Δημόσιο Χρέος

Ομιλία στο Delphi Economic Forum 2018 – “Towards a sustainable debt strategy” | 4.3.2018

Θέλω να ευχαριστήσω τους διοργανωτές του Συνεδρίου, Θεσμού πλέον στη χώρα μας, για την πρόσκληση να συμμετάσχω σε αυτό και να καταθέσω σκέψεις και θέσεις για το ζήτημα του δημοσίου χρέους.

Κυρίες και Κύριοι,

Το πρόβλημα της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους παραμένει κρίσιμης σημασίας για την πορεία της χώρας, παρά την διπλή αναδιάρθρωση και τη βελτίωση του «προφίλ» του από το 2012, την επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων από το 2013 και τα βραχυπρόθεσμα μέτρα ελάφρυνσής του από το 2017.

Σχετικές ανησυχίες καταγράφονται στις τελευταίες εκθέσεις τόσο του ΔΝΤ, όσο και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, παρά τις ευνοϊκότερες παραδοχές της τελευταίας.

Αποδεικνύεται έτσι ότι η δημοσιονομική ισορροπία και οι παρεμβάσεις ελάφρυνσης του χρέους συνιστούν αναγκαίες συνθήκες για την ενίσχυση της βιωσιμότητάς του, δεν αποτελούν όμως, από μόνες τους, και ικανές συνθήκες.

Και αυτό γιατί απαιτείται, συγχρόνως, η επίτευξη και διατήρηση υψηλών ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης.

 

Τι συνέβη όμως τα τελευταία 3 χρόνια και επιβαρύνθηκε σημαντικά η βιωσιμότητα του χρέους, σε σχέση με τις εκτιμήσεις των εταίρων το 2014;

Ουσιαστικά, κυρίως λόγω αυταπάτης και δημιουργικής ασάφειας, «χάθηκε» η αναπτυξιακή δυναμική που τότε είχε διαμορφωθεί.

Και συσσωρεύτηκε ένα κόστος πολλών δεκάδων δισ. ευρώ, όπως οι εταίροι επανέλαβαν και κατά τη διάρκεια του Συνεδρίου.

Είμαστε ως χώρα, σύμφωνα με τις διεθνείς Εκθέσεις, η μοναδική – παγκοσμίως – αρνητική αναπτυξιακή έκπληξη.

Η οικονομία «κατρακύλησε» στην ύφεση το 2015-2016, και παρουσίασε ασθενική – πολύ χαμηλότερη από τις προβλέψεις – μεγέθυνση το 2017, διευρύνοντας το χάσμα με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές οικονομίες.

Και σαν να μην έφτανε αυτό, ο εκτιμώμενος μακροπρόθεσμος ρυθμός μεγέθυνσης, σύμφωνα με συγκρίσιμες μελέτες βιωσιμότητας του ΔΝΤ, συρρικνώθηκε σημαντικά, από το 1,9% στο 1%.

 

Συνεπώς, Κυρίες και Κύριοι, το ζητούμενο σήμερα είναι η επίτευξη διατηρήσιμης οικονομικής ανάπτυξης, ώστε να βελτιωθεί η βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους, να δημιουργηθεί πολύτιμος δημοσιονομικός χώρος και να επιτυγχάνονται – χωρίς πρόσθετα μέτρα λιτότητας – πιο ρεαλιστικοί δημοσιονομικοί στόχοι.

Για την επίτευξη αυτού του στόχου απαιτούνται:

1ον. Η αλλαγή του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής.

Είναι επιστημονικά τεκμηριωμένο και ιστορικά επιβεβαιωμένο ότι το μέγεθος της προσαρμογής και το μείγμα της δημοσιονομικής πολιτικής αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες για τη βιωσιμότητά της.

Και αυτό γιατί συγκριτικά στοιχεία μεταξύ χωρών δείχνουν ότι πολύ υψηλά πλεονάσματα είναι ανέφικτα για μακρές χρονικές περιόδους, ειδικά σε χώρες που βίωσαν βαθιά και παρατεταμένη ύφεση και παρουσιάζουν υψηλό ποσοστό μακροχρόνιας ανεργίας.

Ενώ η δημοσιονομική προσαρμογή που στηρίζεται, κυρίως, στην αύξηση της φορολογίας των πολιτών, δεν οδηγεί σε διατηρήσιμα αποτελέσματα, επιβαρύνοντας υπέρμετρα την πραγματική οικονομία.

Η Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την διαχρονική απώλεια εσόδων από την είσπραξη του ΦΠΑ, δηλαδή το κενό ΦΠΑ, το επιβεβαιώνει.

Επιβάλλεται συνεπώς η απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας, καθώς και η σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

2ον. Η υλοποίηση ενός συνεκτικού σχεδίου μεταρρυθμίσεων, που θα εκτείνεται μετά το 2018.

Σχέδιο που θα βελτιώνει την διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, διευρύνοντας την παραγωγή διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών και βελτιώνοντας την παραγωγικότητα παραδοσιακών και νέων συντελεστών παραγωγής.

Η υλοποίηση αυτού του σχεδίου θα οδηγήσει στην επίτευξη υψηλότερων ρυθμών μεγέθυνσης από τις σημερινές εκτιμήσεις των θεσμών.

Η οποία, με τη σειρά της, θα βελτιώσει τη βιωσιμότητα του χρέους, δίνοντας τη δυνατότητα για σταδιακή μείωση των δημοσιονομικών στόχων, αφού σύμφωνα με τις διεθνείς μελέτες, η αναλογία επίδρασής τους στο χρέος είναι 1,8:1.

Οι πιο ρεαλιστικοί δημοσιονομικοί στόχοι θα επιτυγχάνονται πλέον μέσω της αυτοτροφοδοτούμενης αναπτυξιακής διαδικασίας, χωρίς τη λήψη πρόσθετων μέτρων λιτότητας.

Ενώ παράλληλα, ο δημοσιονομικός χώρος που θα δημιουργηθεί, θα χρησιμοποιηθεί, σταδιακά, για περαιτέρω μειώσεις φόρων και ασφαλιστικών εισφορών.

Προσέξτε, μιλάμε για μία «ρήτρα μεταρρυθμίσεων» διαφορετική από τη «ρήτρα ανάπτυξης» στην οποία έχει συμφωνήσει η Ελληνική Κυβέρνηση, σύμφωνα με την οποία, όσο περισσότερο αυξάνει το εθνικό εισόδημα, τόσο μικρότερη ελάφρυνση χρέους θα απαιτείται από τους εταίρους.

3ον. Η ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία.

Με την αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων, την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης.

Αυτό που χρειάζεται είναι η εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης που θα επαναφέρει καταθέσεις στο τραπεζικό σύστημα και η ορθολογική αντιμετώπιση του υψηλού συσσωρευμένου αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων και ανοιγμάτων.

4ον. Η υλοποίηση, το συντομότερο δυνατόν, ουσιαστικών παρεμβάσεων για την ενίσχυση της βιωσιμότητας του χρέους.

Όπως έχει συμφωνηθεί από το Νοέμβριο του 2012 αλλά μέχρι σήμερα, με ευθύνη και των δανειστών, δεν έχει υλοποιηθεί.

Δυστυχώς βέβαια, με βάση τις αποφάσεις του Eurogroup, οι αναγκαίες αυτές παρεμβάσεις θα υλοποιηθούν μετά τη λήξη του προγράμματος και στο βαθμό που αυτές κριθούν τότε αναγκαίες από τους θεσμούς, εκτιμάται δε ότι θα συνοδευτούν από κάποιον αυστηρό μηχανισμό επιτήρησης και εποπτείας.

Καθιστώντας, μαζί με τα πρόσθετα δημοσιονομικά μέτρα για μετά το 2018, το αφήγημα της Κυβέρνησης περί «καθαρής εξόδου από τα Μνημόνια», άλλη μία αυταπάτη.

Βέβαια, η Κυβέρνηση προσπαθεί, με κάθε τρόπο, να φτιάξει ταμειακό απόθεμα, «στύβοντας» την πραγματική οικονομία.

Χρησιμοποιεί εις βάρος της ρευστότητας τις «κουτσουρεμένες δόσεις» του δανείου, επιβάλλει εσωτερική στάση πληρωμών, υπερφορολογεί νοικοκυριά και επιχειρήσεις, προχωρά σε σχετικά ακριβές εκδόσεις χρέους όταν οι διαθέσιμοι από το πρόγραμμα πόροι, οι οποίοι δεν αντλούνται, προσφέρονται με πολύ χαμηλότερο επιτόκιο.

Επιτόκιο των αγορών και spreads τα οποία όχι μόνο εξακολουθούν να είναι πολύ υψηλότερα των άλλων ευρωπαϊκών χωρών, αλλά είναι και πιο ευμετάβλητα.

Αν υπήρχε αξιοπιστία, σοβαρότητα και υπευθυνότητα, εάν είχε υλοποιηθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων, εάν είχαν αναληφθεί ήδη πρωτοβουλίες για τη βελτίωση της βιωσιμότητας του χρέους και εάν η χώρα είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, τότε τα επιτόκια δανεισμού, με δεδομένο το ευνοϊκότερο ευρωπαϊκό περιβάλλον και την υψηλή διαθέσιμη ρευστότητα, θα ήταν χαμηλότερα και λογικά.

Όλα αυτά όμως απαιτούν μια άλλη μεταρρυθμιστική, σοβαρή, συνεκτική και αξιόπιστη Κυβέρνηση.

Ομιλία Χρ. Σταϊκούρα στο Thessaloniki Summit 2017 (video) | 5.10.2017

Αθήνα, 05.10.2017

 

Ομιλία στο Συνέδριο “Thessaloniki Summit 2017” του Συνδέσμου Βιομηχανιών Βορείου Ελλάδος στη θεματική ενότητα “Institutions, Public Debt and Growth”

 

 

Θέλω να ευχαριστήσω το Σύνδεσμο Βιομηχανιών Βορείου Ελλάδας για την πρόσκληση να παραστώ και να καταθέσω σκέψεις και θέσεις για το κρίσιμο ζήτημα του δημοσίου χρέους.

 

 

Κυρίες και Κύριοι,

Το πρόβλημα της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους παραμένει κρίσιμης σημασίας για την πορεία της χώρας, παρά την επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων από το 2013 και τη βελτίωση του “προφίλ” του από το 2012.

Αποδεικνύεται έτσι ότι η δημοσιονομική ισορροπία και οι παρεμβάσεις ελάφρυνσης του δημόσιου χρέους συνιστούν μεν αναγκαίες συνθήκες για την ενίσχυση της βιωσιμότητάς του, δεν αποτελούν όμως, από μόνα τους, και ικανές συνθήκες.

Και αυτό γιατί, συγχρόνως, απαιτείται η επίτευξη και διατήρηση υψηλών ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης.

 

 

Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, στα τρέχοντα επίπεδα χρέους, μία αύξηση του ρυθμού μεταβολής του ονομαστικού Α.Ε.Π. κατά 1 ποσοστιαία μονάδα οδηγεί σε μείωση του λόγου χρέους/Α.Ε.Π. κατά 1,8 ποσοστιαίες μονάδες.

Αντίθετα, μια αύξηση του πρωτογενούς πλεονάσματος κατά 1 ποσοστιαία μονάδα του Α.Ε.Π. οδηγεί σε μείωση μόνο κατά 1 ποσοστιαία μονάδα, και αυτό στην καλύτερη περίπτωση, όταν ο δημοσιονομικός πολλαπλασιαστής ισούται με μηδέν, το οποίο είναι γνωστό ότι δεν ισχύει.

Τι έγινε συνεπώς τα τελευταία 2,5 χρόνια και επιβαρύνθηκε σημαντικά η βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους;

Ουσιαστικά «χάθηκε» η αναπτυξιακή δυναμική που είχε διαμορφωθεί από το 2014.

Σύμφωνα με τις συγκρίσιμες μελέτες βιωσιμότητας του Δ.Ν.Τ., ο εκτιμώμενος μακροπρόθεσμος ρυθμός μεγέθυνσης συρρικνώθηκε σημαντικά, από το 1,9% στο 1%.

Ποιό είναι συνεπώς το ζητούμενο σήμερα;

Η φυγή προς τα εμπρός, στους άξονες του ολοκληρωμένου και ρεαλιστικού σχεδίου που κατέθεσε ο Πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας Κυριάκος Μητσοτάκης από εδώ, στη ΔΕΘ.

 

 

Με στόχο την επίτευξη διατηρήσιμης οικονομικής ανάπτυξης, ώστε να βελτιωθεί η βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους, να δημιουργηθεί πολύτιμος δημοσιονομικός χώρος και να επιτυγχάνονται – χωρίς πρόσθετα μέτρα λιτότητας – πιο ρεαλιστικοί δημοσιονομικοί στόχοι.

Και αναφερόμαστε στην οικονομική ανάπτυξη, η οποία πέραν της μεγεθυντικής διαδικασίας, έχει και ποιοτικές διαστάσεις με στόχο τη βελτίωση των θεσμών, τη συμμετοχή στην παραγωγή και τη δικαιότερη διανομή του εισοδήματος.

Βασικοί άξονες του σχεδίου είναι:

1ος. Η αλλαγή του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής, με την ταυτόχρονη υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών.

Είναι επιστημονικά τεκμηριωμένο και ιστορικά επιβεβαιωμένο ότι το μέγεθος της προσαρμογής και το μείγμα της δημοσιονομικής πολιτικής αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες για τη βιωσιμότητά τους.

Και αυτό γιατί συγκριτικά στοιχεία μεταξύ χωρών δείχνουν ότι πολύ υψηλά πλεονάσματα είναι ανέφικτα για μακρές χρονικές περιόδους, ειδικά σε χώρες που βίωσαν βαθιά και παρατεταμένη ύφεση και έχουν υψηλό ποσοστό μακροχρόνιας ανεργίας.

Ενώ η δημοσιονομική προσαρμογή που στηρίζεται, κυρίως, στην αύξηση της φορολογίας νοικοκυριών και επιχειρήσεων, δεν οδηγεί σε διατηρήσιμα αποτελέσματα, επιβαρύνοντας υπέρμετρα την πραγματική οικονομία.

Απόδειξη;

Η Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την απώλεια εσόδων από την είσπραξη του ΦΠΑ, η οποία διογκώθηκε και ξεπέρασε τα 5 δισ. ευρώ το 2015.

Και ενώ προβλέπονταν πρόσθετα έσοδα ύψους 1 δισ. ευρώ, τελικά εισπράχθηκαν μόλις 200 εκατ. ευρώ.

Αντιθέτως, το 2014, όταν η τότε Κυβέρνηση μείωσε φορολογικούς συντελεστές, τα έσοδα αυξήθηκαν και η φορολογική συμμόρφωση βελτιώθηκε.

Δυστυχώς όμως, τα 2,5 τελευταία χρόνια, δεν ακολουθείται αυτή η οικονομική πολιτική.

Επιλογή της σημερινής Κυβέρνησης είναι η δημοσιονομική προσαρμογή να γίνεται από το σκέλος των εσόδων, με την περαιτέρω αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης των πολιτών.

Επιλογή οικονομικά αναποτελεσματική και κοινωνικά άδικη, την οποία κακώς αποδέχθηκαν οι εταίροι και δανειστές.

Βασικός πυλώνας του σχεδίου της Νέας Δημοκρατίας είναι η αλλαγή της δημοσιονομικής πολιτικής.

Με την απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας και με τη στοχευμένη και σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

Αρχικά με τη χρήση ισοδυνάμων και στη συνέχεια με μια «ρήτρα μεταρρυθμίσεων».

Θα δεσμευθεί στην υλοποίηση ενός συνεκτικού προγράμματος μεταρρυθμίσεων – εντός και εκτός του Προγράμματος – για μετά το 2018.

Σχέδιο που θα ενισχύει την ανταγωνιστικότητα και παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας, με έμφαση στην ενίσχυση της επιχειρηματικότητας, την πιο αποτελεσματική λειτουργία του Κράτους, την υλοποίηση αναπτυξιακών πολιτικών στον πρωτογενή τομέα, τον τουρισμό, τον ορυκτό πλούτο και τις υποδομές και, κυρίως, με την επένδυση στις νέες, ενδογενείς πηγές ανάπτυξης, όπως είναι η παιδεία, η έρευνα και η καινοτομία.

Η επιτυχής υλοποίηση αυτού του προγράμματος θα οδηγήσει στην επίτευξη υψηλότερων ρυθμών ανάπτυξης από τις σημερινές εκτιμήσεις των θεσμών.

Κάτι που θεωρείται εφικτό αφού, σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, τα συμπληρωματικά οφέλη από τη ταυτόχρονη υλοποίηση δημοσιονομικής προσαρμογής και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων μπορούν να οδηγήσουν σε επιπρόσθετη αύξηση του ΑΕΠ μεταξύ 0,5% και 4%, ανάλογα με το μίγμα της δημοσιονομικής πολιτικής.

Αυτό, με τη σειρά του, θα οδηγήσει στη σταδιακή μείωση του πρωτογενούς πλεονάσματος.

Ο δημοσιονομικός χώρος που θα δημιουργηθεί, θα χρησιμοποιηθεί, σταδιακά και σε βάθος τετραετίας, για την περαιτέρω μείωση φόρων και ασφαλιστικών εισφορών.

Υπενθυμίζεται ότι το 2014, με αξιοπιστία και αποτελεσματικότητα, η τότε Κυβέρνηση επέτυχε τη μείωση φορολογικών συντελεστών, κάτι που δεν προβλέπονταν στο 2ο Μνημόνιο.

 

 

2ος. Η ενίσχυση της ρευστότητας στην οικονομία.

Με την αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων, την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης.

Αυτό που χρειάζεται είναι η εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης που θα επαναφέρει καταθέσεις στο τραπεζικό σύστημα και θα οδηγήσει στην κατάργηση των ελέγχων στην κίνηση κεφαλαίων, καθώς και η ορθολογική αντιμετώπιση του υψηλού συσσωρευμένου αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων, ώστε να γίνει καλύτερη διαχείριση του παθητικού και του ενεργητικού των πιστωτικών ιδρυμάτων.

3ος. Η αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της οικονομίας.

Η χώρα χρειάζεται διεύρυνση της παραγωγής ανταγωνιστικών και διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών, καθώς και συνεχή βελτίωση της παραγωγικότητας όλων των συντελεστών παραγωγής, παραδοσιακών και νέων.

4ος. Η υλοποίηση, από τους δανειστές, το συντομότερο δυνατόν, ουσιαστικών παρεμβάσεων για την ενίσχυση της βιωσιμότητας του χρέους.

Ρεαλιστικές τεχνικές και ισοδύναμες λύσεις υπάρχουν.

 

 

 

Κυρίες και Κύριοι,

Ο συνδυασμός αυτών των πολιτικών μπορεί να οδηγήσει σε διατηρήσιμη ανάπτυξη, στη δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης και στην ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.

Η υλοποίησή τους όμως απαιτεί μία άλλη μεταρρυθμιστική, σοβαρή, συνεκτική και αξιόπιστη Κυβέρνηση.

 

2017-10-05 ΔT – Ομιλία – Συνέδριο ΣΒΒΕ – Thessaloniki Summit 2017

Δελτίο Τύπου σχετικά με την Έκθεση του ΔΝΤ για τη βιωσιμότητα του χρέους | 21.7.2017

Ο Τομεάρχης Οικονομικών της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Φθιώτιδας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας, έκανε την ακόλουθη δήλωση:

«Η Έκθεση του Δ.Ν.Τ. για τη βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους επιβεβαιώνει το τεράστιο κόστος που συσσώρευσε στη χώρα η ανερμάτιστη Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ.

Κόστος που θα “κουβαλάει” στις πλάτες της η ελληνική κοινωνία για πολλά χρόνια.

Συγκεκριμένα, η Έκθεση καταγράφει τη ραγδαία επιδείνωση της βιωσιμότητας του χρέους από τις αρχές του 2015.

Ειδικότερα, τον Ιούνιο του 2014, το Δ.Ν.Τ. εκτιμούσε ότι το δημόσιο χρέος θα διαμορφωνόταν κοντά στο 60% του Α.Ε.Π. το 2060, ενώ οι χρηματοδοτικές ανάγκες κοντά στο 13% του Α.Ε.Π. Μάλιστα, υποστήριζε ότι το χρέος έχει μπει σε “μονοπάτι βιωσιμότητας”.

Στη σημερινή Έκθεση, το Δ.Ν.Τ. εκτιμά ότι το δημόσιο χρέος θα εκτοξευθεί στο 195% του Α.Ε.Π. το 2060, ενώ οι χρηματοδοτικές ανάγκες στο 45% του Α.Ε.Π.! Και χαρακτηρίζει το χρέος ως “εξαιρετικά μη βιώσιμο”.

Βασικός παράγοντας της επιβάρυνσης της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους είναι η συρρίκνωση του ρυθμού μεγέθυνσης της ελληνικής οικονομίας.

Συγκεκριμένα, ο μεσο-μακροπρόθεσμος ρυθμός αύξησης του Α.Ε.Π. προβλέπονταν, τον Ιούνιο του 2014, στο 1,9%, και σήμερα έχει πέσει στο 1%.

Η επίτευξη, όμως, υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων, που έχει αποδεχθεί ήδη η Κυβέρνηση, με χαμηλούς ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης, εγκλωβίζει τη χώρα σε διαρκή λιτότητα, με υψηλούς φόρους και εισφορές, όπως κάθε μέρα βιώνουν οι πολίτες.

Αυτό είναι το κόστος της ανικανότητας, της ανευθυνότητας και των ιδεοληψιών της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ.

Και κάτι ακόμη: Σήμερα που το Δ.Ν.Τ. χαρακτηρίζει το χρέος ως “εξαιρετικά μη βιώσιμο”, ισχύει η δήλωση του Υπουργού Οικονομικών κ. Τσακαλώτου, στις 10 Απριλίου 2014, όταν η προηγούμενη Κυβέρνηση βγήκε στις αγορές, ότι “η έξοδος στις αγορές, με δεδομένο ότι το χρέος παραμένει μη βιώσιμο, απαντά στα πολιτικά και επικοινωνιακά προβλήματα της Κυβέρνησης” και “έρχεται να στηρίξει μόνο το νέο “success story”;».

 

2017-07-21 ΔΤ Δήλωση_για_την_έκθεση_του_Δ.Ν.Τ.

Άρθρο Χρ. Σταϊκούρα στην εφημερίδα “Ελεύθερος Τύπος” | 15.7.2017

 “Το τεράστιο κόστος της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ”

 

Η χώρα, τα τελευταία 2,5 χρόνια, έχασε πολύτιμο χρόνο και πόρους. Η οικονομία επέστρεψε στην ύφεση, η ανταγωνιστικότητά της επιδεινώθηκε, κεφαλαιακοί περιορισμοί επιβλήθηκαν, οι οφειλές του Δημοσίου διογκώθηκαν, νέα μνημόνια υπεγράφησαν, το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών συρρικνώθηκε.

Δυστυχώς, αντί η χώρα να επιταχύνει στηριζόμενη στις ευνοϊκές συνθήκες και προοπτικές που είχαν δημιουργηθεί το 2014, οπισθοχώρησε. Και σήμερα προσπαθεί, με ασθενέστερη δυναμική και από χαμηλότερο σημείο αφετηρίας, να φτάσει εκεί που ήταν το 2014.

Και ακόμη δεν τα έχει καταφέρει. Απλά, μετά την ολοκλήρωση της αξιολόγησης, βελτιώνει την τρέχουσα κατάστασή της σε σχέση με το χειρότερο σημείο στο οποίο έφτασε επί της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

Και ας μην πανηγυρίζει η Κυβέρνηση περί «επιστροφής στην ευρωπαϊκή κανονικότητα».

Γιατί αλήθεια, σε ποια επιστροφή αναφέρεται όταν, πριν από 2 μήνες, ψήφισε νέα μέτρα λιτότητας, ύψους 5,1 δισ. ευρώ, για μετά τη λήξη του 3ου Μνημονίου;

Σε ποια επιστροφή αναφέρεται όταν, στο Eurogroup του Ιουνίου, δεσμεύτηκε σε υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα ύψους 3,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2022 και περίπου 2% του ΑΕΠ μέχρι το 2060, με χαμηλούς ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης, δεσμεύοντας τη χώρα σε αέναη λιτότητα;

Σε ποια επιστροφή αναφέρεται όταν, την ημέρα που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εισηγήθηκε την έξοδο της χώρας από τη Διαδικασία Υπερβολικού Ελλείμματος μετά τις πολύχρονες και επώδυνες θυσίες της κοινωνίας, η Κυβέρνηση έστελνε επιστολή δεσμεύσεων στο ΔΝΤ, προκειμένου να συνάψει χρηματοδοτικό πρόγραμμα με το Ταμείο;

Είναι συνεπώς σαφές ότι η σημερινή Κυβέρνηση δεν μπορεί να βγάλει τη χώρα από την κρίση. Απαιτείται μια άλλη οικονομική πολιτική, με βασικούς άξονες:

  • Την υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών που θα πείσουν ότι επανέρχεται και διατηρείται η αναπτυξιακή δυναμική του 2014.
  • Την αλλαγή του μίγματος της δημοσιονομικής πολιτικής, με τη μείωση των φορολογικών συντελεστών σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
  • Την ενίσχυση της ρευστότητας στην οικονομία, με την αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων, με την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, με την σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης.
  • Τη δρομολόγηση συμφωνίας σε πιο ρεαλιστικούς δημοσιονομικούς στόχους, η επίτευξη των οποίων θα εδράζεται σε υψηλότερους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης.
  • Την υλοποίηση, από τους δανειστές, το συντομότερο δυνατόν, ουσιαστικών παρεμβάσεων για την ενίσχυση της βιωσιμότητας του χρέους.
  • Την υιοθέτηση μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της οικονομίας.

Η υλοποίηση όμως αυτής της πολιτικής απαιτεί μία μεταρρυθμιστική, σοβαρή, συνεκτική και αξιόπιστη Κυβέρνηση. Και η σημερινή Κυβέρνηση αυτά δεν τα διαθέτει, ούτε μπορεί να τα αποκτήσει.

 

2017-07-15 ΤΟ ΚΟΣΤΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛ_ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ

Συνέντευξη Χρ. Σταϊκούρα στο ραδιοφωνικό σταθμό “Παραπολιτικά 90,1 FM” | 14.7.2017

Μπορείτε να ακούσετε τη συνέντευξη εδώ:

Παρουσίαση στοιχείων στη συνεδρίαση της Πολιτικής Επιτροπής της ΝΔ | 12.7.2017

Ο Τομεάρχης Οικονομικών της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Φθιώτιδας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας, κατά τη διάρκεια της σημερινής συνεδρίασης της Πολιτικής Επιτροπής του Κόμματος, παρουσίασε στοιχεία για την πορεία της ελληνικής οικονομίας, τη βιωσιμότητα του χρέους, καθώς και την πρόταση της Νέας Δημοκρατίας για την ανάταξη της οικονομίας της χώρας.

Μπορείτε να κατεβάσετε την παρουσίαση εδώ:

2017-07-12 Παρουσίαση_στην_Πολιτική_Επιτροπή

Συνέντευξη Χρ. Σταϊκούρα στο ραδιοφωνικό σταθμό “ALPHA 9,89” | 5.7.2017

Μπορείτε να ακούσετε τη συνέντευξη εδώ:

Συνέντευξη Χρ. Σταϊκούρα στην εφημερίδα “Real News” | 18.6.2017

“Αυτή η Κυβέρνηση δεν μπορεί να βγάλει τη χώρα από την κρίση”

 

Κ. Σταϊκούρα, η Κυβέρνηση τελικά στο Eurogroup πέρασε κάτω από τον πήχη όπως υποστηρίζει το κόμμα σας;

Η απόφαση αυτό δείχνει.

Το ύψος της δόσης είναι πολύ χαμηλότερο των αναγκών της οικονομίας και των προβλέψεων της συμφωνίας. Αυτή χορηγείται με το σταγονόμετρο, ενώ μόλις 1,6 δισ. ευρώ, και μάλιστα σε υποδόσεις, θα μείνουν εντός χώρας για την κάλυψη εσωτερικών αναγκών.

Επίσης, παρά το γεγονός ότι η Κυβέρνηση ψήφισε ένα επώδυνο 4ο Μνημόνιο, με πρόσθετα μέτρα λιτότητας και υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα μέχρι το 2022, δεν πήρε κάποια ουσιαστική ρύθμιση του χρέους. Όλα παραπέμπονται στο μέλλον, υπό αυστηρές προϋποθέσεις, ασαφείς μηχανισμούς και στο βαθμό που αυτό καταστεί αναγκαίο. Η διατύπωση μάλιστα των όποιων δυνητικών μεσοπρόθεσμων παρεμβάσεων παραμένει η ίδια με την απόφαση του Eurogroup του Μαϊου του 2016. Κάτι που καθιστά εξαιρετικά δύσκολη την ένταξη της χώρας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ στους επόμενους μήνες.

Συνεπώς, η δέσμευση της Κυβέρνησης ότι όλα (δηλαδή αξιολόγηση, ρύθμιση χρέους και ποσοτική χαλάρωση) θα έκλειναν ταυτόχρονα, δεν επετεύχθη.

Συνολική συμφωνία δεν υπήρξε.

Πήρε πολλές υποσχέσεις, αλλά καθαρή λύση για το χρέος, όπως όλοι επιθυμούσαμε, δεν προέκυψε.

Σε ότι αφορά τη ρήτρα ανάπτυξης, αντί το μέρισμα αυτής να κατευθυνθεί στην ελληνική κοινωνία, θα πηγαίνει για την αποπληρωμή του χρέους.

Η θριαμοβολογία δε της Κυβέρνησης, ότι υπήρξε για «πρώτη φορά» σαφής δέσμευση πως θα υποστηριχθεί η έξοδος της Ελλάδας στις αγορές, είναι έωλη, αφού αντίστοιχη αναφορά υπήρξε, ενδεικτικά, και το Νοέμβριο του 2012.

Ο κ. Τσίπρας μίλησε για εθνικό στόχο εξόδου της χώρας από την κρίση. Πόσο κοντά βρίσκεται στην επίτευξή του;

Αλήθεια, ποιόν εθνικό στόχο έχει καταφέρει, μέχρι σήμερα, αυτή η Κυβέρνηση να πετύχει;

Προσπαθεί να επαναφέρει την οικονομία σε διαδικασία μεγέθυνσης, κατάσταση στην οποία την παρέλαβε, και δεν τα έχει καταφέρει.

Προσπαθεί να άρει τους κεφαλαιακούς περιορισμούς, τους οποίους η ίδια προκάλεσε, και δεν τα έχει καταφέρει.

Προσπαθεί να πετύχει κάτι ουσιαστικό για το χρέος, στηριζόμενη στις αποφάσεις του 2012, αφού πρώτα επιβάρυνε τη βιωσιμότητά του, και δεν τα έχει καταφέρει.

Προσπαθεί να εντάξει τη χώρα στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, στο οποίο θα έπρεπε να βρίσκεται από το Μάρτιο του 2015, και δεν τα έχει καταφέρει.

Προσπαθεί να βγάλει τη χώρα στις διεθνείς αγορές, κάτι που είχε γίνει το 2014, και δεν τα έχει καταφέρει.

Αυτή η Κυβέρνηση, εκ του αποτελέσματος, δεν μπορεί να βγάλει τη χώρα από την κρίση.

Τι διαφορετικό θα είχε καταφέρει μια Κυβέρνηση ΝΔ;

Κατ’ αρχάς, δεν θα είχε φέρει τη χώρα στη σημερινή κατάσταση, με τα δύο αχρείαστα μνημόνια και τα νέα μέτρα λιτότητας, συνολικού ύψους 14,5 δισ. ευρώ.

Με δεδομένη όμως την κατάσταση που δημιούργησε η Κυβέρνηση, η ΝΔ θα είχε προχωρήσει ταχύτερα τις διαρθρωτικές αλλαγές, θα είχε αποπληρώσει ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου για να ενισχύσει τη ρευστότητα στην οικονομία, θα είχε ακολουθήσει ένα διαφορετικό μίγμα πολιτικής με σταδιακή μείωση φορολογικών συντελεστών και θα είχε δρομολογήσει μία συμφωνία με τους δανειστές σε πιο ρεαλιστικούς δημοσιονομικούς στόχους.

Η Κυβέρνηση όμως, όπως υποστηρίζει, διαπραγματεύεται τουλάχιστον «για πρώτη φορά» τη ρύθμιση του χρέους.

Κατ’ αρχάς, η ίδια η Κυβέρνηση, στο 4ο Μνημόνιο, ομολογεί ότι, μετά το 2012, «η σύνθεση και η δομή του χρέους βελτιώθηκαν, η μέση υπολειπόμενη φυσική διάρκειά του έχει χρονικά επεκταθεί και έχουν μειωθεί αισθητά οι δαπάνες εξυπηρέτησής του». Συνεπώς, οι όποιες αναφορές περί ρύθμισης του χρέους «για πρώτη φορά» αποδεικνύονται σήμερα απλώς μύθοι και ψέματα.

Επίσης, είναι αλήθεια ότι η βιωσιμότητα του χρέους επιβαρύνθηκε τα τελευταία χρόνια, μετά τους ανερμάτιστους χειρισμούς της σημερινής Κυβέρνησης.

Όπως είναι αλήθεια ότι οι δανειστές δεν έχουν υλοποιήσει τις δεσμεύσεις που ανέλαβαν, το Νοέμβριο του 2012.

Συνεπώς, σήμερα, οι δανειστές θα έπρεπε να δρομολογήσουν ουσιαστικές και συγκεκριμένες παρεμβάσεις για την ρύθμιση του χρέους, στην κατεύθυνση των προτάσεων που καταθέσαμε ως ΝΔ, από τον Μάιο του 2016.

Αυτό, δυστυχώς, δεν έγινε.

Όπως φάνηκε στην τελευταία απόφαση του Eurogroup, η χώρα είναι εγκλωβισμένη στην περυσινή απόφαση, που προσυπέγραψε η Κυβέρνηση, σύμφωνα με την οποία τα μεσοπρόθεσμα μέτρα για το χρέος θα ληφθούν μετά τη λήξη του προγράμματος, υπό την προϋπόθεση ότι η χώρα υλοποιεί πλήρως τις δεσμεύσεις της και, το σημαντικότερο, στο βαθμό που αυτό κριθεί τότε αναγκαίο από τους θεσμούς, μέσα από μία νέα έκθεση βιωσιμότητας του χρέους.

Τελικά οι γερμανικές κάλπες αποτελούν το μεγάλο αγκάθι των διαπραγματεύσεων για την ελληνική πλευρά;

Οι γερμανικές εκλογές επηρεάζουν, ως ένα βαθμό, σήμερα, τις διαπραγματεύσεις.

Οι διαπραγματεύσεις όμως, θα έπρεπε να είχαν ολοκληρωθεί εδώ και ένα χρόνο, όταν αυτός ο παράγοντας δεν ήταν σημαντικός, κάτι όμως που με ευθύνη της Κυβέρνησης δεν έγινε.

Και αυτό γιατί η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, με τις συνεχείς παλινδρομήσεις της μεταξύ ιδεοληψίας και κυνισμού και με το ανερυθρίαστο ρεσιτάλ ψεμάτων και αυτοδιαψεύσεών της, έχασε χρόνο.

Πολύτιμο χρόνο για δήθεν «ηρωικές διαπραγματεύσεις», και επί της ουσίας, για κομματικές διευθετήσεις και «φαντεζί γαρνιτούρες» στο «σερβίρισμα» των μέτρων στους πολίτες.

Καθυστερήσεις, που κατέστησαν επαχθέστερο το λογαριασμό για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.

Πότε θα παρουσιάσετε το οικονομικό σας πρόγραμμα; Η Κυβέρνηση σας κατηγορεί οτι δεν έχετε πρόγραμμα.

Ποιος το λέει αυτό; Η σημερινή Κυβέρνηση, η οποία χωρίς σχέδιο και στρατηγική, κινούμενη στη λογική του «βλέποντας και κάνοντας», υποχωρεί σε όλα, υπογράφει τα πάντα, και έχει αποδειχθεί «η μνημονιακότερη διακυβέρνηση» της χώρας;

Η αλήθεια είναι ότι η ΝΔ, από την ΔΕΘ, άρχισε να ξεδιπλώνει πτυχές του οικονομικού της προγράμματος, ξεκινώντας από τη δημοσιονομική πολιτική, με τις προτάσεις της για τη μείωση συγκεκριμένων φορολογικών συντελεστών. Ακολούθησαν οι θέσεις μας για τις ηλεκτρονικές συναλλαγές, τη ρύθμιση του ιδιωτικού χρέους κ.α.

Το προσεχές διάστημα, θα συνεχίσουμε να ξετυλίγουμε το ρεαλιστικό πρόγραμμά της.

Σταδιακά, μεθοδικά και τεκμηριωμένα, σε όλα τα πεδία της δημόσιας σφαίρας.

 

2017-06-18 REAL NEWS_Σ16

Άρθρο Χρ. Σταϊκούρα στη “Νέα Σελίδα” – “Βρισκόμαστε σε τέλμα” | 11.6.2017

Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, αντί όταν ανέλαβε, αρχές του 2015, να αξιοποιήσει το «άνοιγμα της πόρτας» εξόδου από την κρίση που είχε συντελεστεί, αρκέστηκε να «παίζει», αυτάρεσκα, με την «περιστρεφόμενη πόρτα», χρησιμοποιώντας δύο γλώσσες, εσωτερικού και εξωτερικού.

Έτσι βούλιαξε τη χώρα, η οποία, έκτοτε, σέρνεται στο τέλμα, αφού δεν μπορεί να υπηρετήσει κανέναν εθνικό στόχο.

Προσπαθεί να πετύχει κάτι ουσιαστικό για το χρέος, αφού πρώτα επιβάρυνε τη βιωσιμότητά του, στηριζόμενη στις αποφάσεις του 2012, και δεν τα έχει καταφέρει.

Προσπαθεί να εντάξει τη χώρα στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, στο οποίο θα έπρεπε να βρίσκεται από το Μάρτιο του 2015, και δεν τα έχει καταφέρει.

Προσπαθεί να βγάλει τη χώρα στις διεθνείς αγορές, κάτι που είχε γίνει με επιτυχία το 2014, και δεν τα έχει καταφέρει.

Για να βγει όμως η χώρα στις αγορές, με λογικό κόστος, απαιτείται η ικανοποίηση, ταυτόχρονα, ορισμένων προϋποθέσεων:

1η. Η υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών (για παράδειγμα, η δημιουργία προϋποθέσεων για την προσέλκυση επενδύσεων, η υλοποίηση αποκρατικοποιήσεων, η βελτίωση της αποτελεσματικότητας του κράτους, η επένδυση στις ενδογενείς πηγές ανάπτυξης π.χ. παιδεία και καινοτομία κ.α.), που θα πείσουν ότι επανέρχεται η αναπτυξιακή δυναμική που καταγραφόταν το 2014.

2η. Η δρομολόγηση μιας συμφωνίας σε πιο ρεαλιστικούς δημοσιονομικούς στόχους. Δυστυχώς, η Κυβέρνηση έχει αποδεχθεί υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, για μακρά χρονική περίοδο. Αυτό όμως δεν είναι εφικτό χωρίς διαρκή λιτότητα, οπότε καθίσταται και αντιαναπτυξιακό.

3ηΗ υλοποίηση, από τους δανειστές, ουσιαστικών παρεμβάσεων για την ενίσχυση της βιωσιμότητας του χρέους. Δέσμευση που εκκρεμεί από το 2012 και δεν έχει, κυρίως με ευθύνη τους, ακόμη υλοποιηθεί.

Ο συνδυασμός αυτών των πρωτοβουλιών θα επαναφέρει την κανονικότητα, θα ενισχύσει την εμπιστοσύνη και θα αποκαταστήσει τη σταθερότητα στη χώρα.

Εμπιστοσύνη και σταθερότητα που αποτελούν βασικά προαπαιτούμενα για την έξοδο της χώρας στις αγορές.

Εμπιστοσύνη και σταθερότητα που προϋποθέτουν αξιοπιστία, σοβαρότητα και πολιτικό κεφάλαιο.

Και αυτά είναι «αγαθά σε ανεπάρκεια» για την σημερινή Κυβέρνηση.

 

2017-06-11 Βρισκόμαστε σε τέλμα_ΝΕΑ ΣΕΛΙΔΑ_Σ1

Ολομέλεια: Ομιλία κατά τη συζήτηση των Τροπολογιών της Κυβέρνησης για τη 2η αξιολόγηση | 9.6.2017

Αθήνα, 09.06.2017

 

Δελτίο Τύπου

 

 

Ομιλία στην Ολομέλεια της Βουλής κατά τη συζήτηση των Τροπολογιών της Κυβέρνησης για τη 2η αξιολόγηση

 

 

 

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Η σημερινή συζήτηση αποτελεί το αποκορύφωμα του αυτο-εξευτελισμού της Κυβέρνησης.

Κυβέρνηση η οποία έφερε στη Βουλή, στην Ολομέλεια μάλιστα και ούτε καν στην Επιτροπή, πλήθος προαπαιτούμενων για την ολοκλήρωση της αξιολόγησης, με μορφή υπουργικών τροπολογιών, όλες εκπρόθεσμες, σε άσχετο νομοσχέδιο για την κύρωση σύμβασης για την αλιεία στη Μεσόγειο.

«Το ψάρι, όμως, βρωμάει από το κεφάλι».

Πρόκειται για τον απόλυτο ευτελισμό της κοινοβουλευτικής διαδικασίας, προκειμένου να μην συζητηθούν, επί της ουσίας, οι τροπολογίες και να μην ενημερωθούν, σε βάθος, οι πολίτες.

Απόδειξη πλεονάσματος πολιτικού θράσους και ελλείμματος αρχών.

Απόδειξη όμως και του ότι η αξιολόγηση, μέχρι σήμερα, δεν έχει ολοκληρωθεί, με ευθύνη, αποκλειστικά, της Κυβέρνησης.

Αφού μέχρι σήμερα, δεν είχε ολοκληρώσει τα προαπαιτούμενα στα οποία η ίδια δεσμεύθηκε.

Παρά τις συνεχείς διαβεβαιώσεις των Κυβερνητικών στελεχών ότι η χώρα τήρησε, στο ακέραιο, τις δεσμεύσεις της.

Ψέματα, διαπραγματευτικές ήττες και αυτοδιαψεύσεις συνιστούν το τρίπτυχο της Κυβερνητικής αποτυχίας.

Έχει μάλιστα υποστεί τόσες διαψεύσεις, που καμία διάψευση δεν είναι ικανή να την κλονίσει.

Η Κυβέρνηση θέτει, διαρκώς, τον «πήχη ψηλά» και μονίμως, περνάει από κάτω.

Βάζει δήθεν «κόκκινες γραμμές», τις οποίες, πολύ γρήγορα, καταπατά.

Συνεχίζει να ανεβάζει θεατρικές παραστάσεις περί δήθεν σκληρής διαπραγμάτευσης στο εξωτερικό, τελικά όμως αποδεικνύεται ότι διαπραγματεύεται μόνο στο εσωτερικό, μόνο με τους Βουλευτές της, προκειμένου να τους «σερβίρει», εύπεπτα, τις συνεχείς υποχωρήσεις.

Αναφέρεται σε θεαματικές επιτυχίες, και τελικά καταλήγει σε επώδυνους συμβιβασμούς.

Μιλάει για αντίσταση στους ξένους, και αποδέχεται, κυνικά, ότι τα νομοσχέδια «γράφονται» στο εξωτερικό.

Υποσχέθηκε διαγραφή του χρέους, πέρασε στην διευθέτησή του, μετακινήθηκε στην καθαρή λύση, για να της αρκεί σήμερα, απλώς, μια «καλή λεκτική διατύπωση».

Λέει ότι δεν θα εφαρμόσει τα μέτρα χωρίς λύση στο χρέος, και φέρνει πρόσθετα μέτρα χωρίς να έχει εξασφαλίσει κάτι για το χρέος.

Χωρίς στρατηγική, κινείται διαρκώς με τη λογική του «βλέποντας και κάνοντας».

Συνεχώς υποχωρεί και είναι εγκλωβισμένη στις υπογραφές της.

Αποδέχθηκε νέα μέτρα λιτότητας, ακόμη και για μετά τη λήξη του 3ου Μνημονίου, συνυπογράφοντας το 4ο Μνημόνιο.

Αποδέχθηκε υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, ύψους 3,5% του ΑΕΠ για 5 χρόνια, εγκλωβίζοντας τη χώρα σε πολυετή λιτότητα.

Και παραμένει εγκλωβισμένη στην απόφαση του Eurogroup, του Μαΐου του 2016, την οποία έχει συνυπογράψει, σύμφωνα με την οποία τα μεσοπρόθεσμα μέτρα για το χρέος θα ληφθούν μετά τη λήξη του προγράμματος, υπό την προϋπόθεση ότι η χώρα υλοποιεί πλήρως τις δεσμεύσεις της και, το σημαντικότερο, αν αυτό τότε κριθεί αναγκαίο από τους θεσμούς.

 

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Με τις Κυβερνητικές τροπολογίες, η λιτότητα επεκτείνεται και τα μέτρα «αυγατίζουν».

Υπάρχουν μέτρα μέχρι και το 2022, ανεβάζοντας πλέον τον συνολικό λογαριασμό της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ στα 14,5 δισ. ευρώ.

Ο πιο βαρύς, κοινωνικά άδικος και αχρείαστος μνημονιακός λογαριασμός.

Λογαριασμός που ξεκίνησε από τα 9 δισ., ανέβηκε στα 12, σκαρφάλωσε στα 14, και διαμορφώνεται πλέον στα 14,5 δισ. ευρώ.

Πρόκειται για τον απόλυτο εθισμό στην ψήφιση μέτρων λιτότητας.

Σε σημείο που οι Κυβερνητικοί βουλευτές να μην προλαβαίνουν να τα ψηφίζουν.

Είπαμε όμως: Όλα για την εξουσία, με κάθε κόστος, με κάθε τρόπο, με κάθε μέσο.

 

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Ποιο είναι πλέον το ζητούμενο;

Μια ολοκληρωμένη στρατηγική, ένα συνεκτικό σχέδιο με βασικούς άξονες:

1ον. Η ολοκλήρωση της αξιολόγησης.

Ήδη, εξαιτίας της πολύμηνης καθυστέρησης, η οικονομία έχει στερηθεί πόρους ύψους 13,3 δισ. ευρώ, με αποτέλεσμα η Κυβέρνηση να έχει προβεί σε εκτεταμένο εσωτερικό δανεισμό και στάση πληρωμών προς τον ιδιωτικό τομέα, «στεγνώνοντας» την οικονομία από ρευστότητα, «σέρνοντας» τη χώρα στην ύφεση και θέτοντας σε κίνδυνο την επίτευξη ακόμη και του αναθεωρημένου προς τα κάτω εφετινού στόχου για την ανάπτυξη.

 

2ον. Η υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών, που θα πείσουν ότι επανέρχεται η αναπτυξιακή δυναμική που διαφαίνονταν το 2014.

  • Με την υιοθέτηση μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της οικονομίας, που θα στοχεύει στη μετάβαση σε μια ανταγωνιστική και εξωστρεφή οικονομία.
  • Με τον εκσυγχρονισμό της δομής και λειτουργίας του Κράτους.
  • Με την βελτίωση της ποιότητας και της αποδοτικότητας, τον περιορισμό του κρατικού εναγκαλισμού και την προώθηση της διεθνοποίησης της εκπαίδευσης, της κατάρτισης, της δια βίου μάθησης, της έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης, της καινοτομίας και της επιχειρηματικότητας.

Αντίθετα απ’ ότι πράττει η σημερινή Κυβέρνηση με το σχέδιο νόμου που προωθεί για την ανώτατη εκπαίδευση.

3ον. Η δρομολόγηση μιας συμφωνίας σε πιο ρεαλιστικούς δημοσιονομικούς στόχους.

Η Κυβέρνηση, δυστυχώς, αποδέχθηκε υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, για μακρά περίοδο.

Η επίτευξή τους όμως δεν είναι εφικτή χωρίς διαρκή λιτότητα, οπότε καθίσταται και αντιαναπτυξιακή.

 

4ον. Η υλοποίηση, από τους δανειστές, το συντομότερο δυνατόν, ουσιαστικών παρεμβάσεων για την ενίσχυση της βιωσιμότητας του χρέους.

Δέσμευση που εκκρεμεί από το 2012 και δεν έχει, κυρίως με ευθύνη τους, ακόμη υλοποιηθεί.

Η Νέα Δημοκρατία, από το Μάιο του 2016, είχε καταθέσει τις προτάσεις της.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Ο συνδυασμός αυτών των πρωτοβουλιών μπορεί να οδηγήσει τη χώρα, σταδιακά, στην έξοδο από την κρίση.

Η επίτευξή τους όμως απαιτεί μία μεταρρυθμιστική, σοβαρή, συνεκτική και αξιόπιστη Κυβέρνηση, η οποία θα πραγματοποιήσει διαρθρωτικές αλλαγές και θα διαπραγματευτεί μια άλλη δημοσιονομική πολιτική, με πιο ρεαλιστικούς δημοσιονομικούς στόχους.

Αυτά, η σημερινή Κυβέρνηση ούτε μπορεί, ούτε ξέρει, ούτε θέλει να τα υλοποιήσει.

 

2017-06-09 ΔΤ – Ομιλία Ολομέλεια – Τροπολογίες για 2η αξιολόγηση

InstagramYoutube