Μεταρρυθμίσεις

Συνέντευξη στο ραδιοφωνικό σταθμό “Real FM” και στο Ν. Χατζηνικολάου

Μπορείτε να ακούσετε τη συνέντευξη εδώ.

Ο πρώην αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών και βουλευτής της ΝΔ Χρήστος Σταϊκούρας μιλώντας στον realfm 97,8 και την εκπομπή του Νίκου Χατζηνικολάου αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στο νέο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων

Στο ερώτημα αν διαφωνεί με τις αυξήσεις που προβλέπει το νομοσχέδιο απάντησε: «Υπάρχουν δύο διαστάσεις. Συμφωνούμε με την κατεύθυνση των ρυθμίσεων γιατί είχαμε ξεκινήσει να τις υλοποιούμε κι εμείς. Είχαν δει το φως της δημοσιότητας το 2014 κι είχαν να κάνουν με την αποσύνδεση του βαθμού με τον μισθό, την μισθολογική επανακατάταξη υπαλλήλων βάση της κατηγορίας εκπαίδευσης και την διαφορετική μισθολογική εξέλιξη ανάλογα με την κατηγορία της εκπαίδευσης».

Ειδικά για το ζήτημα των αυξήσεων ο πρώην υπουργός ανέφερε: «Διαφωνούμε σε αυτή την συγκυρία με τις αυξήσεις των απολαβών των δημοσίων υπαλλήλων διότι πολύ απλά που εδράζονται αυτές, όπως λέει και η έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, στο ότι είναι εντός των ορίων δαπανών του μεσοπροθέσμου που εμείς είχαμε ψηφίσει για το 2015-18. Ναι, αλλά τότε που ψηφίσαμε εμείς αυτό το νομοσχέδιο προβλέπαμε το 2016 που θα έρθουν αυτές οι αυξήσεις, για τρίτη συνεχόμενη χρονιά υψηλούς ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης, αυξήσεις των απολαβών και μείωση της ανεργίας.

Και πρόσθεσε: «Βλέπετε όμως ότι η συγκυρία δεν είναι αυτή, εξαιτίας των ευθυνών της κυβέρνησης της Αριστεράς. Οταν συνεπώς αναζητούμε να βάλουμε κι άλλους φόρους και βάζει η κυβέρνηση, όταν περικόπτει συντάξεις και θα περικόψει περαιτέρω πως είναι δυνατόν σε κάποιες κατηγορίες συμπατριωτών μας να αυξάνει σε αυτή την συγκυρία τις απολαβές. Αυτό το προβλέπαμε κι εμείς υπό άλλες οικονομικές συνθήκες και προφανώς με αξιολόγηση».

Πηγή: Real.gr

Ομιλία στην Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων επί του Κρατικού Προϋπολογισμού 2016

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Ο πρώτος Προϋπολογισμός Κυβέρνησης της Αριστεράς στην Ελλάδα αποτελεί ιστορικό γεγονός.

Τα μεγέθη του:

  • Επιβεβαιώνουν την κατάρρευση των μύθων που η αυτοαποκαλούμενη ριζοσπαστική Αριστερά, επί χρόνια, καλλιεργούσε.
  • Δείχνουν ότι η δήθεν αριστερή πολιτική ρητορική και αριστερή κοινωνική ευαισθησία είναι απολύτως κενές περιεχομένου.
  • Αναδεικνύουν την καλπάζουσα αναξιοπιστία της ριζοσπαστικής Αριστεράς, που δείχνει πλεόνασμα πολιτικού θράσους και έλλειμμα αρχών, σεβασμού στη νοημοσύνη των άλλων και στρατηγικού σχεδίου για τη χώρα.
  • Επιβεβαιώνουν την αδυναμία της Κυβέρνησης να σχεδιάσει ρεαλιστικά και να εκτελέσει αποτελεσματικά.
  • Καταδεικνύουν ότι η χώρα, με βαριά βήματα «σημειωτόν», βουλιάζει στο τέλμα.
  • Επιβεβαιώνουν την επιστροφή της χώρας στην ύφεση, στα πρωτογενή δημοσιονομικά ελλείμματα και στην αύξηση του δημοσίου χρέους.
  • Αποκαλύπτουν πρόσθετα δημοσιονομικά μέτρα, με την επιβολή νέων φόρων, οι οποίοι «στραγγαλίζουν» την πραγματική οικονομία, και με περικοπές στις συντάξεις και στα επιδόματα.
  • Καταδεικνύουν ότι το 2016 θα είναι χειρότερο, κυρίως μακροοικονομικά, έτος από το 2015, το οποίο, με τη σειρά του, είναι πολύ χειρότερο από το 2014.

Η Νέα Δημοκρατία, το μεγαλύτερο μεταπολιτευτικά, με όρους αθροιστικής εμπιστοσύνης των πολιτών, κόμμα της χώρας, αξιολογεί τον Προϋπολογισμό με κριτήριο το συμφέρον της Πατρίδας, υπό την οπτική του ιστορικά δικαιωμένου ιδεολογικού και πολιτικού της πυρήνα.

Αυτόν του ριζοσπαστικού, του κοινωνικού φιλελευθερισμού και της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς.

Πυρήνας που μας οδηγεί στην διαρκή αναζήτηση αρμονικής ισορροπίας μεταξύ της οικονομικής αποτελεσματικότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης, με στόχο την αποτελεσματική προώθηση της βιώσιμης ανάπτυξης, της απασχόλησης και της κοινωνικής συνοχής.

 

Η Νέα Δημοκρατία, με αυτά τα κριτήρια, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για έναν αντιαναπτυξιακό, οικονομικά αναποτελεσματικό και κοινωνικά άδικο Προϋπολογισμό, που οδηγεί την Ελληνική οικονομία σε ένα «καθοδικό σπιράλ».

Έναν Προϋπολογισμό «πασπαλισμένο» με την γνωστή «αριστερή χρυσόσκονη» της απόκρυψης της αλήθειας και της παραπλάνησης.

Ας «φυσήξουμε», όμως, τη χρυσόσκονη και ας περάσουμε στην ουσία των πραγμάτων:

1ον. Η Ελληνική οικονομία, ήδη από το 3ο τρίμηνο του 2015, έχει επιστρέψει στην ύφεση.

Την ίδια περίοδο που η Ευρωζώνη «επιταχύνει προς τα εμπρός», η Ελλάδα «κάνει όπισθεν».

Μάλιστα, η προοπτική για το 2016 είναι χειρότερη από το 2015.

Η Κυβέρνηση εκφράζει την ικανοποίησή της γιατί η οικονομία εφέτος θα παρουσιάσει καλύτερο του προβλεπόμενου ρυθμό μεταβολής του ΑΕΠ.

Ξεχνά όμως, ως συνήθως σκοπίμως, ότι ο ρυθμός μεταβολής του ΑΕΠ θα είναι καλύτερος σε σχέση με τις προβλέψεις που η ίδια έκανε στο Προσχέδιο του Προϋπολογισμού, πριν έναν μήνα.

Όπως επίσης ξεχνά σκοπίμως ότι, το 2014 επιτεύχθηκε θετικός ρυθμός μεταβολής, ότι παρέλαβε οικονομία σε δυναμική μεγέθυνσης και ότι η πρόβλεψη τότε, για το 2015, ήταν για αρκετά υψηλό ρυθμό μεγέθυνσης, άνω του 2,5%.

Συνεπώς, την ευθύνη για την επιστροφή της χώρας στην ύφεση φέρει αποκλειστικά, η Κυβέρνηση της Αριστεράς.

 

2ον. Το οικονομικό κλίμα επιδεινώθηκε.

Κυμαίνεται στις 89,1 μονάδες για τους πρώτους 10 μήνες του 2015, έναντι μέσου όρου 99,2 μονάδων το αντίστοιχο διάστημα του 2014.

Όπως αναφέρει, μάλιστα, και ο Προϋπολογισμός, «οι ενδείξεις που προκύπτουν από την παρατήρηση της πτώσης του δείκτη οικονομικού κλίματος λαμβάνουν μεγαλύτερη βαρύτητα αν εξεταστούν στο πλαίσιο του βελτιωμένου οικονομικού κλίματος στην Ευρωζώνη, όπου το 2015 έχουν σημειωθεί αυξήσεις του δείκτη αρκετά πάνω από το κατώφλι των 100 μονάδων βάσης».

Δηλαδή, επιβεβαιώνεται και με αυτό τον δείκτη ότι, την ίδια περίοδο που η Ευρωζώνη «επιταχύνει προς τα εμπρός», η Ελλάδα «κάνει όπισθεν».

3ον. Η δημόσια οικονομία επέστρεψε σε πρωτογενές έλλειμμα το 2015.

Η επιστροφή μάλιστα στα πρωτογενή ελλείμματα γίνεται παρά τη λήψη νέων, πρόσθετων, επώδυνων μέτρων λιτότητας, ύψους άνω του 1,5 δισ. ευρώ μόνο για το 2015.

Και ο λογαριασμός όλο και «ανεβαίνει», όλο και διογκώνεται.

Και αυτό έγινε μετά από 2 χρόνια, το 2013 και το 2014, επίτευξης πρωτογενών πλεονασμάτων.

Αυτό είναι το δημοσιονομικό «αποτύπωμα» της «αριστερής» διακυβέρνησης.

4ον. Ο Κοινωνικός Προϋπολογισμός «βουλιάζει» στα ελλείμματα.

Συγκεκριμένα, σε ταμειακή βάση, παρουσιάζει αυξημένο έλλειμμα το 2015, το οποίο προβλέπεται να διευρυνθεί και να «σκαρφαλώσει» στα 2,1 δισ. ευρώ το 2016.

Στους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης παρατηρείται, εκτιμάται και προβλέπεται επιδείνωση στις ασφαλιστικές εισφορές, στη συνταξιοδοτική δαπάνη, στις απλήρωτες υποχρεώσεις.

Ενώ στον Προϋπολογισμό δεν περιλαμβάνεται κανένα ενθαρρυντικό στοιχείο για ουσιαστικές, χρηματοδοτικά καλυμμένες, παρεμβάσεις στο πεδίο της κοινωνικής πολιτικής.

5ον. Οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα διογκώνονται.

Σε επίπεδο Γενικής Κυβέρνησης, αυτές διαμορφώθηκαν περίπου στα 6 δισ. ευρώ το εννεάμηνο του 2015, αυξημένες κατά 58% σε σχέση με το τέλος του 2014.

Υπενθυμίζεται ότι αυτές οι υποχρεώσεις είχαν μειωθεί κατά 60% την περίοδο 2012-2014.

Συγκεκριμένα, όπως αναφέρει και ο Προϋπολογισμός της σημερινής Κυβέρνησης, «η προσπάθεια ξεκίνησε το έτος 2012 με την ενεργοποίηση ενός προγράμματος χρηματοδότησης για την εξόφληση ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων προς τρίτους, με την τήρηση συγκεκριμένων προϋποθέσεων, το οποίο υλοποιήθηκε ως το τέλος του 2014».

Σήμερα, δεν υφίσταται κανένα χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής τους, αφού, σύμφωνα με τον Προϋπολογισμό, «οι εκταμιεύσεις θα προσαρμόζονται ανάλογα με τις δυνατότητές του, τις ταμειακές κάθε φορά συνθήκες και την πορεία της χρηματοδότησης από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας».

Δηλαδή, αναλαμβάνονται ασαφείς, «αριστερής κοπής» δεσμεύσεις, με απλή παραπομπή σε σχετική υπουργική απόφαση, για ένα μείζον ζήτημα που απασχολεί τον ιδιωτικό τομέα.

 

6ον. Το ύψος των πρόσθετων μέτρων της Κυβέρνησης της Αριστεράς, για την περίοδο 2015-2016, εκτιμάται, αρχικά, στα 5,7 δισ. ευρώ.

Μέτρα που αποτυπώνουν την ιδεοληπτική, αριστερή εμμονή στην αύξηση υφιστάμενων ή στην επιβολή νέων φόρων.

Μέτρα, όπως είναι:

  • Η αύξηση των συντελεστών ΦΠΑ.
  • Η αύξηση των συντελεστών του φόρου εισοδήματος νομικών προσώπων.
  • Η αύξηση των συντελεστών της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης.
  • Η αύξηση των συντελεστών του φόρου ασφαλίστρων.
  • Η αύξηση των συντελεστών φορολόγησης του εισοδήματος από ενοίκια, που η Κυβέρνηση δήθεν «είχε αποσύρει».
  • Η κατάργηση της έκπτωσης εφάπαξ πληρωμής φόρου εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων.
  • Η κατάργηση απαλλαγών υποχρέωσης πληρωμής του ΕΝΦΙΑ.
  • Η αύξηση της προκαταβολής φόρου εισοδήματος στα νομικά πρόσωπα, στους ελεύθερους επαγγελματίες και στους αγρότες.
  • Η σταδιακή κατάργηση της επιστροφής του ειδικού φόρου κατανάλωσης στο πετρέλαιο για αγροτική χρήση.
  • Η αύξηση των συντελεστών του φόρου εισοδήματος στους αγρότες.

Μέτρα που «στραγγαλίζουν» την πραγματική οικονομία και διαλύουν τον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας.

7ον. Ο «λογαριασμός» των μέτρων θα είναι πολύ υψηλότερος.

Κι αυτό γιατί:

α) Υπάρχει μια σειρά από νέα μέτρα, τα οποία ακόμα είναι αδιευκρίνιστα ή δεν έχουν ποσοτικοποιηθεί. Μεταξύ αυτών είναι η μείωση όλων των ορίων για τις κατασχέσεις, η κατάργηση φοροαπαλλαγών φυσικών και νομικών προσώπων κ.α.

β) Υπάρχουν μέτρα, κυρίως στο σκέλος των δαπανών, τα οποία δεν έχουν καταγραφεί. Για παράδειγμα, οι καταγεγραμμένες στον Προϋπολογισμό παρεμβάσεις στο ασφαλιστικό σύστημα και στο σύστημα κοινωνικής πρόνοιας είναι «λειψές». Υπολείπονται αυτών που η Κυβέρνηση έχει δεσμευθεί έναντι των εταίρων, και οι οποίες ανέρχονται στο 1,5% του ΑΕΠ για το 2016. Άρα υπάρχουν πρόσθετα, «κρυφά» μέτρα.

γ) Υπάρχουν, σύμφωνα με το 3ο Μνημόνιο, και πρόσθετα μέτρα για την περίοδο 20172018 αξιόπιστα διαρθρωτικά μέτρα που θα αποφέρουν τουλάχιστον ¾% του ΑΕΠ το 2017 και ¼% του ΑΕΠ το 2018»).

Αυτή είναι η δημοσιονομική προοπτική της χώρας και της οικονομίας της, με τις υπογραφές της Κυβέρνησης της Αριστεράς.

8ον. Οι συντάξεις περικόπτονται, μειώνοντας το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.

Ωστόσο, κάνει ιδιαίτερη εντύπωση η αναφορά του Προϋπολογισμού ότι «οι περικοπές δαπανών θα αφορούν σε τομείς που δεν επηρεάζουν ευθέως τα εισοδήματα των πολιτών».

Και αυτό γιατί το 77% της περιστολής στις δαπάνες αφορά περικοπές σε συντάξεις, παροχές κοινωνικής ασφάλισης και κοινωνικά επιδόματα.

Περικοπές που έχουν ήδη γίνει και κυρίως θα ακολουθήσουν, ύψους άνω των 2 δισ. ευρώ.

Όπως είναι, ενδεικτικά, η μείωση των κύριων και επικουρικών συντάξεων, η μείωση των εφάπαξ, η αύξηση των εισφορών των ασφαλισμένων στον ΟΓΑ, η μείωση των δικαιούχων παροχής ΕΚΑΣ με την αύξηση των εισοδηματικών κριτηρίων, η μείωση κατά 50% του επιδόματος θέρμανσης.

Πρόκειται για πολιτικές που πλήττουν άμεσα και ευθέως τα εισοδήματα των πολιτών.

Η Κυβέρνηση, για ακόμη μία φορά, προσπαθεί να παραπλανήσει, «βαπτίζοντας» το «κρέας», «ψάρι».

Οι πολίτες, όμως, έχουν αρχίσει να υφίστανται το κόστος των πολιτικών της, ακόμη και αυτοί που εμπιστεύθηκαν τον ΣΥΡΙΖΑ δυσφορούν, και έχουν αρχίσει να οργίζονται.

 

Ακόμη και η διάθεση των 200 εκατ. ευρώ, το 2015, για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης, δεν κατέστη εφικτή.

Κι αυτό, παρά τις πομπώδεις διατυπώσεις του Προϋπολογισμού ότι «η Κυβέρνηση κατάφερε να προσφέρει την απαραίτητη στήριξη σε εκείνες τις κοινωνικές ομάδες που έχουν πληγεί περισσότερο από την κρίση».

Σύμφωνα με απάντηση του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών σε σχετική Κοινοβουλετική Ερώτηση, αποδεικνύεται ότι εφέτος θα δαπανηθούν μόλις 108 εκατ. ευρώ!

Και του χρόνου θα είναι ακόμη λιγότερα

Υπενθυμίζεται ότι για το ίδιο λόγο, το 2014, είχε διανεμηθεί, ως «κοινωνικό μέρισμα», για τη στήριξη πολιτών και οικογενειών με χαμηλό συνολικό ετήσιο εισόδημα και ακίνητη περιουσία μικρής αξίας, ποσό ύψους 455 εκατ. ευρώ.

Ο μύθος της δήθεν κοινωνικής ευαισθησίας της Αριστεράς καταρρέει, και σε αυτό το πεδίο.

Όπως κατέρρευσε και στο πεδίο των συντάξεων, όπου αντί της χορήγησης 13ης σύνταξης, προχώρησαν σε  περικοπή των συντάξεων.

Όπως κατέρρευσε και με την άρση της προστασίας της πρώτης κατοικίας, όπου αντί της περιβόητης «σεισάχθειας» και του «κανένα σπίτι στα χέρια τραπεζίτη», έχουμε τις εξελίξεις των τελευταίων ημερών.

9ον. Το 2015, τα φορολογικά έσοδα είναι τα χαμηλότερα της τελευταίας δεκαετίας.

Παρά τους πρόσθετους φόρους που επέβαλλε εφέτος η Κυβέρνηση της Αριστεράς.

Αυτό οφείλεται, κυρίως, στην επιδείνωση του μακροοικονομικού περιβάλλοντος.

Με αποτέλεσμα, οι ληξιπρόθεσμες φορολογικές οφειλές των πολιτών προς το Κράτος να συνεχίζουν να αυξάνουν, μήνα με τον μήνα, και να διαμορφώνονται στα 82 δισ. ευρώ, υψηλότερες κατά 10 δισ. ευρώ από το τέλος του 2014.

 

Το 2016,  τα φορολογικά έσοδα προβλέπονται αυξημένα κατά 2 δισ. ευρώ έναντι του 2015.

Και αυτό, ενώ η οικονομία θα βρίσκεται σε ύφεση.

Συνεπώς, η πρόβλεψη για αυξημένα έσοδα δεν μπορεί παρά να εδράζεται, αποκλειστικά, στα νέα φορολογικά μέτρα της Κυβέρνησης της Αριστεράς, ύψους 2,2 δισ. ευρώ για το 2016.

10ον. Το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων αναμένεται να «κλείσει» στο ύψος του Προϋπολογισμού, αν και μέχρι σήμερα παραμένει καθηλωμένο.

Είναι χαρακτηριστικό ότι το δεκάμηνο του 2015, δηλαδή στα 5/6 της χρονιάς, οι δαπάνες του Προγράμματος ανήλθαν μόλις στα 2,8 δισ. ευρώ.

Έτσι, μέχρι το τέλος του έτους, μέσα σε 2 μήνες, θα πρέπει να δαπανηθεί ποσό σχεδόν 1,5 φορά μεγαλύτερο από αυτό που έχει δαπανηθεί στο δεκάμηνο, προκειμένου να επιτευχθεί ο ετήσιος στόχος.

Παράλληλα, το ποσοστό απορρόφησης των πόρων του ΕΣΠΑ 20072013 παραμένει περίπου στο επίπεδο που είχε επιτευχθεί στο τέλος του 2014.

Ενώ, για την περίοδο 20142020, σύμφωνα και με τον Προϋπολογισμό, η Ελλάδα είχε ήδη, από το παρελθόν, εξασφαλίσει πόρους ύψους 19,9 δισ. ευρώ.

Τους οποίους οφείλει να αξιοποιήσει το ταχύτερο δυνατόν, με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο.

11ον. Οι μειωμένοι δημοσιονομικοί στόχοι δεν εξασφαλίζουν σημαντικό δημοσιονομικό χώρο.

Η Κυβέρνηση εσφαλμένα θριαμβολογεί.

Η αλήθεια είναι ότι εκείνο που μετρά, είναι η συνεκτίμηση του ύψους των δημοσιονομικών στόχων σε σχέση με το ύψος των παρεμβάσεων που απαιτούνται για να υλοποιηθούν.

Οι  δημοσιονομικοί στόχοι εξαρτώνται από την κατάσταση και τη δυναμική της οικονομίας.

Υπενθυμίζω ότι οι «Θεσμοί», για το 2015, προέβλεπαν πρωτογενές πλεόνασμα κοντά στο 2% του ΑΕΠ, χωρίς τη λήψη οποιουδήποτε πρόσθετου μέτρου.

Η Κυβέρνηση, αφού οδήγησε την οικονομία και πάλι στο «καθοδικό σπιράλ», παρουσιάζει ως επιτυχία την εκτίμηση ότι το 2015, χωρίς τη λήψη οποιουδήποτε πρόσθετου μέτρου, θα έκλεινε με πρωτογενές έλλειμμα 1,5% του ΑΕΠ, ενώ η επίτευξη στόχου για πρωτογενές έλλειμμα 0,2% του ΑΕΠ απαιτεί πρόσθετα μέτρα λιτότητας, ύψους άνω του 1,5 δισ. ευρώ.

Δηλαδή, η χώρα, υπό τη διακυβέρνηση της Αριστεράς, παρουσιάζει πρωτογενές έλλειμμα, με πρόσθετα μέτρα λιτότητας και συνακόλουθα ισόποση επιβάρυνση των ακαθάριστων χρηματοδοτικών αναγκών του Κράτους, δηλαδή του δανεισμού της.

 

12ον. Προέκυψε ανάγκη μιας νέας ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών.

Με κεφαλαιακές ανάγκες που οφείλονται, όπως έδειξε και η Έκθεση της ΕΚΤ, στα δεδομένα που διαμορφώθηκαν στην οικονομία το 2015.

Και πιο συγκεκριμένα, στη χειροτέρευση του μακροοικονομικού περιβάλλοντος για εφέτος και τα επόμενα χρόνια, στα νέα, πρόσθετα δημοσιονομικά μέτρα της Κυβέρνησης, στους κεφαλαιακούς περιορισμούς, στη μείωση της αξίας των εξασφαλίσεων, στην αναμενόμενη αυξημένη ροή νέων επισφαλών δανείων.

Συνεπώς, η νέα ανακεφαλαιοποίηση φέρει την υπογραφή της Κυβέρνησης της Αριστεράς.

Μια ανακεφαλαιοποίηση:

  • που προσθέτει κόστος στους φορολογούμενους,
  • που συρρικνώνει δραματικά την Ελληνική ιδιωτική και δημόσια συμμετοχή,
  • που απαξιώνει τις προηγούμενες αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου,
  • που εκμηδενίζει την αξία του χαρτοφυλακίου του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, λόγω της δραστικής μείωσης των ποσοστών συμμετοχής του στο μετοχικό κεφάλαιο των τραπεζών,
  • που τροποποιεί, επί το δυσμενέστερο, τα ήδη εγκεκριμένα σχέδια αναδιάρθρωσης των πιστωτικών ιδρυμάτων, με αποτέλεσμα την απώλεια αξιόλογων περιουσιακών στοιχείων, όπως είναι στην περίπτωση της Εθνικής Τράπεζας η πώληση του συνόλου της συμμετοχής της στην Finansbank.

Θυμίζουμε ότι η επένδυση αυτή έγινε το 2006, επί Κυβέρνησης της ΝΔ, σε κλίμα «λυσσαλέας» αντίδρασης των κομμάτων της τότε Αντιπολίτευσης.

Επένδυση που αφορούσε την 5η μεγαλύτερη ιδιωτική τράπεζα στην Τουρκία, η οποία κάλυπτε το μεγαλύτερο ποσοστό των εργασιών του Ομίλου στο εξωτερικό, συμμετείχε σημαντικά στα μεγέθη του και συνέβαλε, καθοριστικά, στην κερδοφορία του.

Καλούμε συνεπώς, για ακόμη μία φορά, την Κυβέρνηση να απαντήσει συγκεκριμένα, έστω εκ των υστέρων, στο κεντρικό ερώτημα:

H μεγάλη και υψηλού συμβολισμού επένδυση του 2006, υπήρξε για την εθνική μας οικονομία και τη χώρα, συμφέρουσα, ασύμφορη ή ουδέτερη;

Οι πολίτες έχουν δικαίωμα να παίρνουν συγκεκριμένες απαντήσεις σε συγκεκριμένα ερωτήματα.

Αρκετή ζημιά υπέστη η χώρα από τις, επί δεκαετίες, ασάφειες και τις γκρίζες ζώνες που καλλιέργησε η ριζοσπαστική, αριστερή, και όχι μόνο, εκδοχή στη δημόσια ζωή.

 

13ον. Τα πεπραγμένα της Κυβέρνησης στο πεδίο των αποκρατικοποιήσεων είναι πενιχρά.

Κι αυτό, παρά τις διατυπώσεις του Προϋπολογισμού, σε αντίθεση με ότι επί χρόνια η Αριστερά υποστήριζε, για «τα πολλαπλά οφέλη» τους στην Ελληνική οικονομία.

Και μάλιστα με πρώτο στην καταγραφή, «την άμεση μείωση του δημοσίου χρέους».

Όταν μέχρι και τον εφετινό Ιούνιο υποστηρίζατε ότι τα έσοδα από τις αποκρατικοποιήσεις δεν πρέπει να «κατευθύνονται» για την εξυπηρέτηση του χρέους.

Η Κυβέρνηση, και στο πεδίο αυτό, είναι «εγκλωβισμένη» ανάμεσα στις ιδεοληψίες της και στην επιδείνωση του μακροοικονομικού περιβάλλοντος, που η ίδια προκάλεσε.

14ον. Το δημόσιο χρέος και πάλι διογκώνεται.

Το χρέος, ως ποσοστό του ΑΕΠ, διαμορφώνεται περίπου στο 188% το 2016, αυξημένο κατά 9 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ μέσα σε 2 χρόνια.

Και επειδή πολλές φορές η Κυβέρνηση θριαμβολογεί ότι δήθεν «κατάφερε επιτέλους να ανοίξει το θέμα του χρέους», η αλήθεια είναι η εξής:

Το ύψος και το «προφίλ» του χρέους, μετά το 2012, βελτιώθηκαν αισθητά.

Αποδείξεις;

α) Το δημόσιο χρέος μειώθηκε κατά περίπου 40 δισ. ευρώ την περίοδο 2011-2014.

Αυτό επιβεβαιώνεται και στον Προϋπολογισμό της Κυβέρνησης της Αριστεράς.

β) Το 2014, η μέση σταθμική υπολειπόμενη φυσική διάρκεια του δημοσίου χρέους ήταν τα 16,2 έτη. Το 2011, η διάρκεια ήταν 6,3 έτη.

Αυτό επιβεβαιώνεται και στον Προϋπολογισμό της Κυβέρνησης της Αριστεράς.

γ) Το 2014, οι τόκοι ανέρχονταν στα 5,5 δισ. ευρώ. Το 2011, ήταν στα 16,1 δισ. ευρώ.

Αυτό επιβεβαιώνεται και στον Προϋπολογισμό της Κυβέρνησης της Αριστεράς.

Όλα αυτά τα έχει προσυπογράψει ο κ. Τσίπρας, στην απόφαση της 12ης Ιουλίου, σύμφωνα με την οποία: «Η Σύνοδος Κορυφής για το Ευρώ υπενθυμίζει ότι τα κράτημέλη της Ευρωζώνης έχουν θεσπίσει κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών μία αξιοσημείωτη δέσμη μέτρων προς υποστήριξη της βιωσιμότητας του χρέους της Ελλάδας, η οποία εξομάλυνε την πορεία εξυπηρέτησης του χρέους της Ελλάδας και μείωσε το κόστος σημαντικά».

Συνεπώς, πως η Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι «ανοίγει για πρώτη φορά το θέμα του χρέους», όταν η ίδια υποστηρίζει ότι έχει ενισχυθεί σημαντικά η βιωσιμότητα του χρέους κατά το παρελθόν;

Οι ανακρίβειες και τα ψεύδη αποτελούν δομικό στοιχείο της Αριστερής κυβέρνησης.

Ωστόσο, είναι γεγονός ότι η βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους επιδεινώθηκε ραγδαία κατά το 2015.

Όπως καταγράφει και η Έκθεση του ΔΝΤ, της 25ης Ιουνίου 2015, που η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ κατέθεσε στη Βουλή, «οι βασικοί παράγοντες που οδήγησαν τους τελευταίους μήνες στην επιδείνωση της Ανάλυσης Βιωσιμότητας Χρέους είναι η μείωση της οικονομικής ανάπτυξης, η αναθεωρημένη πορεία του πρωτογενούς ισοζυγίου, τα χαμηλότερα έσοδα από τις αποκρατικοποιήσεις και πιθανές επιπρόσθετες οικονομικές ανάγκες του τραπεζικού συστήματος».

Το αποτέλεσμα είναι το δημόσιο χρέος κατά το 2015 να αυξάνεται, ως απόλυτος αριθμός, εξαιτίας της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών, και ως ποσοστό του ΑΕΠ, λόγω της μείωσης του ΑΕΠ.

Οι προβλέψεις του ΔΝΤ για την εξέλιξη του δημοσίου χρέους αποκαλύπτουν την εφιαλτική δυναμική του, που πυροδότησαν οι ανερμάτιστοι χειρισμοί της Κυβέρνησης.

Άρα, καθίσταται αναπόφευκτη η λήψη πρόσθετων παραμετρικών μέτρων για την ενίσχυση της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους. Η απόφαση κατά τη Σύνοδο Κορυφής, της 12ης Ιουλίου 2015, επιβεβαιώνει την απόφαση του Νοεμβρίου του 2012.

Συγκεκριμένααναφέρει ότι «σύμφωνα με το πνεύμα της δήλωσης της Ευρωομάδας του Νοεμβρίου του 2012, η Ευρωομάδα παραμένει έτοιμη να εξετάσει, εάν χρειαστεί, πιθανά πρόσθετα μέτρα (πιθανή παράταση των περιόδων χάριτος και αποπληρωμής), για να εξασφαλιστεί ότι οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες παραμένουν σε βιώσιμο επίπεδο».

Και προσθέτει: «Η Σύνοδος Κορυφής για το Ευρώ τονίζει ότι δεν μπορούν να αναληφθούν απομειώσεις της ονομαστικής αξίας του χρέους».

Ο κ. Τσίπρας, επί χρόνια, καλλιεργούσε ψευδαισθήσεις με «τζάμπα παλληκαριές» για τη λύση του προβλήματος του δημόσιου χρέους.

Τώρα, προσγειώθηκε στην πραγματικότητα και θεωρεί ως επιτυχία την εφαρμογή ρυθμίσεων που συζητούνται από τα τέλη του 2012.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Συμπερασματικά, η Κυβέρνηση της Αριστεράς, πέραν των ευθυνών που φέρει γιατί επί δεκαετίες «πετροβόλησε» κάθε προσπάθεια νοικοκυρέματος που έκαναν προηγούμενες Κυβερνήσεις, ευθύνεται γιατί η ίδια, ως Κυβέρνηση, οδηγούμενη από αριστερές ιδεολοψίες, εμμονές και δογματισμούς, περιέφερε, ασκόπως, τη χώρα σε περιβάλλον «δημιουργικής ασάφειας», οδηγώντας την σε πλήρες αδιέξοδο.

Αγνοώντας τους κανόνες διαπραγμάτευσης «ροκάνισε» πολύτιμο χρόνο.

Χωρίς στρατηγικό σχέδιο για τη χώρα διεξήγαγε ένα  προσχηματικό δημοψήφισμα.

Και τελικά οδηγήθηκε, σπασμωδικά και φοβικά, στη σύναψη του 3ου Μνημονίου.

Το κόστος από τη διακυβέρνηση της Αριστεράς για τη χώρα και την οικονομία της, τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, είναι μεγάλο.

Ένα μέρος αυτού του κόστους αποτυπώνει ο Προϋπολογισμός του 2016.

Οι πολίτες, το αισθάνονται, δυσφορούν, αισθάνονται εξαπατημένοι και έχουν αρχίσει να οργίζονται.

Και όπως είχε υποστηρίξει ο κ. Τσίπρας, πριν ένα χρόνο (7.12.2014), κατά την αντίστοιχη συζήτηση του Προϋπολογισμού:

«Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ο λαός μας το έχει εμπεδώσει πια και νομίζω ότι πρέπει να το εμπεδώσετε και εσείς: Το μνημόνιο δεν είναι κάτι από το οποίο μπορεί κανείς να μπαινοβγαίνει. Όποιος το υπηρετήσει δεν βρίσκει εύκολα την πόρτα της εξόδου».

Η «αριστερή χρυσόσκονη» δεν επαρκεί για να κρύψει αυτή τη δυσάρεστη πραγματικότητα.

Άρθρο στην εφημερίδα “Ελεύθερος Τύπος” – “Κατέρρευσε ο μύθος της δήθεν κοινωνικής ευαισθησίας της Αριστεράς”

Η Κυβέρνηση κατέθεσε ένα ακόμη Πολυνομοσχέδιο, με διαδικασία συζήτησης, και πάλι, αυτή του κατεπείγοντος. Διαδικασία η οποία, μαζί με τις Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου, αποτελούν τον κανόνα της Κυβερνητικής νομοθέτησης και συνιστούν δείγματα κυβερνητικής ανακολουθίας και ερασιτεχνισμού, έλλειψης σχεδίου και στρατηγικής, ευτελισμού της κοινοβουλευτικής διαδικασίας.

Επί του περιεχόμενου του Νομοσχεδίου:

1ον. Το Νομοσχέδιο οδηγεί, ουσιαστικά, σε άρση της προστασίας της πρώτης κατοικίας.

Πλέον, φεύγει η προστασία από το νομοθέτη, τίθενται αυστηρότεροι όροι και προϋποθέσεις εξαίρεσης από την εκποίηση, ζητείται ο δανειολήπτης να υπήρξε συνεργάσιμος κατά το χρόνο της αρχικής καθυστέρησης του δανείου, και, ενώ η όποια προστασία ενυπόθηκου στεγαστικού δανείου υφίσταται με βάση και την αντικειμενική αξία του ακινήτου, η τιμή του σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης γίνεται από ειδικό εμπειρογνώμονα σε διαφορετική, πιθανότατα χαμηλότερη αξία.

Συνεπώς, ο μύθος της δήθεν κοινωνικής ευαισθησίας της Αριστεράς κατέρρευσε.

Ενώ ενισχύεται και ο Κώδικας Δεοντολογίας, με τις σχετικές έννοιες του «συνεργάσιμου δανειολήπτη» και των «εύλογων δαπανών διαβίωσης». Κώδικας Δεοντολογίας ο οποίος, αφού αρχικά επικρίθηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ, με αναφορές ότι «εξαθλιώνονται οι πολίτες» και «αλώνεται η ιδιωτική περιουσία», σήμερα, όχι μόνο υιοθετείται πλήρως, αλλά και ενισχύεται, ενώ αποτελεί και αντικείμενο θριαμβολογίας από πλευράς της Κυβέρνησης!

2ον. Το Νομοσχέδιο επιβάλλει νέους φόρους.

Πότε από προχειρότητα, πότε από ανικανότητα, και σίγουρα πάντοτε από αριστερή ιδεοληπτική εμμονή, η Κυβέρνηση, σε κάθε της Νομοσχέδιο, αυξάνει τη φορολογική επιβάρυνση νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

Επιβεβαιώνεται έτσι, και με το υπό συζήτηση Σχέδιο Νόμου, ότι η Κυβέρνηση της Αριστεράς έχει την «ιδιοκτησία» του Προγράμματος, επιλέγει και υλοποιεί τα μέτρα και τις πολιτικές.

Είναι προφανές ότι η ΝΔ δεν μπορεί να στηρίξει πολιτικές που «στραγγαλίζουν» την πραγματική οικονομία. Και οι φορολογικές διατάξεις του Σχεδίου Νόμου εκτιμάται ότι θα περιορίσουν τον τζίρο των νόμιμων επιχειρήσεων, θα βάλουν λουκέτα στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις των κλάδων, θα αυξήσουν την ανεργία και θα συρρικνώσουν τα έσοδα του Δημοσίου.  

3ον. Το Νομοσχέδιο τροποποιεί, για ακόμη μία φορά το τελευταίο διάστημα, και πάλι επί το δυσμενέστερο, τις ρυθμίσεις για τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις.

Το «πουλόβερ», είχε αρχίσει και συνεχίζει να ξηλώνεται, έχοντας εγκλωβίσει χιλιάδες συμπολίτες μας σε «καθεστώς ρυθμίσεων» που σήμερα δεν υφίσταται.

4ον. Το Νομοσχέδιο τροποποιεί, σε διάστημα περίπου 2 εβδομάδων, διατάξεις για τη δομή και λειτουργία του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.

Νομοθετικό δείγμα προχειρότητας και ερασιτεχνισμού.

Συμπερασματικά, το υπό συζήτηση Σχέδιο Νόμου αναδεικνύει την αριστερή ανακολουθία, την αριστερή προχειρότητα, την αριστερή ανευθυνότητα, την αριστερή αναλγησία.

Συμμετοχή στην εκπομπή “Κοινωνία ώρα MEGA”

Μπορείτε να δείτε βίντεο από την εκπομπή εδώ (1, 2).

 

Ομιλία στην Ολομέλεια κατά τη συζήτηση του Πολυνομοσχεδίου του Υπουργείου Οικονομικών

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Ξεκινώ την τοποθέτησή μου παίρνοντας αφορμή από την τελευταία πρόταση της ομιλίας του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών κ. Χουλιαράκη, προχθές, στη Συνεδρίαση των Επιτροπών.

Συγκεκριμένα, ο κ. Χουλιαράκης είπε:

«Αναρωτιέμαι αν η ΝΔ έχει διαρρήξει οριστικά τους δεσμούς της τόσο με τη λογική, όσο και με την κληρονομιά της ίδιας παράταξης του Κωνσταντίνου Καραμανλή, του Παναγιώτη Κανελλόπουλου και του Παναγή Παπαληγούρα».

Κε. Υπουργέ, κατ’ αρχήν χαίρω διότι και εσείς πλέον αναγνωρίζετε τη στρατηγική θέση της ΝΔ στο ιδεολογικοπολιτικό φάσμα, όπως την εδραίωσε και την εφάρμοσε, με οφέλη για τη χώρα, ο ιδρυτής της Κωνσταντίνος Καραμανλής και οι εκλεκτοί, υψηλού πολιτικού μεγέθους, συνεργάτες του.

Κάνετε όμως λάθος.

Υποθέτω από πολιτική σκοπιμότητα, και όχι από τυφλή πρόθεση.

Εμείς, όχι μόνο δεν έχουμε διαρρήξει τους δεσμούς, αλλά είμαστε υπερήφανοι γι’ αυτή την κληρονομιά.

Με κάθε ευκαιρία διατρανώνουμε την πίστη μας στον διαχρονικά δικαιωμένο ιδεολογικό και πολιτικό πυρήνα μας, αυτόν του ριζοσπαστικού, του κοινωνικού φιλελευθερισμού και της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς.

Πυρήνας που μας οδηγεί στην διαρκή αναζήτηση αρμονικής ισορροπίας μεταξύ της οικονομικής αποτελεσματικότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης, με στόχο την αποτελεσματική προώθηση της βιώσιμης ανάπτυξης, της απασχόλησης και της κοινωνικής συνοχής.

Είμαστε υπερήφανοι γιατί η ΝΔ, τα τελευταία 41 χρόνια, πέρα από σκόπιμες «υποτιμήσεις» του ρόλου της, έχει την πιο επωφελή για τη χώρα συμμετοχή στη μεταπολιτευτική δημόσια ζωή, συγκριτικά με τα άλλα πολιτικά κόμματα.

Και  υπογραμμίζω ότι, αθροιστικά, στις εκλογικές αναμετρήσεις, έχει συγκεντρώσει την υψηλότερη εμπιστοσύνη των πολιτών.

Χαίρομαι που και εσείς αναγνωρίζετε αυτή τη συμβολή.

Ταυτόχρονα, βέβαια, αντιλαμβάνομαι και το δικό σας πολιτικό κενό.

Γιατί μετά τις ιδεολογικές περιπλανήσεις και τη μνημονιακή μετάλλαξη, έχετε πλέον παραδώσει και την όποια «ψυχή της Αριστεράς».

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Η «Αριστερή» Κυβέρνηση κατέθεσε ένα ακόμη Πολυνομοσχέδιο στο πλαίσιο υλοποίησης του 3ου Μνημονίου.

Ένα Μνημόνιο που φέρει τη σφραγίδα αποκλειστικά των ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

Ένα Μνημόνιο έμπνευσης, ιδιοκτησίας και εκτέλεσης της «αριστερής» Κυβέρνησης.

Και ένα Πολυνομοσχέδιο χωρίς, προφανώς, συνοχή, χωρίς καν ουσιαστική, συνεκτική αιτιολογική έκθεση.

Ένα Πολυνομοσχέδιο χωρίς αναπτυξιακό πρόσημο και πυξίδα, με έντονα τα υφεσιακά χαρακτηριστικά να διατρέχουν διατάξεις του.

Ένα Πολυνομοσχέδιο που προσθέτει, αναδρομικά, φόρους στην ακίνητη περιουσία.

Ένα Πολυνομοσχέδιο που τροποποιεί, επί το δυσμενέστερο, τις ρυθμίσεις για τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις, πέραν της αύξησης του επιτοκίου που έχει ήδη υλοποιηθεί, εισάγοντας μάλιστα και τον αυθαίρετο ρόλο της υποκειμενικής κρίσης της διοίκησης για τη μείωση του αριθμού των δόσεων.

Υποκειμενική κρίση που μπορεί να τροφοδοτήσει, δυνητικά, τη συναλλαγή και τη διαφθορά.

Ένα Πολυνομοσχέδιο που καταργεί συνταξιοδοτικές διατάξεις ακόμη και νόμων που ψηφίστηκαν το 2015.

Ένα Πολυνομοσχέδιο που προσθέτει, δυνητικά, ευνοϊκές ρυθμίσεις, στο ύψος των προστίμων, για εκκρεμείς υποθέσεις πλαστών και εικονικών τιμολογίων.

Για αυτούς, κυρίως, τους λόγους η ΝΔ, όπως ανέφερε και ο Εισηγητής της, καταψηφίζει, επί της αρχής, το Πολυνομοσχέδιο.

Θα στηρίξει, όμως, ενδεικτικά, εκείνες τις διατάξεις που αυστηροποιούν, ακόμη περισσότερο, το πλαίσιο για την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής.

Αρκεί, βέβαια, πράγματι να το αυστηροποιούν.

Επίσης η ΝΔ μπορεί να στηρίξει διατάξεις που ενισχύουν, ακόμη περισσότερο, το πλαίσιο δημοσιονομικής διαχείρισης και πειθαρχίας.

Άλλωστε, όταν η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ εισήγαγε τις σχετικές διατάξεις, το 2014, με το Νόμο 4270 ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ τις καταψήφιζε.

Και σήμερα τις εισηγείται.

Επειδή ο Αναπληρωτής Υπουργός Οικονομικών προέβη και σε ορισμένες αξιολογικές κρίσεις, στρεβλώνοντας την πραγματικότητα, μόνο 2 σύντομες επισημάνσεις:

1ον. Διερωτήθηκε: «Η Αντιπολίτευση διαφωνεί με τη συγκέντρωση των λογαριασμών του Δημοσίου σε έναν λογαριασμό;».

Συγγνώμη, κε. Υπουργέ, εμάς ρωτάτε;

Σας υπενθυμίζω ότι η ΝΔ, με τη συνεργασία του ΠΑΣΟΚ, το Σεπτέμβριο και το Δεκέμβριο του 2014, προχώρησε στο κλείσιμο 1.400 λογαριασμών του Δημοσίου προκειμένου να επιτυγχάνεται η παρακολούθηση και ο προγραμματισμός των ταμειακών ροών.

[Κατάθεση στα Πρακτικά των σχετικών Αποφάσεων]

Τότε ο ΣΥΡΙΖΑ καταψήφιζε τη ρύθμιση.

Κε. Υπουργέ, μάλλον δεν παρακολουθήσατε συστηματικά τις εξελίξεις.

Συνεπώς, μπερδέψατε τους αποδέκτες του ερωτήματός σας.

Απευθυνθείτε στο ΣΥΡΙΖΑ.

2ον. Διερωτήθηκε: «Η Αντιπολίτευση διαφωνεί με την ενεργοποίηση του Δημοσιονομικού Συμβουλίου;».

Νομίζω ότι και πάλι τα μπερδέψατε.

Όταν η ΝΔ, με το ΠΑΣΟΚ, εισηγήθηκε και ψήφισε τη σύσταση του Δημοσιονομικού Συμβουλίου, το 2014, με το Νόμο 4270, ο ΣΥΡΙΖΑ, δια του Εισηγητή του, που είναι και ο σημερινός Υπουργός Οικονομικών, υποστήριζε ότι: «δημιουργείται μια ανεξάρτητη αρχή με υπερβολικές εξουσίες, χωρίς καμία λαϊκή νομιμοποίηση».

[Κατάθεση στα Πρακτικά της τοποθέτησης του Εισηγητή του ΣΥΡΙΖΑ]

Και καταψήφισε τη ρύθμιση.

Κάνετε αυτοκριτική για τις πιρουέτες σας, ρωτήστε το ΣΥΡΙΖΑ και αφήστε το ρητορικό ερώτημα προς τη ΝΔ.

Και κάτι ακόμη.

Πριν λίγο, ο Υπουργός Οικονομικών υπερασπίστηκε της διάταξης σύμφωνα με την οποία καταργείται ο προληπτικός έλεγχος του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Πριν από 1 χρόνο όμως, στις 24 Ιουνίου 2014, ο κ. Υπουργός, ως Εισηγητής τότε του ΣΥΡΙΖΑ, σε σχετική διάταξη της τότε Κυβέρνησης με την οποία αυξάνονταν τα όρια του προληπτικού ελέγχου από τις 15.000 στις 30.000 ευρώ, δήλωνε:

«Αν χαθεί, σιγά σιγά, ο προληπτικός έλεγχος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, τότε αυτό θα έχει έναν ρόλο σαν μια ιδιωτική ελεγκτική επιχείρηση. Έχουμε δει, σε όλες τις αγγλοσαξονικές χώρες, ότι αυτή η προσέγγιση δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει τα προβλήματα της διαφθοράς, της σπατάλης».

Και σήμερα υπερασπίζεστε την πλήρη κατάργηση.

Απίστευτη, πρωτόγνωρη οβιδιακή μεταμόρφωση!!!

Κύριε Υπουργέ,

Διαπιστώνω, συνεπώς, ότι επιχειρείτε να θολώσετε τη δημόσια συζήτηση για να καλύψετε αυτές τις οβιδιακές μεταμορφώσεις και τη μνημονιακή μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ.

Η ΝΔ δεν θα το επιτρέπει.

Θα καθαρίζει την ατμόσφαιρα.

Επίσης, δεν θα μιμηθεί τις επί πολλά χρόνια πρακτικές ΣΥΡΙΖΑ.

Δεν θα επιδοθεί σε πολιτική κερδοσκοπία πάνω στα προβλήματα της χώρας και των πολιτών.

Δεν θα πει «όχι σε όλα».

Τις ωφέλιμες στρατηγικές για την πορεία της χώρας, θα τις στηρίξει.

Τις ωφέλιμες πολιτικές για τα αδύναμα και τα μεσαία κοινωνικά στρώματα θα τις στηρίξει.

Όλες τις άλλες στρατηγικές και πολιτικές θα τις απορρίπτει.

Θα τις καταψηφίζει.

Συνέντευξη στο ραδιοφωνικό σταθμό “Real FM” και στη δημοσιογράφο Κ. Μακρή

Ο Βουλευτής της ΝΔ και πρώην υπουργός μιλώντας στον Real FM 97,8 και την Κάτια Μακρή αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στις εσωκομματικές διεργασίες για την εκλογή νέου προέδρου.

«Αυτό που προέχει είναι να φέρουμε σε πέρας τη δημοκρατική διαδικασία της εκλογής του προέδρου με πολιτικό πολιτισμό, με αίσθημα ευθύνης απέναντι στην πατρίδα και με αναγνώριση, πολύ βασικό αυτό, της μακράς και επωφελούς για τη χώρα ιστορικής διαδρομής του κόμματος», είπε ο Χρήστος Σταϊκούρας.

Στο ερώτημα αν υπάρχει ζήτημα διάσπασης στο κόμμα την επομένη της προεδρικής εκλογής ο βουλευτής Φθιώτιδας της ΝΔ, ο οποίος έχει ταχθεί υπέρ της υποψηφιότητας του Βαγγέλη Μεϊμαράκη, τόνισε χαρακτηριστικά: «Στη ΝΔ η επόμενη ημέρα πρέπει να μας βρει όλους περισσότερους, με ψυχική ενότητα, υποδειγματική πολιτική συνοχή και διαθέσιμους για συντεταγμένες δημιουργικές δράσεις».

Και πρόσθεσε: «Αυτό είναι το επιθυμητό και νομίζω ότι όλοι θα κινηθούν σε αυτή την κατεύθυνση. Οπότε εκτιμώ ότι δεν θα υπάρχει το ενδεχόμενο της διάσπασης».

Πηγή: Real.gr

Μπορείτε να ακούσετε τη συνέντευξη εδώ.

Ομιλία στις Επιτροπές της Βουλής για το Πολυνομοσχέδιο του Υπουργείου Οικονομικών

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Η Κυβέρνηση κατέθεσε, χθες βράδυ, ένα ακόμη Πολυνομοσχέδιο.

Το πρώτο της με τη νέα σύνθεση.

Ένα Πολυνομοσχέδιο χωρίς, προφανώς, συνοχή, χωρίς καν ουσιαστική, συνεκτική αιτιολογική έκθεση.

Ένα Πολυνομοσχέδιο χωρίς αναπτυξιακό πρόσημο και πυξίδα, με έντονα τα υφεσιακά χαρακτηριστικά να διατρέχουν διατάξεις του.

Ένα Πολυνομοσχέδιο που προσθέτει, αναδρομικά, φόρους στην ακίνητη περιουσία, φορολογώντας ανείσπρακτα ενοίκια – δηλαδή ανύπαρκτα εισοδήματα, καταργώντας εκπτώσεις, αυξάνοντας τους φορολογικούς συντελεστές στα ενοίκια, και μάλιστα κάνοντας πιο άδικη την κατανομή των φορολογικών βαρών, αφού αυξάνει πολύ περισσότερο τη φορολόγηση των χαμηλότερων έναντι των υψηλότερων εισοδημάτων.

Ένα Πολυνομοσχέδιο που τροποποιεί, επί το δυσμενέστερο, τις ρυθμίσεις για τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις, πέραν της αύξησης του επιτοκίου που έχει ήδη υλοποιηθεί, εισάγοντας μάλιστα και τον αυθαίρετο ρόλο της υποκειμενικής κρίσης της διοίκησης για τη μείωση του αριθμού των δόσεων.

Υποκειμενική κρίση που μπορεί να τροφοδοτήσει, δυνητικά, τη συναλλαγή και τη διαφθορά.

Ένα Πολυνομοσχέδιο που καταργεί συνταξιοδοτικές διατάξεις ακόμη και νόμων που ψηφίστηκαν το 2015.

Ένα Πολυνομοσχέδιο που προσθέτει, δυνητικά, ευνοϊκές ρυθμίσεις, στο ύψος των προστίμων, για εκκρεμείς υποθέσεις πλαστών και εικονικών τιμολογίων.

Για αυτούς, κυρίως, τους λόγους η ΝΔ, όπως ανέφερε και ο Εισηγητής της, καταψηφίζει, επί της αρχής, το Πολυνομοσχέδιο.

Όμως, η ΝΔ δεν θα μιμηθεί τις πρακτικές ΣΥΡΙΖΑ.

Δεν θα επιδοθεί σε πολιτική κερδοσκοπία πάνω στα προβλήματα της χώρας και των πολιτών.

Ούτε θα πει «όχι σε όλα».

Θα στηρίξει, ενδεικτικά, εκείνες τις διατάξεις που αυστηροποιούν, ακόμη περισσότερο, το πλαίσιο για την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής.

Αρκεί, βέβαια, πράγματι να το αυστηροποιούν.

Και εδώ χρειάζονται κάποιες επεξηγήσεις από την Κυβέρνηση σχετικά με την αύξηση του ύψους του φόρου που δεν αποδόθηκε ή διακρατήθηκε, με βάση το οποίο αυξάνονται οι ποινικές κυρώσεις, κυρώσεις με τις οποίες συμφωνούμε.

Επίσης η ΝΔ μπορεί να στηρίξει διατάξεις που ενισχύουν, ακόμη περισσότερο, το πλαίσιο δημοσιονομικής διαχείρισης και πειθαρχίας.

Άλλωστε, όταν η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ εισήγαγε τις σχετικές διατάξεις, το 2014, με το Νόμο 4270, ο ΣΥΡΙΖΑ τις καταψήφιζε.

Και σήμερα τις εισηγείται.

Ειδικότερα, να θυμίσω ότι με το Ν. 4270/2014:

  • Αναμορφώθηκαν οι κανόνες δημοσιονομικής διαχείρισης και εποπτείας που διέπουν τη χάραξη της οικονομικής πολιτικής.
  • Εισήχθη η έννοια του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου και των κατάλληλων διορθωτικών μηχανισμών σε περίπτωση σημαντικών αποκλίσεων από το στόχο.
  • Εκσυγχρονίστηκε, εναρμονίστηκε και συντονίστηκε το υφιστάμενο εθνικό δημοσιονομικό πλαίσιο με τις βέλτιστες ευρωπαϊκές και διεθνείς πρακτικές.
  • Επικαιροποιήθηκαν οι μέχρι τότε ισχύουσες διατάξεις του δημόσιου λογιστικού.
  • Αναδείχθηκε και εμπεδώθηκε η έννοια της δημοσιονομικής πειθαρχίας.
  • Συστάθηκε το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο.
  • Ενισχύθηκε ο ρόλος και η ευθύνη των προϊσταμένων των Γενικών Διευθύνσεων Οικονομικών Υπηρεσιών.
  • Θεσμοθετήθηκε η λειτουργία των υπηρεσιών εσωτερικού ελέγχου.
  • Θεσπίστηκαν δημοσιονομικοί κανόνες για όλους τους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης.
  • Συνάφθηκαν Μνημόνια Συνεργασίας μεταξύ του Υπουργείου Οικονομικών και των υπόλοιπων Υπουργείων, τόσο για την εκτέλεση του Προϋπολογισμού όσο και για την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα.

Και φυσικά, προχώρησε ο ενιαίος τρόπος καταγραφής και διαχείρισης των λογαριασμών του Δημοσίου, προκειμένου να επιτυγχάνεται η παρακολούθηση και ο προγραμματισμός των ταμειακών ροών και να προσδιορίζεται το ύψος των διαθεσίμων.

Και έκλεισαν, ενδεικτικά, τον Ιούλιο του 2014, 934 λογαριασμοί.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Πέρυσι, η τότε Αξιωματική Αντιπολίτευση, ο ΣΥΡΙΖΑ, όλα αυτά τα καταψήφισε.

Μάλιστα, ενδεικτικά και μόνο, πέρυσι, ο ΣΥΡΙΖΑ, δια του Εισηγητή του, υποστήριζε ότι τα Μνημόνια συνεργασίας του Υπουργείου Οικονομικών με τα άλλα Υπουργεία αποτελούν «συρρίκνωση της δημοκρατίας».

Σήμερα; Ορθώς, τα υιοθετεί.

Πέρυσι, ο ΣΥΡΙΖΑ, δια του Εισηγητή του, υποστήριζε ότι «η θέσπιση κανόνων στη δημοσιονομική πολιτική, εντείνει το έλλειμμα δημοκρατικής νομιμοποίησης».

Σήμερα; Όπως υποστηρίζει το Νομοσχέδιο, και ορθώς, «πάει και στο επόμενο βήμα».

Πέρυσι, ο ΣΥΡΙΖΑ, δια του Εισηγητή του, υποστήριζε ότι «το Δημοσιονομικό Συμβούλιο είναι μια ανεξάρτητη αρχή με υπερβολικές εξουσίες, χωρίς καμία λαϊκή νομιμοποίηση».

Σήμερα; Ορθώς, όχι μόνο το στηρίζει, αλλά προχωρά και στη στελέχωσή του.

Και όχι μόνο αυτά.

Όπως αναφέρει το Σχέδιο Νόμου, η Κυβέρνηση προχωρά, και ορθώς, στην «περαιτέρω βελτίωση της διαδικασίας κατάρτισης και παρακολούθησης της εκτέλεσης του προϋπολογισμού», στην «ανάγκη ενίσχυσης των υφιστάμενων υπηρεσιών εσωτερικού ελέγχου», «στην επιβολή ήδη θεσμοθετημένων κυρώσεων», στην «ανάγκη κοινής διαχείρισης των διαθεσίμων της Γενικής Κυβέρνησης».

Πρωτοβουλίες που είχαν ξεκινήσει να δρομολογούνται από το φθινόπωρο του 2014, με τη γνωστή ονομασία «Οργανικός Νόμος 2».

Παραμένει ωστόσο ερωτηματικό, και ζητάμε από την Κυβέρνηση να το επαναξιολογήσει, η κατάργηση του προληπτικού ελέγχου από το Ελεγκτικό Συνέδριο, αρχικά, από 1.1.2017, στις δαπάνες του Κράτους και μεταγενέστερα, από 1.1.2019, στις δαπάνες των λοιπών φορέων.

Αντιλαμβάνομαι την ανάγκη απλοποίησης και ενίσχυσης της αποτελεσματικότητας των ελέγχων και μετατόπισης της έμφασης στους κατασταλτικούς ελέγχους.

Για αυτό και η Κυβέρνηση ΝΔ/ΠΑΣΟΚ, αύξησε το όριο του προληπτικού ελέγχου από το Ελεγκτικό Συνέδριο από τις 15.000 στις 30.000 ευρώ.

Το οποίο, φυσικά, το είχατε καταψηφίσει.

Και σήμερα εισηγείστε την πλήρη κατάργηση του προληπτικού ελέγχου.

Νομίζω ότι αυτό το σημείο θέλει επαναξιολόγηση, ωριμότερη σκέψη και αντιμετώπιση.

Και συνεργασία με το Ελεγκτικό Συνέδριο.

Ομιλία στο Συνέδριο Prodexpo 2015 στη θεματική ενότητα “Φορολογία ακίνητης περιουσίας: Αναδιάρθρωση και εξορθολογισμός”

Κυρίες και Κύριοι,

Θέλω να ευχαριστήσω τους διοργανωτές της 16ης Prodexpo για την πρόσκλησή τους να παραστώ και να αναπτύξω, κωδικοποιημένα, ορισμένες σκέψεις για τη φορολόγηση της ακίνητης περιουσίας.

Φορολόγηση την οποία δεν μπορούμε να την εξετάσουμε διακριτά, τόσο από τις διεθνείς τάσεις και τους συγκριτικούς δείκτες, όσο και από τους υφιστάμενους δημοσιονομικούς περιορισμούς.

Κυρίες και Κύριοι,

Η φορολόγηση της ακίνητης περιουσίας θεωρείται, από τους περισσότερους οικονομολόγους, ως μία ορθή φορολογική πολιτική.

Και αυτό γιατί, σύμφωνα με τη διεθνή βιβλιογραφία και πρακτική, στρεβλώνει λιγότερο την κατανομή των πόρων και έχει το χαμηλότερο δυνατό αντίκτυπο στην ανάπτυξη της οικονομίας, σε σχέση με τις φορολογίες που επιβάλλονται στις υπόλοιπα αντικείμενα φόρων (όπως είναι το εισόδημα, η κατανάλωση, οι συναλλαγές).

Ενώ παρουσιάζει και πολύ χαμηλότερα, σε σχέση με άλλα αντικείμενα φόρων, ποσοστά φοροδιαφυγής.

Παρά τα πλεονεκτήματά της, ωστόσο, η φορολόγηση της ακίνητης περιουσίας δεν είναι δημοφιλής.

Έχει χαρακτηριστεί ως ο «φόρος που ο καθένας αγαπά να μισεί».

Έχει επικριθεί για μια σειρά από λόγους: ως άδικος, ως ασύνδετος με την φοροδοτική ικανότητα ή την ανταποδοτική ωφέλεια, ως ακατάλληλος επειδή υποστηρίζει υπηρεσίες που δεν σχετίζονται με την ιδιοκτησία.

Έχει επίσης επικριθεί για τις αρνητικές επιπτώσεις του στη στέγαση, στη χρήση της γης και στην αστική ανάπτυξη.

Όμως, σε κάθε περίπτωση, το γεγονός είναι ότι η ακίνητη περιουσία αποτελεί συνταγματικώς προβλεπόμενο αντικείμενο του φόρου.

Ως εκ τούτου, φορολογείται, κατ’ αρχάς, αφενός, κάθε φορά που σημειώνεται μεταβίβασή της (φόρος μεταβίβασης ακινήτων, φόρος δωρεών, κληρονομιών, γονικών παροχών) και αφετέρου, όταν είναι προσοδοφόρος, δηλαδή παράγει εισόδημα (φόρος εισοδήματος στην πρόσοδο από ακίνητα).

Επομένως, όταν με αφορμή την ακίνητη περιουσία αποκτάται πλούτος, υφίσταται εκ των πραγμάτων, και ορθώς, και αντίστοιχη φορολόγηση.

Και η ίδια, όμως, η διατήρηση της ακίνητης περιουσίας, δηλαδή η κατοχή της, αποτελεί, διαχρονικά, για τον Έλληνα νομοθέτη, αντικείμενο ξεχωριστής φορολογικής επιβολής.

Η επιλογή αυτή εδράζεται τόσο στην αντίληψη ότι το ίδιο το ύψος της ακίνητης περιουσίας συνήθως αντανακλά αντίστοιχη φοροδοτική ικανότητα, όσο και στην άποψη ότι το Κράτος, εκπληρώνοντας τους δημοσιονομικούς του στόχους, εξασφαλίζει εκείνο το πλαίσιο οικονομικής σταθερότητας και ασφάλειας, που επιτρέπει την απόκτηση και διατήρηση της ακίνητης περιουσίας.

 

Κυρίες και Κύριοι,

Το ζήτημα της φορολόγησης της ακίνητης περιουσίας προσλαμβάνει στην Ελλάδα μείζονες διαστάσεις, λόγω και της παραδοσιακής τάσης του Έλληνα να επενδύει στο ακίνητο.

Ωστόσο, σε κάθε περίπτωση, ιδιαίτερα σε περιβάλλον άσκησης συσταλτικής δημοσιονομικής πολιτικής, η κατοχή ακίνητης περιουσίας συνιστά έναν δείκτη ευημερίας, ο οποίος δύσκολα μπορεί να τεθεί εκτός πλαισίου φορολογικών επιβαρύνσεων χωρίς άλλες, εξίσου δυσμενείς, δημοσιονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις.

Η επιλογή αυτή δυσχεραίνεται όταν δεν υπάρχει πλήρης καταγραφή και τακτοποίηση της ακίνητης περιουσίας των πολιτών.

 

Κυρίες και Κύριοι,

Κινούμενος σε αυτή την κατεύθυνση και φιλοσοφία, ο υφιστάμενος Ενιαίος Φόρος Ιδιοκτησίας Ακινήτων επιδίωξε να αποτελέσει την πρώτη ολοκληρωμένη προσπάθεια φορολόγησης της ακίνητης περιουσίας.

Στόχος του ήταν η εξασφάλιση της δικαιότερης κατανομής των φορολογικών βαρών, επιζητώντας την ισορροπία σε διάφορα επίπεδα.

Ισορροπία μεταξύ του:

  • Πώς θα αυξηθεί η φορολογητέα ύλη και θα διευρυνθεί η φορολογική βάση, χωρίς να επιβαρυνθούν υπέρμετρα τα ακίνητα που θα φορολογηθούν για πρώτη φορά.
  • Πώς θα κατανεμηθεί ο φόρος ανάμεσα στις τρείς κατηγορίες ακινήτων: τα κτίρια, τα οικόπεδα και η εκτός σχεδίου πόλης ή οικισμού γη.
  • Πώς θα κατανεμηθεί ο φόρος ανάμεσα στα ακίνητα, ανάλογα με τη χρήση τους.
  • Πώς θα διευρυνθεί το αντικείμενο του φόρου στο μέγιστο δυνατό βαθμό, απαλλάσσοντας, παράλληλα, συμπολίτες μας που βρίσκονται σε πραγματική αδυναμία να καταβάλουν το φόρο.
  • Πώς όλα τα παραπάνω θα επιτευχθούν, διαφυλάσσοντας ταυτόχρονα τον αναγκαίο δημοσιονομικό στόχο.

Και όλα αυτά όταν, πριν από λίγα χρόνια, υπήρχε απεικόνιση της περιουσίας μόνο για 400.000 φορολογούμενους, ενώ σήμερα υπάρχει πλήρης καταγραφή της περιουσίας 6.150.000 φορολογουμένων, σε μια ενιαία βάση δεδομένων, με στοιχεία που συμπληρώνονται και επικαιροποιούνται συνεχώς.

Βέβαια, και σε αυτή την προσπάθεια, υπήρξαν αστοχίες και ατέλειες, παρατηρήθηκαν αδυναμίες, εμφανίστηκαν στρεβλώσεις και αποκλίσεις από την πραγματικότητα.

Κυρίες και Κύριοι,

Με αυτά τα δεδομένα, ο σκοπός και σήμερα παραμένει η πιο ορθολογική, δίκαιη και σταθερή φορολόγηση της κατοχής της ακίνητης περιουσίας.

Προς την κατεύθυνση αυτή, αναγκαίο πρώτο βήμα είναι η εξομάλυνση των αντικειμενικών αξιών και η εναρμόνισή τους με τα πραγματικά δεδομένα της τρέχουσας αγοράς, ώστε να αποφεύγεται, κατά το δυνατόν, η φορολόγηση πλασματικής φορολογητέας ύλης.

Περαιτέρω, σκόπιμη κρίνεται η περαιτέρω διεύρυνση της φορολογικής βάσης που ήδη επετεύχθη, ώστε, αφ’ ενός η επιβάρυνση να επεκτείνεται σε πολλούς και, αφ’ ετέρου να μειώνεται αισθητά το ύψος της οπότε, συνακόλουθα, να καθίσταται οικονομικά ανεκτή και αντιμετωπίσιμη για τον υπόχρεο.

Επιπλέον, χρήσιμη θα ήταν και η πρόβλεψη ενός ευέλικτου μηχανισμού άμεσης αποκατάστασης αδικιών, δηλαδή η λειτουργία μιας Επιτροπής επιφορτισμένης αποκλειστικώς με το έργο αυτό.

Αδικίες που προκύπτουν κατά την εφαρμογή ενός αντικειμενικού συστήματος, το οποίο εκ των πραγμάτων αδυνατεί να «συλλάβει» τις ιδιαίτερες τεχνικές ή κοινωνικές ιδιαιτερότητες συγκεκριμένων περιπτώσεων.

Επίσης, εφ’ όσον σταθεροποιηθεί η κατάσταση στην οικονομία και την αγορά, θα μπορούσε να εξετασθεί και η σύνδεση της φορολόγησης της ακίνητης περιουσίας με εισοδηματικά κριτήρια, ώστε να μετατραπεί σε κριτήριο της φοροδοτικής ικανότητας του υπόχρεου όχι μόνο το ύψος, ως απόλυτο μέγεθος, της περιουσίας, αλλά η πραγματική οικονομική δυνατότητα του φορολογουμένου να ανταποκρίνεται στην απορρέουσα επιβάρυνση, χωρίς να εξαναγκάζεται να εκποιήσει ή να απειλείται να απωλέσει βίαια την εν λόγω περιουσία του.

Και φυσικά, όταν και πάλι σταθεροποιηθούν τα δημόσια οικονομικά, θα μπορούσε να εξετασθεί η σταδιακή μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης της ακίνητης περιουσίας. Όπως, η Ελληνική πολιτεία έπραξε κατά το πρόσφατο παρελθόν, ενδεικτικά με τη μείωση του φόρου μεταβίβασης των ακινήτων.

Συμπληρωματικά, θα μπορούσε να αξιολογηθεί η θέσπιση ενός ορίου, το οποίο δεν θα νομιμοποιείται να υπερβαίνει η συνολική φορολογική επιβάρυνση ενός ιδιοκτήτη ακινήτου από τις πάσης φύσεως φορολογικές υποχρεώσεις, που συνδέονται με αυτό.

Τέλος, θα πρέπει να αξιολογηθεί και η μετεξέλιξη του φόρου σε ανταποδοτικό, ο οποίος θα μπορούσε να αποτελέσει, προοπτικά, βασικό έσοδο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, όπως συμβαίνει σε αρκετές χώρες του εξωτερικού.

Εκεί όπου οι φόροι ακίνητης περιουσίας επιβάλλονται, σε μεγάλο βαθμό, από την Τοπική Αυτοδιοίκηση, προάγουν την τοπική αυτονομία και ενισχύουν τη λογοδοσία, λόγω της διασύνδεσης πολλών από τις υπηρεσίες που παρέχονται σε τοπικό επίπεδο με τις αξίες των ακινήτων (π.χ. σχολεία, δρόμοι, πάρκα κ.α.).

Όταν οι φόροι ακίνητης περιουσίας χρηματοδοτούν τοπικές υπηρεσίες, οι αποφάσεις θα μπορούσαν να καταστούν πιο αποτελεσματικές, επειδή οι φορολογούμενοι, κατά πάσα πιθανότητα, θα στηρίξουν αυτές τις δραστηριότητες για τις οποίες οι ωφέλειες που λαμβάνονται, ανταποκρίνονται ή υπερβαίνουν τους φόρους.

Υπάρχουν, βέβαια, βασικές παράμετροι που πρέπει να αξιολογηθούν διεξοδικά και σε βάθος, ώστε η μεταρρύθμιση να είναι ολοκληρωμένη και να καταστεί επιτυχής.

Παράμετροι που αφορούν σε ζητήματα αμέσου ή έμμεσου επηρεασμού της ισόρροπης ανάπτυξης στην κτηματαγορά, όπως είναι η διακριτική ευχέρεια και οι βαθμοί ελευθερίας της Τοπικής Αυτοδιοίκησης στους συντελεστές φορολόγησης ανά περιοχή, ή η δυνατότητα και το χρονικό διάστημα αναπροσαρμογής αυτών των φορολογικών συντελεστών.

Παράμετροι που αφορούν στο μηχανισμό είσπραξης του φόρου, στην παρακράτηση όλων των εισπραχθέντων εσόδων και στη χορήγηση φορολογικών ελαφρύνσεων ή απαλλαγών προς ιδιώτες και επιχειρήσεις.

Για αυτό το λόγο, η Κεντρική Κυβέρνηση πρέπει να διατηρήσει σημαντικό ρόλο στο σχεδιασμό και στη λειτουργία του φόρου ακίνητης περιουσίας, ακόμη και σε αυτή τη μορφή.

Με αυτές τις σκέψεις, εύχομαι καλή επιτυχία στις εργασίες του Συνεδρίου.

 

Συνέντευξη στο ραδιοφωνικό σταθμό “Παραπολιτικά”

Μπορείτε να ακούσετε τη συνέντευξη εδώ.

TwitterInstagramYoutube