Ν.Δ.

Συνέντευξη Χρ. Σταϊκούρα στο ραδιοφωνικό σταθμό “Real FM 97,8” | 24.6.2018

Μπορείτε να ακούσετε τη συνέντευξη εδώ:

Συνέντευξη στην εφημερίδα “Βραδυνή της Κυριακής” | 23.6.2018

Κύριε Σταϊκούρα, ας ξεκινήσουμε τη συζήτησή μας με το πρόσφατο Eurogroup της Πέμπτης και τις σχετικές αποφάσεις για το χρέος. Θεωρείτε πώς κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση;

Η ρύθμιση του χρέους έρχεται να καλύψει την επιβάρυνση της βιωσιμότητάς του την τελευταία τριετία, εξαιτίας πράξεων και παραλείψεων της σημερινής Κυβέρνησης. Υπενθυμίζεται ότι το ΔΝΤ υποστήριζε ότι το χρέος μπήκε σε «μονοπάτι βιωσιμότητας» το 2014, για να το χαρακτηρίζει «εξαιρετικά μη βιώσιμο» το 2017, καθιστώντας αναγκαίες τις σημερινές αποφάσεις.

Με αυτή την έννοια, όπως και κάθε απόφαση που οδηγεί σε ρύθμιση του χρέους, αντιμετωπίζονται θετικά. Δυστυχώς όμως, οι προτεινόμενες παρεμβάσεις είναι περιορισμένες, δεν είναι στο σύνολό τους αυτόματες όπως προβλέπονταν στην απόφαση του 2017 και τελούν υπό αυστηρές προϋποθέσεις, αφού η χώρα εισέρχεται σε μία κατάσταση ενισχυμένης εποπτείας.

Ειδικότερα μάλιστα, τα κέρδη από τη διακράτηση των ομολόγων από τις ευρωπαϊκές κεντρικές τράπεζες ήταν κεκτημένα της χώρας μέχρι την «υπερήφανη» διαπραγμάτευση του 2015, στη συνέχεια χάθηκαν και σήμερα επανακτούνται, όμως υπό όρους.

Η χώρα μετά τον Αύγουστο βγαίνει από το πρόγραμμα. Θα είναι στην ίδια θέση με άλλες χώρες που βγήκαν από Μνημόνια;

Όχι, δεν θα είναι. Και αυτό γιατί σε αντιδιαστολή με τις άλλες χώρες που βγήκαν από τα μνημόνια, η Κυβέρνηση έχει ήδη ψηφίσει πρόσθετα μέτρα λιτότητας ύψους 5,1 δισ. ευρώ για μετά τη λήξη του προγράμματος, έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία της χώρας για έναν αιώνα και έχει αποδεχθεί τον μηχανισμό ενισχυμένης εποπτείας, με ένα αυστηρό πλαίσιο επιτήρησης αντίστοιχου αυτού της μνημονιακής περιόδου, με συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα, με πολύ βαριά μέτρα και με δέσμευση για υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, ύψους 3,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2022 και 2,2% μέχρι το 2060.

Ας αφήσει συνεπώς ο Πρωθυπουργός στην άκρη τις αυταπάτες, τις ψευδαισθήσεις και τα ψέματα, που τόσο ακριβά κόστισαν στη χώρα και τους πολίτες την τελευταία τριετία.

Η Κυβέρνηση σωστά πράττει που αρνήθηκε την πιστοληπτική γραμμή στήριξης; Εσείς θέλετε τη συνέχιση των μνημονίων όπως η Κυβέρνηση σας κατηγορεί;

Η Νέα Δημοκρατία επιθυμεί την καθαρή έξοδο από τα μνημόνια και τη χρηματοδότηση της χώρας με χαμηλό κόστος δανεισμού.

Όμως η καθαρή έξοδος, όπως ήδη σας ανέφερα, με ευθύνη της Κυβέρνησης, δεν είναι σήμερα εφικτή.

Αλλά δυστυχώς και το χαμηλό κόστος δανεισμού δεν είναι εξασφαλισμένο. Εάν υπήρχε Κυβερνητική αξιοπιστία, σοβαρότητα και υπευθυνότητα, εάν είχε υλοποιηθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων και ιδιωτικοποιήσεων, εάν είχαν αναληφθεί ήδη πρωτοβουλίες για τη βελτίωση της βιωσιμότητας του χρέους και εάν η χώρα είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, τότε τα επιτόκια δανεισμού, με δεδομένο το ευνοϊκότερο ευρωπαϊκό περιβάλλον και την υψηλή διαθέσιμη ρευστότητα, θα ήταν ήδη χαμηλότερα και λογικά.

Με αυτά τα δεδομένα, είναι αναγκαία η δημιουργία ενός «διχτυού ασφαλείας». Η επιλογή της Κυβέρνησης είναι αυτή να γίνει με το «χτίσιμο» ταμειακού αποθέματος, «στραγγαλίζοντας» όμως την πραγματική οικονομία, αφού χρησιμοποιεί τις «κουτσουρεμένες δόσεις» του δανείου, υπερφορολογεί τους πολίτες, επιδίδεται σε εσωτερική στάση πληρωμών, καταφεύγει σε υπέρμετρο και σχετικά ακριβό αναγκαστικό εσωτερικό δανεισμό.

Αντιθέτως, θα μπορούσε να αξιοποιήσει τους αδιάθετους πόρους του δανείου, που αρχικά είχαν εκτιμηθεί στα 27 δισ. ευρώ μετά τη λήξη του προγράμματος. Ούτε αυτό όμως το πετυχαίνει, παρόλο που έχει πάρει δημοσιονομικά μέτρα που εκτείνονται και για μετά τη λήξη του προγράμματος, ενώ – μέσω του Υπερταμείου – έχει δεσμεύσει και δημόσια περιουσία της χώρας.

Γι’ αυτούς τους λόγους υποστηρίζουμε ότι η χώρα, από το «λεφτά χωρίς Μνημόνιο» κατέληξε σε «ένα ακόμη Μνημόνιο, το 4ο Μνημόνιο, χωρίς χρηματοδότηση».

Η Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η ελληνική οικονομία, την τελευταία τριετία, ανατάσσεται. Διαφωνείτε;

Η αλήθεια είναι ότι η οικονομία, σε πολλά θεμελιώδη μεγέθη της, λιμνάζει. Σε σχέση με το 2014, το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών έχει συρρικνωθεί, το ιδιωτικό χρέος προς τις εφορίες και τα ασφαλιστικά ταμεία έχει εκτοξευθεί, η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας έχει υποχωρήσει, κεφαλαιακοί περιορισμοί, που επιβλήθηκαν το 2015, εξακολουθούν να υφίστανται και το ονομαστικό ΑΕΠ δεν έχει φτάσει ακόμη το ύψος του 2014.

Η Κυβέρνηση των φόρων, των κατασχέσεων και των πλειστηριασμών αδυνατεί να οδηγήσει τη χώρα στην κανονικότητα.

Παρ’ όλα αυτά, η Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι υπάρχει αναπτυξιακή δυναμική στη χώρα. Δεν ισχύει κάτι τέτοιο;

Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ επέστρεψε την οικονομία στην ύφεση το 2015 και το 2016, απέτυχε, και μάλιστα σημαντικά, στους αναπτυξιακούς στόχους για το 2017, αναθεώρησε «προς τα κάτω» την εκτίμηση για την ανάπτυξη του 2018 και προβλέπει συρρικνωμένους ρυθμούς μεγέθυνσης μέχρι το 2022. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό πλαίσιο της Κυβέρνησης, το 2022 προβλέπεται χαμηλότερος ρυθμός ανάπτυξης από το 2018!

Με αποτέλεσμα η ελληνική οικονομία να παρακολουθεί από τη θέση του ουραγού την αναπτυξιακή πορεία των εταίρων. Αναμενόμενο, αν κρίνει κανείς από τα μέχρι σήμερα πεπραγμένα της και το δήθεν αναπτυξιακό σχέδιό της για το μέλλον. Σχέδιο που αποτελεί μία γενικόλογη «έκθεση ιδεών», με ενσωματωμένες ιδεοληπτικές εμμονές, χωρίς ποσοτικοποιημένους στόχους και συγκεκριμένες, εφαρμόσιμες πολιτικές.

Η Κυβέρνηση του λαϊκιστικού, πελατειακού και παρασιτικού «αφηγήματος» σέρνει την οικονομία σε μία κατάσταση παραλυτικής στασιμότητας.

Ας περάσουμε στα εθνικά θέματα και το Σκοπιανό. Τελικά μήπως είναι μια καλή συμφωνία, όπως υποστηρίζουν όλοι οι παίκτες στη διεθνή σκακιέρα;

Η στάση της Νέας Δημοκρατίας, διαχρονικά, δεν ετεροκαθορίζεται.

Να είστε σίγουρη ότι αν η Κυβέρνηση του κ. Καραμανλή στο Βουκουρέστι είχε αποδεχθεί την είσοδο της γειτονικής χώρας στο ΝΑΤΟ, όλοι θα την χειροκροτούσαν.

Αλλά δεν το έπραξε, υπερασπιζόμενη το εθνικό συμφέρον.

Το ίδιο κάνουμε και σήμερα, με αίσθημα ευθύνης απέναντι στην ιστορία και την προοπτική της χώρας και των πολιτών.

Μελετήσαμε τη συμφωνία και τοποθετηθήκαμε με σαφήνεια επί αυτής. Πρόκειται για μία κακή, εθνικά επιζήμια συμφωνία.

Η Κυβέρνηση σπεύδει και παραδίδει τα δύο καίριας σημασίας «κλειδιά», αυτά του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. «Κλειδιά» που κρατούσε η χώρα μας από το 2008. Και τα παραδίδει χωρίς να διασφαλίζει τα δίκαια εθνικά μας συμφέροντα, καλύπτοντας τις βαριές υποχωρήσεις με μεγαλόστομες λεκτικές «κατασκευές».

Αναγνωρίζει, για πρώτη φορά με την υπογραφή της χώρας μας, την ύπαρξη «μακεδονικής γλώσσας» και «μακεδονικής εθνότητας», διασπά το erga omnes ως προς τους πολίτες και τη γλώσσα και δημιουργεί «γκρίζες ζώνες» για τα ελληνικά εμπορικά σήματα.

Με αυτά κυρίως τα κριτήρια, καταθέσαμε πρόταση δυσπιστίας κατά της Κυβέρνησης για να προλάβουμε τα αποτελέσματα τα οποία παράγει η υπογραφή της συμφωνίας.

Μήπως όμως, όπως ισχυρίζεται η Κυβέρνηση, υπάρχουν τετελεσμένα από το παρελθόν; Υπάρχουν και σχετικά έγγραφα που κατέθεσε ο Υπουργός Εξωτερικών στη Βουλή.

Είναι θλιβερό η σημερινή Κυβέρνηση, με αλαζονεία και αυταρέσκεια, προκειμένου να καλύψει αδυναμίες, αστοχίες και σφάλματα, να επιδίδεται σε επιλεκτικές, αποσπασματικές «βουτιές» στο κοντινό και μακρινό παρελθόν.

Χρησιμοποιεί ισχυρισμούς οι οποίοι αποδεικνύονται ιστορικά ανυπόστατοι, είναι επί της ουσίας ψευδείς και εθνικά επιζήμιοι. Δόθηκαν οι σχετικές απαντήσεις στη Βουλή.

Θα μπορούσαμε και εμείς να καταθέσουμε μακρά αλυσίδα λόγων και πρακτικών, από υποστηρικτές του διαχρονικού αφηγήματος του «μακεδονισμού», από σειρά επωνύμων στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ, που ακόμη και στην κρίσιμη φάση του 2008, προέτρεπαν να δοθεί στη γείτονα χώρα «σκέτα» η ονομασία Μακεδονία, αλλά και από τις κυβερνητικές παλινδρομήσεις που έφτασαν μέχρι και στο σημείο της αποδοχής της «Μακεδονίας του Ίλιντεν».

Ο ΣΥΡΙΖΑ συνεπώς, δεν δικαιούται να μας κάνει μαθήματα πατριωτισμού!

Ειδικά όταν σήμερα, η Κυβέρνησή του προωθεί αυταρχικά ότι καμία άλλη Κυβέρνηση στο παρελθόν δεν είχε αποδεχθεί, μέσα σε συνθήκες εθνικής συνεννόησης που φρόντιζαν αυτές στο παρελθόν να δημιουργούν.

Η συμφωνία έφερε τριγμούς στο εσωτερικό των ΑΝΕΛ. Θεωρείτε ότι μπορεί να φέρει πολιτικές εξελίξεις για τη χώρα;

Το να «στρουθοκαμιλίζεις», να μην διαθέτεις «σπονδυλική στήλη», να ακροβατείς, να αγνοείς την γνήσια πατριωτική ευαισθησία των πολιτών και να κάνεις τα πάντα για να «ρουφήξεις και την τελευταία γουλιά εξουσίας», χωρίς ηθικές αναστολές, αξιακές σταθερές και ιδεολογικές συντεταγμένες, είναι κακοί σύμβουλοι στην πολιτική. Και οδηγούν, αργά ή γρήγορα, σε πολιτικές εξελίξεις.

Σε κάθε περίπτωση, με την πρόταση δυσπιστίας, οι βουλευτές τοποθετήθηκαν. Οι βουλευτές του κυβερνητικού συνασπισμού υπέγραψαν χέρι-χέρι τη συμφωνία που δημιουργεί άμεσα και σταδιακά δυσμενή τετελεσμένα και παράγει, ήδη, αρνητικά αποτελέσματα για τη χώρα μας.

Σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα που προβλέπεται, εφόσον στα Σκόπια το δημοψήφισμα είναι υπέρ της συμφωνίας και γίνει και η συνταγματική αναθεώρηση στη γειτονική χώρα, στην ελληνική Βουλή θα έρθει για επικύρωση τέλη του χρόνου. Αν στο μεταξύ έχουν γίνει εκλογές και Κυβέρνηση είναι η Νέα Δημοκρατία, και έρθει στην ελληνική Βουλή, θα την ψηφίσετε;

Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ φέρει ακέραιη την ευθύνη για τη συμφωνία, όχι η Νέα Δημοκρατία.

Η Κυβέρνηση προχώρησε σε διακρατική συμφωνία, χωρίς πολιτική νομιμοποίηση, έχοντας ως κίνητρο την επίδειξη προθυμίας.

Εκείνη είναι που παραχώρησε στους Σκοπιανούς τη δυνατότητα να δηλώνουν «Μακεδόνες» και να ισχυρίζονται ότι μιλούν τη «μακεδονική» γλώσσα.

Εκείνη δηλώνει, δια του Κυβερνητικού Εκπροσώπου, ότι έχει βρει κάποιους πρόθυμους βουλευτές να επικυρώσουν τη συμφωνία.

Η Νέα Δημοκρατία, στο σύνολό της, δεν θα κυρώσει τη συμφωνία, συμφωνία που υποχρεούνται να φέρουν στη Βουλή οι κ. Τσίπρας και Καμμένος.

ΧΡΙΣΤΟΣ ΣΤΑΙΚΟΥΡΑΣ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ _ΒΡΑΔΥΝΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ_Σ1_2018-06-23

Δήλωση Χρ. Σταϊκούρα για την απόφαση του Eurogroup (video) | 22.6.2018

Ο Τομεάρχης Οικονομικών της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Φθιώτιδας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας, έκανε την ακόλουθη δήλωση:
«Η απόφαση του Eurogroup είναι χειρότερη και από αυτή του 2017.
Νέες μειώσεις συντάξεων και αφορολόγητου έρχονται.
Εξοντωτικά πλεονάσματα επιβάλλονται μέχρι το 2060.
Οι θεσμοί θα εξακολουθούν να μας αξιολογούν κάθε τρεις μήνες.
Ακόμη και ρυθμίσεις που συμφωνήθηκαν για το χρέος, θα εξαρτώνται από την τήρηση του 4ου μνημονίου που υπέγραψε ο κ. Τσίπρας.
Η Ελλάδα χρειάζεται υψηλή και διατηρήσιμη ανάπτυξη. 
Και αυτό μόνο μια κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας μπορεί να το διασφαλίσει»

2018.6.22 Δήλωση_για_την_απόφαση_του_Eurogroup_on_camera_

Συνέντευξη στο ραδιοφωνικό σταθμό “ΘΕΜΑ Radio 104,6” | 22.6.2018

Μπορείτε να ακούσετε τη συνέντεξη εδώ:

Συνέντευξη Χρ. Σταϊκούρα στο “Πρακτορείο 104,9″ του ΑΠΕ-ΜΠΕ | 22.6.2018

Μπορείτε να ακούσετε τη συνέντευξη εδώ:

Χαιρετισμός Χρ. Σταϊκούρα στην εκδήλωση της ΝΔ για την Οικογένεια και το Δημογραφικό | 19.6.2018

Θέλω να ευχαριστήσω τις Γραμματείες Γυναικείων Θεμάτων και Σχέσεων Κοινωνίας – Κόμματος για την πρόσκλησή τους.

Να τις συγχαρώ που, μαζί με τη ΝΟ.Δ.Ε. Φθιώτιδας, ανέλαβαν μια εξαιρετική πρωτοβουλία για ένα ζήτημα κρίσιμης σημασίας για τη χώρα και την ομαλή πορεία της.

Αγαπητές Φίλες, Αγαπητοί Φίλοι,

Η οικογένεια είναι το βασικό κύτταρο της κοινωνίας. Είναι θεσμός που αφορά την ίδια τη ζωή και την ποιότητά της. Θεσμός στον οποίο αναπτύσσονται θεμελιώδεις αξίες, όπως η συνεργασία, η κατανόηση, η αλληλεγγύη, η αγάπη. Βέβαια, στη σημερινή εποχή των ραγδαίων εξελίξεων και των δομικών ανακατατάξεων, είναι γεγονός ότι ο θεσμός της οικογένειας δεν έμεινε τελείως ανεπηρέαστος. Δεν κατάφεραν, ωστόσο, να αλλοιώσουν τις αξίες του. Η φυσιογνωμία της οικογένειας μπορεί να άλλαξε. Οι δυσκολίες λειτουργίας της να διογκώθηκαν. Ο ρόλος της όμως παραμένει αναντικατάστατος. Αποτελεί το «αποκούμπι» για όλους όσους βιώνουν τις τραγικές επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης. Παραμένει ο πυρήνας της κοινωνίας.

Φίλες και Φίλοι,

Σήμερα, ο θεσμός της οικογένειας εξακολουθεί να βρίσκεται αντιμέτωπος με δημογραφικές, οικονομικές και κοινωνικές προκλήσεις. Στο δημογραφικό πεδίο, η τάση είναι αρνητική. Ασκούνται πιέσεις από το χαμηλό ποσοστό γεννητικότητας και τον αυξημένο βαθμό γήρανσης και εξάρτησης του πληθυσμού. Είναι χαρακτηριστικό ότι σύμφωνα με τις προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στην Ελλάδα, την περίοδο 2016-2070:

  • Ο ρυθμός γεννητικότητας αναμένεται να αυξηθεί μόνο κατά 0,3%. Ως αποτέλεσμα, ο πληθυσμός της χώρας εκτιμάται ότι θα μειωθεί κατά 3,1 εκατ.
  • Παράλληλα, ο δείκτης γήρανσης, δηλαδή η αναλογία του γεροντικού πληθυσμού προς τον ηλικιακά νεότερο, είχε ήδη διαμορφωθεί στο 148% το 2016.
  • Ενώ, ο δείκτης εξάρτησης, δηλαδή η αναλογία του μη οικονομικά ενεργού πληθυσμού προς τον οικονομικά ενεργό πληθυσμό, αναμένεται να αυξηθεί κατά 30%.

Επιπρόσθετα, πρέπει να συνυπολογιστεί το εξαιρετικά ανησυχητικό φαινόμενο της «διαρροής εγκεφάλων» στο εξωτερικό, καθώς περίπου 400.000 νέοι άνθρωποι έφυγαν από την Ελλάδα τα χρόνια της κρίσης. Αλλά και η αύξηση των διαζυγίων και ο σύγχρονος τρόπος ζωής, που επιφέρουν σημαντικές μεταβολές στη δομή, στον τρόπο λειτουργίας και στη μορφή της οικογένειας. Και προφανώς, οι δυσοίωνες μακροοικονομικές προβλέψεις για τον μακροπρόθεσμο ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης και το ρυθμό αύξησης της απασχόλησης, που επίσης επενεργούν αρνητικά στο δημογραφικό πρόβλημα.

Φίλες και Φίλοι,

Δυστυχώς, τα τελευταία χρόνια, η Κυβέρνηση δεν ανταποκρίθηκε στην απαίτηση στήριξης της οικογένειας. Δεν συνέχισε το έργο της προηγούμενης Κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, η οποία είχε αναπτύξει και θεσμοθετήσει συγκροτημένες κοινωνικές πολιτικές.

Επιδείνωσε τη θέση της οικογένειας.

Με μια σειρά οικονομικών και θεσμικών παρεμβάσεων αφαίρεσε, σταδιακά, κάθε κίνητρο από τους νέους ανθρώπους για δημιουργία οικογένειας, ενώ, παράλληλα, «τιμώρησε» όσες οικογένειες απέκτησαν παιδιά.

  • Σήμερα, ακόμη και η απόκτηση ενός παιδιού αποτελεί τεκμήριο.
  • Έγιναν πιο αυστηρά τα κριτήρια για το επίδομα 1ου και 2ου παιδιού.
  • Περικόπηκαν τα επιδόματα για τους τρίτεκνους και τους πολύτεκνους.
  • Μειώνεται το αφορολόγητο όριο, τόσο για τους πολύτεκνους όσο και για ένα ζευγάρι με δύο παιδιά, από το 2020 έως και 3.000 ευρώ.

Αποτέλεσμα;

Η αποθάρρυνση όσων μένουν τελικά στην Ελλάδα να κάνουν οικογένεια, λόγω της δυσκολίας ανταπόκρισης στα πρόσθετα έξοδα.

Και, συνεπώς, η διόγκωση του δημογραφικού προβλήματος.

Φίλες και Φίλοι,

Η στήριξη του θεσμού της οικογένειας αποτελεί για τη Νέα Δημοκρατία βασικό πυλώνα της προσπάθειας εξόδου από την κρίση.

Μέσα στις πιεστικές δημοσιονομικές συνθήκες, είναι αναγκαία η καταβολή κάθε δυνατής προσπάθειας προς αυτή την κατεύθυνση.

Όχι με περιστασιακά επιδόματα, αλλά με μια ολοκληρωμένη πολιτική που θα διασφαλίζει τις προϋποθέσεις και θα δίνει κίνητρα για τη δημιουργία οικογένειας.

Σε αυτό το πλαίσιο έχουμε προτείνει και θα εφαρμόσουμε σειρά μέτρων και κινήτρων, όπως είναι ενδεικτικά:

  • Η μείωση της φορολόγησης των νοικοκυριών.
  • Η αύξηση του αφορολόγητου ορίου κατά 1.000 ευρώ για κάθε παιδί.
  • Η πρόσβαση όλων των παιδιών σε παιδικούς σταθμούς.
  • Τα ολοήμερα σχολεία παντού, με εξασφαλισμένα σχολικά γεύματα.

Φίλες και Φίλοι,

Έχουμε χρέος να προβάλλουμε και να δυναμώνουμε θεσμούς, αξίες και πρότυπα, που συμβάλλουν αποτελεσματικά στην κοινωνική συνοχή και την κοινωνική αλληλεγγύη, όπως είναι η οικογένεια.

Αυτή την απαίτηση, θα την κάνουμε πράξη.

Συγχαρητήρια και πάλι για την εξαιρετική πρωτοβουλία!

2018.6.19 Χαιρετισμός – Εκδήλωση ΝΔ για Οικογένεια και Δημογραφικό

Συνέντευξη στην εφημερίδα Politik – “Είδη εν ανεπαρκεία για την κυβέρνηση αξιοπιστία και εμπιστοσύνη” | 17.6.2018

Γιατί η ΝΔ επιμένει ότι η περίφημη «καθαρή έξοδος» που υπόσχεται η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ είναι ένα πολιτικό «βρώμικο ψέμα»;

Γιατί η αλήθεια είναι ότι η επιθυμητή «καθαρή έξοδος», με τις συνθήκες που δημιούργησε η Κυβέρνηση, δεν είναι εφικτή. Και αυτό διότι, σε αντιδιαστολή με τα άλλα ευρωπαϊκά κράτη-μέλη που βγήκαν με «καθαρό» τρόπο από τα μνημόνια, η Κυβέρνηση έχει ήδη ψηφίσει πρόσθετα μέτρα λιτότητας ύψους 5,1 δισ. ευρώ για μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος, έχει δεσμευτεί στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια μετά το 2018, έχει συμφωνήσει η υλοποίηση των παρεμβάσεων για το χρέος να γίνει μετά το καλοκαίρι, έχει αποδεχθεί τον μηχανισμό ενισχυμένης και όχι μετα-προγραμματικής εποπτείας, ενώ έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία της χώρας για έναν αιώνα με εγγυητή του δανείου το Υπερταμείο για λόγους εξασφάλισης των δανειστών.

 Πόσο σημαντική είναι η πιστοληπτική γραμμή στήριξης για να αντέξει η ελληνική οικονομία;

Το πιο σημαντικό είναι η «καθαρή έξοδος» της χώρας από τα μνημόνια και η σταθερή χρηματοδότηση της οικονομίας με χαμηλό κόστους δανεισμού.

Όπως όμως ήδη επεσήμανα, η «καθαρή έξοδος» δεν είναι εφικτή, ενώ και το χαμηλό κόστος δανεισμού δεν είναι εξασφαλισμένο. Εάν υπήρχε αξιοπιστία, σοβαρότητα και υπευθυνότητα, εάν είχε υλοποιηθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων και ιδιωτικοποιήσεων, εάν είχαν αναληφθεί ήδη πρωτοβουλίες για τη βελτίωση της βιωσιμότητας του χρέους και εάν η χώρα είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, τότε τα επιτόκια δανεισμού, με δεδομένο το ευνοϊκότερο ευρωπαϊκό περιβάλλον και την υψηλή διαθέσιμη ρευστότητα, θα ήταν ήδη χαμηλότερα και λογικά.

Με αυτά τα δεδομένα, είναι αναγκαία η δημιουργία ενός «διχτυού ασφαλείας». Η επιλογή της Κυβέρνησης είναι το «χτίσιμο» ταμειακού αποθέματος, «στραγγαλίζοντας» την πραγματική οικονομία. Η δική μας πρόταση είναι η αξιοποίηση των αδιάθετων πόρων του δανείου, που εκτιμώνται στα 27 δισ. ευρώ μετά τη λήξη του προγράμματος, με δεδομένο μάλιστα ότι η Κυβέρνηση έχει πάρει δημοσιονομικά μέτρα που εκτείνονται και για μετά τη λήξη αυτού, ενώ – μέσω του Υπερταμείου – έχει ενεχυριάσει δημόσια περιουσία της χώρας.

Με δεδομένο ότι οι Αλέξης Τσίπρας και Πάνος Καμμένος δεσμεύουν με τις υπογραφές τους τη χώρα για υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα μέχρι το 2022, επιμένετε ότι θα μπορέσετε να αλλάξετε το μείγμα της εφαρμοζόμενης πολιτικής;

Πράγματι η Κυβέρνηση έχει δεσμεύσει τη χώρα στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για μεγάλο χρονικό διάστημα, ακόμη και για μετά το 2022, μάλιστα με ιδιαίτερα χαμηλούς και συρρικνωμένους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης.

Εμείς πιστεύουμε ότι η άμεση υλοποίηση ενός συνεκτικού μεταρρυθμιστικού προγράμματος, με στοχευμένη μείωση φόρων, υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών και ενίσχυση της ρευστότητας στην οικονομία, θα οδηγήσει στην επίτευξη υψηλότερων ρυθμών μεγέθυνσης.

Αυτή με τη σειρά της θα βελτιώσει τη βιωσιμότητα του χρέους, δίνοντας τη δυνατότητα για σταδιακή αποκλιμάκωση των ήδη υψηλών δημοσιονομικών στόχων, δημιουργώντας «βαθμούς ελευθερίας» για περαιτέρω μειώσεις φορολογικών συντελεστών και ασφαλιστικών εισφορών.

Υπενθυμίζω ότι το 2014, μειώθηκαν φορολογικοί συντελεστές (π.χ. ΦΠΑ στη εστίαση, ΕΦΚ στο πετρέλαιο θέρμανσης, έκτακτη εισφορά αλληλεγγύης, ασφαλιστικές εισφορές κ.α.), χωρίς αυτό να προβλέπεται στο 2ο Μνημόνιο. Συνεπώς, κάτι αντίστοιχο σήμερα, με τεκμηριωμένο τρόπο, είναι εφικτό.

Για να μειώσεις όμως τους φόρους, θα πρέπει και να το πιστεύεις. Δυστυχώς, ακόμη και σήμερα, ο αρμόδιος Υπουργός όχι μόνο ιδεολογικά δεν το πιστεύει, αλλά και αιθεροβατεί υποστηρίζοντας ότι η φορολογία των πολιτών δεν είναι υψηλή.

Επαναλαμβάνεται συνεχώς ότι η Κυβέρνηση δεν μπορεί να ενισχύσει τη ρευστότητα στην πραγματική οικονομία. Γιατί το ισχυρίζεστε αυτό;

Γιατί αυτή είναι η πραγματικότητα.

Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου διατηρούνται και εφέτος υψηλές, σχεδόν αμετάβλητες, παρά την εκταμίευση δόσεων για την αποπληρωμή τους, με αποτέλεσμα να καθυστερεί η εκταμίευση της υπο-δόσης από την προηγούμενη αξιολόγηση.

Επιπρόσθετα, το “σκούπισμα” των ταμειακών διαθεσίμων σε φορείς του Δημοσίου συνεχίζεται και διευρύνεται, με αποτέλεσμα τα ρέπος να έχουν ξεπεράσει πλέον τα 23 δισ. ευρώ, επιβαρύνοντας το επιτοκιακό προφίλ και – ελαφρώς – τη μέση σταθμική υπολειπόμενη φυσική διάρκεια του δημοσίου χρέους.

Ενώ οι δαπάνες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων παρουσιάζουν αρνητική απόκλιση έναντι του στόχου, με αυξητική μάλιστα τάση από μήνα σε μήνα.

Είναι συνεπώς προφανές ότι η Κυβέρνηση αδυνατεί να «αιματοδοτήσει» την πραγματική οικονομία.

Η Κυβέρνηση πανηγυρίζει ότι υπερκαλύπτει τους δημοσιονομικούς στόχους και ότι επιστρέφουμε στην κανονικότητα. Κάτι που πρόσφατα δήλωσε και ο κ. Γιούνκερ. Συμμερίζεστε αυτήν την αισιοδοξία;

Καταρχάς να αξιολογήσουμε πως επιτυγχάνονται οι δημοσιονομικοί στόχοι. Αυτό γίνεται με τη συνειδητή επιλογή της Κυβέρνησης να υπερφορολογήσει νοικοκυριά και επιχειρήσεις, να επιδοθεί σε ανελέητο «κυνήγι» των πολιτών μέσω κατασχέσεων και αναγκαστικών μέτρων είσπραξης και να στερήσει πόρους από αναπτυξιακά κρίσιμους και κοινωνικά ευαίσθητους τομείς, όπως είναι το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων και η χορήγηση συντάξεων σε δικαιούχους.

Το αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής επιλογής είναι η αδυναμία επίτευξης των αναπτυξιακών στόχων και η διόγκωση του ιδιωτικού χρέους, με τις ληξιπρόθεσμες οφειλές των πολιτών σε εφορίες και ασφαλιστικά ταμεία να είναι σήμερα αυξημένες κατά 57% σε σχέση με το τέλος του 2014.

Σε ότι αφορά τον πυρήνα του ερωτήματός σας, δεν συμμερίζομαι αυτή την αισιοδοξία όταν εξακολουθούν να υφίστανται κεφαλαιακοί περιορισμοί, συνεχίζουν να επιβάλλονται νέοι φόροι και πρόσθετες περικοπές στις συντάξεις, έχουν διευρυνθεί οι ευέλικτες μορφές εργασίας, παραμένουν σταθερά υψηλές οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου, υποβαθμίζεται η ποιότητα των θεσμών διακυβέρνησης και το ονομαστικό ΑΕΠ της χώρας δεν έχει ακόμη φτάσει στο ύψος που ήταν το 2014.

Δυστυχώς, αντί για κανονικότητα, έχουμε μια κατάσταση παραλυτικής στασιμότητας.

Σας προβληματίζει το κλίμα ακραίας πόλωσης που διαμορφώνεται τα τελευταία χρόνια σχεδόν στο σύνολο της κοινωνίας μας;

Πράγματι, το κλίμα πόλωσης μεγεθύνει τις διαφορές και αποτρέπει τις συγκλίσεις. Η ιστορική, κοινωνική, πολιτική και οικονομική κρισιμότητα των στιγμών επιβάλλει δημιουργικές συνθέσεις και συγκλίσεις ως αναγκαία συνθήκη για την ομαλή και ανοδική πορεία της χώρας. Όμως αυτές πρέπει να χτίζονται διαχρονικά, με όρους ειλικρίνειας και εθνικής ευθύνης. Δεν μπορούν να επιτευχθούν ευκαιριακά, με «λεόντιες» συμπεριφορές, με «κουτοπόνηρες» προσπάθειες διάχυσης και μετακύλισης ευθυνών, με καιροσκοπικές προσεγγίσεις και με μικροκομματικούς υπολογισμούς.

Η εθνική συνεννόηση απαιτεί, από όλους, αυτογνωσία, αυτοκριτική, ειλικρίνεια προθέσεων και σαφήνεια θέσεων. Πάνω απ’ όλα απαιτεί αξιοπιστία και εμπιστοσύνη. Αυτά όμως είναι «είδη εν ανεπαρκεία» για τη σημερινή Κυβέρνηση.

Η ΝΔ θα συνεχίσει να τηρεί, όπως διαχρονικά πράττει, στάση εθνικής ευθύνης. Δεν θα κερδοσκοπήσει πολιτικά πάνω στα προβλήματα της χώρας και των πολιτών.

Η Νέα Δημοκρατία ζητά επίμονα εκλογές. Αντέχει η χώρα πρόωρη προσφυγή στις κάλπες;

Πράγματι, η Νέα Δημοκρατία ζητάει εδώ και μεγάλο χρονικό διάστημα τη διεξαγωγή εκλογών. Και τις ζητάει όχι για να επανέλθει μια ώρα αρχύτερα στη διακυβέρνηση της χώρας, αλλά γιατί πιστεύει ότι το κόστος συνέχισης της σημερινής κυβερνητικής πολιτικής είναι πολύ μεγαλύτερο από το κόστος διεξαγωγής εκλογών.

Και αυτό γιατί αποδεικνύεται καθημερινά και επιβεβαιώνεται όλο και πιο έντονα και εμφατικά ότι η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ αποτυγχάνει σε όλα τα πεδία της δημόσιας σφαίρας, όπως είναι ενδεικτικά αυτά της οικονομίας, της διαχείρισης του μεταναστευτικού/προσφυγικού προβλήματος, της ασφάλειας των πολιτών, της υπεύθυνης διαχείρισης της εξωτερικής πολιτικής, της παιδείας και της υγείας, της αξιοκρατίας στη δημόσια διοίκηση, της ποιότητας της δημοκρατίας.

Με λίγα λόγια, η σημερινή Κυβέρνηση αδυνατεί να οδηγήσει τη χώρα στην ιστορική της πορεία.

Το άνοιγμα της ΝΔ προς το «μεσαίο χώρο» σε συνδυασμό με τη δυσαρέσκεια που υπάρχει σε αρκετά στελέχη του κόμματος για παρέκκλιση από τις αρχές του, είναι ένα ζήτημα που πιστεύετε ότι η αξιωματική αντιπολίτευση θα το βρει μπροστά της ενόψει εκλογών;

Η ΝΔ, εκ της αρχικής κατασκευής της, αποτελεί τη μεγάλη πατριωτική, φιλελεύθερη, κοινωνική και ριζοσπαστική πολιτική δύναμη της χώρας, με εκτεταμένες και βαθιές ρίζες στις λαϊκές δυνάμεις. Παραμένει βαθιά δημοκρατική, πολυσυλλεκτική, συνθετική, συνεκτική, γνήσια προοδευτική και αντιλαϊκιστική. Είναι συνεπώς προφανές ότι δεν συμμερίζομαι σχετικές ανησυχίες, παρά μόνο αν κάποιοι θελήσουν να υπηρετήσουν προσωπικές στρατηγικές.

Ομιλία Χρ. Σταϊκούρα στη συζήτηση επί της πρότασης δυσπιστίας κατά της Κυβέρνησης | 16.6.2018

Δελτίο Τύπου

 

Ομιλία στην Ολομέλεια της Βουλής  κατά τη συζήτηση της πρότασης δυσπιστίας της Νέας Δημοκρατίας

 

Αθήνα, 16.06.2018

 

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Η Αξιωματική Αντιπολίτευση, με αίσθημα ευθύνης απέναντι στην ιστορία και την προοπτική της χώρας και των πολιτών, κατέθεσε πρόταση δυσπιστίας κατά της Κυβέρνησης.

 

 

Είναι ιστορικά βεβαιωμένο ότι η Νέα Δημοκρατία, διαχρονικά, στηρίζει την εύρεση αμοιβαία αποδεκτής λύσης μεταξύ της Ελλάδας και των Σκοπίων.

Μια λύση που θα σέβεται όμως τα πραγματικά ιστορικά, εθνικά δεδομένα.

Σήμερα, η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ φέρνει μια συμφωνία που τη διαμόρφωσε «εν κρυπτώ».

Συμφωνία που με στρεψοδικίες και επικοινωνιακά τερτίπια, αυταρχικά προωθεί.

Αδιαφορώντας για τις ευαισθησίες των πολιτών και τις θέσεις των κομμάτων.

Κυβέρνηση η οποία απέτυχε να αξιοποιήσει το κεκτημένο της εθνικής συνεννόησης επί του εθνικά κρίσιμου αυτού θέματος.

Κεκτημένο που σωρεύτηκε από τις προηγούμενες Κυβερνήσεις, πρωτίστως της Νέας Δημοκρατίας.

Είναι θλιβερό η σημερινή Κυβέρνηση, προκειμένου να καλύψει αδυναμίες, αστοχίες και σφάλματα, να επιδίδεται σε επιλεκτικές, αποσπασματικές «βουτιές» στο κοντινό και μακρινό παρελθόν.

Χρησιμοποιεί ισχυρισμούς οι οποίοι αποδεικνύονται ιστορικά ανυπόστατοι, είναι επί της ουσίας ψευδείς και εθνικά επιζήμιοι.

Δεν θα ακολουθήσω αυτό το δρόμο, παρ’ ότι θα μπορούσα να καταθέσω μακρά αλυσίδα λόγων και πρακτικών, από υποστηρικτές του διαχρονικού αφηγήματος του «μακεδονισμού», αλλά και την τελευταία έκφρασή του από σειρά επωνύμων στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ, που ακόμη και στην κρίσιμη φάση του 2008, προέτρεπαν να δοθεί στη γείτονα χώρα «σκέτα» η ονομασία Μακεδονία.

Θέλει ο ΣΥΡΙΖΑ να ανοίξουμε αυτό το θέμα;

Δεν θα το κάνω γιατί δεν ωφελεί την εθνικά κρίσιμη προσπάθεια.

Όμως ο ΣΥΡΙΖΑ δεν δικαιούται να μας κάνει μάθημα!

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι, 

Η Κυβέρνηση περιφρονεί τον Ελληνικό λαό.

Λοιδορεί τις γνήσιες ευαισθησίες της πλειοψηφίας του.

Απαξιώνει το εθνικό κοινοβούλιο.

Επιδίδεται σε ένα ρεσιτάλ υποκρισίας και στρουθοκαμηλισμού.

Προχωρά σε διακρατική συμφωνία, χωρίς πολιτική νομιμοποίηση, έχοντας ως κίνητρο την επίδειξη προθυμίας.

Συμφωνία που παράγει διεθνή αποτελέσματα, κάποια από τα οποία θα αποκτήσουν τον χαρακτήρα του τετελεσμένου.

Η Κυβέρνηση σπεύδει και παραδίδει τα δύο καίριας σημασίας «κλειδιά», αυτά του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

«Κλειδιά» που κρατούσε η χώρα μας από το 2008.

Και τα παραδίδει χωρίς να διασφαλίζει τα δίκαια εθνικά μας συμφέροντα, καλύπτοντας τις βαριές υποχωρήσεις με μεγαλόστομες λεκτικές «κατασκευές».

Υποχωρήσεις αφού αναγνωρίζει, για πρώτη φορά με την υπογραφή της χώρας μας, την ύπαρξη «μακεδονικής γλώσσας» και «μακεδονικής ιθαγένειας», άρα και αντίστοιχης ταυτότητας.

Υποχωρήσεις αφού διασπά το erga omnes ως προς τους πολίτες και τη γλώσσα, χωρίς κάποιον κοινά αποδεκτό όρο για όλες τις χρήσεις, κατοχυρώνοντας τον «μακεδονικό» εθνικισμό.

Πρόκειται συνεπώς για μία κακή συμφωνία.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Σ’ αυτή την κρίσιμη συγκυρία, έχουμε χρέος από την ιστορία και ευθύνη για το μέλλον, να σταθούμε στο ύψος των περιστάσεων.

Να ενώσουμε και να μην διχάσουμε την κοινωνία.

Να αντιμετωπίσουμε τις προκλήσεις και τους κινδύνους με ενότητα, ευθύνη, ομοψυχία, αποφασιστικότητα, αυτοπεποίθηση, αξιοπρέπεια και υπερηφάνεια.

Να εργαστούμε σκληρά, με αλληλεγγύη και συνοχή.

Η Νέα Δημοκρατία, στη μακρά της διαδρομή, έχει αποδείξει ότι τηρεί εθνικά υπεύθυνη στάση.

Δεν κερδοσκοπεί πολιτικά πάνω στα προβλήματα της χώρας και των πολιτών.

Η πολιτική και κοινωνική συνεννόηση είναι αναγκαία συνθήκη για την ομαλή και ανοδική πορεία της χώρας.

Όμως πρέπει να χτίζεται διαχρονικά, με όρους ειλικρίνειας και εθνικής ευθύνης.

Δεν μπορεί να επιτευχθεί με «κουτοπόνηρες» προσπάθειες διάχυσης και μετακύλισης ευθυνών, όπως πράττει σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ.

Δεν μπορεί να επιτευχθεί με καιροσκοπικές προσεγγίσεις και με επικίνδυνους ακροβατισμούς, όπως κάνει σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ.

Η εθνική συνεννόηση απαιτεί αυτογνωσία, αυτοκριτική, ειλικρίνεια προθέσεων, σαφήνεια θέσεων.

Πάνω από όλα απαιτεί αξιοπιστία και εμπιστοσύνη.

Όλα αυτά αποτελούν για τη σημερινή Κυβέρνηση, «αγαθά εν ανεπαρκεία».

Η «κατασκευή» των ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ δοκιμάσθηκε, «μετρήθηκε» με τα προβλήματα και διαπιστώθηκε ότι δεν μπορεί να σηκώσει το βάρος της διακυβέρνησης της χώρας.

2018.6.16 ΔΤ – Ομιλία Ολομέλεια Πρόταση Δυσπιστίας

Ομιλία στο Συνέδριο του Economist “22nd Roundtable with the Government of Greece” | 14.6.2018

Δελτίο Τύπου

 

Ομιλία στο Συνέδριο του Economist “22nd Roundtable with the Government of Greece”

 

Αθήνα, 14.06.2018

 

Κυρίες και Κύριοι Οργανωτές του Συνεδρίου,

Αποτελεί για εμένα ιδιαίτερη ικανοποίηση να συμμετέχω στο Συνέδριό σας.

Είναι δε ιδιαίτερη τιμή και ευθύνη να συμμετέχω σε αυτό το στάδιο, εκπροσωπώντας τον Πρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας κ. Κυριάκο Μητσοτάκη, ο οποίος λόγω των πυκνών πολιτικών εξελίξεων, αν και θα το ήθελε πολύ, δεν μπορεί να απευθύνει την προγραμματισμένη ομιλία του.

Κυρίες και Κύριοι,

Το Συνέδριο πραγματοποιείται σε ένα ρευστό, αβέβαιο και με υψηλούς κινδύνους εξωτερικό και εσωτερικό περιβάλλον.

Εξωτερικό, που χαρακτηρίζεται από γενικευμένη αμηχανία απέναντι στις μεγάλες προκλήσεις.

Από συνεχείς αλλαγές γεωπολιτικών συσχετισμών σε παγκόσμιο επίπεδο.

Από ανιχνεύσεις νέων αρχιτεκτονικών στα υποσυστήματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Από τάσεις περιχαράκωσης και προστατευτισμού, αρκετών εκ των εταίρων.

Από μεταβολές στην κατεύθυνση άσκησης της νομισματικής πολιτικής.

Και εσωτερικό, που χαρακτηρίζεται από μία οικονομία λιμνάζουσα, που συνεχίζει την «επί ξηρού ακμής» πορεία της.

Και μια κοινωνία κουρασμένη, απαισιόδοξη και ανασφαλή.

Σε αυτό το περιβάλλον και με αυτά τα δεδομένα, η οικονομία της χώρας οδεύει, ασθμαίνουσα, προς την ολοκλήρωση του τρέχοντος προγράμματος στο τέλος Αυγούστου.

Εστιάζοντας σε πτυχές της, παρατηρούμε τα εξής:

1ον. Η κατάσταση, όπως αποτυπώνεται σε θεμελιώδη μεγέθη της οικονομίας, ενώ βελτιώθηκε την τελευταία διετία, δυστυχώς, εξαιτίας σφαλμάτων του 1ου εξαμήνου του 2015, αγκομαχά να επανέλθει στο επίπεδο του 2014. Έκτοτε:

  • Η ανταγωνιστικότητα έχει υποχωρήσει.
  • Το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών έχει συρρικνωθεί.
  • Οι καταθέσεις νοικοκυριών και επιχειρήσεων έχουν μειωθεί.
  • Κεφαλαιακοί περιορισμοί, που επιβλήθηκαν το 2015, εξακολουθούν να υφίστανται.
  • Η ποιότητα των θεσμών διακυβέρνησης έχει χειροτερεύσει.

Η χώρα δεν έχει ακόμη επανέλθει στην κανονικότητα.

2ον. Οι δημοσιονομικοί στόχοι, τα τελευταία χρόνια, επιτυγχάνονται, και μάλιστα υπερκαλύπτονται.

Αντικείμενο όμως διερεύνησης πρέπει να είναι ο εντοπισμός και η αξιολόγηση των τρόπων επίτευξής τους, καθώς και τα παραγόμενα αποτελέσματά τους.

Η ανάλυση δείχνει ότι αυτό οφείλεται στην υπερ-φορολόγηση νοικοκυριών και επιχειρήσεων, στα αναγκαστικά μέτρα είσπραξης και στη στέρηση πόρων από αναπτυξιακά κρίσιμους και κοινωνικά ευαίσθητους τομείς.

Τα δε αποτελέσματα είναι η διόγκωση του ιδιωτικού χρέους και η αδυναμία επίτευξης των αναπτυξιακών στόχων.

3ον. Η χώρα αδυνατεί να επιτύχει υψηλούς και διατηρήσιμους ρυθμούς ανάπτυξης.

Η Κυβέρνηση, με ευθύνη της:

  • επανέφερε την οικονομία στην ύφεση το 2015 και το 2016,
  • απέτυχε, και μάλιστα σημαντικά, στους αναπτυξιακούς στόχους για το 2017,
  • αναθεώρησε «προς τα κάτω» την εκτίμηση για την ανάπτυξη του 2018 και
  • προβλέπει συρρικνωμένους ρυθμούς μεγέθυνσης μέχρι το 2022.

Μάλιστα το 2022 προβλέπεται χαμηλότερος ρυθμός ανάπτυξης από το 2018!

Η ελληνική οικονομία, δυστυχώς, παρακολουθεί από τη θέση του ουραγού την αναπτυξιακή πορεία των εταίρων.

Αξίζει δε να σημειωθεί ότι ουσιαστικά δεν υφίσταται αναπτυξιακό σχέδιο.

Το σχέδιο που κατέθεσε η Κυβέρνηση είναι πρόχειρο και πτωχό, αφού αποτελεί μια γενικόλογη «έκθεση ιδεών», χωρίς ποσοτικοποιημένους στόχους και συγκεκριμένες πολιτικές.

4ον. Στο δημοσιονομικό πεδίο, οι αντιφάσεις διαδέχονται η μία την άλλη.

Τώρα η Κυβέρνηση εκτιμά ότι θα επιτύχει πολύ υψηλότερα από τους στόχους πρωτογενή πλεονάσματα, της τάξεως του 5,2% του ΑΕΠ το 2022!

Και μάλιστα με χαμηλές πτήσεις στην οικονομία, με ρυθμό μεγέθυνσης 1,8%!

Θυμίζω ότι ο κ. Τσίπρας, πριν από 2 χρόνια, τέτοιες ημέρες, στο Συνέδριό σας, υποστήριζε ότι «είναι απολύτως αδύνατον, πρωτογενή πλεονάσματα του ύψους του 3,5% μετά το 2018 να διατηρηθούν και μάλιστα για αρκετά χρόνια, εκτός αν θέλουμε να πνίξουμε την ελληνική οικονομία και να έχουμε διαρκώς συνθήκες μακροχρόνιας στασιμότητας».

Τα συμπεράσματα δικά σας…

5ον. Η επόμενη ημέρα, μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος, δεν θα βρει τη χώρα στην ίδια κατάσταση με τα άλλα κράτη-μέλη που εξήλθαν από τα μνημόνια.

Και αυτό γιατί η Κυβέρνηση:

  • έχει ήδη ψηφίσει πρόσθετα μέτρα λιτότητας για μετά τη λήξη του προγράμματος,
  • έχει δεσμευτεί στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια μετά το 2018,
  • έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία της χώρας για έναν αιώνα,
  • έχει συμφωνήσει η υλοποίηση των παρεμβάσεων για το χρέος να γίνει μετά το καλοκαίρι και στο βαθμό που αυτό κριθεί τότε αναγκαίο από τους θεσμούς,
  • έχει αποδεχθεί τον μηχανισμό ενισχυμένης εποπτείας, συνοδευόμενο από αυστηρούς όρους και προϋποθέσεις.

6ον. Η χρηματοδότηση της χώρας με χαμηλό κόστος δανεισμού, μετά τη λήξη του προγράμματος, δεν είναι εξασφαλισμένη.

Δεν έχουν δημιουργηθεί οι αναγκαίες συνθήκες.

Εάν υπήρχε αξιοπιστία και υπευθυνότητα, εάν είχε υλοποιηθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων και ιδιωτικοποιήσεων, εάν είχαν ήδη αναληφθεί πρωτοβουλίες για τη βελτίωση της βιωσιμότητας του χρέους, εάν η χώρα είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, με δεδομένο το ευνοϊκότερο ευρωπαϊκό περιβάλλον και την υψηλή διαθέσιμη ρευστότητα, θα μπορούσε βάσιμα να προσδοκάται ότι τα επιτόκια δανεισμού από τις αγορές θα ήταν ήδη σε πιο ρεαλιστικά επίπεδα.

Συνεπώς, προς αποφυγή ενδεχομένου επικίνδυνης παλινδρόμησης, είναι αναγκαία η δημιουργία ενός «διχτυού ασφαλείας».

Επιλογή της Κυβέρνησης είναι το «χτίσιμο» ταμειακού αποθέματος, «στραγγαλίζοντας» όμως την πραγματική οικονομία.

Χρησιμοποιεί τις «κουτσουρεμένες δόσεις» του δανείου, επιτυγχάνει πάνω από τους στόχους πρωτογενή πλεονάσματα, καταφεύγει σε υπέρμετρο και σχετικά ακριβό εσωτερικό δανεισμό, μετατρέποντας το εργαλείο των πράξεων διαχείρισης ταμειακής ρευστότητας σε πράξη αναγκαστικού εσωτερικού δανεισμού.

Η δική μας πρόταση προς αυτή την κατεύθυνση, είναι η αξιοποίηση των αδιάθετων πόρων του δανείου, που εκτιμώνται σε αρκετά δισεκατομμύρια ευρώ μετά τη λήξη του προγράμματος.

Κυρίες και Κύριοι,

Το ερώτημα συνεπώς είναι τι πρέπει να γίνει ώστε η χώρα να βγει οριστικά και βιώσιμα από το «τούνελ» της κρίσης και να προχωρήσει με αποτελεσματικότητα, κοινωνική δικαιοσύνη, συνοχή, αξιοπρέπεια και δυναμισμό.

Να επιτύχει την επιθυμητή, πραγματική «καθαρή έξοδο» από τα μνημόνια και να διασφαλισθεί η χρηματοδότηση από τις διεθνείς αγορές, με χαμηλό κόστος δανεισμού.

Για να γίνουν αυτά, πρέπει να κινηθούμε γρήγορα, αποτελεσματικά και ασυμβίβαστα απέναντι στην παραίτηση, στο τέλμα και στη μετριότητα.

Να υπηρετήσουμε δυναμικά την αρμονική ισορροπία μεταξύ οικονομικής αποτελεσματικότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης.

Να συμμετέχουμε ενεργά και ισότιμα στη συζήτηση που έχει ξεκινήσει για τη βελτίωση και την ενίσχυση της αρχιτεκτονικής της ευρωπαϊκής οικονομίας.

Προς τούτο, απαιτείται βούληση, αξιοπιστία και σχέδιο.

Σχέδιο επίτευξης υψηλής και διατηρήσιμης ανάπτυξης, δημιουργίας ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής.

Σχέδιο που θα οδηγεί σε αύξηση της παραγωγικότητας όλων των συντελεστών παραγωγής, παραδοσιακών και νέων.

Σχέδιο ώστε να επιστρέψει ένα ποσοστό τουλάχιστον από την αυξημένη «διαρροή εγκεφάλων» και να ανταποκριθεί η χώρα στον δομικό μετασχηματισμό της εργασίας εξαιτίας της τεχνολογικής αλλαγής.

Σχέδιο που θα αυξάνει την ποσότητα και θα βελτιώνει τη σύνθεση του πλούτου της χώρας, χωρίς πρόσθετη εσωτερική υποτίμηση, με ενίσχυση των εξαγωγών και των εταιρικών επενδύσεων.

Σχέδιο που θα στοχεύει σε μία επενδυτική έκρηξη, ύψους 100 δισ. ευρώ την επόμενη πενταετία, ώστε να καλυφθεί το επενδυτικό κενό που υπάρχει.

Όμως, για να φτάσουν οι ετήσιες επενδύσεις στο 21%-22% του ΑΕΠ, η οικονομία, σύμφωνα με διεθνείς μελέτες και εκθέσεις, θα πρέπει να μεγεθύνεται με ετήσιους ρυθμούς της τάξεως του 4%.

Αυτός ο στόχος είναι εφικτός!

Η Ελλάδα διαθέτει αρκετά συγκριτικά πλεονεκτήματα.

Και κυρίως διαθέτει καλά εκπαιδευμένο και καταρτισμένο ανθρώπινο δυναμικό, έτοιμο να προσφέρει στην προσπάθεια ανάταξης της χώρας μας.

Αυτές οι δυνατότητές της θα ευοδωθούν μόνο εφόσον εφαρμόσουμε εκείνες τις πολιτικές που θα τις αναδείξουν, θα τις διευκολύνουν και θα τις επιβεβαιώσουν.

Η Νέα Δημοκρατία έχει καταθέσει και διαρκώς εμπλουτίζει ένα συνεκτικό και τεκμηριωμένο σχέδιο, που εδράζεται στις αρχές της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς.

Βασικοί άξονες αυτού είναι:

1ος. Η αλλαγή του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής.

Με την απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας και με τη σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

Ξεκινώντας από τη φορολόγηση της ακίνητης περιουσίας, τη μείωση της φορολογίας των επιχειρήσεων, τη μείωση του συντελεστή φορολόγησης των μερισμάτων, τις υπερ-αποσβέσεις για επενδύσεις κεφαλαίου, τα φορολογικά κίνητρα για επενδύσεις σε έρευνα και καινοτομία, την έκπτωση φόρου για εργασίες ενεργειακής και λειτουργικής αναβάθμισης ακινήτων, την ενίσχυση των φορολογικών κινήτρων για την απόκτηση ακίνητης περιουσίας από πολίτες άλλων κρατών (πρόγραμμα golden visa).

2ος. Η υλοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που θα βελτιώσουν τη ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.

  • Με την ενδυνάμωση του υγιούς ανταγωνισμού στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών.
  • Με την υλοποίηση αποκρατικοποιήσεων και την αξιοποίηση της δημόσιας ακίνητης περιουσίας.
  • Με τη δημιουργία ενός αποτελεσματικού, ευέλικτου, σύγχρονου και παραγωγικού κράτους, με απλούστερες δομές, σαφείς αρμοδιότητες, ξεκάθαρους κανόνες λειτουργίας και διαδικασίες αξιολόγησης, παντού.
  • Με την επιλογή να θέσουμε ως χώρα, έστω με καθυστέρηση, έμπρακτα, ως προτεραιότητα την επένδυση στη γνώση, με την ανάπτυξη ενός ποιοτικού, ανοικτού, εξωστρεφούς συστήματος εκπαίδευσης, κατάρτισης και δια βίου μάθησης και ενός εθνικού «οικοσυστήματος» έρευνας και καινοτομίας.

3ος. Η ενίσχυση της υγιούς επιχειρηματικότητας.

Αυτή η προτεραιότητα, αποτελεί ευθύνη τόσο της πολιτείας, όσο και των ίδιων των επιχειρήσεων.

Πολιτεία που πρέπει να δημιουργήσει ένα ασφαλές και σταθερό περιβάλλον για επενδύσεις, με τη Διοίκηση, το Κράτος και τη Δικαιοσύνη συμμάχους της επιχειρηματικότητας.

Πολιτεία που πρέπει να περιορίσει τη ρυθμιστική γραφειοκρατία, μεταθέτοντας μέρος της ευθύνης για τη συμμόρφωση στις επιταγές του νόμου στους επιχειρηματίες, θέτοντας όμως πολύ αυστηρές κυρώσεις σε περιπτώσεις παραβάσεων.

Πολιτεία που πρέπει να εποπτεύει την αγορά με ισχυρούς και αποτελεσματικούς θεσμούς, θεσπίζοντας κανόνες, υιοθετώντας εποπτικές πρακτικές, θωρακίζοντας τους ελεγκτικούς μηχανισμούς.

Και από την άλλη πλευρά, επιχειρήσεις που πρέπει να λειτουργούν με υπευθυνότητα, στοχεύοντας στην αποτελεσματική διαχείριση και ικανοποίηση όλων των ενδιαφερομένων μερών, των stakeholders.

Επιχειρήσεις που πρέπει να αποκτήσουν κουλτούρα εταιρικής διακυβέρνησης.

Επιχειρήσεις που οφείλουν να υλοποιούν λειτουργικούς εσωτερικούς ελέγχους, να προστατεύουν και να αναδεικνύουν το περιβάλλον, να επιδεικνύουν αυξημένη εταιρική κοινωνική ευθύνη.

4ος. Η ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία.

  • Με την αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων και των χρηματοδοτικών εργαλείων.
  • Με την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων που σήμερα κατρακύλησε στο χαμηλότερο επίπεδο της τελευταίας 10ετίας.
  • Με την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου που σήμερα παραμένουν σταθερά υψηλές.
  • Με τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης μέσω, κυρίως, του τραπεζικού συστήματος.

Αυτό που χρειάζεται είναι η εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης που θα επαναφέρει καταθέσεις στο τραπεζικό σύστημα και η ορθολογική αντιμετώπιση του υψηλού συσσωρευμένου αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων και ανοιγμάτων, με κοινωνική ευθύνη και ευαισθησία.

5ος. Η ενίσχυση της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους.

Υπενθυμίζω ότι με τη διπλή αναδιάρθρωσή του το 2012, μειώθηκε το ύψος και βελτιώθηκε το «προφίλ» του χρέους.

Απόδειξη αυτού είναι οι τόκοι που σήμερα ως χώρα καταβάλλουμε να είναι περίπου οι μισοί αυτών που πληρώναμε μέχρι το 2011.

Με αποτέλεσμα, στην ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους, τον Ιούνιο του 2015, το ΔΝΤ να υποστηρίζει ότι το χρέος είχε μπει σε «μονοπάτι βιωσιμότητας» από τον Μάιο του 2014.

Όμως, στην τελευταία ανάλυση βιωσιμότητας χρέους, τον Ιούλιο του 2017, το ΔΝΤ χαρακτηρίζει το χρέος ως «εξαιρετικά μη βιώσιμο».

Συνεπώς σήμερα, οι παρεμβάσεις στο χρέος, μετά την επιβάρυνσή του την τελευταία τριετία, είναι αναγκαίες, στηριζόμενες σε αποφάσεις του παρελθόντος οι οποίες με ευθύνη των εταίρων ακόμη δεν έχουν υλοποιηθεί.

Ζητούμε δε αυτές οι παρεμβάσεις να είναι καθαρές, ποσοτικοποιημένες και αυτόματες.

Κυρίες και Κύριοι,

Η υλοποίηση αυτού του σχεδίου θα οδηγήσει στην επίτευξη υψηλότερων ρυθμών μεγέθυνσης.

Και έχει αποδειχθεί διαχρονικά ότι η Νέα Δημοκρατία δημιουργεί πληρέστερα τις συνθήκες και επιτυγχάνει υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης της οικονομίας.

Η επίτευξη αυτή με τη σειρά της, θα βελτιώσει πιο αποτελεσματικά τη βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους, αφού, σύμφωνα με τις διεθνείς μελέτες και τη βιβλιογραφία, η αναλογία επίδρασης του ρυθμού ανάπτυξης και των πρωτογενών πλεονασμάτων στο χρέος είναι 1,8:1.

Έτσι θα δοθεί η δυνατότητα για σταδιακή αποκλιμάκωση των υψηλών δημοσιονομικών στόχων, οι οποίοι πλέον θα επιτυγχάνονται μέσω της αυτοτροφοδοτούμενης αναπτυξιακής διαδικασίας, χωρίς τη λήψη πρόσθετων μέτρων λιτότητας.

Δημιουργώντας «βαθμούς ελευθερίας» για ακόμη μεγαλύτερες μειώσεις φορολογικών συντελεστών και ασφαλιστικών εισφορών.

Κυρίες και Κύριοι,

Όλα αυτά προϋποθέτουν μια μεταρρυθμιστική, υπεύθυνη και αξιόπιστη Κυβέρνηση, η οποία θα υλοποιήσει πραγματικά προοδευτικές και γνήσια πατριωτικές πολιτικές.

Και αυτά, με τη σημερινή διακυβέρνηση, αποτελούν ζητούμενα.

Η κοινωνία όμως αρκετά ταλανίστηκε με τις ψευδαισθήσεις, τις αυταπάτες, τον λαϊκισμό και τον παρασιτισμό.

Η χώρα διαθέτει αρκετά δυνατά ιστορικά, γεωπολιτικά, περιβαλλοντικά και γεωγραφικά στοιχεία για να καταστεί ισχυρό οικονομικό και γεωπολιτικό κέντρο.

Ζητείται όραμα, στρατηγικό σχέδιο και προ παντός πίστη στην ιστορία, στις δυνατότητες και στην προοπτική της πατρίδας και των πολιτών της.

Ο βαθμός επιτυχίας αυτού του μείζονος εθνικού στόχου εξαρτάται από όλους μας.

Πιστεύω ότι τελικά θα τα καταφέρουμε.

2018.6.14 ΔΤ – Ομιλία Χρ. Σταϊκούρα στο Συνέδριο του Economist

Ομιλία Χρήστου Σταϊκούρα στην Ολομέλεια για το Πολυνομοσχέδιο | 13.6.2018

Δελτίο Τύπου

 

Ομιλία στην Ολομέλεια της Βουλής κατά τη συζήτηση του Πολυνομοσχεδίου του Υπουργείου Οικονομικών για την ολοκλήρωση της 4ης αξιολόγησης

 

Αθήνα, 13.06.2018

 

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Συζητούμε σήμερα ένα ακόμη Πολυνομοσχέδιο «κοπής» ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

Αφορά την ολοκλήρωση της 4ης αξιολόγησης του 3ου Μνημονίου.

Του Μνημονίου των κ. Τσίπρα και Καμμένου.

Ενός αχρείαστου Μνημονίου.

Του πιο επώδυνου Μνημονίου, από την πιο μνημονιακή Κυβέρνηση της τελευταίας οκταετίας.

Κυβέρνηση η οποία, χωρίς καμία ηθική αναστολή, χωρίς αξιακές σταθερές, χωρίς ιδεολογικές συντεταγμένες, χωρίς πολιτική νομιμοποίηση, περιφρονώντας ευαισθησίες της κοινωνίας, υπογράφει τα πάντα για την εξουσία, προχωρώντας σε βαριές οικονομικές και εθνικές υποχωρήσεις και κακές συμφωνίες.

Ας περιοριστούμε όμως σήμερα στο πεδίο της οικονομίας.

1ον. Ισχυρίζεται η Κυβέρνηση ότι η χώρα οδηγείται στην «καθαρή έξοδο» από τα μνημόνια.

Το μόνο όμως που ολοκληρώνεται είναι η χρηματοδότηση της χώρας από τα προγράμματα.

Αντιθέτως, οι μνημονιακές πολιτικές θα συνεχιστούν τα πολλά επόμενα χρόνια.

Όπως άλλωστε καταγράφει και το επικαιροποιημένο μνημόνιο, το οποίο αποφεύγει η Κυβέρνηση να καταθέσει στο Ελληνικό Κοινοβούλιο.

Κυβέρνηση η οποία, σε αντιδιαστολή με τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη-μέλη που βγήκαν από τα μνημόνια:

  • έχει ήδη ψηφίσει πρόσθετα μέτρα λιτότητας για μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος,
  • έχει δεσμευτεί στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια μετά το 2018,
  • έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία της χώρας για έναν αιώνα,
  • έχει συμφωνήσει η υλοποίηση των παρεμβάσεων για το χρέος να γίνει μετά το καλοκαίρι,
  • έχει αποδεχθεί τον μηχανισμό ενισχυμένης εποπτείας, συνοδευόμενο από αυστηρούς όρους.

2ον. Ισχυρίζεται η Κυβέρνηση ότι η ελληνική οικονομία, την τελευταία τριετία, ανατάσσεται.

Η αλήθεια είναι ότι η οικονομία, σε πολλά θεμελιώδη μεγέθη της, λιμνάζει.

Σε σχέση με το 2014:

  • Το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών έχει συρρικνωθεί.
  • Το ιδιωτικό χρέος προς τις εφορίες και τα ασφαλιστικά ταμεία έχει εκτοξευθεί.
  • Η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας έχει υποχωρήσει.
  • Κεφαλαιακοί περιορισμοί, που επιβλήθηκαν το 2015, εξακολουθούν να υφίστανται.
  • Το ονομαστικό ΑΕΠ δεν έχει φτάσει ακόμη το ύψος του 2014.

Η Κυβέρνηση των φόρων, των κατασχέσεων και των πλειστηριασμών, η Κυβέρνηση του λαϊκιστικού, πελατειακού και παρασιτικού «αφηγήματος», αδυνατεί να οδηγήσει τη χώρα στην κανονικότητα.

3ον. Το Πολυνομοσχέδιο περιλαμβάνει νέα μέτρα που δεν έχει βιώσει ακόμη η κοινωνία και τα οποία δεν περιλαμβάνονταν στο 3ο Μνημόνιο. Συνεπώς δεν έχει και την πολιτική νομιμοποίηση να τα εφαρμόσει!

  • Θα μειωθούν οι κύριες συντάξεις από το 2019.
  • Θα περικοπεί η προσωπική διαφορά στις επικουρικές συντάξεις από το 2019.
  • Θα αυξηθούν οι ασφαλιστικές εισφορές των ελεύθερων επαγγελματιών από το 2019.
  • Θα αυξηθεί ο ΕΝΦΙΑ, που θα καταργούσατε σε 1εκατ. νοικοκυριά.
  • Θα περικοπεί κατά 35% το αφορολόγητο όριο από το 2020.

Αυτά τα νέα μέτρα οδηγούν σε απώλεια μίας έως τριών συντάξεων και ενός μισθού, ανεβάζοντας τον συνολικό λογαριασμό της σημερινής Κυβέρνησης στα 14,5 δισ. ευρώ.

Ειδικά για τους συνταξιούχους το 2019, ακόμη και στην πιο αισιόδοξη κυβερνητική εκδοχή, οι περικοπές στις συντάξεις υπερκαλύπτουν τα όποια αντίμετρα για κοινωνική προστασία, αν αυτά υλοποιηθούν, και τον όποιο δημοσιονομικό χώρο, αν υπάρξει.

Συνεπώς, το διαθέσιμο εισόδημα των συνταξιούχων θα μειωθεί ακόμη περισσότερο το 2019.

Ευτυχώς όμως τότε, το αργότερο, τελειώνουν τα βάσανα των πολιτών με τη σημερινή ανερμάτιστη Κυβέρνηση!

Πάντως, λύσαμε το γρίφο που απασχολεί τη διεθνή κοινότητα των οικονομολόγων: πως δηλαδή, από το «λεφτά χωρίς Μνημόνιο» μπορείς να καταλήξεις στο «ένα ακόμη Μνημόνιο, χωρίς λεφτά».

4ον. Η Κυβέρνηση αδυνατεί να επιτύχει υψηλούς και διατηρήσιμους ρυθμούς ανάπτυξης, με αποτέλεσμα η οικονομία να σέρνεται και η κοινωνία να φτωχοποιείται.

  • Επανέφερε την οικονομία στην ύφεση το 2015 και το 2016,
  • απέτυχε, και μάλιστα κατά 55%, στους αναπτυξιακούς στόχους για το 2017,
  • αναθεώρησε «προς τα κάτω» την εκτίμηση για την ανάπτυξη του 2018 και
  • προβλέπει συρρικνωμένους ρυθμούς μεγέθυνσης μέχρι το 2022.

Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2022 προβλέπεται χαμηλότερος ρυθμός ανάπτυξης από το 2018!

Κατά τα άλλα υποστηρίζετε ότι υπάρχει αναπτυξιακή δυναμική!

Τελικά οι αυταπάτες δεν γιατρεύονται…

Και επειδή λέτε ότι δήθεν κινδυνολογούμε, να μια ακόμη απόδειξη της αποτυχίας σας:

Σε σχέση με το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο που εσείς πέρυσι ψηφίσατε, ήδη σήμερα εκτιμάτε σωρευτική απώλεια πλούτου ύψους 26 δισ. ευρώ μέχρι το 2021!

Και μετά καυχιέστε για τις δήθεν επιτυχίες σας; Αιδώς Αργείοι…

5ον. Ισχυρίζεται η Κυβέρνηση, θριαμβολογώντας μάλιστα, ότι θα επιτύχει πολύ υψηλότερα από τους στόχους πρωτογενή πλεονάσματα, της τάξεως του 5,2% του ΑΕΠ το 2022!

Αλήθεια όμως, τι υποστήριζε ο κ. Τσίπρας πριν από 2 χρόνια (23 Ιουνίου 2016), μετά τη λαϊκή νομιμοποίηση του 2015;

«Είναι απολύτως αδύνατον, πρωτογενή πλεονάσματα του ύψους του 3,5% μετά το 2018 να διατηρηθούν και, μάλιστα, για αρκετά χρόνια. Εκτός αν θέλουμε να πνίξουμε την ελληνική οικονομία και να έχουμε διαρκώς συνθήκες μακροχρόνιας στασιμότητας.»

Συνεπώς μην υποστηρίζετε ότι η Αξιωματική Αντιπολίτευση κινδυνολογεί.

Μόνοι σας καρφώνεστε!

Είμαι όμως απολύτως βέβαιος ότι κατά την μεθαυριανή του ομιλία, στο ίδιο συνέδριο του Economist, ο κ. Τσίπρας θα κάνει άλλη μία κυβίστηση.

Ή να το πούμε πιο λαϊκά, μία ακόμη κωλοτούμπα!!!

Άλλωστε, το «χούι» δεν κόβεται…

6ον. Η δημόσια περιουσία μπαίνει υποθήκη και ενεχυριάζεται μέχρι του ύψους των 25 δισ. ευρώ.

Η Κυβέρνηση τροποποιεί τη χρηματοδοτική σύμβαση, προκειμένου το Υπερταμείο Αποκρατικοποιήσεων να εγγυάται «αμετάκλητα» και «άνευ όρων» στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης την έγκαιρη εκπλήρωση των υποχρεώσεων της χώρας.

Η αφετηρία αυτής της επαχθούς εξέλιξης είναι η ηρωική διαπραγμάτευση του 2015, όταν η Κυβέρνηση ανέλαβε, ως «ρήτρα αναξιοπιστίας» της, την υποχρέωση ίδρυσης Υπερταμείου.

Πράγματι, με αίσθημα ευθύνης, η Νέα Δημοκρατία ψήφισε τότε την παραμονή της χώρας στο σκληρό πυρήνα της Ευρώπης.

Το μνημόνιο όμως φέρει τις δικές σας υπογραφές!!!

Ένα χρόνο μετά, το 2016, ιδρύθηκε το Υπερταμείο και δεσμεύθηκε η δημόσια περιουσία της χώρας.

Η Νέα Δημοκρατία καταψήφισε την ίδρυσή του.

Κι αυτό διότι περιελάμβανε δυσμενέστερους όρους σε σχέση με το 2015, με πρωτοφανή εκχώρηση της κινητής και ακίνητης περιουσίας της χώρας, χωρίς ουσιαστικό εθνικό και δημοκρατικό έλεγχο και λογοδοσία.

Με διάρκεια ζωής τα 99 έτη, όταν η μέση υπολειπόμενη διάρκεια του δανείου είναι τα 33 έτη.

Χωρίς «οροφή» στην αξία των περιουσιακών στοιχείων που μεταβιβάζονται, έναντι πρόβλεψης για 50 δισ. ευρώ στο 3ο Μνημόνιο.

Με αποτέλεσμα, Συνάδελφος της Κυβερνητικής πλειοψηφίας να υποστηρίζει στην Επιτροπή ότι «αυτό συνιστά την επισφράγιση ότι η χώρα μας είναι αποικία χρέους.»

Και λέτε μετά ότι εμείς κινδυνολογούμε;

Τελικά, με εσάς στην Κυβέρνηση «πάτος στις υποχωρήσεις και τον κατήφορο» δεν υπάρχει!

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Συμπερασματικά, η Νέα Δημοκρατία καταψηφίζει επί της αρχής το Πολυνομοσχέδιο.

Και αυτό γιατί λείπει από την Κυβέρνηση η βούληση, η αξιοπιστία και το σχέδιο επίτευξης υψηλής και διατηρήσιμης ανάπτυξης, δημιουργίας ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής.

Ένα σχέδιο που θα οδηγεί σε αύξηση της παραγωγικότητας όλων των συντελεστών παραγωγής, παραδοσιακών και νέων.

Ένα σχέδιο που θα ενισχύει την ποσότητα και θα βελτιώνει τη σύνθεση του πλούτου της χώρας, χωρίς πρόσθετη εσωτερική υποτίμηση, με ενίσχυση των εξαγωγών και των εταιρικών επενδύσεων.

Ένα σχέδιο ώστε να επιστρέψει ένα ποσοστό της αυξημένης «διαρροής εγκεφάλων» και να ανταποκριθεί η χώρα στο δομικό μετασχηματισμό της εργασίας εξαιτίας της τεχνολογικής αλλαγής.

Η Νέα Δημοκρατία έχει καταθέσει και διαρκώς εμπλουτίζει ένα συνεκτικό και τεκμηριωμένο σχέδιο, που εδράζεται στις αρχές της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς, με στόχο τη μέγιστη οικονομική αποτελεσματικότητα και την κοινωνικά δικαιότερη κατανομή των εισοδημάτων και του παραγόμενου πλούτου.

Με βασικούς άξονες:

1ον. Την αλλαγή του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής.

Με την απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας και την άμεση και σταδιακή μείωση της υψηλής φορολόγησης των πολιτών.

Αντιθέτως, η σημερινή Κυβέρνηση, όπως περιγράφει και το δήθεν αναπτυξιακό της σχέδιο, πιστεύει ότι «ο συνολικός φορολογικός συντελεστής στην Ελλάδα δεν είναι υπερβολικά υψηλός σε ευρωπαϊκή κλίμακα».

2ον. Την υλοποίηση ενός συνεκτικού σχεδίου μεταρρυθμίσεων που θα βελτιώσει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.

  • Με την ενδυνάμωση του υγιούς ανταγωνισμού στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών.
  • Την υλοποίηση αποκρατικοποιήσεων και την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας.
  • Τη δημιουργία ενός αποτελεσματικού, σύγχρονου και παραγωγικού κράτους.
  • Την επένδυση στις ενδογενείς πηγές ανάπτυξης, όπως είναι η παιδεία, η έρευνα και η καινοτομία.

3ον. Την ενίσχυση της ρευστότητας στην οικονομία, με την αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων, την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων που σήμερα κατρακύλησε στο χαμηλότερο επίπεδο της τελευταίας 10ετίας, την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου που σήμερα παραμένουν σταθερά υψηλές και τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης μέσω του τραπεζικού συστήματος.

Η υλοποίηση αυτού του σχεδίου θα οδηγήσει στην επίτευξη υψηλότερων ρυθμών μεγέθυνσης.

Και έχει – διαχρονικά – αποδειχθεί ότι η Νέα Δημοκρατία μπορεί να δημιουργήσει πληρέστερα τις συνθήκες υψηλότερης ανάπτυξης της οικονομίας.

Αυτή με τη σειρά της θα βελτιώσει τη βιωσιμότητα του χρέους, η οποία μαζί με τις αναγκαίες, ποσοτικοποιημένες και αυτόματες παρεμβάσεις για τη ρύθμισή του, θα δώσουν τη δυνατότητα για σταδιακή αποκλιμάκωση των ήδη υψηλών δημοσιονομικών στόχων, δημιουργώντας «βαθμούς ελευθερίας» για ακόμη μεγαλύτερες μειώσεις φορολογικών συντελεστών και ασφαλιστικών εισφορών.

Όλα αυτά όμως προϋποθέτουν μία μεταρρυθμιστική, υπεύθυνη και αξιόπιστη Κυβέρνηση, που θα υλοποιήσει πραγματικά προοδευτικές και γνήσια πατριωτικές πολιτικές.

Και αυτά, με τη σημερινή διακυβέρνηση, αποτελούν ζητούμενα.

Η κοινωνία όμως αρκετά ταλανίστηκε με τις ψευδαισθήσεις, τις αυταπάτες, τον λαϊκισμό και τον παρασιτισμό.

Η χώρα διαθέτει αρκετά δυνατά ιστορικά, γεωπολιτικά, περιβαλλοντικά και γεωγραφικά στοιχεία για να καταστεί ισχυρό οικονομικό και γεωπολιτικό κέντρο.

Διαθέτει υψηλής ποιότητας ανθρώπινο δυναμικό.

Ζητείται όραμα, στρατηγικό σχέδιο και προ παντός πίστη στις δυνατότητες, την ιστορία και την προοπτική της πατρίδας και των πολιτών της.

Ο βαθμός επιτυχίας αυτού του μείζονος εθνικού στόχου εξαρτάται από όλους μας.

Πιστεύω ότι τελικά θα τα καταφέρουμε.

2018.6.13 ΔΤ – Ομιλία στην Ολομέλεια για το Πολυνομοσχέδιο

TwitterInstagramYoutube