονομικής ισορροπίας, ήταν η σταθεροποίηση του τραπεζικού συστήματος το 2014.

Έτσι οι τράπεζες:

  • Επανέκτησαν μικρό μέρος των καταθέσεων, ως αποτέλεσμα της εμπέδωσης κλίματος εμπιστοσύνης.
  • Πραγματοποίησαν επιτυχείς αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου, με συμμετοχή ξένων επενδυτικών κεφαλαίων και θεσμικών επενδυτών.
  • Εξέδωσαν ομολογιακούς τίτλους, χωρίς εξασφαλίσεις, στις διεθνείς αγορές, αντλώντας ρευστότητα και μηδενίζοντας την εξάρτησή τους από το μηχανισμό παροχής έκτακτης ρευστότητας.
  • Σταθεροποιήθηκε η ροή συσσώρευσης νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων, στο πλαίσιο της σταδιακής ανάκαμψης της οικονομίας.

Κυρίες και Κύριοι,

Δυστυχώς, η σταθεροποιητική διαδικασία ανεκόπη το 2015.

Η Κυβέρνηση, εξαιτίας των ιδεοληπτικών και ανερμάτιστων χειρισμών της στο πεδίο της οικονομίας, «έθεσε» το τραπεζικό σύστημα αντιμέτωπο με νέους κινδύνους.

Κίνδυνοι που διογκώθηκαν μετά την τραπεζική αργία και τους κεφαλαιακούς περιορισμούς.

Και αυτό γιατί, μεταξύ άλλων:

  • Οι καταθέσεις παρουσίασαν, το 2015, την μεγαλύτερη εκροή από την αρχή της κρίσης, ενώ οι απώλειες συνεχίζονται και το 2016, παρά τους κεφαλαιακούς περιορισμούς.
  • Η ποιότητα του ενεργητικού των τραπεζών επιδεινώθηκε, ως αποτέλεσμα της αύξησης των μη εξυπηρετούμενων δανείων.
  • Η αξία των τραπεζικών μετοχών «κατέρρευσε», λόγω της ανασφάλειας και της αβεβαιότητας.
  • Η χρηματοδότηση του τραπεζικού συστήματος στηρίχθηκε, σχεδόν αποκλειστικά, στον «ακριβό» για τα πιστωτικά ιδρύματα μηχανισμό παροχής έκτακτης ρευστότητας.
  • Η οργανική κερδοφορία των τραπεζών παρέμεινε χαμηλή λόγω, κυρίως, του αυξημένου κόστους άντλησης κεφαλαίων.
  • Τα αδιάθετα κεφάλαια του ΤΧΣ επεστράφησαν στο Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.

Έτσι, οι τράπεζες χρειάστηκαν μια νέα ανακεφαλαιοποίηση.

Την αποκλειστική ευθύνη της σημερινής Κυβέρνησης για τη διαμόρφωση αυτής της ανάγκης επιβεβαιώνουν οι πρόσφατες Εκθέσεις της ΕΚΤ, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Τράπεζας της Ελλάδος.

Ανακεφαλαιοποίηση που έχει επιφέρει μεγάλο κόστος στους φορολογούμενους, αβεβαιότητα στους εργαζόμενους και τεράστια ζημία στους μετόχους των πιστωτικών ιδρυμάτων, μικρούς και μεγάλους, ιδιώτες και Δημόσιο, Έλληνες και ξένους.

Ενδεικτικά, η ανακεφαλαιοποίηση:

  • Προσέθεσε νέο κόστος στο Δημόσιο και αύξησε το δημόσιο χρέος.
  • Απαξίωσε τις προηγούμενες αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου.
  • Σχεδόν εκμηδένισε την αξία του χαρτοφυλακίου του ΤΧΣ, εξαιτίας τόσο της δραματικής μείωσης των ποσοστών συμμετοχής του στις τράπεζες όσο και της «εξαέρωσης» των τραπεζικών μετοχών.
  • Άλλαξε την ιδιοκτησιακή δομή των τραπεζών και συρρίκνωσε την Ελληνική ιδιωτική συμμετοχή.
  • Τροποποίησε, επί το δυσμενέστερο, τα σχέδια αναδιάρθρωσης των πιστωτικών ιδρυμάτων. Το αποτέλεσμα είναι, μεταξύ άλλων, να «χαθούν» αξιόλογα περιουσιακά στοιχεία των τραπεζών, όπως είναι η περίπτωση της Finansbank, μιας αποδοτικής και με ισχυρό συμβολισμό επένδυσης της Εθνικής Τράπεζας το 2006.
  • Ενώ εγείρονται σοβαρά ερωτηματικά για την ανακεφαλαιοποίηση της Τράπεζας Αττικής.

Κυρίες και Κύριοι,

Τα πιστωτικά ιδρύματα έρχονται όμως αντιμέτωπα και με προκλήσεις που αντιμετωπίζει σήμερα, στο σύνολό του, το Ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα.

Προκλήσεις, όπως είναι:

  • Οι ανησυχίες για επιβράδυνση των ρυθμών ανάπτυξης στην Ευρωπαϊκή και την παγκόσμια οικονομία.
  • Σημαντικά διαρθρωτικά προβλήματα, όπως είναι η ανεπαρκής δαπάνη για επενδύσεις, ο χαμηλός ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας και το υψηλό δημόσιο και ιδιωτικό χρέος.
  • Η έκθεση σε συγκεκριμένες οικονομίες, όπως είναι οι αναδυόμενες οικονομίες, και κλάδους, όπως αυτοί που επηρεάζονται άμεσα και έμμεσα από τις πρώτες ύλες, για παράδειγμα η ναυτιλία.
  • Το υψηλό απόθεμα μη εξυπηρετούμενων δανείων σε αρκετές χώρες, κυρίως, του Ευρωπαϊκού Νότου και τα εμπόδια που υπάρχουν για τη γρήγορη επίλυση του προβλήματος.
  • Η αναιμική κερδοφορία αρκετών πιστωτικών ιδρυμάτων που οφείλεται, κυρίως, στο χαμηλό επίπεδο των επιτοκίων.
  • Το αυξανόμενο σε έκταση και πολυπλοκότητα εποπτικό πλαίσιο λειτουργίας.
  • Οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι, οι περιφερειακές συγκρούσεις, οι πολιτικές αβεβαιότητες, η ενδεχόμενη έξοδος του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση, η διαρκής απειλή της τρομοκρατίας, τα μεγάλα και διογκούμενα προσφυγικά ρεύματα που συρρέουν στην Ευρώπη.
  • Ο ανταγωνισμός από μη τραπεζικές εταιρείες, που αναμένεται να συρρικνώσουν περαιτέρω τα περιθώρια κερδοφορίας των τραπεζών.

Κυρίες και Κύριοι,

Σ’ αυτό το δυσμενές εγχώριο και εξωχώριο περιβάλλον, ποιές πρέπει να είναι οι απαντήσεις της Πολιτείας και των πιστωτικών ιδρυμάτων;

Και πώς θα μπορέσουν τα πιστωτικά ιδρύματα να επιτελέσουν, εκ νέου και με μεγαλύτερη επιτυχία, τον ουσιαστικό διαμεσολαβητικό τους ρόλο;

Κατά την εκτίμησή μου, οι άμεσες προϋποθέσεις είναι:

1η. Η αποκατάσταση της σταθερότητας και η εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης.

Σταθερότητα και εμπιστοσύνη που προϋποθέτουν, βέβαια, Κυβερνητική αξιοπιστία και σοβαρότητα.

Η οποία σήμερα αποτελεί «αγαθό σε ανεπάρκεια».

Για παράδειγμα, η ανερμάτιστα σκηνοθετημένη «θεατρική παράσταση» που η Κυβέρνηση παίζει από το προηγούμενο Σάββατο, ζημίωσε τη χώρα.

Δυστυχώς η Κυβέρνηση χάνει την ευκαιρία να αξιοποιήσει υπέρ των ελληνικών συμφερόντων, υπαρκτές διαφορές στις θέσεις των εταίρων.

Και η χώρα συνεχίζει να «περιπλανάται βυθιζόμενη».

2η. Η ταχεία, αν και δυστυχώς όχι έγκαιρη, ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης του Προγράμματος.

Θυμίζω, αξιολόγηση που θα έπρεπε να είχε ήδη «κλείσει» από τον περυσινό Νοέμβριο.

Εξαιτίας όμως της Κυβερνητικής αναβλητικότητας και των παλινωδιών της, αυτό δεν έγινε.

Με αποτέλεσμα η ύφεση να βαθαίνει, η «εσωτερική στάση πληρωμών» να διευρύνεται, ο «λογαριασμός» των μέτρων να ανεβαίνει, ο κίνδυνος ασφυξίας να διογκώνεται.

Παρά ταύτα, η ολοκλήρωση της αξιολόγησης εκτιμάται ότι θα έχει θετικές επιπτώσεις:

  • στην επανένταξη των Ελληνικών τίτλων στις αποδεκτές από το Ευρωσύστημα εξασφαλίσεις,
  • στην επιλεξιμότητα συμμετοχής των Ελληνικών κρατικών ομολόγων στο πρόγραμμα αγοράς τίτλων της ΕΚΤ και των Ελληνικών τραπεζών στα στοχευμένα προγράμματα μακροπρόθεσμης χρηματοδότησης της ΕΚΤ,
  • στη μείωση του κόστους άντλησης κεφαλαίων από τις τράπεζες,
  • στην περαιτέρω χαλάρωση των κεφαλαιακών περιορισμών,
  • στην αποπληρωμή μέρους των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα.

3η. Η αξιολόγηση όμως, αν και μεγαλύτερο κόστος λόγω της κυβερνητικής αβελτηρίας, θα πρέπει τουλάχιστον να «κλείσει» με τον καλύτερο για την Ελληνική πλευρά τρόπο.

Η Κυβέρνηση οφείλει, χωρίς τυχοδιωκτισμούς, να λειτουργήσει σοβαρά και αξιόπιστα, συμβάλλοντας στο κλείσιμο της αξιολόγησης και εφαρμόζοντας πολιτικές συμβατές με τις υποδείξεις της επιστήμης και της διεθνούς καλής πρακτικής.

Η αριστερή ιδεοληπτική εμμονή στην αύξηση της φορολογίας είναι οικονομικά αναποτελεσματική και κοινωνικά άδικη.

4η. Η ενίσχυση της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους.

Είναι αλήθεια ότι τόσο το ύψος όσο και το προφίλ του χρέους, μετά τη διπλή αναδιάρθρωση του 2012, βελτιώθηκαν.

Η μέση σταθμική υπολειπόμενη διάρκειά του έχει χρονικά υπερδιπλασιασθεί, το μέσο επιτόκιό του έχει μειωθεί, οι δαπάνες για τόκους έχουν σημαντικά υποχωρήσει.

Με αποτέλεσμα να έχει ενισχυθεί σημαντικά η βιωσιμότητά του.

Αυτές τις θετικές παρεμβάσεις τις έχει αποδεχθεί και ο κ. Πρωθυπουργός, προσυπογράφοντας την απόφαση της Συνόδου Κορυφής του Ιουλίου 2015, η οποία και τις επισημαίνει.

Ωστόσο, είναι αλήθεια ότι οι δανειστές δεν υλοποίησαν τη δέσμευσή τους για περαιτέρω ενίσχυση της βιωσιμότητας του χρέους, παρά το γεγονός ότι είχαν επιτευχθεί οι δημοσιονομικοί στόχοι.

Είναι όμως επίσης αλήθεια ότι, στη συνέχεια, με ευθύνη της σημερινής Κυβέρνησης, η βιωσιμότητα του χρέους επιβαρύνθηκε.

Αυτό που χρειάζεται πλέον είναι η Κυβέρνηση, η οποία μετά τις «τζάμπα παλληκαριές» περί «κουρέματος» θεωρεί ως επιτυχία την εφαρμογή ρυθμίσεων που συζητούνται από το 2012, να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις που θα συντελέσουν στην έναρξη της συζήτησης για τη νέα αναδιάρθρωση του χρέους.

Και οι δανειστές, από τη μεριά τους, να τηρήσουν τις μακροχρόνιες δεσμεύσεις τους.

5η. Η επιτάχυνση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, η υλοποίηση των ιδιωτικοποιήσεων και η αξιοποίηση της ακίνητης δημόσιας περιουσίας.

Αυτές οι πρωτοβουλίες, μαζί με τις προηγούμενες προτεραιότητες, θα απελευθερώσουν μη παραγωγικά δεσμευμένους ή αδρανείς πόρους και θα βελτιώσουν το κλίμα, με πολλαπλασιαστικές θετικές επιδράσεις: νέες επενδύσεις, προσέλκυση ξένων επενδύσεων, επιστροφή καταθέσεων στο τραπεζικό σύστημα.

6η. Η αντιμετώπιση του υψηλού συσσωρευμένου αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Το 2015 παρατηρήθηκε αύξηση του όγκου των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Η επιδείνωση ήταν εμφανής και σχετικά παρόμοια σε όλες τις κατηγορίες δανείων.

Το πρόβλημα αυτό παραμένει ένα από τα βασικότερα αίτια για την αδυναμία πιστωτικής επέκτασης, καθώς η ισχυροποίηση των τραπεζικού συστήματος περνά κυρίως μέσα από την αντιμετώπισή του.

Προς την κατεύθυνση αυτή απαιτείται καλύτερος συντονισμός των εμπλεκόμενων φορέων σε επίπεδο στρατηγικής και τεχνικής υλοποίησης των αποφάσεων, καλύτερη ενημέρωση των δανειοληπτών, προώθηση της αποσυμφόρησης των δικαστηρίων, επίσπευση των διαδικασιών.

7η. Παράλληλα με τα ανωτέρω, σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, είναι αναγκαία η προώθηση της Τραπεζικής Ένωσης προκειμένου να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη των διεθνών αγορών και στο Ελληνικό τραπεζικό σύστημα.

Έχουν γίνει ήδη σημαντικά βήματα στην κατεύθυνση εποπτείας και εξυγίανσης των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Ενώ είναι σε εξέλιξη μια σειρά από πρωτοβουλίες σε θεσμικό και κανονιστικό επίπεδο που θα μειώσουν περαιτέρω τον κίνδυνο που αναλαμβάνουν τα πιστωτικά ιδρύματα και θα μετριάσουν την επίπτωση από τυχόν κατάρρευσή τους.

Είναι σημαντικό το εγχείρημα να ολοκληρωθεί σύντομα, με την θέσπιση κοινοτικού φορέα για την εγγύηση των καταθέσεων.

Κυρίες και Κύριοι,

Δυστυχώς σήμερα, αυτές οι ενδογενείς προϋποθέσεις δεν υφίστανται και το χειρότερο είναι ότι η Κυβέρνηση δεν δείχνει ικανή να τις διαμορφώσει ώστε η χώρα να βγει πλήρως και οριστικά από την κρίση.

Κρίση που ταλανίζει τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, αποδυναμώνει τη χώρα στη διεθνή ανταγωνιστική σκηνή για πολύ χρόνο και για τον ερχομό της οποίας, από πολύ μακριά, έχουμε όλες και όλοι, λιγότερες ή περισσότερες, ευθύνες.

Σ’ αυτό το ορθολογικό πλαίσιο, με βάση την ιστορία, το σχέδιο, τις προσδοκίες για το μέλλον και τα μετρήσιμα απολογιστικά αποτελέσματα, η Νέα Δημοκρατία είναι σαφώς σε πλεονεκτική θέση.

Η Νέα Δημοκρατία, διαθέτει στέρεο ιδεολογικοπολιτικό υπόβαθρο, πεπραγμένα, στρατηγικό σχέδιο για τη χώρα και πολιτική βούληση να κινηθεί με γοργό βηματισμό, αυτοπεποίθηση και αξιοπιστία.

Γι’ αυτό σήμερα αποτελεί τη νέα ελπιδοφόρο προοπτική διακυβέρνησης της χώρας.

Δελτίο Τύπου σχετικά με τη δημοσιοποίηση της Ετήσιας Έκθεσης της ΕΚΤ για την εποπτική δραστηριότητα το 2015

Ο Συντονιστής Οικονομικών Υποθέσεων της Νέας Δημοκρατίας, Βουλευτής κ. Χρήστος Σταϊκούρας, σχετικά με τη δημοσιοποίηση της Ετήσιας Έκθεσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (Ε.Κ.Τ.) για την εποπτική δραστηριότητα το 2015, έκανε την ακόλουθη δήλωση:

«Η τεράστια εκροή καταθέσεων, το κλείσιμο των τραπεζών, η επιβολή περιορισμού στην κίνηση κεφαλαίων (capital controls) και η ανάγκη μιας νέας ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών το 2015, έχουν ονοματεπώνυμο: ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ.

Aυτό επιβεβαιώνει και η Ετήσια Έκθεση της Ε.Κ.Τ. για την εποπτική δραστηριότητα.

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η Έκθεση, το  2015, ‘’η Ελλάδα βρέθηκε και πάλι στο προσκήνιο, καθώς η πολιτική αβεβαιότητα οδήγησε σε έντονες δυσχέρειες ρευστότητας για τις ελληνικές τράπεζες’’, ενώ ‘’η φερεγγυότητά τους επιδεινώθηκε και αυτή στη διάρκεια του 2015, ιδίως το β’ τρίμηνο’’.

Το αποτέλεσμα ήταν η ανάγκη μιας νέας ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών. Ανακεφαλαιοποίηση που έχει επιφέρει μεγάλο κόστος στους φορολογούμενους, αβεβαιότητα στους εργαζόμενους στις τράπεζες και τεράστια ζημία στους μετόχους των πιστωτικών ιδρυμάτων, μικρούς και μεγάλους, ιδιώτες και Δημόσιο».

 

Ομιλία στην Ολομέλεια κατά τη συζήτηση του Σχεδίου Νόμου του Υπουργείου Οικονομικών για την εγγύηση των καταθέσεων

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Συζητούμε σήμερα το Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Οικονομικών για τα συστήματα εγγύησης των καταθέσεων, με το οποίο ενσωματώνεται στην εθνική έννομη τάξη σχετική Ευρωπαϊκή Οδηγία.

Ωστόσο, υπάρχει ένα οξύμωρο σχήμα στην όλη διαδικασία.

Η Κυβέρνηση που οδήγησε την οικονομία να παλινδρομεί βυθιζόμενη,

η Κυβέρνηση που επέβαλε την τραπεζική αργία και τους κεφαλαιακούς περιορισμούς στο τραπεζικό σύστημα,

η Κυβέρνηση που προκάλεσε, με τις πράξεις και παραλείψεις της, τη μεγαλύτερη ετήσια εκροή καταθέσεων από την αρχή της κρίσης,

η Κυβέρνηση που κατέστησε αναγκαία την πρόσφατη ανακεφαλαιοποίηση των πιστωτικών ιδρυμάτων,

η Κυβέρνηση, που μετά την περιπλάνηση στο χώρο των ψευδαισθήσεων, στέκεται με αμηχανία μπροστά στα προβλήματα,

η Κυβέρνηση που αδυνατεί, και με δική της ευθύνη, να κλείσει την πρώτη αξιολόγηση, η οποία θα έπρεπε να είχε κλείσει πριν 4-5 μήνες,

αυτή η Κυβέρνηση είναι σήμερα υποχρεωμένη να νομοθετήσει για την εγγύηση των καταθέσεων.

Πραγματικά, ορισμένες φορές η μοίρα παίζει περίεργα παιχνίδια…

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Είναι γνωστό ότι οι Ευρωπαϊκές οικονομίες, από τα μέσα του 2008, βρέθηκαν στη δίνη μιας μεγάλης, παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, την οποία, στη χώρα μας, οι ηγεσίες των Κομμάτων της τότε Αντιπολίτευσης καμώνονταν ότι δεν την έβλεπαν.

Στην Ελλάδα, τα πιστωτικά ιδρύματα, λόγω αυτής της συστημικής κρίσης, των δημοσιονομικών προβλημάτων της χώρας και δικών τους κακών επιλογών, βρέθηκαν αντιμέτωπα με μεγάλες προκλήσεις.

Προκλήσεις με δυσμενείς συνέπειες στη ρευστότητα και στη φερεγγυότητά τους.

Έτσι κατέστη αναγκαία η διαμόρφωση πλαισίου για την ενίσχυση της σταθερότητας και της εμπιστοσύνης στο τραπεζικό σύστημα.

Από το 2008, από την τότε Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, ξεκίνησε, με μεθοδικό και διορατικό τρόπο, η διαμόρφωση αυτού του πλαισίου.

Βασικό συστατικό του αποτέλεσε η ανάγκη ενίσχυσης της εγγύησης των καταθέσεων.

Αυτό έγινε με το Ν. 3714/2008, σύμφωνα με τον οποίο, το ανώτατο όριο εγγύησης καταθέσεων – ως αποζημίωση για το σύνολο των καλυπτόμενων καταθέσεων – αυξήθηκε από τις 20.000 στις 100.000 ευρώ.

Σημειώνω ότι η Ελλάδα και η Ιρλανδία ήταν, τότε, οι πρώτες Ευρωπαϊκές χώρες που προχώρησαν σ’ αυτή την πρωτοβουλία.

Στη συνέχεια, στις αρχές του 2009, ιδρύθηκε, με το Ν. 3746/2009, το Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων και Επενδύσεων (ΤΕΚΕ), εκσυγχρονίζοντας το νομικό πλαίσιο καταβολής αποζημίωσης σε καταθέτες και επενδυτές πιστωτικών ιδρυμάτων.

Αυτό το θεσμικό πλαίσιο που δημιουργήθηκε έγκαιρα στη χώρα μας, ενισχύθηκε από τις πρωτοβουλίες, σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, για την Τραπεζική Ένωση.

Πρωτοβουλίες που πήραν νομοθετική μορφή, κυρίως επί Ελληνικής Προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το 1ο εξάμηνο του 2014, όταν και ολοκληρώθηκε ένας σημαντικός αριθμός φακέλων στον τομέα της αγοράς χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, οι οποίοι αποσκοπούσαν στην ενίσχυση της ασφάλειας και διαφάνειας του χρηματοπιστωτικού συστήματος, στη θωράκιση της

σταθερότητας των χρηματοπιστωτικών αγορών και στην προστασία των δικαιωμάτων των ιδιωτών επενδυτών και καταναλωτών.

Μεταξύ αυτών των φακέλων ήταν και η Οδηγία για τα συστήματα εγγύησης καταθέσεων, που ενσωματώνεται στο σχέδιο νόμου που σήμερα συζητάμε.

Σχέδιο νόμου που προβλέπει βελτιωμένη, ευρύτερη και σαφέστερη πρόσβαση στην κάλυψη των καταθέσεων, συντομότερες προθεσμίες καταβολής της αποζημίωσης, καλύτερη και ταυτόσημη για όλους τους καταθέτες ενημέρωση από τα πιστωτικά ιδρύματα, αυστηρές απαιτήσεις χρηματοδότησης και ρητή αναγνώριση της δυνατότητας των καταθετών να ασκούν αγωγή κατά του ΤΕΚΕ για την εξασφάλιση των δικαιωμάτων τους.

Όλες αυτές τις πρωτοβουλίες, του 2008, του 2009, του 2011, του 2014, η Αριστερά, από τα έδρανα της Αντιπολίτευσης, τις είχε στηλιτεύσει και απορρίψει.

Σήμερα, όλα αυτά, ευτυχώς, «πάνε περίπατο».

Και τα Κόμματα της Κυβερνητικής πλειοψηφίας αποδέχονται, διά της ψήφισης του Νομοσχεδίου, το εσφαλμένο της κριτικής τους κατά το απώτερο παρελθόν και το οξύμωρο των πεπραγμένων τους κατά τον τελευταίο χρόνο.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Θα κλείσω την τοποθέτησή μου με 2 επισημάνσεις:

1η Επισήμανση: Παρά τα σημαντικά βήματα που πραγματοποιήθηκαν μέχρι σήμερα για την ολοκλήρωση των βασικών πυλώνων της Τραπεζικής Ένωσης, ειδικότερα αυτών της εποπτείας και εξυγίανσης των πιστωτικών ιδρυμάτων, είναι σημαντικό το εγχείρημα να ολοκληρωθεί σύντομα, με την θέσπιση, σε συνέχεια της εναρμόνισης των σχετικών καθεστώτων, ενός Ευρωπαϊκού/Κοινοτικού φορέα για την εγγύηση των καταθέσεων, αρχικώς συμπληρωματικά με τα εθνικά συστήματα και σε τελική μορφή με έναν υγιώς αμοιβαιοποιημένο μηχανισμό.

2η Επισήμανση: Οι πρωτοβουλίες που πρέπει να αναλαμβάνονται θα πρέπει να αποσκοπούν τόσο στη μείωση του κινδύνου όσο και στο διαμοιρασμό του κινδύνου.

Άλλωστε, αυτές αποτελούν και βασικές έννοιες της χρηματοοικονομικής.

Οι δύο πρώτοι πυλώνες της Τραπεζικής Ένωσης αποσκοπούν στη μείωση του κινδύνου και έχει ήδη υπάρξει σημαντική πρόοδος ως προς αυτό.

Συγκεκριμένα:

  • Έχουν αναγνωρισθεί και περιορισθεί οι εθνικές διακριτικές ευχέρειες στην εφαρμογή του εποπτικού πλαισίου.
  • Έχει περάσει η εποπτεία σε υπερεθνικό επίπεδο.
  • Έχει διεξαχθεί, για πολλές τράπεζες, και θα ακολουθήσει εφέτος και για τις υπόλοιπες, αξιολόγηση της ποιότητας του χαρτοφυλακίου τους.
  • Έχει επιβληθεί η υποχρέωση διατήρησης σε υψηλό επίπεδο του δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας.

Προφανώς, η περαιτέρω μείωση του κινδύνου που αντιμετωπίζουν τα πιστωτικά ιδρύματα είναι θεμιτή, στο πλαίσιο της διασφάλισης της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.

Ωστόσο, είναι κάτι που δεν μπορεί να εξαλειφθεί, γιατί η ίδια η φύση των τραπεζικών εργασιών σχετίζεται με την ανάληψη κινδύνων, διαφορετικά δεν θα υπήρχε κερδοφορία.

Σε κάθε περίπτωση, η μείωση του κινδύνου θα πρέπει να «συμβαδίζει» με πρωτοβουλίες για το διαμοιρασμό του.

Αντιλαμβάνομαι τη θέση κάποιων Ευρωπαϊκών χωρών με αντίθετη άποψη.

Η Ευρώπη όμως δεν αντέχει Τραπεζική Ένωση «a la carte».

Ομιλία στο Συνέδριο Delphi Economic Forum στην ενότητα «Creating an Efficient Banking System for a Modern Economy»

Κυρίες και Κύριοι,

Θέλω να ευχαριστήσω τους διοργανωτές του Συνεδρίου για την πρόσκληση που μου απηύθυναν να παραστώ και να καταθέσω ορισμένες σκέψεις για τις προκλήσεις και τις προοπτικές του τραπεζικού συστήματος στη χώρα μας.

Κυρίες και Κύριοι,

Η εύρυθμη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος, ιδιαίτερα σε τραπεζοκεντρικές χώρες όπως είναι η Ελλάδα, αποτελεί προϋπόθεση για τη βιώσιμη ανάπτυξη και την αποτελεσματική κατανομή των οικονομικών πόρων.

Τα πιστωτικά ιδρύματα της χώρας, τα τελευταία χρόνια, εξαιτίας της παγκόσμιας κρίσης, της εγχώριας δημοσιονομικής ανισορροπίας αλλά και δικών τους σφαλμάτων, βρέθηκαν αντιμέτωπα με μεγάλες και διευρυνόμενες προκλήσεις.

Προκλήσεις που απέρρεαν:

  • Από την επιβράδυνση του ρυθμού οικονομικής μεγέθυνσης της Ελληνικής οικονομίας.
  • Από τη συρρίκνωση του ρυθμού πιστωτικής επέκτασης, με τον περιορισμό τόσο της ζήτησης όσο και της προσφοράς τραπεζικών πιστώσεων.
  • Από τη χειροτέρευση της ποιότητας του δανειακού χαρτοφυλακίου των πιστωτικών ιδρυμάτων.
  • Από την έντονη και συνεχή εκροή καταθέσεων από το παθητικό τους.
  • Από την αναγκαιότητα οι τράπεζες να προσφέρουν, συστηματικά, «ενέσεις» ρευστότητας στο Ελληνικό Δημόσιο, καλύπτοντας εκδόσεις βραχυπρόθεσμου χρέους.
  • Από τις επιπτώσεις της αναδιάρθρωσης του δημοσίου χρέους, που άσκησε πιέσεις στα μεγέθη των πιστωτικών ιδρυμάτων.
  • Από τις συνεχείς υποβαθμίσεις της πιστοληπτικής αξιολόγησης των τραπεζών, αποτέλεσμα των αντίστοιχων υποβαθμίσεων της χώρας.
  • Από τον αποκλεισμό των πιστωτικών ιδρυμάτων από τις διεθνείς αγορές άντλησης κεφαλαίων.

Προκλήσεις που ήρθαν να προστεθούν σε σοβαρές αδυναμίες της κατεστημένης εγχώριας και διεθνούς αρχιτεκτονικής του χρηματοοικονομικού συστήματος, όπως είναι η υπερβολική μόχλευση, η ασύδοτη πιστωτική επέκταση, οι αδύναμοι μηχανισμοί εταιρικής διακυβέρνησης, τα υπεραισιόδοξα μοντέλα αποτίμησης κινδύνων, η ανεπαρκής διαφάνεια καινοτόμων προϊόντων, οι αναξιόπιστες εκτιμήσεις των οργανισμών αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας, η προ-κυκλικότητα των λογιστικών συστημάτων και των μεθόδων υπολογισμού κεφαλαιακής επάρκειας.

Όλες αυτές οι προκλήσεις είχαν ορατές και δυσμενείς επιπτώσεις στη ρευστότητα, στην αποδοτικότητα, στην αποτελεσματικότητα και στην ποιότητα του χαρτοφυλακίου των Ελληνικών πιστωτικών ιδρυμάτων.

Επιπτώσεις που κατέστησαν αναγκαία τη διαμόρφωση πλαισίου στήριξής τους με σκοπό την ενίσχυση της σταθερότητας και εμπιστοσύνης στο τραπεζικό σύστημα.

Πλαίσιο, τόσο για τη θεσμική θωράκιση όσο και για την ενίσχυση της ρευστότητας του τραπεζικού συστήματος, που ξεκίνησε να δημιουργείται έγκαιρα, το 2008, με μεθοδικό, διορατικό και συστηματικό τρόπο, όταν ακόμη η Ευρώπη ήταν «ανοχύρωτη», χωρίς μηχανισμούς αντίδρασης και αντιμετώπισης της κρίσης.

Ενδεικτικά:

  • Θεσπίστηκε, το 2008, ένα «πακέτο» κεφαλαιακής ενίσχυσης και χορήγησης εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου προς τα πιστωτικά ιδρύματα, ύψους, αρχικά, 28 δισ. ευρώ. Αυτό το «πακέτο» αποτελεί, ακόμη και σήμερα, σημαντικό εργαλείο στήριξης του τραπεζικού συστήματος. Ενώ «έχει «προσφέρει» στον Κρατικό Προϋπολογισμό, μέσω μερισμάτων και προμηθειών, έσοδα περίπου 4 δισ. ευρώ.
  • Ενισχύθηκε, το 2008, το καθεστώς εγγύησης καταθέσεων, με το ανώτατο όριο να αυξάνεται στις 100.000 ευρώ, από τις 20.000.
  • Καλύφθηκαν οι βραχυχρόνιες ανάγκες ρευστότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων μέσω της παροχής έκτακτης ενίσχυσης του τραπεζικού συστήματος.
  • Ενδυναμώθηκε το Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων και Επενδύσεων, συστάθηκε το Συμβούλιο Συστημικής Ευστάθειας και ιδρύθηκε το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.
  • Διαμορφώθηκε θεσμικό πλαίσιο για την εξυγίανση των πιστωτικών ιδρυμάτων.
  • Εξασφαλίστηκαν επαρκείς πόροι για την ανακεφαλαιοποίηση του τραπεζικού συστήματος.

Το αποτέλεσμα τόσο αυτών των πρωτοβουλιών όσο και της δημοσιονομικής ισορροπίας της χώρας ήταν, το 2014, το τραπεζικό σύστημα να σταθεροποιηθεί.

Οι τράπεζες:

  • επανέκτησαν μέρος των καταθέσεων,
  • πραγματοποίησαν επιτυχείς αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου και εξέδωσαν ομολογιακούς τίτλους,
  • μηδένισαν την εξάρτησή τους από το μηχανισμό παροχής έκτακτης ρευστότητας,
  • ενώ μειώθηκε και η ροή των νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Δυστυχώς, η κατάσταση αυτή άλλαξε ριζικά το 2015.

Κατά την εκτίμησή μου, η Κυβέρνηση, εξαιτίας ανερμάτιστων χειρισμών στο πεδίο της οικονομίας, «έφερε» το τραπεζικό σύστημα αντιμέτωπο με νέους κινδύνους.

Κίνδυνοι που διογκώθηκαν μετά την τραπεζική αργία και τους κεφαλαιακούς περιορισμούς.

Και αυτό γιατί, μεταξύ άλλων:

  • Οι καταθέσεις παρουσίασαν τη μεγαλύτερη εκροή από την αρχή της κρίσης.
  • Η ποιότητα του ενεργητικού των τραπεζών επιδεινώθηκε.
  • Η αξία των τραπεζικών μετοχών «κατέρρευσε».
  • Η χρηματοδότηση του τραπεζικού συστήματος στηρίχθηκε, σχεδόν αποκλειστικά, στον μηχανισμό παροχής έκτακτης ρευστότητας.
  • Η οργανική κερδοφορία των τραπεζών παρέμεινε χαμηλή λόγω, κυρίως, του αυξημένου κόστους άντλησης κεφαλαίων.
  • Τα υπόλοιπα κεφάλαια του ΤΧΣ επεστράφησαν στο Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.

Σε αυτές τις νέες, εγχώριες, προκλήσεις, που επιδιώχθηκε να «απαντηθούν» μέσα από τη νέα ανακεφαλαιοποίηση του τραπεζικού συστήματος και τα καινούργια σχέδια αναδιάρθρωσης των πιστωτικών ιδρυμάτων που οδηγούν σε απώλεια της εξωστρέφειας, σε συρρίκνωση δικτύου και σε απολύσεις, έρχονται να προστεθούν προκλήσεις που αντιμετωπίζει σήμερα, στο σύνολό του, το Ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα.

Όπως είναι:

  • Οι ανησυχίες για επιβράδυνση των ρυθμών ανάπτυξης στην Ευρωπαϊκή και την παγκόσμια οικονομία.
  • Σημαντικά διαρθρωτικά προβλήματα, όπως είναι η ανεπαρκής δαπάνη για επενδύσεις, ο χαμηλός ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας και το υψηλό δημόσιο και ιδιωτικό χρέος.
  • Η έκθεση σε συγκεκριμένες οικονομίες ή κλάδους, όπως είναι, αντίστοιχα, οι αναδυόμενες οικονομίες ή οι πρώτες ύλες.
  • Το υψηλό απόθεμα μη εξυπηρετούμενων δανείων σε αρκετές χώρες, κυρίως, του Ευρωπαϊκού Νότου.
  • Η αναιμική κερδοφορία αρκετών πιστωτικών ιδρυμάτων που οφείλεται, κυρίως, στο χαμηλό επίπεδο των επιτοκίων.
  • Οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι, οι περιφερειακές συγκρούσεις, οι πολιτικές αβεβαιότητες, η ενδεχόμενη έξοδος του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση, η διαρκής απειλή της τρομοκρατίας, τα μεγάλα και διογκούμενα προσφυγικά ρεύματα που συρρέουν στην Ευρώπη.

Κυρίες και Κύριοι,

Ποιές συνεπώς πρέπει να είναι οι απαντήσεις της Πολιτείας και των πιστωτικών ιδρυμάτων σε αυτές τις εγχώριες και Ευρωπαϊκές προκλήσεις;

1η. Η επίτευξη πολιτικής σταθερότητας και η αποκατάσταση κλίματος εμπιστοσύνης.

Σταθερότητα και εμπιστοσύνη που προϋποθέτουν, βέβαια, αξιοπιστία.

2η. Η ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης του Προγράμματος.

Αυτή, μαζί με την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης, εκτιμάται ότι μπορούν να συμβάλλουν στη σταδιακή επάνοδο κάποιων καταθέσεων στο τραπεζικό σύστημα, να οδηγήσουν στην επανένταξη των Ελληνικών τίτλων στις αποδεκτές από το Ευρωσύστημα εξασφαλίσεις και να καταστήσουν δυνατή τη συμμετοχή των Ελληνικών κρατικών ομολόγων στο πρόγραμμα αγοράς τίτλων της ΕΚΤ.

3η. Η επίτευξη – και πάλι – δημοσιονομικής ισορροπίας, η επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων, η υλοποίηση ιδιωτικοποιήσεων και η αξιοποίηση της ακίνητης κρατικής περιουσίας, η ενίσχυση της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους.

Αυτά θα απελευθερώσουν πόρους και θα βελτιώσουν το κλίμα, με πολλαπλές θετικές επιδράσεις: νέες επενδύσεις, προσέλκυση ξένων επενδύσεων, επιστροφή καταθέσεων στο τραπεζικό σύστημα.

4η. Η αντιμετώπιση του υψηλού συσσωρευμένου αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Αυτή, μαζί με την ολοκλήρωση της ανακεφαλαιοποίησης, εκτιμάται ότι θα συμβάλλει στην άρση των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων, θα βελτιώσει τη ρευστότητα και θα εξομαλύνει τις συνθήκες δανεισμού.

Η επίλυση του προβλήματος σχετίζεται άμεσα με την ικανότητα των ίδιων των τραπεζών να διαχειρισθούν αποτελεσματικά τα δάνεια σε καθυστέρηση.

Η επίλυση του προβλήματος σχετίζεται όμως και με τη βελτίωση του μακροοικονομικού περιβάλλοντος.

Φυσικά, η επιτάχυνση των διαδικασιών πτώχευσης, η αναμόρφωση του θεσμικού πλαισίου αφερεγγυότητας και η δυνατότητα εξωδικαστικού συμβιβασμού αναμένεται να έχουν θετικές επιδράσεις στη διαχείριση και το ποσοστό ανάκτησης των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

5η. Η προώθηση της Τραπεζικής Ένωσης, η οποία αναμένεται να ενισχύσει την εμπιστοσύνη των διεθνών αγορών στο Ελληνικό τραπεζικό σύστημα.

Έχουν γίνει σημαντικά βήματα στην κατεύθυνση εποπτείας και εξυγίανσης των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Είναι σημαντικό το εγχείρημα να ολοκληρωθεί σύντομα, με την θέσπιση κοινοτικού φορέα για την εγγύηση των καταθέσεων.

Αυτές, κατά την άποψή μου, είναι οι άμεσες προτεραιότητες ώστε το τραπεζικό σύστημα να επιτελέσει, και πάλι, τον κύριο διαμεσολαβητικό του ρόλο, ενισχύοντας την προσπάθεια βιώσιμης ανάπτυξης της Ελληνικής οικονομίας.

Πρωτολογία στην Ολομέλεια της Βουλής κατά τη συζήτηση Επίκαιρης Επερώτησης για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών

Πρωτολογία

Κύριε Υπουργέ,

Σήμερα, η Κυβέρνηση «πελαγοδρομεί», με αποτέλεσμα η χώρα να «παραπαίει», με όλα τα μέτωπα, εσωτερικά και εξωτερικά, ανοικτά.

Οι αβεβαιότητες, ενδογενείς και εξωγενείς, διευρύνονται.

Οι προκλήσεις και οι κίνδυνοι αυξάνονται.

Οι αντοχές της κοινωνίας εξασθενούν.

Τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις «αγκομαχούν».

Η οικονομία της χώρας βρίσκεται σε κατάσταση μετεωρισμού, αναζητώντας σημείο ισορροπίας, χαμηλότερο από αυτό που είχε επιτευχθεί στο τέλος του 2014.

Έχει καταστεί ευκρινές, αφού υποστηρίζεται πλέον από ποσοτικούς και ποιοτικούς δείκτες, ότι η χώρα, τον πρώτο χρόνο διακυβέρνησης της Αριστεράς, «περιπλανήθηκε» βυθιζόμενη.

Η Νέα Δημοκρατία, με ευθύνη, όπως πάντα, θα αναζητήσει, θα διερευνήσει και θα αναδείξει τις μεγάλες ευθύνες της σημερινής Κυβέρνησης για αυτή την καθοδική πορεία.

Σήμερα, με την Επίκαιρη Επερώτηση, το σύνολο της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Νέας Δημοκρατίας, επικεντρώνει σε ένα κρίσιμο ζήτημα, αυτό της τελευταίας ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών που διαχειρίστηκε η Kυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Ζήτημα που έχει επιφέρει μεγάλο κόστος στους φορολογούμενους, αβεβαιότητα στους εργαζόμενους στις τράπεζες και τεράστια ζημία στους μετόχους των πιστωτικών ιδρυμάτων, μικρούς και μεγάλους, ιδιώτες και Δημόσιο, Κράτος και ασφαλιστικά ταμεία.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Τα τελευταία χρόνια, τα πιστωτικά ιδρύματα της χώρας, βρέθηκαν, εξαιτίας της δημοσιονομικής κρίσης αλλά – σημειώνω – και με δική τους ευθύνη, αντιμέτωπα με μεγάλες προκλήσεις.

Αυτές οι προκλήσεις κατέστησαν αναγκαία τη διαμόρφωση πλαισίου στήριξής τους, προκειμένου να διαφυλαχθούν η πραγματική οικονομία, από πλήρη κατάρρευση, και οι καταθέσεις των πολιτών.

Το πλαίσιο ξεκίνησε να δημιουργείται έγκαιρα, από το 2008, από την τότε Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, όταν το «τσουνάμι» της  παγκόσμιας οικονομικής κρίσης χτύπησε την Ευρώπη.

Και τούτο έγινε παρά τη λυσσαλέα αντίδραση των Κομμάτων της τότε Αντιπολίτευσης, που διατείνονταν ότι δεν υπήρχε παγκόσμια κρίση και ότι η Kυβέρνηση τότε, λανθασμένα, στήριζε τις τράπεζες.

Η κριτική αυτή επαναλήφθηκε, μόνο από την Αριστερά, και στις επόμενες στηρίξεις των τραπεζών.

Το αποτέλεσμα είναι, όπως επιβεβαιώνει και η Έκθεση Νομισματικής Πολιτικής της Τράπεζας της Ελλάδος που δημοσιεύθηκε τον Ιούνιο του 2015, ακόμη και το 1ο τρίμηνο του 2015, «η κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών να παραμένει σε ικανοποιητικά επίπεδα».

Ενδεικτικά, εξαιτίας αυτών των επιλογών, τα τραπεζικά ιδρύματα:

  • Επανέκτησαν μέρος των καταθέσεων.
  • Πραγματοποίησαν επιτυχείς αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου, αντλώντας 8,3 δισ. ευρώ από τις αγορές.
  • Εξέδωσαν τίτλους αξίας περίπου 2,5 δισ. ευρώ.
  • Μηδένισαν την εξάρτησή τους από το μηχανισμό παροχής έκτακτης ρευστότητας της ΕΚΤ.
  • Μειώθηκε δραστικά η ροή των νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων.
  • Ενώ τα συνολικά έσοδα στον Κρατικό Προϋπολογισμό από την αξιοποίηση του πακέτου ρευστότητας του 2008, από μερίσματα και προμήθειες, υπερέβησαν τα 4 δισ. ευρώ την περίοδο 2009-2014. Επ’ ωφελεία των Ελλήνων φορολογουμένων.

Συνεπώς, 1ο Συμπέρασμα:

Η κατάσταση στο Ελληνικό τραπεζικό σύστημα σταθεροποιήθηκε σταδιακά και, μέχρι  το 2014, αποκαταστάθηκε η εμπιστοσύνη σε αυτό.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Δυστυχώς, η κατάσταση αυτή άλλαξε το 2015.

Η Κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, εξαιτίας λανθασμένων και ανερμάτιστων χειρισμών, έφερε το τραπεζικό σύστημα αντιμέτωπο με μεγάλους κινδύνους.

Κίνδυνοι που διογκώθηκαν μετά την τραπεζική αργία και τους κεφαλαιακούς περιορισμούς.

Και αυτό γιατί, μεταξύ άλλων, το 1ο εξάμηνο του 2015:

  • Οι συνολικές καταθέσεις και τα repos των πιστωτικών ιδρυμάτων μειώθηκαν κατά περίπου 50 δισ. ευρώ, η μεγαλύτερη εκροή από την αρχή της κρίσης.
  • Η ποιότητα του ενεργητικού των τραπεζών επιδεινώθηκε, καθώς αυξήθηκαν ραγδαία τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια.
  • Η αξία των τραπεζικών μετοχών που κατείχε το Ελληνικό Δημόσιο «κατέρρευσε», αφού, αυτή μειώθηκε κατά 80%.
  • Επεστράφησαν, με ευθύνη της Κυβέρνησης, τα 11 δισ. ευρώ του ΤΧΣ στο Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.
  • Και τέλος, η χρηματοδότηση του τραπεζικού συστήματος γινόταν σχεδόν αποκλειστικά από τον μηχανισμό παροχής έκτακτης ρευστότητας.

Τα ανωτέρω επιβεβαιώνει και η τελευταία Ενδιάμεση Έκθεση για τη Νομισματική Πολιτική της Τράπεζας της Ελλάδος, το Δεκέμβριο του 2015, η οποία αναφέρει ότι:

«οι παρατεταμένες διαπραγματεύσεις, η εκροή καταθέσεων και το συνεχώς αυξανόμενο ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων, λόγω της χειροτέρευσης του οικονομικού κλίματος, κατέστησαν αναγκαία την εκ νέου ανακεφαλαιοποίηση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, παρά την ανακεφαλαιοποίηση του 2014».

Συνεπώς, 2ο Συμπέρασμα:

Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ φέρει την αποκλειστική ευθύνη για τη διαμόρφωση της ανάγκης νέας ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Η ανάγκη μιας νέας ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών ήταν γνωστή από το καλοκαίρι του 2015.

Συμπεριελήφθη άλλωστε και στο 3ο Μνημόνιο, τον περασμένο Αύγουστο.

Η Κυβέρνηση όμως, όπως το συνηθίζει άλλωστε, για να θολώσει το περιβάλλον, καθυστέρησε να καταθέσει το αναγκαίο θεσμικό πλαίσιο για την υλοποίηση  της ανακεφαλαιοποίησης.

Το πλαίσιο συζητήθηκε στη Βουλή στο τέλος Οκτωβρίου, και ενώ η Κυβέρνηση γνώριζε ότι όσο αργούσε, με δεδομένο ότι θα έπρεπε η ανακεφαλαιοποίηση να ολοκληρωθεί μέχρι το τέλος της χρονιάς, τόσο αυτή θα γινόταν με δυσμενέστερους όρους.

Όπως και έγινε τελικά.

Συνεπώς, 3ο Συμπέρασμα:

Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ φέρει τεράστια ευθύνη για την καθυστέρηση θεσμοθέτησης του πλαισίου υλοποίησης της ανακεφαλαιοποίησης.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Ποιό είναι όμως το αποτέλεσμα αυτή της ανακεφαλαιοποίησης;

1ον. Η ανακεφαλαιοποίηση προσέθεσε νέο κόστος στο Δημόσιο και αύξησε το δημόσιο χρέος.

Βέβαια, η Κυβέρνηση θα ισχυριστεί ότι η τελική δημοσιονομική επιβάρυνση είναι μικρότερη σε σχέση με τις αρχικές εκτιμήσεις.

Δεν παύει όμως να υφίσταται επιπλέον επιβάρυνση για τους Έλληνες φορολογούμενους, που πριν από λίγους μήνες δεν υπήρχε καν ως ενδεχόμενο.

2ον. Η ανακεφαλαιοποίηση απαξίωσε τις προηγούμενες αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου.

Ενδεικτικά, για την Εθνική Τράπεζα, η πρώτη ανακεφαλαιοποίηση, το 2013, έγινε με τιμή ανά μετοχή στα 4,29 ευρώ.

Η δεύτερη ανακεφαλαιοποίηση, το 2014, στα 2,2 ευρώ.

Και η τρίτη, η «αριστερή» ανακεφαλαιοποίηση, το 2015, στα 0,02 ευρώ.

Συνεπώς, το κόστος για τους παλαιούς επενδυτές και μετόχους, μικρούς και μεγάλους, Έλληνες και ξένους, είναι τεράστιο.

3ον. Η ανακεφαλαιοποίηση άλλαξε την ιδιοκτησιακή δομή των τραπεζών και συρρίκνωσε την Ελληνική ιδιωτική συμμετοχή.

Οι νέοι ιδιοκτήτες των τραπεζών, κυρίως ξένοι ιδιώτες επενδυτές και hedge funds, απέκτησαν το μεγαλύτερο μέρος του Ελληνικού τραπεζικού συστήματος, και φυσικά τον έλεγχό του, καταβάλλοντας, συνολικά, μόλις περίπου 5,3 δισ. ευρώ.

4ον. Η ανακεφαλαιοποίηση σχεδόν εκμηδένισε την αξία του χαρτοφυλακίου του ΤΧΣ, δηλαδή των μετοχών που κατείχαν ουσιαστικά οι Έλληνες φορολογούμενοι μέσω του Δημοσίου.

Και αυτό εξαιτίας τόσο της δραματικής μείωσης των ποσοστών συμμετοχής του στις τράπεζες όσο και της «εξαέρωσης» των τραπεζικών μετοχών.

Συγκεκριμένα, η αξία της συμμετοχής του ΤΧΣ μόλις που υπερέβη τα 2 δισ. ευρώ, από 12 δισ. ευρώ στο τέλος του 2014.

Σήμερα δε έχει «κατρακυλήσει» ακόμη χαμηλότερα, στα 1,2 δισ. ευρώ.

Συνεπώς, το πραγματικό κόστος για τους Έλληνες φορολογούμενους είναι τεράστιο.

Και το δυνητικό κόστος ακόμη μεγαλύτερο, αφού έχει ουσιαστικά χαθεί η δυνατότητα ανάκτησης του αρχικού ποσού της επένδυσης.

5ον. Η ανακεφαλαιοποίηση τροποποίησε, επί το δυσμενέστερο, τα σχέδια αναδιάρθρωσης των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Το αποτέλεσμα είναι να προβλέπεται συρρίκνωση του δικτύου των τραπεζών και σημαντικές μειώσεις προσωπικού, που θα ξεπεράσουν τα 4.000 άτομα.

Αλλά και να «χαθούν» αξιόλογα περιουσιακά στοιχεία των τραπεζών, όπως είναι η Finansbank στην περίπτωση της Εθνικής Τράπεζας.

Επένδυση στην Τουρκία, που έγινε το 2006, επί Νέας Δημοκρατίας, και η οποία, εκτός του υψηλού συμβολισμού της, κάλυπτε το μεγαλύτερο ποσοστό των εργασιών του Ομίλου στο εξωτερικό, συμμετείχε σημαντικά στα μεγέθη του και συνέβαλε, καθοριστικά, στην κερδοφορία του.

6ον. Η ανακεφαλαιοποίηση είχε κόστος για τους φορολογούμενους και μέσω της μετατροπής των προνομιούχων μετοχών που κατείχε το Δημόσιο στην Εθνική Τράπεζα σε κοινές.

Αυτή η μετατροπή έχει γίνει με «κούρεμα» 71% επί της ονομαστικής αξίας.

Ενώ καταγράφηκαν και σημαντικές απώλειες από την εισαγωγή και διαπραγμάτευση των νέων αυτών κοινών μετοχών στο Χρηματιστήριο Αθηνών.

Συνεπώς, 4ο Συμπέρασμα:

Το αποτέλεσμα της «αριστερής» ανακεφαλαιοποίησης των συστημικών τραπεζών είναι εξαιρετικά δυσμενές για τη χώρα, τους φορολογούμενους, τους μετόχους και τους εργαζόμενους.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Εκτός όμως από την ανακεφαλαιοποίηση των συστημικών τραπεζών, είναι σε εξέλιξη η ανακεφαλαιοποίηση της Τράπεζας Αττικής, ενώ ολοκληρώθηκε η ανακεφαλαιοποίηση συνεταιριστικών τραπεζών.

Και εδώ όμως εγείρονται μία σειρά από σοβαρά ερωτήματα.

Ερωτήματα που θα αναδείξουν και οι Συνάδελφοί μου.

Ερωτήματα που έχουν να κάνουν, κυρίως, με την τιμή στην οποία πραγματοποιήθηκε η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της Τράπεζας Αττικής, με τη συμμετοχή ΔΕΚΟ, ασφαλιστικών ταμείων και φορέων του Δημοσίου στην ανακεφαλαιοποίηση, με τη διαδικασία που ακολουθήθηκε προκειμένου να αποφασίσουν οι φορείς τη συμμετοχή τους, με το τεράστιο κόστος που έχουν επωμιστεί σήμερα αυτοί οι φορείς από τη συγκεκριμένη επένδυση.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Από τα ανωτέρω, είναι απόλυτα ευκρινές το οδυνηρό «αποτύπωμα» για την Ελληνική οικονομία της Κυβέρνησης της Αριστεράς, στη δομή και λειτουργία του τραπεζικού τομέα της.

Αποδείχθηκε ότι η Κυβέρνηση αδυνατεί να προβλέψει τις ευρύτερες εξελίξεις, να σχεδιάσει έγκαιρα και να υλοποιήσει αποτελεσματικά πολιτικές χρήσιμες για τη λειτουργία της οικονομίας.

Γι’ αυτό σήμερα ελέγχουμε την Κυβέρνηση.

 

TwitterInstagramYoutube