Αποσπάσματα ομιλίας στη Βουλή κατά τη συζήτηση του Σχεδίου Νόμου της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ για το 3ο Μνημόνιο

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Συζητούμε σήμερα το νέο «Αριστερό» Μνημόνιο. Το 3ο Μνημόνιο, που φέρει αποκλειστικά τη σφραγίδα της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ. Ένα εξαιρετικά επώδυνο Μνημόνιο, το οποίο οφείλεται στις ιδεοληψίες, στους λανθασμένους χειρισμούς, στους ανερμάτιστους τακτικισμούς της σημερινής Κυβέρνησης.

Ισχυρίζεται η Κυβέρνηση ότι η σύναψη του νέου δανείου είναι εθνική επιτυχία. Αυτό δεν είναι αληθές. Οι χειρισμοί της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ άλλαξαν ριζικά τα δεδομένα, με αποτέλεσμα να καθίσταται, πλέον, αναγκαία μια νέα μεγάλη χρηματοδότηση. Και αυτή η ανάγκη οφείλεται:

1ον. Στην επιστροφή της οικονομίας στην ύφεση.

Μέσα σε 6 μήνες, μόνο για το 2015, η πρόβλεψη για ισχυρή ανάπτυξη άνω του 2,5%, μετατράπηκε σε εκτίμηση για βαθιά ύφεση άνω του 2%. Και η ύφεση θα συνεχιστεί και το 2016. Επιβάρυνση; περίπου 11 δισ. ευρώ μόνο για το 2015.

2ον. Στην επιστροφή στα σχεδόν μηδενικά πρωτογενή πλεονάσματα, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται μεγαλύτερες δανειακές ανάγκες για τα επόμενα χρόνια και να αποδυναμώνεται η προοπτική βιωσιμότητας του χρέους. Επιβάρυνση; περίπου 8 δισ. ευρώ μόνο για το 2015.

3ον. Στην απροθυμία της Κυβέρνησης να προχωρήσει στην υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών και αποκρατικοποιήσεων. Επιβάρυνση; περίπου 10 δισ. ευρώ για την επόμενη τριετία.

4ον. Στην αύξηση των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα, με αποτέλεσμα η αποπληρωμή τους να απαιτεί νέο δανεισμό. Επιβάρυνση; περίπου 5 δισ. ευρώ μόνο για το 2015.

5ον. Στο «σκούπισμα» των ταμειακών διαθεσίμων των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, με αποτέλεσμα, για να αποκατασταθεί ένα μέρος των αποθεματικών και για να επιστραφεί ένα μέρος των ταμειακών διαθεσίμων, να απαιτείται επιπλέον δανεισμός. Επιβάρυνση; περίπου 7 δισ. ευρώ για την επόμενη τριετία.

6ον. Στην ανάγκη νέας ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών. Επιβάρυνση; μέχρι 25 δισ. ευρώ.

Όλα αυτά, και πολλά ακόμη, φέρουν τη σφραγίδα της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

Ας θυμηθούμε όμως λίγο και τους μύθους και τις ψευδαισθήσεις που τα Κόμματα που στηρίζουν την Κυβέρνηση καλλιεργούσαν επί μακρόν, και ας δούμε, σήμερα, την κατάρρευσή τους:

  • Υποστήριζαν, ότι «δεν συζητάνε 3ο Μνημόνιο» και ότι «καταλαβαίνουν ότι υπάρχουν πολιτικές δυνάμεις που ονειρεύονται την επιστροφή στο Μνημόνιο, αλλά θα συνεχίσουμε να τις απογοητεύουμε». Αντιλαμβάνομαι τη θέση τους σήμερα…
  • Υποστήριζαν ότι μέσω της ανακεφαλαιοποίησης, χαρίζονταν χρήματα στους τραπεζίτες. Και υπόσχονταν κρατικοποίηση τραπεζών. Σήμερα, αντιλαμβάνονται ότι η ανακεφαλαιοποίηση είναι αναγκαία για να διασφαλιστούν οι καταθέσεις των πολιτών. Ενώ δεσμεύονται στο Μνημόνιο, και ορθώς, να μην παρεμβαίνουν στη διαχείριση και τη λήψη αποφάσεων των τραπεζών.
  • Υποστήριζαν ότι το χρέος είναι επονείδιστο και πρέπει να «κουρευτεί». Στο Μνημόνιο δεν υπάρχει η παραμικρή αναφορά στην ανάγκη βελτίωσης της βιωσιμότητας του χρέους μέσω των απαραίτητων Eυρωπαϊκών πρωτοβουλιών. Μόνο στο πως, εμείς, με ίδιες δυνάμεις, μέσω του νέου Ταμείου, θα μειώσουμε το χρέος.
  • Υποστήριζαν ότι θα «γκρεμίσουν» τις εργαλειοθήκες του ΟΟΣΑ. Σήμερα, στο Μνημόνιο, δεσμεύονται να τις ολοκληρώσουν και να «χτίσουν» κι άλλες.
  • Υποστήριζαν ότι δεν θα περικόψουν συντάξεις. Σήμερα, στο Μνημόνιο, αποδέχονται ότι «οι συνταξιοδοτικές μεταρρυθμίσεις του 2010 και του 2012 βελτιώνουν τη διατηρησιμότητα του συνταξιοδοτικού συστήματος». Δεσμεύονται για επιπλέον εξοικονομήσεις και για τη σύνδεση εισφορών με παροχές. Ενώ έχουν ήδη περικόψει τις κύριες και επικουρικές συντάξεις, μέσω της αύξησης των εισφορών υγείας.
  • Πανηγύριζαν για την ιδιοκτησία του Προγράμματος. Πρόσφατα την «ξόρκιζαν». Σήμερα, όπως γράφει – επί λέξη – το κείμενο, «ενστερνίζονται το Μνημόνιο».
  • Υποστήριζαν ότι δεν χρειάζεται να διαβουλευτούν με τους θεσμούς. Και πανηγύριζαν για μονομερείς δράσεις. Σήμερα, στο Μνημόνιο, δεσμεύονται να πάρουν πίσω πολλές από αυτές: στο φορολογικό, στο συνταξιοδοτικό, στα εργασιακά, στην υγεία (Ν. 4321, 4328, 4331, 4332, 4334 του 2015).

Τα ψέματα έχουν κοντά ποδάρια. Τα παίγνια τελείωσαν.

Η Κυβέρνηση οφείλει, εκεί που η ίδια έφτασε τα πράγματα, έχοντας την ιδιοκτησία του 1ου «αριστερού» Μνημονίου, να το εφαρμόσει, σε όλες τις πτυχές του. Παράλληλα, να βελτιώσει εσφαλμένες ρυθμίσεις που «στραγγαλίζουν» μέσω της υπερβολικής φορολόγησης τον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας. Όπως ξεκίνησε να γίνεται το 2014, με στοχευμένες φορολογικές ελαφρύνσεις. Αποφεύγοντας παράλληλα ενέργειες διόγκωσης του κράτους. Και φυσικά εμπλουτίζοντας τη συμφωνία με αντισταθμιστικές, αναπτυξιακές πολιτικές. Όπως είναι η εμπροσθοβαρής αξιοποίηση των Ευρωπαϊκών πόρων που εξασφάλισε η προηγούμενη Κυβέρνηση, ύψους 35 δισ. ευρώ, για την προγραμματική περίοδο 2014-2020.

Αίτημα Βουλευτών της ΝΔ για την κλήση του πρώην Υπουργού Οικονομικών, κ. Βαρουφάκη, στην Εξεταστική Επιτροπή για τα Μνημόνια

Οι Βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας κ.κ. Χαράλαμπος Αθανασίου, Σάββας Αναστασιάδης, Μάκης Βορίδης και Χρήστος Σταϊκούρας, απέστειλαν προς τον Πρόεδρο της Εξεταστικής Επιτροπής για τα Μνημόνια επιστολή με την οποία ζητούν την άμεση κλήση σε εξέταση του πρώην Υπουργού Οικονομικών κ. Ιωάννη Βαρουφάκη.

Επισυνάπτεται η σχετική επιστολή εδώ.

Ομιλία στην 2η Συνεδρίαση της Εξεταστικής Επιτροπής για τα “Για τη διερεύνηση και διελεύκανση των συνθηκών και των ευθυνών που οδήγησαν στην υπαγωγή της Ελλάδας στο καθεστώς των Μνημονίων και της επιτήρησης και για κάθε άλλο ζήτημα που σχετίζεται με την εφαρμογή και υλοποίηση των Μνημονίων” –

small_staikouras1-thumb-largeΚύριε Πρόεδρε,

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Είναι γεγονός ότι η ένταξη της χώρας, τον Μάιο του 2010, στο Mηχανισμό Στήριξης αποτέλεσε κομβικό σημείο για την μετέπειτα πορεία της.

Η υπαγωγή της στο καθεστώς των Μνημονίων είχε και έχει σημαντικές επιπτώσεις στην οικονομική, κοινωνική και πολιτική ζωή.

Ευλόγως λοιπόν, οι λόγοι και οι διαδικασίες της ένταξης στο Μηχανισμό Στήριξης, έχουν προκαλέσει και συνεχίζουν να προκαλούν το έντονο ενδιαφέρον των πολιτών και των πολιτικών δυνάμεων της χώρας.

Η τεκμηριωμένη, αντικειμενική και έγκυρη Εθνική Αυτοαξιολόγηση της κρίσιμης εκείνης περιόδου παραμένει ανοικτό θέμα.

Υποθέτω πως όλοι συμφωνούμε ότι αυτή η σοβαρή και ευαίσθητη διαδικασία, για να προσεγγίσει με επιτυχία το στόχο, θα έπρεπε να πραγματοποιηθεί σε περιβάλλον πολιτικής ομαλότητας, κοινωνικής ηρεμίας και οικονομικής ασφάλειας και σταθερότητας.

Μόνο τότε το πόρισμα που θα προέκυπτε θα γίνονταν ευρύτατα αποδεκτό, θα καθίστατο εθνική ιστορική αλήθεια και θα βοηθούσε στην καλύτερη πορεία της χώρας.

Κατά την εκτίμησή μας, οι προϋποθέσεις που προανέφερα ως αναγκαίες, στην παρούσα φάση, δεν πληρούνται επαρκώς.

Όμως, παρά τις χαμηλές προσδοκίες, η ΝΔ, με καθοριστικό κριτήριο των πολιτικών επιλογών της το μακροχρόνιο συμφέρον της χώρας, θα εργαστεί, στο πλαίσιο της Εξεταστικής Επιτροπής, για την αναζήτηση της αλήθειας.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Όλες οι μελέτες που έχουν εκπονηθεί συμπίπτουν στη διαπίστωση ότι, την δεκαετία του 1980 ακολουθήθηκε επεκτατική δημοσιονομική πολιτική σε συνθήκες σχεδόν μηδενικής μεγέθυνσης της οικονομίας, με συνέπεια τις έντονες δημοσιονομικές ανισορροπίες, δηλαδή υψηλά ετήσια δημόσια ελλείμματα και εκρηκτικοί ρυθμοί συσσώρευσης του δημοσίου χρέους.

Τα αποτελέσματα εκείνης της περιόδου, από κοινού με τις αξίες και τις αντιλήψεις που έκτοτε κυριάρχησαν, αποτέλεσαν στη συνέχεια, και αποτελούν μέχρι σήμερα, βαρίδι στα πόδια της Ελληνικής οικονομίας.

Ενώ το 1980, η Ελλάδα πληρούσε τα κριτήρια της συνθήκης του Μάαστριχτ και ήταν η λιγότερο χρεωμένη χώρα της σημερινής Ευρωζώνης, στο τέλος της δεκαετίας, μετά από δύο υποτιμήσεις της δραχμής, και αφού η χώρα απορρόφησε τα Κοινοτικά Μεσογειακά Προγράμματα, βρέθηκε με υπερτριπλάσιο χρέος.

Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι, σ’ αυτή τη δεκαετία, το έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης ήταν, κατά μέσο όρο ετησίως, πάνω από 10% του ΑΕΠ, κάτι που ποτέ προηγουμένως, για τόσο μεγάλο διάστημα, δεν είχε συμβεί στην Ελλάδα και που δεν επαναλήφθηκε έκτοτε.

Από το 1990 και μέχρι το φθινόπωρο του 2008 έγιναν, κατά περιόδους, προσπάθειες αντιμετώπισης των ανισορροπιών και των στρεβλώσεων της Ελληνικής οικονομίας, με μικρότερη ή μεγαλύτερη επιτυχία.

Όμως η κονιορτοποίηση του αξιακού συστήματος που είχε συντελεσθεί και οι κομματικές, συνδικαλιστικές και κοινωνικές σκοπιμότητες και αντιδράσεις, σε κάθε προσπάθεια νοικοκυρέματος, δεν επέτρεψαν τη ριζική αντιμετώπιση των προβλημάτων.

Στο μέσον αυτής της περιόδου η χώρα εντάχθηκε στην Ευρωζώνη.

Δεν θα σταθώ στις συνθήκες, στους όρους, στην προετοιμασία της οικονομίας και της κοινωνίας για το σημαντικό αυτό βήμα.

Θα σημειώσω μόνο ότι, στις αρχές του 2002, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο άρχισε να προειδοποιεί ότι η τότε Κυβέρνηση έκρυβε επιβαρύνσεις στον Κρατικό Προϋπολογισμό ενώ την ίδια χρονιά, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέφραζε αμφιβολίες για την ποιότητα των δημοσιονομικών στοιχείων της χώρας μας.

Το 2004, η Eurostat προχώρησε σε εκτεταμένες αναταξινομήσεις και αναθεωρήσεις των δημοσιονομικών στοιχείων, για την περίοδο 1997-2003.

Στα παραπάνω θα προσθέσω μόνο τις εκτεταμένες πρακτικές «δημιουργικής λογιστικής», που ακολουθήθηκαν την περίοδο 2000-2001.

Πρακτικές, όπως είναι οι τιτλοποιήσεις απαιτήσεων και οι συναλλαγές μέσω πράξεων μετατροπής συναλλαγματικού χρέους και ανταλλαγής επιτοκίων.

Παρ’ όλα αυτά η χώρα, σε ένα Ευρωπαϊκό και διεθνές περιβάλλον σχετικής χαλάρωσης, πορευόταν, μέχρι το φθινόπωρο του 2008, ικανοποιητικά, με τα δημοσιονομικά προβλήματα υπό έλεγχο, καλό ρυθμό οικονομικής μεγέθυνσης και χαμηλή ανεργία.

Όμως, η πρωτοφανής χρηματοοικονομική κρίση που ξέσπασε στις ΗΠΑ το 2007 πέρασε στην Ευρώπη το 2008.

Αποσταθεροποίησε όλες τις οικονομίες, και φυσικά και την Ελληνική, η οποία είχε υποβόσκουσες χρόνιες παθογένειες στο αξιακό, στο θεσμικό, στο πολιτικό, στο κοινωνικό και στο οικονομικό πεδίο.

Η κρίση απεδείχθη, παγκοσμίως, ισχυρότερη και βαθύτερη απ’ ότι είχε αρχικά εκτιμηθεί.

Στις αρχές του 2009, η τότε ηγεσία της Κυβέρνησης της ΝΔ, ανέλαβε πρωτοβουλίες για να πετύχει συνεννόηση και συστράτευση όλων των πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων της χώρας για την αντιμετώπιση της κρίσης.

Οι άλλες πολιτικές δυνάμεις του τόπου, με πρωταγωνιστή την ηγεσία της τότε Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, αρνήθηκαν την ύπαρξη της παγκόσμιας κρίσης, τορπίλισαν τη συνεννόηση και πολέμησαν λυσσαλέα, εντός και εκτός Βουλής, τις δέσμες ήπιων μέτρων που ελήφθησαν για τη δημοσιονομική σταθεροποίηση.

Αποκορύφωμα της στάσης τους το γεγονός ότι έσυραν τη χώρα σε εκλογές, τις δεύτερες εντός του πρώτου, διεθνώς κρίσιμου, εννεαμήνου του 2009.

Εκλογές στις οποίες μάλιστα, η τότε επερχόμενη πολιτική δύναμη υποσχόταν ότι θα μοιράσει τα «λεφτά» που «υπάρχουν».

Στη συνέχεια, η τότε νέα Κυβέρνηση, το τελευταίο τρίμηνο του 2009 και μέχρι το τέλος Φεβρουαρίου του 2010 που κλείνει δημοσιονομικά το 2009, με τις πράξεις και παραλείψεις της διόγκωσε το πρόβλημα της χώρας.

Συγκεκριμένα, μεταξύ άλλων:

  • Ματαίωσε «ώριμες» δημόσιες εισπράξεις του 2009, μετέφερε εισπράξεις του 2009 στο 2010 και μετέθεσε πληρωμές του 2010 στο 2009.
  • Προχώρησε στην καταβολή επιδόματος αλληλεγγύης, σε αύξηση των δαπανών για εξοπλιστικά προγράμματα, για οδοιπορικά, λειτουργικές δαπάνες και προμήθειες του Δημοσίου.
  • Κατήργησε τις ρυθμίσεις για τους ημιυπαίθριους, την επιβολή φόρου στα λαχεία, στο «Ξυστό» και στα σκάφη αναψυχής, ρυθμίσεις, βέβαια, που επανέφερε αργότερα.
  • Άφησε στην τύχη τους τα δημόσια έσοδα.

Ενώ αργότερα, η ΕΛΣΤΑΤ προχώρησε στη συμπερίληψη στον τομέα της Γενικής Κυβέρνησης ορισμένων ελλειμματικών δημόσιων επιχειρήσεων, που προηγουμένως εθεωρείτο, βάσει των ορισμών του Ευρωπαϊκού Συστήματος Λογαριασμών, ότι δεν ανήκαν στη «Γενική Κυβέρνηση».

Το αποτέλεσμα είναι, πράγματι, το 2009 να καταγραφεί σημαντική διεύρυνση του δημοσιονομικού ελλείμματος.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις πλέον πρόσφατες αναθεωρήσεις της Eurostat, το έλλειμμα στη χώρα μας διαμορφώθηκε στο 15,3% του ΑΕΠ το 2009, από 6,7% το 2007.

Όμως, όταν το τσουνάμι της οικονομικής κρίσης χτύπησε την Ευρώπη, το έλλειμμά της «σκαρφάλωσε» στο 6,7% του ΑΕΠ το 2009, από μόλις 0,8% το 2007.

Σημειώνω δε ότι κατά τη διάρκεια των καταιγιστικών εξελίξεων του 2009 οι εκτιμήσεις για την πορεία των  δημοσιονομικών μεγεθών αναθεωρήθηκαν αρκετές φορές, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη.

Έτσι, το έλλειμμα της χώρας, από 2% του ΑΕΠ που προβλεπόταν στον Προϋπολογισμό του 2009, διαμορφώθηκε τελικά, μετά από 7 αναθεωρήσεις, 6 εκ των οποίων επί διακυβέρνησης ΠΑΣΟΚ, στο 15,8% για να «καθίσει» στο 15,3% με την πρόσφατη αναθεώρηση.

Ενώ, και σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, το έλλειμμα, από 0,8% του ΑΕΠ που προβλεπόταν αρχικά, μετά επίσης από 7 αναθεωρήσεις, «εκτινάχθηκε» στο 6,4% και στο 6,7% με την πρόσφατη αναθεώρηση.

Το ίδιο συνέβη και για το δημόσιο χρέος.

Μάλιστα, κατά μέσο όρο, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η αύξηση του δημοσίου χρέους, ως ποσοστό του ΑΕΠ, κατά την περίοδο 2007-2009, ήταν μεγαλύτερη απ’ ότι στην Ελλάδα (26% του ΑΕΠ σε σχέση με 23% του ΑΕΠ).

Συνεπώς, η χώρα, λόγω της συστημικής κρίσης, αντιμετώπιζε ένα πρόβλημα ελλείμματος και χρέους, μεγαλύτερο από τις άλλες χώρες της Ευρώπης, λόγω και των αυξημένων υποχρεώσεων εξυπηρέτησης του διαχρονικά υψηλού δημοσίου χρέους.

Όμως, η τότε νέα Κυβέρνηση, που παρέλαβε το κόστος δανεισμού χαμηλά και τα spreads περίπου στις 131 μονάδες βάσης, τα εκτίναξε σε πρωτοφανή ύψη.

Και αυτό γιατί:

  • Επέδειξε αβουλία, αναβλητικότητα και αναποφασιστικότητα.
  • Παρουσίασε έλλειψη σχεδίου για την αντιμετώπιση της κρίσης.
  • Καθυστέρησε να πάρει μέτρα, και όταν πήρε κάποια, το μίγμα αποδεικνύονταν κατάλληλο για το προηγούμενο στάδιο της ασθένειας.
  • Αναφέρονταν απαξιωτικά για τη χώρα, το κύρος και την αξιοπιστία της, υπονομεύοντας τη δανειοληπτική της ικανότητα.
  • Έστελνε λανθασμένα μηνύματα στις αγορές με τις παλινωδίες, τις αντιφατικές δηλώσεις, τις ανεύθυνες διαρροές.
  • Προχώρησε στην κατάθεση Προγράμματος Σταθερότητας και Ανάπτυξης που ήταν κατώτερο των περιστάσεων.

Το αποτέλεσμα αυτών των χειρισμών ήταν η χώρα, την κρίσιμη περίοδο, να τεθεί εκτός αγορών.

Δηλαδή, το διαχρονικό πρόβλημα του υψηλού χρέους να μετατραπεί σε κρίση δανεισμού.

Ο επίλογος γράφτηκε με την αναπόφευκτη προσφυγή στο Μηχανισμό Στήριξης και την εφαρμογή ενός ασφυκτικού και ανελαστικού Προγράμματος Οικονομικής Πολιτικής, από τον Μάιο του 2010 μέχρι και σήμερα.

Πρόγραμμα Οικονομικής Πολιτικής που στηρίχθηκε σε δύο δανειακές συμβάσεις – «Μνημόνια» και σε τρεις τροποποιήσεις της δεύτερης σύμβασης.

Πρόγραμμα το οποίο απαιτούσε, εξ αρχής, «βίαιη» και εμπροσθοβαρή δημοσιονομική προσαρμογή και πλήθος δύσκολων, αλλά σε αρκετές  περιπτώσεις αναγκαίων, διαρθρωτικών παρεμβάσεων.

Το εγχείρημα της δημοσιονομικής προσαρμογής μπορεί να διαχωριστεί σε δύο φάσεις, όπου η κάθε μία ανταποκρίνεται και σε διαφορετική προσέγγιση.

Συγκεκριμένα, η πρώτη δανειακή σύμβαση, το πρώτο «Μνημόνιο», δομούσε τη δημοσιονομική προσαρμογή, κυρίως, στο σκέλος των φορολογικών εσόδων και όχι στο σκέλος των δαπανών, παραγκωνίζοντας τη σημασία των δομικών διαρθρωτικών αλλαγών στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ενώ απουσίαζαν ή δεν εφαρμόζονταν πρωτοβουλίες για την τόνωση της αγοράς και της πραγματικής οικονομίας.

Τα αποτελέσματα αυτής της προσέγγισης προσαρμογής είναι γνωστά.

Μεγαλύτερη από την αναμενόμενη ύφεση, απόκλιση από τους στόχους, σημαντικές αστοχίες στην αποτελεσματικότητα των μέτρων και πλήγμα στην αξιοπιστία του εγχειρήματος.

Αξίζει να συγκρίνουμε τις αρχικές μακροοικονομικές προβλέψεις του Προγράμματος, το Μάιο του 2010, με την πραγματικότητα.

Ενδεικτικά, ενώ η αρχική πρόβλεψη για την οικονομική δραστηριότητα εκτιμούσε ανάπτυξη 1,1% το 2012, το αποτέλεσμα τελικά ήταν ύφεση 6,6%.

Ενώ η αρχική πρόβλεψη για την ανεργία ήταν για 14,8% το 2012, το αποτέλεσμα ήταν αυτή να διαμορφωθεί στο 24,5%.

Αντίστοιχες είναι και οι αποκλίσεις από τους δημοσιονομικούς στόχους.

Αυτή, η πρώτη προσέγγιση, τροποποιήθηκε με το δεύτερο «Μνημόνιο», το οποίο, μετά την τελευταία αναθεώρηση της σημερινής Κυβέρνησης, έχει επεκταθεί μέχρι το τέλος Ιουνίου του 2015.

Έτσι, το δημοσιονομικό εγχείρημα βασίστηκε κατά τα 2/3 στο σκέλος των δαπανών, συμβάλλοντας, όπως προκύπτει και από τη διεθνή βιβλιογραφία, στην ενίσχυση της αποτελεσματικότητας και διατηρησιμότητάς του.

Παράλληλα, η προσαρμογή εμπλουτίστηκε από τις διαρθρωτικές αλλαγές στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, από τις πρώτες αποκρατικοποιήσεις, από τις στοχευμένες κινήσεις για την τόνωση της δραστηριότητας της πραγματικής οικονομίας (όπως είναι, μεταξύ άλλων, η πληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα κ.α.).

Το αποτέλεσμα είναι, στο τέλος του 2014, να καταγραφούν θετικά και μετρήσιμα αποτελέσματα.

Ενδεικτικά:

  • Σταθεροποιήθηκαν τα δημόσια οικονομικά.
  • Αντιμετωπίστηκαν χρόνιες εσωτερικές και εξωτερικές ανισορροπίες.
  • Ενισχύθηκε η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.
  • Δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για τη λήξη της παρατεταμένης ύφεσης.

Πράγματι, το 2014, μετά από 6 έτη βαθιάς και παρατεταμένης ύφεσης, η χώρα επέστρεψε σε θετικό ρυθμό μεγέθυνσης.

Η πρόοδος που επετεύχθη, σύμφωνα μάλιστα με την Έκθεση της παρούσας Διοίκησης του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων του Υπουργείου Οικονομικών, του προηγούμενου μήνα, σε αντίθεση με ότι υποστηρίζει η Κυβερνητική πρόταση της Εξεταστικής Επιτροπής, «αντικατοπτρίζεται εύγλωττα στα θεμελιώδη μακροοικονομικά μεγέθη και είναι αποτέλεσμα των σημαντικών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που έλαβαν χώρα».

Και συνεχίζει η Έκθεση, «η χώρα επέτυχε, το 2013 και το 2014, τη στροφή προς ένα αναπτυξιακό υπόδειγμα με εξωστρεφή προσανατολισμό».

Είναι όμως αλήθεια ότι η κατάσταση της οικονομίας εξακολουθούσε να είναι εύθραυστη.

Το αποτέλεσμα είναι σήμερα, μετά από 4 μήνες διακυβέρνησης της χώρας από τη νέα Κυβέρνηση, μετά και την επέκταση του «Μνημονίου» που αυτή ζήτησε και επέτυχε, εξαιτίας της αβελτηρίας, της πολυγλωσσίας, της «δημιουργικής ασάφειας» και των παλινωδιών της, η κατάσταση στην οικονομία να έχει επιδεινωθεί.

Συγκεκριμένα:

  • Η οικονομία παρουσιάζει σημάδια επιβράδυνσης, μετά την ανάκαμψή της το 2014.
  • Το επιχειρηματικό κλίμα επιδεινώνεται.
  • Οι αποδόσεις των Ελληνικών ομολόγων έχουν «σκαρφαλώσει» σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα.
  • Το κόστος δανεισμού του Δημοσίου, τους τελευταίους μήνες, μέσω των εκδόσεων εντόκων γραμματίων 3μηνης και 6μηνης διάρκειας, αυξάνεται.
  • Οι οίκοι πιστοληπτικής αξιολόγησης υποβαθμίζουν, και πάλι, τη χώρα.
  • Ο δείκτης του Χρηματιστηρίου καταγράφει σημαντικές απώλειες.
  • Η δημόσια οικονομία παρουσιάζει τριγμούς αποσταθεροποίησης.
  • Τα προβλήματα ρευστότητας οξύνονται δραματικά. Επιβεβαιώνεται έτσι ότι η Κυβέρνηση έχει προχωρήσει σε εσωτερική στάση πληρωμών, η οποία έχει οδηγήσει σε «ασφυξία» την οικονομία.
  • Οι καταθέσεις νοικοκυριών και επιχειρήσεων μειώνονται σταθερά, και τα «κόκκινα δάνεια», διαρκώς, αυξάνονται.
  • Οι εγγυήσεις μέσω του μηχανισμού Έκτακτης Ενίσχυσης Ρευστότητας (ELA) αυξάνονται, μήνα με το μήνα, εντυπωσιακά.

Συμπερασματικά, η ισορροπία που επετεύχθη τα δύο προηγούμενα χρόνια στη δημόσια οικονομία, με μεγάλες θυσίες νοικοκυριών και επιχειρήσεων, έχει διαταραχθεί.

Ενώ και οι αναπτυξιακές προοπτικές της Ελληνικής οικονομίας δεν είναι ευοίωνες.

Κύριε Πρόεδρε,

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Στο πλαίσιο της απόφασης της Βουλής των Ελλήνων για διερεύνηση της περιόδου Οκτώβριος 2009 – Ιανουάριος 2015 εμείς θα συμβάλλουμε ώστε να «χυθεί» φως στα γεγονότα αυτής της περιόδου.

Θα αναζητήσουμε την αλήθεια, προφανώς χωρίς φόβο και με κανένα πάθος εναντίον κανενός.

Προς το σκοπό αυτό προτείνουμε την ακόλουθη λίστα προς εξέταση προσώπων, με βάση τη θεσμική τους ιδιότητα αλλά, όπως αναφέρει και η απόφαση της Βουλής, και με βάση το «ποιοί αποφάσισαν την είσοδο της χώρας στο καθεστώς της μνημονιακής επιτροπείας και υλοποίησαν συγκεκριμένες πολιτικές».

Προφανώς, και το τονίζω, αυτή η λίστα θα επικαιροποιείται και θα εμπλουτίζεται με πρόσωπα εκτός της περιόδου Οκτώβριος 2009 – Ιανουάριος 2015, ανάλογα με τα στοιχεία που θα προκύπτουν από την ακρόαση των προσώπων και την πορεία της Εξεταστικής.

Τα επιπλέον πρόσωπα που θα καλούνται, θα παρεμβαίνουν στη διαδικασία και στη λίστα που θα έχουμε ήδη αποφασίσει.

  • Υπουργοί Οικονομικών

Γεώργιος Παπακωνσταντίνου

Ευάγγελος Βενιζέλος

Φίλιππος Σαχινίδης

Γεώργιος Ζανιάς

Ιωάννης Στουρνάρας

Γκίκας Χαρδούβελης

Γιάνης Βαρουφάκης

Ο τελευταίος, αν και είναι Υπουργός Οικονομικών μετά τον Ιανουάριο του 2015, προτείνεται να κληθεί για 3 λόγους, οι οποίοι και σχετίζονται με το αντικείμενο της εξεταστικής:

1ος λόγος: Διετέλεσε σύμβουλος του πρώην Πρωθυπουργού κ. Παπανδρέου.

2ος λόγος: Υπέγραψε την 3η τροποποίηση της Κύριας Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης.

Υπενθυμίζουμε ότι η 1η ήταν το Δεκέμβριο του 2012, προκειμένου να περιληφθεί και η θετική Ευρωπαϊκή απόφαση για την ενίσχυση της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους.

Η 2η ήταν το Δεκέμβριο του 2014, όταν και η προηγούμενη Κυβέρνηση ζήτησε την επέκταση της Σύμβασης για τους 2 πρώτους μήνες του 2015.

Και η 3η ήταν τον εφετινό Φεβρουάριο.

Μάλιστα, το περιεχόμενο των επικαιροποιήσεων των Συμβάσεων είναι το ίδιο.

Διέπονται δε όλες από το αγγλικό δίκαιο.

Εναποθέτουν, σε περίπτωση διαφοράς, την αποκλειστική δικαιοδοσία στα δικαστήρια του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου.

Συνδέονται δε όλες οι επικαιροποιήσεις με την Κύρια Σύμβαση Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης, της 15ης Μαρτίου 2012.

Δηλαδή, με την περίοδο στην οποία αναφέρεται η απόφαση της Βουλής.

3ος λόγος: Η ψηφισθείσα πρόταση για τη σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής αναφέρει ότι «το Πρόγραμμα Οικονομικής Πολιτικής έχει απολύτως αποτύχει».

Την ίδια στιγμή όμως, ο νυν Υπουργός Οικονομικών υποστηρίζει, εγγράφως, στο Eurogroup, ότι τα δημοσιονομικά επιτεύγματα της προηγούμενης Κυβέρνησης αποτελούν «σημείο αφετηρίας» και «σημείο εκκίνησης» για μια επωφελή για τη χώρα συμφωνία.

Πώς συνεπώς το Πρόγραμμα έχει απολύτως αποτύχει;

Παράλληλα, ο Υπουργός Οικονομικών υποστηρίζει την υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών που είχαν συμφωνηθεί, από την προηγούμενη Κυβέρνηση, με τους εταίρους και δανειστές της χώρας και δεσμεύεται να συνεχίσει τις προσπάθειες που ξεκίνησε και υλοποίησε η προηγούμενη Κυβέρνηση σε αρκετούς τομείς.

Αποδέχεται μάλιστα το 70% των δράσεων που περιλαμβάνουν οι συμφωνίες της προηγούμενης Κυβέρνησης με τους εταίρους και ενσωματώνει και το ρόλο του ΟΟΣΑ, που ήδη υφίσταται.

Πώς συνεπώς το Πρόγραμμα έχει απολύτως αποτύχει;

Τέλος, ο Υπουργός Οικονομικών αποδέχεται τα ευνοϊκά χαρακτηριστικά που έχει το δημόσιο χρέος, λόγω της επέκτασης της λήξεως ομολόγων και της επίτευξης χαμηλότερων επιτοκίων, απόρροια της διαπραγμάτευσης των προηγούμενων Κυβερνήσεων.

Στα κείμενα μάλιστα του Eurogroup, ο Υπουργός Οικονομικών υποστηρίζει ότι η δομή του χρέους είναι τόσο σημαντική όσο και ο δείκτης χρέος / ΑΕΠ, προκειμένου να αξιολογηθεί η βιωσιμότητά του.

Μάλιστα αναφέρεται ότι η επέκταση της λήξης των ομολόγων και τα χαμηλότερα επιτόκια, που επέτυχε η προηγούμενη Κυβέρνηση, έχουν ήδη οδηγήσει το δείκτη χρέος / ΑΕΠ, σε χαμηλότερο επίπεδο, σε όρους καθαρής παρούσας αξίας.

Πως συνεπώς το Πρόγραμμα έχει απολύτως αποτύχει;

  • Διοικητές Τράπεζας της Ελλάδος

Γεώργιος Προβόπουλος

Ιωάννης Στουρνάρας (με την καινούργια ιδιότητα μετά τον Ιούνιο του 2014)

  • Γενικοί Γραμματείς Υπουργείου Οικονομικών

Ηλίας Πλασκοβίτης

Γιώργος Μέργος

Χριστίνα Παπακωνσταντίνου

Τάσος Αναστασάτος

  • Γενικοί Διευθυντές Θησαυροφυλακίου και Προϋπολογισμού ΓΛΚ

Χρήστος Ντζιούνης

Παναγιώτης Καρακούσης

Σταυρούλα Μηλιάκου

  • Επικεφαλής Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας / ΕΛΣΤΑΤ

Εμμανουήλ Κοντοπυράκης

Ανδρέας Γεωργίου

  • Πρόεδροι Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων

Γεώργιος Ζανιάς (με την παλαιότερη ιδιότητά του [Οκτώβριος 2009 – Μάιος 2012])

Παναγιώτης Τσακλόγλου

Χριστόδουλος Στεφανάδης

Τάσος Αναστασάτος

Γεώργιος Χουλιαράκης (ο τελευταίος λόγω και της Έκθεσης του Απριλίου του 2015 για την περίοδο 2013-2014)

  • Γενικοί Διευθυντές ΟΔΔΗΧ

Σπυρίδων Παπανικολάου

Πέτρος Χριστοδούλου

Στυλιανός Παπαδόπουλος

  • Πρόεδροι και Διευθύνοντες Σύμβουλοι Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ)

Παναγιώτης Θωμόπουλος, Πρώην Πρόεδρος

Αναστασία Σακελλαρίου, Πρώην Διευθύνουσα Σύμβουλος

  • Εκπρόσωποι της Ελλάδας στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο

Παναγιώτης Ρουμελιώτης

Θάνος Κατσάμπας

  • ΚΕΠΕ / ΙΟΒΕ / Επιμελητήρια

Παναγιώτης Κορλίρας, Πρώην Πρόεδρος και Επιστημονικός Διευθυντής του Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ) (Ιανουάριος 2010 – Απρίλιος 2013)

Νικόλαος Φίλιππας, Πρώην Πρόεδρος και Επιστημονικός Διευθυντής του Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ) (Απρίλιος 2013 – Απρίλιος 2015)

Τάκης Αθανασόπουλος, Πρόεδρος Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ)

Νικόλαος Βέττας, Γενικός Διευθυντής Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ)

Κωνσταντίνος Μίχαλος, Πρόεδρος Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών (ΕΒΕΑ) και Πρόεδρος της Κεντρικής Ένωσης Επιμελητηρίων (ΚΕΕ)

Βασίλειος Κορκίδης, Πρόεδρος Ελληνικής Συνομοσπονδίας Εμπορίου και Επιχειρηματικότητας

Κωνσταντίνος Κόλλιας, Πρόεδρος Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος

  • Λοιπά πρόσωπα

Κωνσταντίνος Μποτόπουλος, Πρόεδρος Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς 

  • Από το εξωτερικό

Dominique StraussKahn, Πρώην Εκτελεστικός Διευθυντής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ).

Christine Lagarde, Εκτελεστική Διευθύντρια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ).

JeanClaude Trichet, Πρώην Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ).

Mario Draghi, Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ).

Joaquin Almunia, Πρώην Επίτροπος Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Olli Rehn, Πρώην Επίτροπος Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Pierre Moscovici, Επίτροπος Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων, Φορολογίας και Τελωνείων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

JeanClaude Juncker, Πρώην Πρόεδρος του Eurogroup, πρώην Πρωθυπουργός και Υπουργός Οικονομικών του Λουξεμβούργου, Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Επικεφαλείς Τρόικα (principals).

Τοποθέτηση στην Επιτροπή Απολογισμού-Ισολογισμού του Κράτους επί της Έκθεσης του ΓΠΚ για το 1ο τρίμηνο του 2015 –

xristos-staikouras-bouli--Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Με την ευκαιρία της σημερινής πρώτης συνεδρίασης της Επιτροπής, με αφορμή και τη συζήτηση επί της πρώτης Έκθεσης για το 2015 του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, θέλω να αναφερθώ στην κατάσταση του Προϋπολογισμού που παρέδωσε η προηγούμενη Κυβέρνηση καθώς και στη σημερινή κατάσταση της οικονομίας, μετά τις πρώτες 100 ημέρες της νέας Κυβέρνησης.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Η χώρα, το 2014, επέτυχε, για 2η συνεχόμενη χρονιά, πρωτογενές πλεόνασμα.

Αυτό το αναγνωρίζει όλοι, εντός και εκτός χώρας.

Ακόμη και η σημερινή Κυβέρνηση, αφού ο Υπουργός Οικονομικών έχει δηλώσει, στις συνεδριάσεις του Eurogroup, ότι στηρίζεται για τη διαπραγμάτευση στα δημοσιονομικά επιτεύγματα των τελευταίων ετών, χαρακτηρίζοντάς τα «σημείο αφετηρίας» και «σημείο εκκίνησης» για μια επωφελή για τη χώρα συμφωνία.

Το πρωτογενές πλεόνασμα εκτιμάται, σύμφωνα με το Πρόγραμμα Οικονομικής Πολιτικής, ότι θα διαμορφωθεί περίπου στο 0,5% του ΑΕΠ.

Αυτό το δημοσιονομικό αποτέλεσμα είναι, πράγματι, πολύ χαμηλότερο από το στόχο του 1,5% του ΑΕΠ που είχε τεθεί για το 2014.

Παρά το γεγονός ότι η επίτευξή του ήταν απολύτως εφικτή το Νοέμβριο του 2014.

Αυτό άλλωστε είχε τότε υποστηρίξει και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στη φθινοπωρινή της Έκθεση.

Αυτό κατέγραφαν και οι «Θεσμοί», οι οποίοι και δεν «έβλεπαν» κανένα δημοσιονομικό κενό για το 2014.

Αυτό υποστήριξε, πολύ πρόσφατα, και ο Αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κ. Κατάινεν, ο οποίος δήλωσε ότι «μέχρι τον φετινό χειμώνα, τα πράγματα πήγαιναν καλύτερα, η χώρα είχε πρωτογενές πλεόνασμα 1,5% του ΑΕΠ, τώρα δυστυχώς τα πράγματα άλλαξαν» (Real News, 15 Μαρτίου 2015).

Και, το κυριότερο, αυτό επιβεβαιώνεται και μεθοδολογικά από τον τρόπο καταγραφής της εκτέλεσης του Προϋπολογισμού της Γενικής Κυβέρνησης, σύμφωνα με τον οποίο, σε δημοσιονομική βάση, πολλές κατηγορίες εσόδων – και όχι δαπανών – των 2 πρώτων μηνών του επόμενου έτους (δηλαδή του 2015), καταγράφονται στο προηγούμενο έτος (δηλαδή στο 2014).

Άρα επηρεάζουν το δημοσιονομικό αποτέλεσμα του 2014.

Που οφείλεται, συνεπώς, αυτή η μεγάλη μείωση του πρωτογενούς πλεονάσματος από τον Δεκέμβριο του 2014;

Οφείλεται στην υστέρηση των εσόδων του Προϋπολογισμού από το Δεκέμβριο του 2014 μέχρι τον Φεβρουάριο του 2015.

Συγκεκριμένα:

1ον. Στο 11μηνο του 2014, τα καθαρά έσοδα του Τακτικού Προϋπολογισμού ήταν 920 εκατ. ευρώ κάτω από τους στόχους.

Αυτή την υστέρηση, η προηγούμενη Κυβέρνηση την είχε πλήρως καλύψει με τη μείωση των δαπανών, η οποία διαμορφώθηκε 1 δισ. ευρώ κάτω από τους στόχους.

Και μάλιστα χωρίς να αυξηθούν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα.

Το αντίθετο μάλιστα, αυτές μειώθηκαν κατά 70% την προηγούμενη διετία.

Αντίθετα απ’ ότι κάνει σήμερα η Κυβέρνηση.

Άρα, τέλος Νοεμβρίου, η επίτευξη του στόχου για 1,5% του ΑΕΠ πρωτογενές πλεόνασμα ήταν απολύτως εφικτή!

2ον. Στο τέλος του 2014, η απόκλιση στα καθαρά έσοδα του Προϋπολογισμού υπερέβη τα 1,6 δισ. ευρώ.

Άρα προστέθηκε απώλεια επιπλέον εσόδων ύψους 700 εκατ. ευρώ το μήνα Δεκέμβριο.

Τους μήνες Ιανουάριο και Φεβρουάριο, που δημοσιονομικά – επαναλαμβάνω – καταγράφονται στο 2014, η απόκλιση στα καθαρά έσοδα του Προϋπολογισμού ανήλθε στα 1,2 δισ. ευρώ.

Η οποία, αν προστεθεί στη διαφορά του Δεκεμβρίου, λόγω της αβεβαιότητας προκήρυξης και τελικά διεξαγωγής των βουλευτικών εκλογών, των Κυβερνητικών ασαφειών, των πολυάριθμων, προεκλογικών και μετεκλογικών εξαγγελιών της Κυβέρνησης και της ανοικτής διαπραγμάτευσης με τους δανειστές, ανεβάζει τη συνολική απόκλιση του τελευταίου τριμήνου περίπου στα 2 δισ. ευρώ.

Αυτά τα 2 δισ. ευρώ είναι και η απόκλιση του 2014.

Αυτή είναι η αλήθεια.

Την οποία επιβεβαιώνει και η τελευταία Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία δημοσιεύθηκε την προηγούμενη εβδομάδα.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Ποιά είναι σήμερα η κατάσταση της Ελληνικής οικονομίας;

Όπως καταγράφει και η Έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, η Κυβέρνηση, τις πρώτες 100 ημέρες, δεν έχει καλές επιδόσεις.

Ενδεικτικά, σε αυτό το χρονικό διάστημα, όπως καταγράφει και η Έκθεση:

1ον. Η οικονομία παρουσιάζει σημάδια επιβράδυνσης, μετά την ανάκαμψή της το 2014.

Οι διεθνείς και εγχώριοι θεσμοί και οργανισμοί αναθεωρούν, προς το δυσμενέστερο, τις εκτιμήσεις τους για το ρυθμό οικονομικής μεγέθυνσης του 2015.

Έτσι, ενδεικτικά, ενώ οι αρχικές εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ήταν για οικονομική ανάπτυξη 2,9% το 2015 (προβλέψεις Νοεμβρίου 2014), αναθεωρήθηκαν στο 2,5% (προβλέψεις Φεβρουαρίου 2015) και σήμερα, 3 μήνες αργότερα, αυτές διαμορφώθηκαν στο 0,5%.

Υπάρχουν μάλιστα και προβλέψεις άλλων οργανισμών, σύμφωνα με τις οποίες η χώρα κινδυνεύει να «βουτήξει», και πάλι, στην ύφεση το 2015.

Ενώ και οι εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την ανεργία, οι οποίες ήταν σταθερές από το Νοέμβριο του 2014 μέχρι το Φεβρουάριο του 2015, αναθεωρήθηκαν, το τελευταίο τρίμηνο, προς το δυσμενέστερο.

2ον. Όπως υποστηρίζει και η Έκθεση, «το επιχειρηματικό κλίμα επιδεινώνεται».

Ο δείκτης οικονομικού κλίματος έχει «πέσει» στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 15 μηνών, μειώνεται ραγδαία το τελευταίο τρίμηνο, ενώ διευρύνεται και η απόστασή του από τον Ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Δηλαδή, έχει καταρρεύσει τόσο η ψυχολογία όσο και προσδοκίες επενδυτών και καταναλωτών, νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

3ον. Οι αποδόσεις των Ελληνικών ομολόγων «σκαρφαλώνουν» όλο και ψηλότερα.

Βρίσκονται στα υψηλότερα επίπεδα της τελευταίας τριετίας, όταν, μάλιστα, οι αποδόσεις τίτλων των άλλων Ευρωπαϊκών χωρών παραμένουν κοντά σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα.

Είναι προφανές ότι η προεκλογική πρόβλεψη της Κυβέρνησης, ότι οι αγορές θα «χορεύουν» σύμφωνα με τις επιθυμίες, δεν επαληθεύεται.

4ον. Το κόστος δανεισμού του Δημοσίου, τους τελευταίους μήνες, μέσω των εκδόσεων εντόκων γραμματίων 3μηνης και 6μηνης διάρκειας, αυξάνεται.

Ενδεικτικά, η τελευταία έκδοση εντόκων γραμματίων 26 εβδομάδων, στις 6 Μαΐου 2015, πραγματοποιήθηκε με επιτόκιο 2,97%, όταν η αντίστοιχη, στις 7 Ιανουαρίου 2015, είχε γίνει με επιτόκιο 2,30%.

Αποτέλεσμα αυτής της εξέλιξης είναι ότι, κατά το 1ο τρίμηνο του 2015, οι τόκοι αυξήθηκαν κατά 250 εκατ. ευρώ ή 12,5% έναντι του αντίστοιχου τριμήνου του 2014.

Δηλαδή αυξήθηκε το κόστος για τον Έλληνα φορολογούμενο.

5ον. Οι οίκοι πιστοληπτικής αξιολόγησης υποβαθμίζουν, και πάλι, τη χώρα.

Μάλιστα, οι προοπτικές αναθεώρησης των εκτιμήσεών τους είναι προς το δυσμενέστερο.

6ον. Ο δείκτης του Χρηματιστηρίου, το τελευταίο τρίμηνο, καταγράφει σημαντικές απώλειες.

Επενδυτές εγκαταλείπουν ή «παγώνουν» τα επενδυτικά τους σχέδια στη χώρα μας.

Όπως υποστηρίζει και η Έκθεση, «η τρέχουσα κατάσταση δεν απειλεί μόνο όσες επιχειρήσεις βρίσκονται σε οριακό σημείο, αλλά και όσες τα χρόνια της κρίσης άντεξαν, επένδυσαν, συγκράτησαν μισθούς, κατέβαλαν φόρους και απέφυγαν απολύσεις. Απειλεί δηλαδή, την υγιή επιχειρηματικότητα».

7ον. Η δημόσια οικονομία παρουσιάζει τριγμούς αποσταθεροποίησης.

Το πρωτογενές πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης, κατά το 1ο τρίμηνο του 2015, διαμορφώθηκε πολύ χαμηλότερα από πέρυσι, μειωμένο κατά περισσότερο από 50%.

Η υστέρηση μάλιστα στα φορολογικά έσοδα είναι και μεγάλη (υπερβαίνει τα 750 εκατ. ευρώ) και σταθερή, ακόμη και το μήνα Απρίλιο και τις πρώτες ημέρες του Μαΐου, παρά τις υψηλές Κυβερνητικές προσδοκίες από το νέο πλαίσιο φορολογικών ρυθμίσεων.

Ενώ, οι Οργανισμοί Κοινωνικής Ασφάλισης εμφανίζουν πρωτογενές έλλειμμα.

Πρωτογενές έλλειμμα το οποίο, μήνα με το μήνα, διευρύνεται.

8ον. Τα προβλήματα ρευστότητας οξύνονται δραματικά.

Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές αυξήθηκαν, μέσα στο 2015, κατά περίπου 720 εκατ. ευρώ.

Η αύξηση αυτή είναι και συνεχής και διευρυνόμενη.

Επιβεβαιώνεται έτσι ότι η Κυβέρνηση έχει κηρύξει εσωτερική στάση πληρωμών, δημιουργώντας συνθήκες «ασφυξίας» στην οικονομία.

Υπενθυμίζεται ότι οι ληξιπρόθεσμες οφειλές μειώθηκαν περίπου κατά 70% την προηγούμενη διετία, από τα 9 δισ. ευρώ στο τέλος του 2012 στα 3 δισ. ευρώ στο τέλος του 2014.

9ον. Η Κυβέρνηση έχει «σκουπίσει» τα ταμειακά διαθέσιμα των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, προχωρώντας πλέον και σε εσωτερικό αναγκαστικό δανεισμό.

10ον. Οι καταθέσεις νοικοκυριών και επιχειρήσεων μειώνονται σταθερά, και τα «κόκκινα δάνεια», διαρκώς, αυξάνονται.

Συγκεκριμένα, οι καταθέσεις διαμορφώθηκαν στα 138,5 δισ. ευρώ το Μάρτιο του 2015, από 160,3 δισ. ευρώ στο τέλος του 2014.

11ον. Οι εγγυήσεις μέσω του μηχανισμού Έκτακτης Ενίσχυσης Ρευστότητας (ELA) αυξάνονται, μήνα με το μήνα, εντυπωσιακά.

Έτσι, ο ELA διαμορφώθηκε στα 69 δισ. ευρώ στο τέλος Μαρτίου του 2015, από 22 δισ. ευρώ στο τέλος Φεβρουαρίου, 6 δισ. ευρώ στο τέλος Ιανουαρίου και 0 δισ. ευρώ στο τέλος του 2014.

Συνεπώς, το κόστος δανεισμού των τραπεζών έχει διογκωθεί, με δυσμενείς επιπτώσεις για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.

Από τα ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι, μέχρι σήμερα, η πορεία, σε συνθήκες «ομίχλης» από ασάφεια, ανασφάλεια και αβεβαιότητα, έχει οδηγήσει σε καθήλωση την οικονομία.

Οι μακρόσυρτες συζητήσεις, που αναμφίβολα πρέπει να είναι τεκμηριωμένες και σκληρές, με τους εταίρους και δανειστές, στο θολό περιβάλλον, έχουν κόστος για την οικονομία.

Εύχομαι η Κυβέρνηση, με την τελική συμφωνία, να πετύχει οφέλη για τη χώρα τα οποία θα υπερβούν το κόστος.

Προς αυτή την κατεύθυνση καλούμε να συνδράμουν έμπρακτα και οι εταίροι και δανειστές.

Όλοι μας πρέπει να γνωρίζουμε ότι κανένας δεν έχει συμφέρον από την παράταση μιας «προβληματικής» κατάστασης σε χώρα της Ευρωζώνης.

Απαιτείται, συνεπώς, η Κυβέρνηση, έστω και αργά, με σύνεση, ρεαλισμό και αποφασιστικότητα, να προχωρήσει σε μία όσο το δυνατόν πιο επωφελή για τη χώρα συμφωνία, εντός του αναμφίβολα ασφυκτικού πλαισίου στο οποίο αυτή κινείται.

Έχει καταστεί πλέον σαφές ότι η Ελληνική οικονομία δεν μπορεί να περιμένει μέχρι την εξομάλυνση των αντιφάσεων μεταξύ προεκλογικών λόγων και μετεκλογικών έργων και τη διευθέτηση των εσωτερικών αντιθέσεων στα κόμματα της συγκυβέρνησης.

Σε κάθε περίπτωση, μετά τη δοκιμή και της ριζοσπαστικής αριστεράς στη διακυβέρνηση της χώρας μας, πιστεύω ότι είναι καιρός να σταματήσουμε τις ιδεοληπτικές σκιαμαχίες, τους υψηλούς τόνους και όλες οι κοινωνικοπολιτικές δυνάμεις, ανεξάρτητα από τις όποιες διαφορές και τον ρόλο μας, σε κάθε περίοδο, στο πολιτικό σκηνικό, να «βάζουμε πλάτη» ώστε η χώρα να βγει γρήγορα και οριστικά από το τέλμα, να αναπτυχθεί και να πορευθεί με αξιοπρέπεια και δυναμισμό στο διεθνές σκηνικό.

Ομιλία στην Ολομέλεια κατά τη συζήτηση του Σχεδίου Νόμου για την κύρωση της ΠΝΠ σχετικά με την ΕΒΖ και τις ληξιπρόθεσμες οφειλές –

o-anaplirotis-upourgos-oikonomikon-xristos-staikourasΚυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Καλούμαστε σήμερα να συζητήσουμε την Κύρωση της 2ης Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου της παρούσας Κυβέρνησης.

Δύο Πράξεις σε λιγότερο από ένα μήνα.

Πρακτική την οποία, κατά το παρελθόν, στηλίτευαν τα Κόμματα που στηρίζουν σήμερα την Κυβέρνηση.

Όπως στηλίτευαν και αυτή της κατάθεσης και ψήφισης Νομοσχεδίων με τη μορφή του Κατεπείγοντος.

Όπως στηλίτευαν και αυτή της κατάθεσης και ψήφισης σωρείας βουλευτικών και υπουργικών Τροπολογιών, άσχετων με τα υπό συζήτηση Νομοσχέδια.

Και σήμερα, στις πρώτες 100 ημέρες της νέας Κυβέρνησης, τα υιοθετούν.

Και μάλιστα επαναλαμβανόμενα.

Όλα αυτά συνιστούν, αν μη τι άλλο, κραυγαλέες αποδείξεις ασυνέπειας.

Αλλά αναδεικνύουν και τα αδιέξοδα στα οποία η Κυβέρνηση έχει περιέλθει.

Εξαιτίας της αβελτηρίας, των παλινωδιών της και των αστοχιών της.

Επί των συγκεκριμένων διατάξεων:

Με την 1η διάταξη, καταβάλλεται από τον ειδικό εκκαθαριστή της Αγροτικής Τράπεζας, ποσό 30 εκατ. ευρώ από τα μη διανεμηθέντα διαθέσιμά του στην Ελληνική Βιομηχανία Ζάχαρης, έναντι μελλοντικής αύξησης του μετοχικού της κεφαλαίου.

Δύο ζητήματα έχουν τεθεί, τόσο από την Αντιπολίτευση όσο και από φορείς.

Το πρώτο σχετίζεται με το εάν η εν λόγω καταβολή είναι συμβατή με το υφιστάμενο ενωσιακό θεσμικό πλαίσιο περί κρατικών ενισχύσεων.

Κάτι που επισημαίνει και η Έκθεση του ΓΛΚ.

Προβληματισμό τον οποίο κατέθεσαν, στην ακρόαση φορέων, και η ΠΑΣΕΓΕΣ και η ΓΣΕΒΕΕ.

Ενώ δεν φαίνεται να έχει τηρηθεί και η διαδικασία του Ν. 4152/2013, δηλαδή η διαδικασία προηγούμενης διαβούλευσης και έκφρασης θετικής γνώμης από την αρμόδια Κεντρική Μονάδα Κρατικών Ενισχύσεων του Υπουργείου Οικονομικών.

Το δεύτερο ζήτημα έχει να κάνει με το ότι η συγκεκριμένη νομοθετική πρωτοβουλία δεν αντιμετωπίζει, ουσιαστικά, το πρόβλημα της βιωσιμότητας της εταιρείας.

Πρόβλημα μεγάλο, διαχρονικό και διογκούμενο, όπως άλλωστε υποστήριξε, κατά την ακρόαση φορέων, και η καινούργια Διοίκηση της Εταιρείας.

Πρόβλημα που οφείλεται, κυρίως, στο υψηλό βιομηχανικό, ενεργειακό και λειτουργικό κόστος, στο υψηλό κόστος της πρώτης ύλης, στη χαμηλή στρεμματική απόδοση.

Πρόβλημα του οποίου η αντιμετώπιση απαιτεί συντεταγμένο σχέδιο, συνεκτική μελέτη, εξειδικευμένη στρατηγική βιωσιμότητας της εταιρείας, βασιζόμενη και στα θετικά σημεία του υπάρχοντος σχεδίου αναδιοργάνωσης.

Και προς αυτή την κατεύθυνση οφείλουμε να συμβάλλουμε όλοι μας.

Με υπευθυνότητα, σοβαρότητα και διορατικότητα.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Με τη 2η διάταξη, συμπληρώνεται ο Ν. 4321/2015 σχετικά με τη ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων οφειλών στη φορολογική διοίκηση.

Ορισμένες παρατηρήσεις:

1η. Ο Νόμος συμπληρώνεται μόλις 6 ημέρες μετά τη δημοσίευσή του.

Στις 21 Μαρτίου δημοσιεύθηκε το σχετικό ΦΕΚ, και στις 27 Μαρτίου, δηλαδή 6 ημέρες αργότερα, η Κυβέρνηση υπέγραψε την ΠΝΠ που συμπληρώνει το Νόμο.

Απόδειξη, τουλάχιστον, προχειρότητας.

Αν όχι, σκοπιμότητας…

2η. Η Κυβέρνηση, στην Αιτιολογική Έκθεση του Σχεδίου Νόμου, αναφέρεται στην αναγκαιότητα ρύθμισης φορολογικών εκκρεμοτήτων πολιτών και επιχειρήσεων που βρίσκονται σε πραγματική αδυναμία να ανταποκριθούν στο σύνολο των υποχρεώσεών τους λόγω της κρίσης.

Όμως, πρόσφατα, από τους 150.000 οφειλέτες που εντάχθηκαν στη ρύθμιση-εξπρές, υπήρξαν και 15 οφειλέτες με ποσά άνω των 300.000 ευρώ, που βρήκαν και πλήρωσαν άμεσα, μέσα σε μία εβδομάδα, συνολικά 16,5 εκατ. ευρώ επί συνόλου εισπράξεων περίπου 150 εκατ. ευρώ.

Δηλαδή, το 0,01% των οφειλετών, κατέβαλε περίπου το 10% των εισπράξεων!

Μάλιστα, από τις 6 επιχειρήσεις με οφειλές άνω του 1 εκατ. ευρώ που έτυχαν ευνοϊκής ρύθμισης μόνο από την παρούσα Κυβέρνηση, οι 4 είχαν βεβαιωμένες οφειλές πριν το 2010.

Σε ότι αφορά δε την παρούσα ρύθμιση, στα 87 φυσικά και νομικά πρόσωπα με οφειλές άνω του 1 εκατ. ευρώ που εντάχθηκαν μέχρι σήμερα στη ρύθμιση, από τους συνολικά 380.000 οφειλέτες, διαγράφηκαν περίπου 20 εκατ. ευρώ πρόσθετοι φόροι, από τα συνολικά 87 εκατ. ευρώ.

Άρα, το 0,02% των συμμετεχόντων «γλύτωσε» το 23% των πρόσθετων φόρων, και αφορά το 8% του ρυθμιζόμενου κεφαλαίου!

Εύλογα, λοιπόν, αναρωτιέται κανείς, για «ποιά αδυναμία λόγω κρίσης» ομιλείτε;

Σε ποιά «πραγματική οικονομική αδυναμία» αναφέρεστε;

Είναι προφανές, συνεπώς, ότι εγείρεται σοβαρό ηθικό θέμα από την εν λόγω ρύθμιση.

Ειδικά όταν από τον έλεγχο της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων, προκύπτει ότι οι περισσότεροι από τους μεγάλους οφειλέτες, με βάση το φορολογικό προφίλ τους, μπορούσαν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους, απλά δεν το έκαναν.

Γιατί ήταν συστηματικά ασυνεπείς.

3η. Η είσπραξη οφείλεται τόσο σε «κανιβαλισμό» άλλων ρυθμίσεων ή/και φόρων, καθώς οι φορολογούμενοι «αποδήμησαν» από άλλες ρυθμίσεις ή ανέβαλαν τις εμπρόθεσμες πληρωμές τους για να επωφεληθούν από τις νέες ρυθμίσεις.

Το αποτέλεσμα είναι, το μήνα Απρίλιο, παρά τα 120 εκατ. ευρώ εισπράξεις από τη νέα ρύθμιση, τα συνολικά φορολογικά έσοδα να διαμορφώνονται στο επίπεδο του στόχου.

Και η κατάσταση να γίνεται πολύ χειρότερη το Μάιο, παρά τα περίπου 15 εκατ. ευρώ του 1ου δεκαημέρου.

4η. Από την εν λόγω ρύθμιση επέρχεται πρόσθετη μείωση βεβαιωμένων εσόδων.

Γεγονός για το οποίο πάντα ο ΣΥΡΙΖΑ, ως Αξιωματική Αντιπολίτευση, ασκούσε σκληρή κριτική.

Σήμερα, όμως, τα ξέχασε αυτά.

5η. Η Κυβέρνηση εκτιμά ότι θα εισπράξει 700 εκατ. ευρώ από τις ρυθμίσεις.

Θυμίζουμε ότι, στο περίφημο «Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης», προσδοκούσε ότι θα εισπράξει περί τα 3 δισ. ευρώ ετησίως!!!

«Προσγειώνεται», συνεπώς, στις εκτιμήσεις της περίπου στο 1/5 των αρχικών.

Καλό είναι και αυτό, αφού στους πόρους για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης «προσγειώθηκε» στο 1/10.

Και όχι μόνο αυτό.

Σύμφωνα με τον Προϋπολογισμό, από τον Νόμο της προηγούμενης Κυβέρνησης, προβλέπονταν ούτως ή άλλως εισπράξεις ύψους 470 εκατ. ευρώ μέσα στο 2015.

Συνεπώς, το όποιο πρόσθετο θετικό αποτέλεσμα, εάν προκύψει, δεν θα είναι σημαντικό και θα οφείλεται, κυρίως, στους μεγάλους οφειλέτες.

Που δεν περιλαμβάνονταν στην προηγούμενη ρύθμιση.

Και θα έχει ιδιαίτερη σημασία να δούμε ποιοί θα είναι τελικά αυτοί που θα ωφεληθούν…

Ομιλία στην Ολομέλεια κατά τη συζήτηση της Πρότασης ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ περί Σύστασης Εξεταστικής Επιτροπής για την «Υπαγωγή της Ελλάδας στο Καθεστώς των Μνημονίων»

Site_20778299_20150209_xalkio_068.limghandlerΚυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Συζητούμε, σήμερα, την πρόταση των Βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ και των Ανεξαρτήτων Ελλήνων για τη σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής αναφορικά με την υπαγωγή, εφαρμογή και υλοποίηση των Μνημονίων.

Είναι γεγονός ότι η ένταξη της χώρας στον τριμερή Μηχανισμό Στήριξης, τον Μάιο του 2010, αποτέλεσε κομβικό σημείο για την πορεία της.

Η ένταξη είχε και έχει σημαντικές επιπτώσεις στην οικονομική, κοινωνική και πολιτική ζωή.

Ευλόγως λοιπόν, οι λόγοι και οι διαδικασίες της ένταξης στο Μηχανισμό Στήριξης, έχουν προκαλέσει και συνεχίζουν να προκαλούν το έντονο ενδιαφέρον των πολιτών και των πολιτικών κομμάτων της χώρας.

Κατά την περίοδο της ένταξης, αλλά και αμέσως μετά από αυτή, το 2010, βιώσαμε συνθήκες «επικοινωνιακής καταιγίδας».

Στόχος να γραφεί η ιστορία με τους όρους και σύμφωνα με το πολιτικό συμφέρον των τότε κρατούντων.

Από τότε, εντός και εκτός Κοινοβουλίου, αρκετές φορές είχα επισημάνει στους συναδέλφους:

  • Ότι «η εξέλιξη των γεγονότων δεν ήταν όπως την παρουσίαζαν».
  • Ότι «οι ρίζες των παθογενειών της ελληνικής οικονομίας, των δημόσιων οικονομικών και η φρενήρης δυναμική συσσώρευσης του δημοσίου χρέους εντοπίζονται στη δεκαετία του 1980».
  • Ότι «η ΝΔ αισθάνεται υπερήφανη για τις θητείες της στη διακυβέρνηση της χώρας».
  • Και ότι «την ιστορική εξέλιξη της χώρας θα τη γράψουμε, σε κατάλληλο χρόνο, όλοι μαζί».

Είναι γεγονός ότι, βαθμιαία, οι συντριπτικά περισσότεροι πολίτες κατανόησαν τις εξελίξεις.

Αποκατέστησαν την αλήθεια στην πολιτική τους συνείδηση.

Και σε διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις μηδένισαν την πλεονάζουσα ερμηνευτική αυθαιρεσία και σκοπιμότητα.

Όμως, η τεκμηριωμένη, αντικειμενική και έγκυρη Εθνική Αυτοαξιολόγηση της κρίσιμης περιόδου, δηλαδή της ένταξης στο Μηχανισμό Στήριξης, εξακολουθεί να αποτελεί ανοικτό θέμα.

Αυτή η εθνική δράση θα πρέπει να έχει ως στόχο την πολιτική διερεύνηση των πολυσύνθετων πτυχών των εξελίξεων κατά την κρίσιμη περίοδο, η οποία, βεβαίως, θα εδράζεται σε σοβαρή, καλά ζυγισμένη και ακριβή επιστημονική τεκμηρίωση: οικονομική, λογιστική, στατιστική και νομική.

Αυτή την ανοικτή εκκρεμότητα θα πρέπει να την αντιμετωπίσουμε.

Υποθέτω πως όλοι συμφωνούμε ότι αυτή η σοβαρή διαδικασία, για να προσεγγίσει με επιτυχία το στόχο, πρέπει να πραγματοποιηθεί σε περιβάλλον πολιτικής ομαλότητας, κοινωνικής ηρεμίας και οικονομικής ασφάλειας και σταθερότητας.

Μόνο τότε το πόρισμα, που θα προκύψει

  • θα γίνει ευρύτατα αποδεκτό,
  • θα καταστεί εθνική ιστορική αλήθεια, και
  • θα βοηθήσει στην καλύτερη πορεία της χώρας.

Κατά την εκτίμηση της ΝΔ, οι προϋποθέσεις που προανέφερα ως αναγκαίες, στην παρούσα φάση, δεν πληρούνται επαρκώς και, μάλλον, δύσκολα μπορεί να διαμορφωθούν.

Έτσι, στην αφετηρία της προτεινόμενης διαδικασίας, εφ’ όσον αποφασισθεί η δρομολόγησή της, η ΝΔ εκτιμά ότι, αντικειμενικά, ο στόχος δεν μπορεί να επιτευχθεί.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Η ΝΔ θεωρεί ότι η πρόταση επί της οποίας συζητούμε χωλαίνει, τουλάχιστον, στα εξής σημεία:

1ον. Η πρόταση είναι προσχηματική.

Είναι γεγονός ότι τους τελευταίους μήνες η «ομίχλη» της ανασφάλειας έχει καλύψει το πεδίο της οικονομίας.

  • Η χώρα κινδυνεύει να βουτήξει, και πάλι, στην ύφεση.
  • Η δημόσια οικονομία παρουσιάζει τριγμούς αποσταθεροποίησης.
  • Το Κράτος έχει κηρύξει μερική εσωτερική στάση πληρωμών, ενώ «σκουπίζει» και όλα τα ταμειακά διαθέσιμα των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης.
  • Επενδύσεις ακυρώνονται ή «μπαίνουν στο ψυγείο».
  • Οι καταθέσεις εξαερώνονται και τα «κόκκινα δάνεια» διογκώνονται.
  • Το κόστος δανεισμού έχει εκτιναχθεί.

Με αυτά τα δεδομένα, προφανώς δεν ικανοποιείται η συνθήκη που προσδιόρισα ως απαραίτητη για την ομαλή διεξαγωγή της αναγκαίας εθνικής αυτοαξιολόγησης.

Η ΝΔ θεωρεί ότι πραγματικός στόχος της πρότασης είναι ο αποπροσανατολισμός των πολιτών από την τρέχουσα δύσκολη γι’ αυτούς πραγματικότητα.

Δύσκολη πραγματικότητα στην οποία έχουν συμβάλλει η αβελτηρία, οι παλινωδίες, οι αυτοσχεδιασμοί, οι ακροβασίες και οι αντιφάσεις της Κυβέρνησης.

Πραγματικότητα η οποία διέψευσε ταχύτατα τις ψευδαισθήσεις.

2ον. Η πρόταση της Κυβέρνησης «εσωτερικού» είναι αντιφατική με όσα υποστηρίζει η Κυβέρνηση «εξωτερικού».

Ενδεικτικά, η Πρόταση των Βουλευτών αναφέρει ότι «το Πρόγραμμα Οικονομικής Πολιτικής έχει αποτύχει πλήρως».

Την ίδια στιγμή όμως, ο Υπουργός Οικονομικών υποστηρίζει, εγγράφως, στο Eurogroup, ότι τα δημοσιονομικά επιτεύγματα της προηγούμενης Κυβέρνησης αποτελούν «σημείο αφετηρίας» (“point of departure”) και «σημείο εκκίνησης» (“starting point”) για μια επωφελή για τη χώρα συμφωνία.

Πώς συνεπώς το Πρόγραμμα έχει αποτύχει πλήρως;

Παράλληλα, ο Υπουργός Οικονομικών υποστηρίζει την υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών που είχαν συμφωνηθεί, από την προηγούμενη Κυβέρνηση, με τους εταίρους και δανειστές της χώρας και δεσμεύεται να συνεχίσει τις προσπάθειες που ξεκίνησε και υλοποίησε η προηγούμενη Κυβέρνηση σε αρκετούς τομείς.

Πώς συνεπώς το Πρόγραμμα έχει αποτύχει πλήρως;

Επίσης, η Πρόταση των Βουλευτών περιλαμβάνει και την εξέταση οργάνων «που προορίσθηκαν νομοθετικά να εξυπηρετήσουν την υλοποίηση των Μνημονίων και των Μνημονιακών στόχων, όπως είναι η Γενική Γραμματεία Εσόδων».

Την ίδια στιγμή όμως, ο Υπουργός Οικονομικών δεσμεύεται, όπως φαίνεται και στο τελευταίο e-mail προς τους εταίρους, για την περαιτέρω ενίσχυση της αυτονομίας της Γενικής Γραμματείας, όπως αυτή έχει προκύψει από το Νόμο 4093/2012.

Σε αυτή την περίπτωση ο Μνημονιακός Νόμος της προηγούμενης Κυβέρνησης, σύμφωνα με την παρούσα Κυβέρνηση, είναι καλός, και χρειάζεται ενίσχυση.

Αλλά η Εξεταστική Επιτροπή θα πρέπει να τον εξετάσει, ως κακό.

Συνεπώς, υποθέτω ότι θα εξετάσει και τα επί του θέματος πεπραγμένα της παρούσας Κυβέρνησης, η οποία τον επικαλείται

3ον. Η κατάθεση της πρότασης είναι άκαιρη.

Αλήθεια, έχουν κατανοήσει οι συγκυβερνώντες ότι εάν η πρόταση που «αναφέρεται στους πολιτικούς πρωταγωνιστές από τον Οκτώβριο του 2009» τεθεί σε εφαρμογή, θα πρέπει, με τόσα ανοικτά μέτωπα την τρέχουσα περίοδο, στην Εξεταστική Επιτροπή να καλούνται νυν Υπουργοί που διετέλεσαν τότε συνεργάτες πρώην Πρωθυπουργών;

Νυν συνεργάτες Υπουργών που συμμετείχαν τότε και συμμετέχουν και σήμερα στη διαπραγμάτευση;

Νυν Διοικητές Τραπεζών που τότε ήταν Υπουργοί;

Ξένοι οίκοι που είναι, σήμερα, επισήμως, συνεργάτες Υπουργών και ήταν τότε εκφραστές της κυβερνητικής πολιτικής για την αναδιάρθρωση του χρέους;

Και φυσικά πρόσωπα από το εξωτερικό τα οποία κατείχαν ή κατέχουν κορυφαίες θέσεις στους θεσμούς;

Με αυτά τα δεδομένα προφανώς, και πάλι, δεν ικανοποιείται η συνθήκη που προσδιόρισα ως απαραίτητη για την ομαλή διεξαγωγή της αναγκαίας εθνικής αυτοαξιολόγησης.

Η ΝΔ θεωρεί ότι η κατάθεση της πρότασης είναι άκαιρη και ότι θα ήταν προτιμότερο να δρομολογηθεί λίγο αργότερα, εφ’ όσον η κατάσταση σταθεροποιηθεί και το «σκάφος» θα πλέει, ευχόμαστε, σε πιο ήρεμα, άρα πιο ασφαλή, ύδατα.

4ον. Η πρόταση είναι ελλιπής.

Αφού το αντικείμενό της είναι η εφαρμογή και υλοποίηση του Μνημονίου, γιατί η πρόταση δεν συμπεριλαμβάνει και την περίοδο μετά τον Ιανουάριο του 2015;

Περίοδο κατά την οποία, η παρούσα Κυβέρνηση, ζήτησε και υπέγραψε την 4μηνη παράταση του Μνημονίου;

Συγκεκριμένα, η Σύμβαση που υπέγραψε είναι η 3η Τροποποίηση της Κύριας Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης.

Η 1η ήταν το Δεκέμβριο του 2012, προκειμένου να περιληφθεί και η θετική Ευρωπαϊκή απόφαση για την ενίσχυση της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους.

Η 2η ήταν το Δεκέμβριο του 2014, όταν και η προηγούμενη Κυβέρνηση ζήτησε την επέκταση της Σύμβασης για τους 2 πρώτους μήνες του 2015.

Και η 3η ήταν τον εφετινό Φεβρουάριο.

Μάλιστα, το περιεχόμενο των επικαιροποιήσεων των Συμβάσεων είναι το ίδιο.

Διέπονται δε όλες από το αγγλικό δίκαιο.

Εναποθέτουν, σε περίπτωση διαφοράς, την αποκλειστική δικαιοδοσία στα δικαστήρια του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου.

Αναφέρουν ότι η Ελλάδα παραιτείται από οποιαδήποτε ασυλία της οποίας είναι ή ενδέχεται να καταστεί δικαιούχος, όσον αφορά στην ίδια ή τα περιουσιακά της στοιχεία.

Συνδέονται δε όλες οι επικαιροποιήσεις με την Κύρια Σύμβαση Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης, της 15ης Μαρτίου 2012.

Δηλαδή, με την περίοδο στην οποία αναφέρεται η πρόταση για τη σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής.

Μάλιστα το γεγονός ότι το υπάρχον Μνημόνιο συνεχίζεται, επιβεβαιώνεται και από την ανακοίνωση του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.

Καθώς και από τις ανακοινώσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ).

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την επιστολή του ΔΝΤ, και αφού είχε υπογραφεί η Συμφωνία με τους εταίρους, η αξιολόγηση θα γίνει στο πλαίσιο της 6ης επικαιροποίησης του τρέχοντος Μνημονίου (concluding the 6th review of the Program).

Το ίδιο ισχύει και για την ΕΚΤ, η οποία επίσης αναφέρει ότι η αξιολόγηση θα γίνει στη βάση του τρέχοντος Μνημονίου (“the basis for concluding the review will be the existing commitments in the current Memorandum of Understanding [MOU] and the Memorandum of Economic and Financial Policies [MEFP]”).

Η παρούσα, όμως, επικαιροποίηση της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ περιλαμβάνει, σύμφωνα με τη συμφωνία της 20ης Φεβρουαρίου, και έναν πρόσθετο, δυσμενή όρο: την επιστροφή προς το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας ομολόγων ύψους 10,9 δισ. ευρώ από το Ελληνικό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.

Και αυτό, θα πρέπει, να συνεκτιμηθεί και να αξιολογηθεί.

5ον. Η πρόταση είναι ασαφής.

Δεν καθιστά απολύτως σαφές το αντικείμενο της εξέτασης.

Θα αφορά την αξιολόγηση των πολιτικών που έχουν ασκηθεί;

Των αποτελεσμάτων που προέκυψαν;

Των πολιτικών και των αποτελεσμάτων;

Ή θα εστιάσει μόνο στην τεκμηρίωση πράξεων ή παραλείψεων με ενδείξεις διάπραξης αδικήματος;

Είναι σαφές ότι τις πολιτικές και τα αποτελέσματά τους τα κρίνουν οι πολίτες, μέσα από την εκλογική διαδικασία.

Και όχι οι Εξεταστικές Επιτροπές.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Συμπερασματικά, η Νέα Δημοκρατία θεωρεί ότι η πρόταση των Βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ και των Ανεξαρτήτων Ελλήνων είναι προσχηματική, αντιφατική, άκαιρη, ελλιπής και ασαφής.

Γι’ αυτούς τους λόγους δεν τη στηρίζει.

Η Βουλή θα πάρει την απόφασή της.

Η πολιτική αριθμητική, η επικοινωνιακή στρατηγική της Κυβέρνησης και η δύσκολη συγκυρία για τη χώρα «λένε» ότι η πρόταση θα εγκριθεί.

Σ’ αυτή την εκδοχή, παρά τις χαμηλές προσδοκίες για την καλή προσέγγιση του στόχου, η ΝΔ, με καθοριστικό κριτήριο των πολιτικών επιλογών της το μακροχρόνιο συμφέρον της χώρας, θα στηρίξει την αναζήτηση της αλήθειας.

Άλλωστε, η ΝΔ, στην πάνω από σαράντα χρόνια συμμετοχή της στη δημόσια ζωή, δεν έπαιξε ποτέ και δεν παίζει με το παρόν και το μέλλον της πατρίδας.

Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας.

Ομιλία στην Επιτροπή για το Σχέδιο Νόμου “Ρυθμίσεις για την Επανεκκίνηση της Οικονομίας”

E170BCAF0010287DBA2D6ACAD8606BE4Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Το Σχέδιο Νόμου, το οποίο συζητάμε, φέρει το βαρύγδουπο τίτλο «Ρυθμίσεις για την επανεκκίνηση της οικονομίας».

Αλήθεια, σε ποια επανεκκίνηση αναφέρεται η Κυβέρνηση;

Το τελευταίο δίμηνο, η κατάσταση της πραγματικής οικονομίας, λόγω της παρατεταμένης αβεβαιότητας και των συνεχών και συνεχιζόμενων Κυβερνητικών παλινωδιών και αντιφάσεων, έχει επιδεινωθεί.

  • Η αξιοπιστία της χώρας έχει επιστρέψει στο χαμηλότερο σημείο.
  • Ιδιώτες εγκαταλείπουν επενδυτικές πρωτοβουλίες.
  • Η ανάκαμψη, που ετετεύχθη το 2014, για 1η φορά μετά από 6 χρόνια, κινδυνεύει.
  • Οι καταθέσεις έχουν συρρικνωθεί κατά περισσότερο από 26 δισ. ευρώ το τελευταίο τρίμηνο και τα «κόκκινα δάνεια» έχουν αυξηθεί.
  • Το κόστος δανεισμού των πιστωτικών ιδρυμάτων συνεχώς επιβαρύνεται.
  • Η πιστοληπτική ικανότητα της χώρας υποβαθμίζεται ξανά.
  • Η απόσταση από την επιστροφή μας στις αγορές διευρύνεται.
  • Το κόστος του προγράμματος χρηματοδότησης μεγαλώνει.
  • Οι πηγές άντλησης πόρων «στερεύουν».
  • Το κράτος έχει κηρύξει μερική εσωτερική στάση πληρωμών.
  • Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα αυξάνουν και πάλι.
  • Τα φορολογικά έσοδα και τα έσοδα των ασφαλιστικών ταμείων παρουσιάζουν σημαντική και διευρυνόμενη υστέρηση από τους στόχους.

Ιδιαίτερα μετά τις προεκλογικές και μετεκλογικές υποσχέσεις της Κυβέρνησης για νέα ρύθμιση οφειλών.

Αλλά και της προτροπής των Κομμάτων που στηρίζουν την Κυβέρνηση, πριν τις εκλογές, προς τους πολίτες να μην είναι συνεπείς στις υποχρεώσεις τους, καλλιεργώντας έτσι κουλτούρα μη συμμόρφωσής τους.

Βέβαια, σήμερα, τα ίδια πρόσωπα, από θιασώτες της ανυπακοής ξαφνικά έχουν μετατραπεί σε πρωτοστάτες του «πατριωτισμού».

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Όλα αυτά έχουν συνθέσει ένα ιδιαίτερα βαρύ περιβάλλον, με κόστος για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Σε αυτό το περιβάλλον, για τη διαμόρφωση του οποίου φέρει τεράστια ευθύνη η σημερινή Κυβέρνηση, κατατίθεται το παρόν Σχέδιο Νόμου.

Σχέδιο Νόμου που δεν επιδοκιμάζει, δυστυχώς, έμπρακτα τους μέχρι σήμερα συνεπείς φορολογούμενους, και που προσθέτει έναν ακόμη κρίκο στην αλυσίδα θέσπισης φορολογικών αμνηστεύσεων.

Αυτό πρέπει να σταματήσει.

Προσβάλλει του συνεπείς φορολογούμενους και υπονομεύει τα δημόσια έσοδα.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι, το Σχέδιο Νόμου:

1ον. Κινείται στο υφιστάμενο πλαίσιο ρύθμισης φορολογικών και ασφαλιστικών υποχρεώσεων που είχε θέσει η προηγούμενη Κυβέρνηση με το Ν. 4305/2014.

Ρύθμιση που στους 2 πρώτους μήνες εφαρμογής της, παρά την καταψήφιση και υπονόμευσή της από την τότε Αξιωματική Αντιπολίτευση, επέφερε τα προσδοκώμενα δημοσιονομικά αποτελέσματα.

2ον. Απέχει αισθητά από τις προεκλογικές υποσχέσεις και μετεκλογικές δεσμεύσεις της Κυβέρνησης.

Ενδεικτικά, δεν υπάρχει διαγραφή κεφαλαίου οφειλής, ενώ εγκαταλείπεται η υπόσχεση για παραπομπή κάθε υπόθεσης χρέους σε Επιτροπή που θα έκρινε ανάλογα με τα εισοδήματα κάθε φορολογούμενου.

Αντίθετα, η Κυβέρνηση προσχωρεί στην άποψή μας για ηλεκτρονική αίτηση και επεξεργασία της, αντιλαμβανόμενη ότι η προηγούμενη θέση της θα οδηγούσε τους πολίτες σε μεγάλες καθυστερήσεις, ταλαιπωρίες και αβεβαιότητα.

3ον. Περικλείει οριακές διαφορές και δεν επιφέρει ουσιαστικό δημοσιονομικό όφελος σε μεσο-μακροπρόθεσμο ορίζοντα.

Στόχος είναι να καλυφθούν οι άμεσες και πιεστικές ταμειακές ανάγκες του Κράτους.

Η Έκθεση του ΓΛΚ το επιβεβαιώνει.

Ενδεικτικά και μόνο, τα προσδοκώμενα έσοδα για τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης ανέρχονται σε 2 δισ. ευρώ, σε διάστημα 8 ετών.

Περίπου όσα και η προηγούμενη ρύθμιση.

Ενώ, φυσικά, εκτός των άλλων, προκαλείται και μείωση βεβαιωμένων εσόδων, λόγω διαγραφής προσαυξήσεων σε ήδη βεβαιωμένες και καθυστερούμενες οφειλές.

4ον. Αδικεί όσους συμμορφώνονται και ενδεχομένως δανείζονται από τράπεζες με μεγαλύτερα επιτόκια για την εξόφληση των υποχρεώσεών τους.

Τονίζω ότι ακόμη και το Δημόσιο, δηλαδή όλοι μας, δανείζεται με υψηλότερο επιτόκιο από αυτό με το οποίο «δανείζει» τους οφειλέτες του.

5ον. Αυξάνει την αβεβαιότητα για τα μελλοντικά έσοδα του Δημοσίου.

Αυτό συμβαίνει γιατί ενώ με το Ν. 4305/2014 ο οφειλέτης μπορούσε κατά τη διάρκεια της ρύθμισης να εξοφλήσει νωρίτερα με ανάλογες εκπτώσεις, με το νέο πρόγραμμα μπορεί να αυξήσει τις αρχικώς επιλεγείσες δόσεις.

6ον. Ευνοεί εξόφθαλμα τους μεγαλοοφειλέτες του Δημοσίου.

Η κατάργηση του ανώτατου ορίου του 1 εκατ. ευρώ για την υπαγωγή στη ρύθμιση, δεν εξασφαλίζει τη μεγαλύτερη συμβολή τους στα δημόσια έσοδα.

7ον. Υπονομεύει την αυτονομία της ΓΓΔΕ.

Η μεταβίβαση της αρμοδιότητας για τη χορήγηση της ρύθμισης, στον Υπουργό Οικονομικών αντί του Γενικού Γραμματέα, συνιστά πολιτική ανάμειξη στην είσπραξη των εσόδων και είναι σε ευθεία αντίθεση με την κείμενη νομοθεσία και τις βέλτιστες διεθνείς πρακτικές.

Άλλο φορολογική πολιτική και άλλο φορολογική διοίκηση.

8ον. Επιβάλλει «χαράτσι», με τη μορφή «προληπτικού φόρου» 26%, στις επιχειρήσεις που συναλλάσσονται με ορισμένες χώρες (π.χ. Κύπρο, Βουλγαρία, Ιρλανδία), ο οποίος δύναται να επιστραφεί μετά από 12 μήνες το ταχύτερο.

Πέρα από την χρηματοδοτική ασφυξία που προκαλεί στις επιχειρήσεις, ιδιαίτερα στις σημερινές συνθήκες δραματικής έλλειψης ρευστότητας, η προτεινόμενη ρύθμιση ενδέχεται να είναι αντίθετη και με το Σύνταγμα,  την Ευρωπαϊκή Νομοθεσία, αλλά και πρόσφατη νομολογία του ΣτΕ (2190 και 2191/2014).

9ον. Λύει και θέτει σε εκκαθάριση, κακώς, την εταιρεία «Παράκτιο Μέτωπο ΑΕ».

Ενώ αφήνει ανοικτό τη ζήτημα της διαχείρισης των αποκρατικοποιήσεων και της αξιοποίησης της περιουσίας του Δημοσίου, αφού αναφέρεται, ως εκδήλωση πρόθεσης, σε φορέα που θα δημιουργηθεί.

Ενώ επισημαίνει ότι τα έσοδα που θα προκύπτουν «θα αξιοποιούνται, κυρίως (με όση ασάφεια αυτό μπορεί να έχει), για τη χρηματοδότηση της κοινωνικής πολιτικής του Κράτους και τη στήριξη της κοινωνικής ασφάλισης».

Ορισμένες επισημάνσεις:

1ον. Και σήμερα, τα έσοδα από το «Παράκτιο Μέτωπο» και την ΕΤΑΔ καταγράφονται, ταμειακά, στον Προϋπολογισμό και δεν συμβάλλουν άμεσα στη μείωση του χρέους.

2ον. Ο Υπουργός Οικονομικών έχει υποστηρίξει, στις τοποθετήσεις του στο Eurogroup, ότι τα έσοδα από την αξιοποίηση της περιουσίας θα πρέπει να μειώνουν άμεσα το δημόσιο χρέος. Άλλα λέμε έξω, αλλά κάνουμε μέσα;

3ον. Ας δεχθούμε ότι τα έσοδα αυτά, με κάποιον τρόπο, θα αξιοποιούνται για τους σκοπούς του Σχεδίου Νόμου. Και στο οποίο ουδείς, θεωρητικά, θα είχε αντίρρηση.

Τότε, αν αυτά τα ποσά είναι επιπλέον αυτών που ήδη δίνονται για την άσκηση κοινωνικής πολιτικής από τον Κρατικό Προϋπολογισμό, θα λείψουν από την άσκηση για τη βιωσιμότητα του χρέους.

Όσα και αν είναι αυτά τα έσοδα. Ακόμη και αν είναι λιγότερα σε σχέση με τις σημερινές εκτιμήσεις, όπως υποστηρίζει η Κυβέρνηση.

Θα απαιτηθούν, συνεπώς, νέα μέτρα για να καλυφθεί το κενό που προκαλείται.

Οπότε, τελικά, το κόστος για την κοινωνία θα είναι μεγαλύτερο.

Αν τα ποσά αυτά υποκαταστήσουν πόρους που ήδη δίνονται για κοινωνική πολιτική, τότε, απλά και μόνο, μιλάμε για επικοινωνική διαχείριση του ζητήματος, χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα.

Θα τα δούμε όμως αυτά αναλυτικά όταν περάσουμε από την εκδήλωση προθέσεων στη συγκεκριμένη νομοθέτηση.

Τοποθέτηση Χρ. Σταϊκούρα κατά την τελετή παράδοσης-παραλαβής στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους

Site_20150128_164609Κύριε Υπουργέ,

Αγαπητέ κ. Μάρδα,

Σας καλωσορίζω στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, τον πυρήνα του Υπουργείου Οικονομικών.

Ο ορισμός μου, πριν από 2,5 περίπου χρόνια, στη θέση του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, με ευθύνη το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, από τον πρώην Πρωθυπουργό και Πρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας, κ. Αντώνη Σαμαρά, με τη σύμφωνη γνώμη των κομμάτων των συγκυβερνήσεων, αλλά και η διατήρηση της εμπιστοσύνης στο πρόσωπό μου μέχρι σήμερα, αποτέλεσαν για μένα τιμή και ευθύνη.

Τους ευχαριστώ για την εμπιστοσύνη τους.

Κύριε Υπουργέ,

Το 2012, λάβαμε εντολή διακυβέρνησης της χώρας σε ένα ιδιαίτερα ασταθές εσωτερικό, Ευρωπαϊκό και διεθνές περιβάλλον.

Το πλαίσιο οικονομικής πολιτικής, εντός του οποίου είχαμε τη δυνατότητα να λειτουργήσουμε, ήταν καθορισμένο και ασφυκτικό.

Τα αποτελέσματα της μέχρι τότε εφαρμοζόμενης οικονομικής πολιτικής ήταν «εκτός στόχων».

Τότε, οι επιλογές που είχαμε, ήταν συγκεκριμένες.

Επιλέξαμε την πορεία προς τα εμπρός, επιταχύνοντας.

Επιλέξαμε η χώρα να μη διακινδυνεύσει κεκτημένα δεκαετιών και να αποφύγει τις περιπέτειες.

Πιστεύω ότι αυτή ήταν και είναι η εθνικά ορθή επιλογή.

Επιλογή, που σήμερα, έχει αρχίσει να αποδίδει.

Που έχει παράξει θετικά και μετρήσιμα αποτελέσματα, τα οποία αναγνωρίζονται τόσο διεθνώς όσο και εντός της χώρας.

Αποτελέσματα που είναι προϊόν συλλογικής, σκληρής δουλειάς.

Και κυρίως μεγάλων θυσιών της Ελληνικής κοινωνίας.

Στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, τα πολύπειρα στελέχη του και με τους συνεργάτες μου, σχεδιάσαμε και εφαρμόσαμε πολιτικές και πέραν των δεσμεύσεων της χώρας έναντι των εταίρων και δανειστών.

Συνοπτικά αναφέρω ότι κατά τη θητεία μας:

  • Αποφύγαμε την δημοσιονομική «ασφυξία». Προωθήσαμε, με συνέπεια, την εθνικά αναγκαία δημοσιονομική εξυγίανση, προσαρμογή και πειθαρχία. Η χώρα θα παρουσιάσει το 2014, για 2η συνεχόμενη χρονιά, σημαντικό και εθνικά αναγκαίο πρωτογενές πλεόνασμα. Διαμορφώσαμε έτσι την αναγκαία συνθήκη για τη βιώσιμη ανάκαμψη της οικονομίας και την αξιοπρεπή λειτουργία της χώρας στη διεθνή σκηνή.
  • Καταρτίσαμε και εφαρμόσαμε, τα τελευταία 3 χρόνια, Κρατικούς Προϋπολογισμούς, οι οποίοι εκ του αποτελέσματος, χαρακτηρίζονται από ρεαλισμό στις προβλέψεις τους, ειλικρίνεια στην κατάρτισή τους, αξιοπιστία στην υλοποίησή τους.
  • Θεσπίσαμε τη διαδικασία για την αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα, με αποτέλεσμα αυτές να έχουν μειωθεί περισσότερο από 50%.
  • Υλοποιήσαμε στοχευμένες πρωτοβουλίες εξορθολογισμού και «συμμαζέματος» των δημοσίων δαπανών, αποκαθιστώντας αδικίες, αλλά και καταργώντας προνομιακές μεταχειρίσεις ετών.
  • Εξορθολογίσαμε τη δημοσιονομική λειτουργία των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, αντιμετωπίζοντας παθογένειες που τα προηγούμενα χρόνια σώρευαν ελλείμματα και χρέη.
  • Θωρακίσαμε το δημόσιο τομέα με την αναμόρφωση του θεσμικού πλαισίου δημοσιονομικών ελέγχων και την ανασυγκρότηση των ελεγκτικών μηχανισμών της δημοσιονομικής διαχείρισης, διασφαλίζοντας την αποτελεσματική αξιοποίηση των δημοσίων πόρων.
  • Επικαιροποιήσαμε και εναρμονίσαμε με τις Ευρωπαϊκές πρακτικές το πλαίσιο δημοσιονομικής διαχείρισης και εποπτείας.
  • Εξυγιάναμε, βελτιώσαμε και εκσυγχρονίσαμε τη διαδικασία συνταξιοδότησης στο Δημόσιο, ώστε να μην υπάρχουν καθυστερήσεις, αλλά και «παράθυρα» για παρεκκλίσεις και παρατυπίες. Θεσπίσαμε την προκαταβολή της σύνταξης.
  • Αξιοποιήσαμε τους αδρανείς πόρους (αδρανείς καταθέσεις, κοινωφελείς περιουσίες, σχολάζουσες κληρονομίες). Καταγράψαμε και εκτιμήσαμε τις παρακαταθήκες που φυλάσσονται στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.
  • Ρυθμίσαμε το ζήτημα της συγκέντρωσης στην Τράπεζα της Ελλάδος και αξιοποίησης χρηματικών ποσών, τα οποία προέρχονται από εγκληματικές δραστηριότητες κατά του Δημοσίου. Οι πόροι που εξασφαλίστηκαν, διατέθηκαν, πέραν των εγκεκριμένων Προϋπολογισμών, στην εκπαίδευση, την έρευνα και την υγεία.
  • Αντιμετωπίσαμε το θέμα της τακτοποίησης των αρχείων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους που αφορούν στις περιόδους του 1ου και του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου και του ποσοτικού προσδιορισμού των αξιώσεων του Ελληνικού Δημοσίου από τις Γερμανικές αποζημιώσεις και το κατοχικό δάνειο.

Τη δύσκολη αυτή περίοδο στην οικονομία έγιναν αρκετά.

Οφείλουμε να τα διαφυλάξουμε και να συνεχίσουμε την προσπάθεια.

Η προσπάθεια, με στόχο τη συγκρότηση μιας ισχυρής Ελλάδας, η οποία θα δρα με  αξιοπρέπεια στην Ευρωπαϊκή και την παγκόσμια σκηνή, πρέπει να είναι συνεχής και συλλογική.

Θέλω να ευχαριστήσω τους Υπουργούς Οικονομικών των τελευταίων 2,5 ετών, τον Υφυπουργό, τους Γενικούς και Ειδικούς Γραμματείς, τα στελέχη των υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομικών, ιδιαίτερα του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, και τους συνεργάτες μου για την αρμονική και δημιουργική συνεργασία.

Αγαπητέ Υπουργέ,

Θα είμαι πάντα στη διάθεσή σας για το καλό της Ελληνικής οικονομίας και της χώρας.

Θα παρακολουθώ, όπως όλοι οι πολίτες της πατρίδας, με αυτονόητο ενδιαφέρον και αντικειμενικότητα, τα αποτελέσματα των προσπαθειών σας επί του πραγματικού πεδίου.

Σας εύχομαι καλή επιτυχία στο δύσκολο έργο που έχετε μπροστά σας.

Συνέντευξη Αναπλ. Υπουργού Οικονομικών και Υποψήφιου Βουλευτή Φθιώτιδας Χρ. Σταϊκούρα στην εφημερίδα “Αγορά” – “Εάν δεν κλείσει η συμφωνία, η μόνη λύση για τον ΣΥΡΙΖΑ θα είναι οι καταθέσεις”

875571961. Μπαίνουμε στην τελική ευθεία των εκλογών, εκτιμάτε πως η ΝΔ μπορεί να γυρίσει το κλίμα;

Πιστεύω πως η Παράταξη έχει το ιδεολογικό και πολιτικό υπόβαθρο, τη στρατηγική, τα διαχρονικά πεπραγμένα, τον προγραμματικό προσανατολισμό, την πολιτική βούληση και την αποτελεσματική πολιτική καθοδήγηση να κινηθεί με γοργό βηματισμό, να ανατάξει τη χώρα, να καλλιεργήσει την αυτοπεποίθηση και εμπιστοσύνη, να δημιουργήσει μια καλύτερη πραγματικότητα, να εμπεδώσει μια νέα ελπιδοφόρα προοπτική.

Θεωρώ ότι, αυτά τα στοιχεία, μαζί με το αποτέλεσμα της μέχρι σήμερα επιτυχούς προσπάθειας σταθεροποίησης της οικονομίας, θα εκτιμηθούν θετικά από τους πολίτες.

2. Η προεκλογική περίοδος δημιούργησε «τρύπα» στα έσοδα. Πόσο δύσκολο θα είναι για την επόμενη Κυβέρνηση να διαχειριστεί το δημοσιονομικό κενό;

Πράγματι, το τελευταίο δίμηνο, παρουσιάζεται υστέρηση στα έσοδα.

Οι πολίτες φαίνεται να τήρησαν στάση αναμονής σε κλίμα αβεβαιότητας από την άκαιρη πρόκληση εκλογών. Επίσης, η ραγδαία υποχώρηση των διεθνών τιμών του πετρελαίου είχε ως συνέπεια τη μείωση των εσόδων από τους φόρους στα καύσιμα.

Εκτιμώ ότι αυτή η απόκλιση δεν θα δημιουργήσει πρόβλημα στην επίτευξη του δημοσιονομικού στόχου.

Και αυτό γιατί η Κυβέρνηση είχε φροντίσει, έγκαιρα και μεθοδικά, να δημιουργήσει το απαραίτητο «μαξιλάρι ασφαλείας».

3. Επί 2,5 χρόνια κρατούσατε το «ταμείο του κράτους». Υπάρχει πρόβλημα αν δεν κλείσει η συμφωνία με την Τρόικα;

Φυσικά και υπάρχει.

Και αυτό γιατί, αν δεν κλείσει:

1ον. Δεν θα πάρουμε την τελευταία δόση των 7,2 δισ. ευρώ, αδυνατώντας να καλύψουμε τις προσεχείς ταμειακές μας ανάγκες.

2ον. Θα αναγκαστούμε να επιστρέψουμε τα 11,4 δισ. ευρώ του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, σημαντικό χρηματοδοτικό απόθεμα για την τρέχουσα χρονιά.

3ον. Θα αναγκαστεί η χώρα να προσφύγει στις διεθνείς αγορές, με δυσμενείς όρους και χωρίς «δίκτυ ασφαλείας».

4ον. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα σταματήσει την παροχή ρευστότητας στο πιστωτικό σύστημα. Οι τράπεζες θα αναγκαστούν να προσφύγουν, αν γίνει αποδεκτό από την ΕΚΤ, στον έκτακτο και με υψηλότερο κόστος μηχανισμό ρευστότητας (ELA), μετακυλίοντάς το στα νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

5ον. Θα είναι αδύνατη η συμμετοχή των Ελληνικών τραπεζών στο Πρόγραμμα Ποσοτικής Χαλάρωσης, από όπου, μέσω της αγοράς εθνικών ομολόγων, θα μπορούσε να χρηματοδοτηθεί η Ελληνική οικονομία.

6ον. Δεν θα μπορέσει να ολοκληρωθεί η συζήτηση για την περαιτέρω ελάφρυνση του δημοσίου χρέους.

Συνεπώς, η συμφωνία πρέπει να κλείσει και, εφόσον η χώρα την αναζητεί εντός της Ευρωζώνης, θα κλείσει. Το θέμα είναι με ποιo περιεχόμενο θα κλείσει. Είναι αυτονόητο ότι η χώρα θα πρέπει να συνεχίσει τη σκληρή διαπραγμάτευση με ρεαλισμό και στόχo την ταχεία επάνοδο στην κανονικότητα.

4. Ο Πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ δήλωσε όμως ότι θα πληρώσει με έντοκα γραμμάτια τα ομόλογα που λήγουν τον Μάρτιο. Γίνεται αυτό;

Υπάρχουν δύο σημαντικοί περιορισμοί στη χρήση των εντόκων γραμματίων.

Πρώτον, το Ελληνικό Δημόσιο, σε συνεννόηση με τους δανειστές του, έχει τη δυνατότητα έκδοσης εντόκων γραμματίων συνολικού ποσού μέχρι 15 δισ. ευρώ. Το ποσό αυτό έχει ήδη καλυφθεί πλήρως από το Δεκέμβριο. Κατά συνέπεια, η έκδοση περαιτέρω εντόκων για τις χρηματοδοτικές ανάγκες χρειάζεται τη σύμφωνη γνώμη των δανειστών για την υπέρβαση του ανώτατου ορίου. Απαιτείται λοιπόν ένα πρώτο αναγκαίο βήμα συνεννόησης με την πλευρά των δανειστών.

Αυτό δεν προκύπτει από τις θολές θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ.

Έστω όμως ότι αυτό επιτυγχάνεται. Θα πρέπει να υπάρξουν ενδιαφερόμενοι δανειστές του Ελληνικού Δημοσίου, που θα επιθυμούν να αγοράσουν τα νέα έντοκα γραμμάτια. Αυτό σε ομιχλώδες τοπίο δεν διαφαίνεται.

Οι Ελληνικές Τράπεζες πρέπει να διαθέτουν την απαραίτητη ρευστότητα ώστε να μπορούν να αγοράσουν έντοκα γραμμάτια. Με δεδομένη όμως την επίσημη αναγγελία της ΕΚΤ ότι θα διακόψει τη ρευστότητα, που παρέχει προς τις Ελληνικές Τράπεζες, αν η χώρα δεν βρίσκεται σε Πρόγραμμα, οι τράπεζες θα δυσκολεύονται να έχουν την απαραίτητη ρευστότητα.

Αφήστε που και να την είχαν, ο περαιτέρω «εσωτερικός δανεισμός» θα οδηγούσε σε «πιστωτική ασφυξία».

Και τότε η μόνη λύση θα είναι οι καταθέσεις των πολιτών.

Συνεπώς χρειάζεται μεγάλη προσοχή, αφού τα προβλήματα είναι πολυπαραμετρικά.

Δελτίο Τύπου Αναπλ. Υπουργού Οικονομικών Χρ. Σταϊκούρα σχετικά με τα στοιχεία Γενικής Κυβέρνησης το Νοέμβριο 2014 –

20193158_20141205_sizitisi_proipologismou_vouli_liakos0110.limghandlerΑπό το Γραφείο του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, κ. Χρήστου Σταϊκούρα, ανακοινώνονται τα εξής σχετικά με τη δημοσίευση των Μηνιαίων Στοιχείων Γενικής Κυβέρνησης, για την περίοδο Ιανουαρίου – Νοεμβρίου 2014:

«Tην περίοδο Ιανουάριος – Νοέμβριος 2014, το πρωτογενές πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης διαμορφώθηκε στα 3,7 δισ. ευρώ ή 2,0% του ΑΕΠ, έναντι πρωτογενούς πλεονάσματος 1,5 δισ. ευρώ ή 0,8% του ΑΕΠ την αντίστοιχη περίοδο του 2013.

Μάλιστα, αυτό γίνεται με την παράλληλη μείωση των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα, που σε κάθε περίπτωση είναι δημοσιονομικά ουδέτερη.

Ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις, οι οποίες ανήλθαν το Νοέμβριο του 2014 στα 3,8 δισ. ευρώ έναντι 4,3 δισ. ευρώ τον προηγούμενο μήνα, μειωμένες δηλαδή κατά 500 εκατ. ευρώ.

Ενώ, από το Δεκέμβριο του 2012 έως σήμερα έχουν μειωθεί κατά περίπου 55%.

Συνεπώς, η χώρα, το 2014, θα παρουσιάσει, για 2η συνεχόμενη χρονιά, σημαντικό και αναγκαίο πρωτογενές πλεόνασμα, ενώ ταυτόχρονα ενισχύεται η ρευστότητα στην πραγματική οικονομία.

Επιτυγχάνεται, έτσι, η αναγκαία συνθήκη για την βιώσιμη ανάκαμψη της οικονομίας».

TwitterInstagramYoutube